ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ιβ΄. Πατήρ Βασίλειος Τρομπούκης

18 Φεβρουαρίου 2019 · 15 λεπτά

Ασκητές μέσα στον κόσμο – Μέρος Α’

Γεν­νή­θη­κε τό 1902 στό χω­ριό Σφη­κιά Ἠ­μα­θί­ας ἀ­πό λευ­ϊ­τι­κή οἰ­κο­γέ­νεια. Ὁ πα­τέ­ρας του ὠ­νο­μα­ζό­ταν Ἰ­ω­άν­νης, ἦ­ταν ἱ­ε­ρέ­ας καί Πνευ­μα­τι­κός. Ἐ­πί­σης ὁ παπ­ποῦς καί ὁ προ­πάπ­πος του ἦ­ταν ἱ­ε­ρεῖς κα­θώς καί ὁ ἀ­δελ­φός του Ἀ­θα­νά­σιος, ὅ­πως καί ἕ­νας ἀ­νε­ψιός του. Ἦ­ταν ἐ­πι­θυ­μία­ τοῦ Βα­σι­λεί­ου νά συ­νε­χι­σθῆ αὐ­τή ἡ πα­ρά­δο­ση.

Ἐ­νυμ­φεύ­θη μί­α σε­μνή κό­ρη ἀ­πό τό ἴ­διο χω­ριό, τήν Γι­αν­νού­λα, καί ἀ­πέ­κτη­σαν ἐν­νέ­α τέ­κνα. Τό ἕ­να πέ­θα­νε σέ ἡ­λι­κί­α δυ­ό ἐ­τῶν.

Ἀπό τίς δι­δα­χές τοῦ ἁγί­ου Κο­σμᾶ πού ἀ­γα­ποῦ­σε καί δι­ά­βα­ζε πο­λύ, ἔ­μα­θε ὅ­τι πρέ­πει με­τά τά σα­ράντα νά χει­ρο­το­νοῦνται οἱ ἱε­ρεῖς, γιά νά εἶ­ναι ὥ­ρι­μοι. Πῆ­γε σέ ἱε­ρα­τι­κή σχο­λή ἀλλά καί πολ­λά ἔ­μα­θε ἀπό τόν πα­τέ­ρα του, τόν π. Ἰ­ω­άν­νη. Με­τά χει­ρο­το­νή­θη­κε διά­κο­νος, ὕστερα ἱ­ε­ρέ­ας καί λει­τουρ­γοῦ­σε στό χω­ριό του ὅπου τόν το­πο­θέ­τη­σαν ἐ­φη­μέ­ριο.

Ἀ­πό τήν πρώ­τη μέ­ρα πού φό­ρε­σε τό ρά­σο ἔ­κο­ψε γι­ά πάντα τό τσι­γά­ρο. Ἔ­κα­νε συμ­φω­νί­α μέ τήν σύ­ζυ­γό του, τήν πρε­σβυ­τέ­ρα Γι­αν­νού­λα, ἀ­φοῦ ἔ­φε­ραν ἐν­νέ­α παι­διά στόν κό­σμο, στό ἑ­ξῆς νά ζοῦν μέ ἐγ­κρά­τεια σάν ἀ­δέλ­φια καί νά κοι­μοῦνται χω­ρι­στά. Κρά­τη­σαν τήν συμ­φω­νί­α μέ­χρι τήν κοί­μη­σή τους. Γιά­ νά πει­σθῆ καί ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα νά κοι­μοῦνται σέ χω­ρι­στά κρεβ­βά­τια, τρεῖς φο­ρές ἔ­σπα­σε τό κρεβ­βά­τι ἀ­πό μό­νο του, χω­ρίς αἰ­τί­α, ὅ­ταν πή­γαι­νε νά κοι­μη­θῆ ὁ παπα–Βα­σί­λης. «Ἐ­σύ στήν γω­νιά σου καί ἐ­γώ στήν δι­κή μου», τῆς εἶ­πε ὁ παπα–Βα­σί­λης.

Ὅ­λα τά χρό­νια τῆς ἱ­ε­ρα­τι­κῆς του δι­α­κο­νί­ας δέν εἶ­δε κα­νέ­νας τόν π. Βα­σί­λει­ο χω­ρίς ζω­στι­κό, ἀ­κό­μη καί ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα. Καί ὅ­ταν ὡς ἄν­θρω­πος πή­γαι­νε νά πλυ­θῆ, πή­γαι­νε μέ τό ζω­στι­κό. Τό ἔ­λε­γε καί τό ἐν­νο­οῦ­σε: «Πα­πᾶς ἀ­ρά­σω­τος, δέν εἶ­ναι πα­πᾶς». Ἀ­κό­μη καί τό κα­λυ­μμαύ­χι του δέν τό ἔ­βγα­ζε πο­τέ, πα­ρά μό­νο στό δω­μά­τιό του.

Ἦ­ταν πο­λύ προ­σε­κτι­κός στήν ζω­ή του καί ἰ­δι­αί­τε­ρα εὐ­λα­βής. Με­τά ἀ­πό τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α δέν πή­γαι­νε σέ ξέ­νο σπί­τι. Πάντα ἐ­πέ­στρε­φε στό σπί­τι το­υ ὅπου εἶ­χε χω­νευ­τή­ρι, ὅ­πως τό ὠνό­μα­ζε ὁ ἴδιος, καί ἐ­κεῖ ἔ­πλυ­νε μό­νος του τό πρῶ­το φλυτ­ζά­νι καί τό πρῶ­το πο­τή­ρι πού θά χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε με­τά τήν κα­τά­λυ­ση τῶν Ἀ­χράντων Μυ­στη­ρί­ων. Ἀρ­γό­τε­ρα ὅ­ταν γή­ρα­σε, αὐ­τό τό ἔ­κα­ναν οἱ δι­κοί του. Δέν τούς ἄ­φη­νε νά πλύ­νουν τά πρῶ­τα σκεύ­η πού χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε στό νε­ρο­χύ­τη, ἀλ­λά στό χω­νευ­τή­ρι τοῦ σπι­τιοῦ του. Ὁ ἴ­διος δέν πλε­νό­ταν τήν ἴ­δια μέ­ρα, οὔ­τε καί τά γέ­νεια του ἔ­πλυ­νε. Εἶ­χε μί­α πε­τσέ­τα πού τά σκού­πι­ζε καί ὅ­ταν λε­ρω­νό­ταν τήν ἔ­και­γε. Νή­στευ­ε Δευ­τέ­ρα, Τε­τάρ­τη καί Πα­ρα­σκευ­ή καί ὅ­λες τίς Σα­ρα­κο­στές καί ἀ­πό λά­δι. Τό συ­νη­θι­σμέ­νο του φα­γη­τό αὐ­τές τίς ἡ­μέ­ρες ἦ­ταν τσά­ϊ μέ πα­ξι­μά­δι, πα­τά­τες καί κρεμ­μύ­δια ψη­μέ­να στά κάρ­βου­να.

Ὁ πα­πα–Βα­σί­λης εἶ­χε φό­βο Θε­οῦ καί ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ τήν προ­σευ­χή. Πάντα προ­σευ­χό­ταν. Τό κα­θη­με­ρι­νό του τυ­πι­κό ἦ­ταν ὡς ἑ­ξῆς: Ξυ­πνοῦ­σε στίς 4.00 τή νύ­χτα. Τόν χει­μῶ­να ἄ­να­βε τήν ξυ­λό­σομ­πα, ἔ­βα­ζε τό πε­τρα­χή­λι καί δι­ά­βα­ζε προ­σευ­χές μέ­χρι τίς 6.30΄ τό πρωΐ. Με­τά ἔ­παιρ­νε τό ρά­σο του, πή­γαι­νε στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί δι­ά­βα­ζε τήν ἀ­κο­λου­θί­α. Τό ἀ­πό­γευ­μα ἔ­κα­νε τόν Ἑ­σπε­ρι­νό. Κα­θη­με­ρι­νῶς εἴ­τε χι­ό­νι­ζε εἴ­τε ἔ­βρε­χε, δέν ἄ­φη­νε τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί τίς ἀ­κο­λου­θί­ες του.

Στήν ἀ­κο­λου­θί­α καί ἰδι­αί­τε­ρα στήν Λει­τουρ­γί­α ἦταν προ­σε­κτι­κός, δέν βια­ζό­ταν, ἀφω­σι­ω­νό­ταν ὁ­λό­κλη­ρος. Ὁ π. Βα­σί­λει­ος ἦ­ταν σο­βα­ρός καί ἱ­ε­ρο­πρε­πής, καί αὐ­τό τό με­τέ­δι­δε καί στά παι­δά­κια πού τόν δια­κο­νοῦ­σαν στό ἱε­ρό. Ὅ­ταν ὁ ψάλ­της πα­ρέ­λει­πε κά­ποια τρο­πά­ρια, ὁ π. Βα­σί­λει­ος στε­νο­χω­ρι­ό­ταν. Ἀ­πό λε­πτό­τη­τα ὅ­μως δέν τοῦ ἔ­κα­νε πα­ρα­τη­ρή­σεις, ἔ­βγαι­νε στό ἀ­να­λό­γιο καί τά ἔ­λε­γε ὁ ἴ­διος. Ὅ­ταν εἶ­χε κα­νέ­να ξέ­νο ψάλ­τη, τά ἔ­λε­γαν ὅ­λα καί ἀρ­γοῦ­σε νά τε­λει­ώ­ση.

Κά­πο­τε, ἐνῶ εἶ­χε ἀ­ναμ­μέ­νο τό “­μο­νό­κε­ρο­” (εἰ­σο­δι­κό) μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας καί προ­σευ­χό­ταν, ἔ­γει­ρε τό κε­ρί καί πῆ­ραν φω­τιά τά ἄμ­φιά του. Ὁ π. Βα­σί­λει­ος ἀ­φο­σι­ω­μέ­νος ὅ­πως ἦ­ταν στήν προ­σευ­χή δέν πῆ­ρε εἴ­δη­ση. Κά­η­κε σχε­δόν τό με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος ἀ­πό τό φαι­λό­νι ἐ­κτός ἀ­πό τόν πόλο (τήν εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ), τό στι­χά­ρι του, μέ­ρος ἀ­πό τό ζω­στι­κό του, λί­γο τό σακ­κά­κι του, λί­γο ἡ φα­νέλ­λα του καί ἔ­φθα­σε μέ­χρι τό δέρ­μα του, ἀλ­λά δέν κα­τά­λα­βε τί­πο­τε. Ἔ­βγα­λε με­τά τά ἄμ­φιά του, τά δί­πλω­σε καί πά­λι δέν κα­τά­λα­βε τί εἶ­χε συμ­βῆ. Ὅ­ταν γύ­ρι­σε στό σπί­τι, τοῦ τό εἶ­παν, τό δι­α­πί­στω­σε δέ καί ὁ ἴ­διος ὅ­τι ἡ φω­τιά ἔ­φθα­σε μέ­χρι τό σῶ­μα του, καί τό­τε εἶ­πε: «Σ᾿ εὐ­χα­ρι­στῶ, Πα­να­γί­α μου, πού μέ φύ­λα­ξες καί δέν ἔ­πα­θα τί­πο­τε χει­ρό­τε­ρο».

Λει­τουρ­γοῦ­σε συ­χνά, ἀ­κό­μη καί σέ μι­κρές γι­ορ­τές, καί ἂς ἦ­ταν σχεδόν μό­νος του στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Εἶ­χε τή νε­ω­κό­ρο, μί­α για­γιά πού ἦ­ταν πάντα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, καί τόν ψάλ­τη. Ὅ­ταν δέν εἶ­χε ψάλ­τη ἔ­βα­ζε τά μι­κρά παι­διά νά τά λέ­νε δι­α­βα­στά. Πό­σες λει­τουρ­γί­ες ἔ­κα­νε μέ τά ἀ­θῶ­α παι­δά­κια μό­νος του καί μέ τούς Ἀγ­γέ­λους!

Ὁ π. Βασίλειος Τρομπούκης

 Ἀ­πό κη­δεῖ­ες καί μνη­μό­συ­να πο­τέ δέν ἔ­παιρ­νε χρή­μα­τα. Μό­νο ἀ­πό γά­μους καί βα­φτί­σια, ἄν τοῦ ἔ­δι­ναν, ἔ­παιρ­νε πέντε δραχ­μές καί τίς τρεῖς τίς ἔ­δι­νε στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἐ­ξη­γοῦ­σε ὅ­τι σ᾿ αὐ­τά τά εὐ­χά­ρι­στα γε­γο­νό­τα γιά τά ὁποῖα γί­νονται τό­σα ἔ­ξο­δα, μπο­ρεῖ νά παίρ­νη κά­τι καί ὁ πα­πᾶς.

Ὅ­ταν ἔ­βγαι­νε ὁ δί­σκος στήν Ἐκ­κλη­σί­α, πρῶ­τα ὁ ἐ­πί­τρο­πος περ­νοῦ­σε ἀ­πό τόν Ἱ­ε­ρέ­α καί με­τά ἔρ­ρι­χναν οἱ ἄλ­λοι.

Ὅ­ταν ἔ­παιρ­νε τόν μι­σθό του, τόν μι­σό τόν ἔ­δι­νε σέ φτω­χούς. Πα­ρα­πο­νι­ό­ταν ὁ γυι­ός του λέ­γοντας ὅ­τι ἔ­χουν ἀ­νάγ­κες καί ὁ π. Βα­σί­λει­ος, ὁ φτω­χός καί πο­λύ­τε­κνος, ἔ­λε­γε: «Ὑ­πάρ­χουν ἄλ­λοι πού ἔ­χουν με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­νάγ­κες. Ἐ­μεῖς, δό­ξα τῷ Θε­ῷ, κα­λά εἴ­μα­στε».

Ἀ­γα­ποῦ­σε καί φρόντι­ζε γι­ά τήν εὐ­πρέ­πεια τοῦ οἴ­κου τοῦ Κυ­ρί­ου. Ὅ­ταν εἶ­χε ἐρ­γά­τες γι­ά νά συντη­ρήση καί νά ἀ­να­και­νί­ση τίς ἕ­ξι Ἐκ­κλη­σί­ες τοῦ χω­ριοῦ, πάντα δού­λευ­ε καί ὁ ἴ­διος καί τούς βο­η­θοῦ­σε.

Ὁ πα­πα–Βα­σί­λης εἶ­χε χά­ρι Θε­οῦ. Ἡ πί­στη του ἦ­ταν ἁ­πλῆ, ζωντα­νή καί με­γά­λη. Ἡ εὐ­χή του ἔ­κα­νε θαύ­μα­τα. Τόν κα­λοῦ­σαν νά δι­α­βά­ση εὐ­χές σέ ἀρ­ρώ­στους καί θε­ρα­πεύ­ονταν. Ἔ­βα­ζε τό χέ­ρι του μέ τό πε­τρα­χή­λι στό κε­φά­λι τοῦ ἀρ­ρώ­στου καί δέν τὄ­παιρ­νε, ἂν δέν ση­κω­νό­ταν ὁ ἄρ­ρω­στος.

Κά­θε δε­κα­πέντε ἡ­μέ­ρες ἔ­κα­νε εὐ­χέ­λαι­ο καί ἁ­για­σμό στήν Ἐκ­κλη­σί­α γι­ά νά μα­ζεύ­ω­νται οἱ χρι­στια­νοί. Ἐλ­λεί­ψει ψαλ­τῶν ἔ­βα­ζε τά μι­κρά παι­διά νά δια­βά­ζουν. Αὐ­τά τά ἔ­λε­γαν συλ­λα­βι­στά καί ὁ π. Βα­σί­λει­ος πε­ρί­με­νε μέ ὑ­πο­μο­νή. Πή­γαι­νε σέ ὅ­λα τά σπί­τια ὅ­ταν τόν κα­λοῦ­σαν, χω­ρίς νά γογ­γύ­ζη. Πο­τέ δέν ἔ­παιρ­νε χρή­μα­τα. Ἂν τοῦ ἔ­βα­ζαν κά­τι στήν τσέ­πη καί ἐ­πέ­με­ναν νά τό πά­ρη «γι­ά νά πια­στῆ», ὅ­πως ἔ­λε­γαν, τά ἔ­παιρ­νε καί με­τά τά ἔρ­ρι­χνε στό πα­γκά­ρι τῆς ἐκ­κλη­σί­ας.

Ὅ­ταν μά­θαι­νε ὅ­τι κά­ποι­α οἰ­κο­γέ­νεια εἶ­χε προ­βλή­μα­τα, ἀ­πό μό­νος του δι­ά­βα­ζε εὐ­χές κά­θε μέ­ρα μέ­χρι νά δῆ ὅ­τι ξε­πε­ρά­στη­καν τά προ­βλή­μα­τα. Ὡς κα­λός καί ὄ­χι μι­σθω­τός ποι­μέ­νας ἀ­γρυ­πνοῦ­σε καί προ­σευχό­ταν γι­ά τά λο­γι­κά του πρό­βα­τα. Ἀ­κό­μα καί ὅ­ταν ἀρ­ρώ­σται­ναν τά ἄ­λο­γα κτή­νη τόν κα­λοῦ­σαν νά δι­α­βά­ση εὐ­χή. Ἔ­παιρ­νε τό πε­τρα­χή­λι, τό Εὐ­χο­λό­γιο καί τήν εἰ­κό­να τοῦ ἁ­γίου Μο­δέ­στου. Ἔβα­ζε τήν εἰ­κό­να στό πα­χνί καί δι­ά­βα­ζε μέ­χρι πού καί τό τε­λευ­ταῖ­ο ζῶ­ο θά γι­νό­ταν κα­λά. Οἱ εὐ­ερ­γε­τη­θέντες ἀ­πό εὐ­γνω­μο­σύ­νη τοῦ πή­γαι­ναν δῶ­ρα, δυό­ αὐ­γά, ἕ­να κι­λό σι­τά­ρι κ.ἄ., ἀλ­λά χρή­μα­τα δέν ἔπαιρ­νε, για­τί ἔ­λε­γε ὅ­τι ἡ εὐ­χή εἶ­ναι δω­ρε­άν.

Ὅ­ταν εἶ­χε ἀ­νομ­βρί­α ἔ­φερ­ναν στό χω­ριό τά Λεί­ψα­να τοῦ ἁ­γί­ου Συ­με­ών τοῦ Στυ­λί­του καί τοῦ ἁ­γί­ου Κλή­μεντος Ἀ­χρί­δος. Χτυ­ποῦ­σε ἡ καμ­πά­να καί ἔ­βγαι­ναν ὅ­λοι οἱ κά­τοι­κοι τοῦ χω­ριοῦ γι­ά νά ὑ­πο­δε­χθοῦν τά ἅ­για Λεί­ψα­να. Με­τά γι­νό­ταν ἡ λι­τα­νεί­α σέ ὅ­λο τό χω­ριό. Πρίν φθά­σουν στήν πλα­τεῖα γι­ά νά μποῦν στήν ἐκ­κλη­σί­α τῶν ἁ­γί­ων Κων­σταντί­νου καί Ἑ­λέ­νης ἄρ­χι­ζε ἡ βρο­χή. Μα­ζί τους βέ­βαι­α εἶ­χαν τίς ὀ­μπρέλ­λες, για­τί πάντα ἔ­βρε­χε κα­ταρ­ρα­κτω­δῶς.

Κά­ποι­α οἰ­κο­γέ­νεια φύ­τε­ψε ἕ­να χω­ρά­φι ἕ­ξι στρεμ­μά­των κα­πνό μέ πο­λύ κό­πο. Κου­βα­λοῦ­σαν τό νε­ρό μέ τά ζῶ­α καί τα­λαι­πω­ρή­θη­καν γι­ά εἴ­κο­σι μέ­ρες. Ὅ­ταν πῆ­γαν νά σκα­λί­σουν τόν κα­πνό εἶ­δαν ὅτι τόν εἶ­χε κό­ψει τό σκου­λή­κι. Τό ἔ­μα­θε ὁ κα­λός καί πο­νό­ψυ­χος πα­πα–Βα­σί­λης καί λυ­πή­θη­κε τόν κό­πο τους. Πῆ­γε, δι­ά­βα­σε εὐ­χές, ἔ­κα­νε ἁ­για­σμό καί σταύ­ρω­σε τό χω­ρά­φι. Σέ μί­α βδο­μά­δα πρα­σί­νι­σε τό χω­ρά­φι καί ξα­να­φύ­τρω­σε ὁ κα­πνός. Δι­η­γοῦνται οἱ ἴδιοι ὅ­τι μέ­χρι σή­με­ρα τό φυ­τεύ­ουν κα­πνό καί δέν βγά­ζει σκου­λή­κια.

Ὁ ἐγ­γο­νός του Ἰ­ω­άν­νης τρεῖς φο­ρές ἀρ­ρώ­στη­σε βα­ριά μέ­χρι θα­νά­του καί εἶ­χαν πι­στέ­ψει ὅ­τι πέ­θα­νε, ἀλ­λά καί τίς τρεῖς φο­ρές ση­κώ­θη­κε μέ τήν εὐ­χή τοῦ παπα–Βα­σί­λη. Τήν πρώ­τη φο­ρά ἦ­ταν μι­κρός, ἑ­νά­μι­σι χρό­νου. Εἶ­χε σπα­σμούς, ἔ­βγα­ζε ἀ­φρούς ἀ­πό τό στό­μα του καί σει­ό­ταν ὁ­λό­κλη­ρος. Ἄρ­χι­σε ὁ πα­τήρ Βα­σί­λει­ος νά τόν δι­α­βά­ζη, ἐ­νῶ ἡ μάν­να τοῦ παι­διοῦ καί ἡ θεί­α του πί­στευ­αν ὅ­τι εἶ­χε πε­θά­νει, για­τί ἠ­ρέ­μη­σε καί φο­βό­νταν μήν πα­γώ­ση. Ἄ­να­ψαν κε­ρί καί ἑ­τοί­μα­ζαν τά ἀ­πα­ραί­τη­τα γι­ά τήν κη­δεί­α. Ἀλ­λά ὁ π. Βα­σί­λει­ος εἶ­χε τό κε­φα­λά­κι του σφι­χτά κρα­τη­μέ­νο μέ τό πε­τρα­χή­λι καί τίς ἔ­κα­νε νό­η­μα νά τοῦ ἀ­φή­σουν τό παι­δί (ὅ­ταν δι­ά­βα­ζε τίς εὐ­χές δέν μι­λοῦ­σε σέ κα­νέ­να). Τό δι­ά­βα­σε πά­νω ἀ­πό τρεῖς ὧ­ρες μέ­χρι πού ση­κώ­θη­κε.

Τήν δεύ­τε­ρη φο­ρά ἔ­πα­θε τά ἴ­δια καί χτύ­πη­σαν καί οἱ καμ­πά­νες πέν­θι­μα. Με­τά ἀ­πό τούς σπα­σμούς ἦ­ταν σέ ἀ­κι­νη­σί­α, ἔ­βγα­ζε ἀ­φρούς καί τά μά­τια του ἦ­ταν γυ­ρι­σμέ­να. Οἱ γι­α­γιά­δες ἔ­λε­γαν ὅ­τι κα­τά­πι­ε τήν γλῶσ­σα του καί πέ­θα­νε. Ἄ­να­ψαν κε­ρί καί βι­ά­ζονταν νά τό ντύ­σουν γι­ά νά μήν πα­γώ­ση. Ὁ π.Βα­σί­λει­ος συ­νέ­χι­σε ἀ­νε­πη­ρέ­α­στος νά δι­α­βά­ζη. Με­τά τό παι­δί ση­κώ­θη­κε καί πῆ­γε νά παί­ξη μέ τά ἄλ­λα παι­διά σάν νά μήν εἶ­χε συμ­βῆ τί­πο­τε. Τό ἴ­διο ἐ­πα­νε­λή­φθη καί γι­ά τρί­τη φο­ρά.

Δι­η­γεῖ­ται ἡ ἐγ­γο­νή του Ἰ­ου­λί­α: «Ἤ­μα­σταν τρία ἀ­δέλ­φια. Σέ για­τρό δέν μᾶς πῆ­γαν πο­τέ. Φάρ­μα­κα δέν ξέ­ρα­με, οὔ­τε για­τρούς. Ὁ παπποῦς μας (παπα–Βα­σί­λης) ἦ­ταν ὁ για­τρός. Ἡ εὐ­χή πού δι­ά­βα­ζε μέ τό πε­τρα­χή­λι σή­κω­νε ὅ­λους τούς ἀρ­ρώ­στους. Ἐ­πέ­με­νε στίς προ­σευ­χές. Ὅ­που καί νά τόν κα­λοῦ­σαν πή­γαι­νε ἀκόμη καί μέ δυ­ό μέ­τρα χι­ό­νι˙ ἐκεῖ δι­ά­βα­ζε μέ­χρι νά ση­κω­θῆ ὁ ἄρ­ρω­στος. Ἔρ­χονταν ἀ­σθε­νεῖς καί ἀ­πό τά γύ­ρω χω­ριά γι­ά νά τούς δι­α­βά­ση».

Τό ἔ­τος 1974, τήν ἡ­μέ­ρα τοῦ προ­φή­τη Ἠ­λί­α, ἔ­γι­νε ἡ εἰσβολή τῶν Τούρκων στήν Κύπρο καί οἱ νέ­οι τοῦ χω­ριοῦ ἐ­πι­στρα­τεύ­θη­καν. Οἱ τρεῖς γυι­οί τοῦ παπα–Βα­σί­λη πε­ρί­με­ναν νά τούς κα­λέ­σουν κι αὐ­τούς καί σκέ­φθη­καν νά φέ­ρουν με­ρι­κές μπά­λες τρι­φύλ­λι καί ἄ­χυ­ρο, γι­ά νά ἔ­χουν νά τα­ΐ­ζουν τά ζῶ­α οἱ γυ­ναῖ­κες στήν ἀ­που­σί­α τους. Ὁ παπα–Βα­σί­λης λει­τουρ­γοῦ­σε καί ἔ­φθα­σε ἡ εἴ­δη­ση ὅ­τι οἱ γυι­οί του ἔπε­σαν μέ τό τρα­κτέρ σέ μί­α κα­τη­φό­ρα καί τό τρα­κτέρ ἔ­κα­νε τοῦμ­πες. Ὅ­λο τό ἐκ­κλη­σί­α­σμα βγῆ­κε ἔξω πρίν τε­λει­ώ­ση ἡ θεί­α Λει­τουρ­γία καί κα­νείς δέν πῆ­ρε ἀντί­δω­ρο. Ὅ­λοι τους ψι­θύ­ρι­σαν: «Μά τί πα­τέ­ρας εἶ­ναι αὐ­τός πού δέν βγαί­νει νά δῆ τί ἔ­πα­θαν τά παι­διά του;».

Πε­ρί­με­ναν νά τούς βροῦν σκο­τω­μέ­νους ἀλ­λά κα­νείς τους δέν ἔ­πα­θε τί­πο­τε, μό­νο ὁ ἕ­νας γδάρ­θη­κε στήν μέ­ση καί ρά­γι­σε ἕ­να πλευ­ρό.

Ὁ παπα–Βα­σί­λης ἤ­ρε­μος καί προ­σευ­χό­με­νος, ἀφοῦ ἔ­κα­νε καί τήν κα­τά­λυ­ση, βγῆ­κε ἀ­πό τό να­ό. Τόν ρώ­τη­σε κά­ποι­α: «Πα­πᾶ, θά χα­νό­ταν ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, ἂν ἔ­βγαι­νες νά δῆς τί ἔ­πα­θαν τά παι­διά σου;», καί ἀ­πάντη­σε ὁ παπα–Βα­σί­λης: «Κα­λά πού ἤ­μουν μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α δι­ό­τι, ἂν ἤ­μουν ἔ­ξω, ἀ­λή­θεια θά σκο­τώ­νονταν καί τά τρί­α».

Ἡ ἐγ­γο­νή του Ἰ­ου­λί­α δι­η­γεῖ­ται: «Ὅ­ταν ἤ­μουν ἑ­νός ἔ­τους εἶ­χα βγά­λει σπυ­ριά πρῶ­τα στό κε­φά­λι καί με­τά σ᾿ ὅ­λο τό σῶ­μα. Ἐ­γώ βέ­βαι­α δέν τό θυ­μοῦ­μαι ἀλ­λά μοῦ τό ἔ­λε­γαν ὁ παπ­ποῦς μου (πα­πα–Βα­σί­λης) καί ὁ πα­τέ­ρας μου.

»Τά σπυ­ριά ἔ­τρε­χαν πύ­ον καί μέ­χρι ἑ­νά­μι­σι ἔτους δέν εἶ­χα βγά­λει τρί­χα στό κε­φά­λι, ἀ­κό­μη οὔ­τε μα­τό­κλα­δα εἶ­χα. Μέ δι­ά­βα­ζε ὁ παπποῦς, ἀλ­λά οἱ γο­νεῖς μου ἤ­θε­λαν νά μέ πᾶ­νε καί σέ για­τρό. Μέ πῆ­γαν καί στούς για­τρούς καί για­τρειά δέν εὕ­ρι­σκα.

»Οἱ για­τροί εἶ­παν: “Τό παι­δί θά πε­θά­νει”. Εἶ­χα φα­γού­ρα με­γά­λη καί ἔ­ξυ­να συ­νέ­χεια τό κε­φά­λι. Ἀκό­μα φαί­νε­ται τό ση­μά­δι στό πί­σω μέ­ρος τοῦ κε­φα­λιοῦ μου.

»Ἕ­να πρω­ϊ­νό ἐ­νῶ ἡ για­γιά μου ἄ­να­βε τήν σό­μπα καί ὁ παπ­ποῦς δι­ά­βα­ζε μπρο­στά στό εἰ­κο­νο­στά­σι, ὁ πα­τέ­ρας μου ξά­πλω­σε καί εἶ­δε στό ὄ­νει­ρό του τόν ἅ­γιο Γε­ώρ­γιο, ὡς κα­βαλ­λά­ρη, νά τοῦ λέ­η: “Ὅ­που καί νά πᾶς τό κο­ρί­τσι σου δέν θά βρεῖ για­τρειά, για­τί τό φάρ­μα­κο τό ἔ­χω ἐ­γώ. Νά ᾿ρθῆς νά μ᾿ ἀ­νά­ψης τό καντή­λι νά δῶ λί­γο φῶς. Θά τῆς ἀ­φή­σω ἕ­να σπυ­ρά­κι μό­νο γι­ά νά μέ θυ­μᾶ­ται πάντο­τε­”.

»Ὁ παπποῦς ἄ­κου­σε τό ὄ­νει­ρο τοῦ πα­τέ­ρα μου. Ἀ­μέ­σως πή­γα­με καί κά­να­με θεί­α Λει­τουρ­γί­α. Γι­ά τρεῖς μέ­ρες ἤ­μουν τυ­λιγ­μέ­νη στό σεντό­νι, οὔ­τε κου­νι­ό­μουν οὔ­τε ἔ­κλαι­γα, μό­νο κοι­μό­μουν. Με­ρι­κοί συγ­γε­νεῖς πού μέ ἔ­βλε­παν ἔ­τσι, ἔ­λε­γαν: “Πέ­θα­νε, θάψ­τε το”. Ὁ παπποῦς ἔ­λε­γε: “Ἀ­φῆ­στε το νά γί­νη ὅ­πως εἶ­πε ὁ ἅ­γιος Γε­ώρ­γιος”.

»Μό­λις μέ ξε­τύ­λι­ξαν, τό σῶ­μα μου ἦ­ταν τε­λεί­ως κα­θα­ρό, τά σπυ­ριά εἶ­χαν ἐ­ξα­φα­νι­σθῆ ὅ­λα, ἐ­κτός ἀ­πό ἕ­να πί­σω στό κε­φά­λι, καί ἄρ­χι­σαν νά βγαί­νουν καί τά μαλ­λιά μου».

Κά­πο­τε κά­λε­σαν τόν παπα–Βα­σί­λη νά δι­α­βά­ση ἐ­ξορ­κι­σμούς σέ γει­το­νι­κό χω­ριό, σέ ἕ­να πα­λλη­κά­ρι δαι­μο­νι­σμέ­νο. Γι­ά σα­ράντα μέ­ρες πή­γαι­νε κά­θε βρά­δυ μέ τό γα­ϊ­δου­ρά­κι. Ἔμ­παι­νε στό να­ό στίς 10 τό βρά­δυ καί μέ­χρι τίς 3 τό πρωΐ δι­ά­βα­ζε συ­νέ­χεια χω­ρίς δι­α­κο­πή. Ξε­κου­ρα­ζό­ταν δυ­ό–τρεῖς ὧ­ρες με­τά καί μέ τήν ἀ­να­το­λή τοῦ ἥ­λιου γύ­ρι­ζε στό χω­ριό. Με­τά ἀ­πό ἀρ­κε­τές μέ­ρες, ἐ­νῶ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νά κα­λυ­τε­ρεύ­η ὁ δαι­μο­νι­σμέ­νος, μί­α μέ­ρα ξέ­φυ­γε ἀ­πό τά χέ­ρια τῶν  γο­νέ­ων του πού τόν κρα­τοῦ­σαν, ἅρ­πα­ξε τό βι­βλί­ο ἀ­πό τά χέ­ρια τοῦ παπα–Βα­σί­λη καί τό πέ­τα­ξε στήν εἴ­σο­δο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ὁ δαι­μο­νι­σμέ­νος ἔ­τρε­χε μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, φώ­να­ζε καί μούγ­κρι­ζε (γι᾿ αὐ­τό τόν δι­ά­βα­ζε τή νύ­χτα για­τί ὁ κό­σμος φο­βό­ταν ἀ­πό τά μουγ­κρη­τά του). Ὁ παπα–Βα­σί­λης ἀ­τά­ρα­χος συ­νέ­χι­σε νά δι­α­βά­ζη τούς ἐ­ξορ­κι­σμούς ὅ­πως στε­κό­ταν ὄρ­θιος χω­ρίς νά κου­νη­θῆ σάν νά εἶ­χε τό βι­βλί­ο στά χέ­ρια του γι­ά μί­α ὥ­ρα. Με­τά μό­νος του ὁ δαι­μο­νι­σμέ­νος πῆ­ρε τό βι­βλί­ο καί τό ἔ­βα­λε στά χέ­ρια τοῦ πα­πᾶ. Ἔτσι συ­νέ­χι­σε πλέ­ον τό δι­ά­βα­σμα ἀπό τό Εὐ­χο­λό­γιο.

Ὕστερα ἀπό σα­ράντα ἡ­μέ­ρες ὁ νέ­ος ἔ­γι­νε τε­λεί­ως κα­λά, εἰς δό­ξαν Θε­οῦ, καί τώ­ρα ζεῖ στό χω­ριό, ἔ­κα­νε μάλιστα καί οἰ­κο­γέ­νεια.

Μί­α φο­ρά πού γύ­ρι­σε στό χω­ριό με­τά τούς ἐ­ξορ­κι­σμούς, ἄ­φη­σε τό γα­ϊ­δου­ρά­κι στό σπί­τι καί ξε­κί­νη­σε γι­ά τήν Ἐκ­κλη­σί­α νά κά­νη τόν Ὄρ­θρο. Ὁ γυι­ός του τόν μά­λω­σε ἀ­πό ἐν­δι­α­φέ­ρον καί ἀ­γά­πη, λέ­γοντάς του: «Πα­τέ­ρα, τώ­ρα ἦρ­θες, κά­θη­σε λί­γο γι­ά νά ξε­κου­ρα­σθῆς». Ὁ παπα–Βα­σί­λης ἀ­πάντη­σε ἤ­ρε­μα: «Ἐ­σεῖς εἶ­στε γε­ωρ­γοί καί πρέ­πει νά πᾶ­τε στό χω­ρά­φι, στήν δου­λειά σας. Ἐ­γώ εἶ­μαι πα­πᾶς καί θά πά­ω στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἀ­φῆ­στε με ἐ­μέ­να. Ἀ­φοῦ ἔ­γι­να πα­πᾶς πρέ­πει νά κά­νω τά ἱ­ε­ρα­τι­κά μου κα­θή­κοντα. Ἐ­μέ­να αὐ­τό μέ ξε­κου­ρά­ζει». Αὐ­τό τό τε­λευ­ταῖ­ο τό ἔ­λε­γε συ­χνά.

Ἀ­πό τήν γέν­νη­σή του εἶ­χε στό μέ­τω­πό του πά­νω ἀ­πό τό ἀ­ρι­στε­ρό φρύ­δι ἕ­να σπυ­ρί πού ἔ­μοια­ζε σάν ζω­γρα­φι­σμέ­νο λου­λού­δι. Τό σπυ­ρί αὐ­τό ἐ­πει­δή πι­ε­ζό­ταν ἀ­πό τό κα­λυμ­μαύ­χι πού φο­ροῦ­σε, με­γά­λω­σε. Τοῦ ἔ­λε­γαν νά κά­νη πλα­στι­κή ἐγ­χεί­ρη­ση ἀλ­λά δέν ἤ­θε­λε. Ἀρ­γό­τε­ρα εἶ­χε καί ἀ­φό­ρη­τους πό­νους, ὅ­μως πο­τέ δέν πα­ρα­πο­νέ­θη­κε οὔ­τε ἔ­δει­χνε ὅ­τι πο­νᾶ. Μό­νο τήν Πα­να­γί­α ἐ­πε­κα­λεῖ­το. Ἡ κα­τά­στα­ση ἐ­ξε­λισ­σό­ταν πρός τό χει­ρό­τε­ρο. Τό σπυ­ρί ἔ­φα­γε ὅ­λη τήν σάρ­κα στό μέ­τω­πο καί στό βλέ­φα­ρο, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά μήν μπο­ρῆ νά κλεί­ση τό μά­τι του. Ὅταν ἄρ­χι­σαν νά τρέ­χουν αἵ­μα­τα –αὐ­τό δέν τό ἤ­θε­λε για­τί λει­τουρ­γοῦ­σε– τό­τε δέ­χθη­κε καί ἔ­κα­νε πλα­στι­κή ἐγ­χεί­ρη­ση σέ ἡ­λι­κί­α 75 χρο­νῶν καί γι­ά 3–4 χρό­νια ἦ­ταν κα­λά. Ὕ­στε­ρα προ­χώ­ρη­σε ἡ πλη­γή μέ­σα στό μά­τι καί ἔ­πε­σε στό κρεβ­βά­τι μέ πυ­ρε­τό πέντε μῆ­νες. Τόν δι­α­κο­νοῦ­σε ἡ ἐγ­γο­νή του Ἰ­ου­λί­α, τήν ὁποί­α ἀ­γα­ποῦ­σε ἰ­δι­αί­τε­ρα καί τῆς ἔ­λε­γε: «Ἡ κα­λή μου ἡ νο­σο­κό­μα. Ἡ Πα­να­γί­α νά σ᾽ ἔ­χη κα­λά». Αὐ­το­ε­ξυ­πη­ρε­τεῖ­το καί ὅ­σο ἄρ­ρω­στος καί νά ἦ­ταν δέν ἄ­φη­νε τίς προ­σευ­χές του.

Μέ 40ο πυ­ρε­τό πῆ­γε καί δι­ά­βα­σε εὐ­χή στή νύ­φη του πού κι αὐ­τή ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη στό δι­πλα­νό δω­μά­τιο, καί εἶ­πε: «Ἴ­σως νά μήν μπο­ρέ­σω νά τήν ξα­να­δια­βά­σω. Ἂς τήν δι­α­βά­σω τώ­ρα, για­τί αὐ­τή εἶ­ναι πα­ρα­πά­νω ἀ­πό κο­ρί­τσι μου». Με­τά πῆ­γε καί ξά­πλω­σε στό κρεβ­βά­τι. Ἔ­πε­σε σέ ἀ­φα­σί­α καί ἐπί δυό μῆ­νες, μέχρι τήν κοί­μη­σή του, πα­ρέ­με­νε σ᾿ αὐ­τήν τήν κα­τά­στα­ση, χω­ρίς νά ἀνα­κτή­ση πλέ­ον τήν ἐπα­φή μέ τό πε­ρι­βάλ­λον του. Τόν φώ­να­ζε ἡ Ἰ­ου­λί­α: «Παπ­ποῦ, παπ­ποῦ» καί δέν ἄ­κου­γε.

Δι­η­γεῖ­ται ἡ ἴ­δια γιά τήν μα­κα­ρία κοί­μη­σή του: «Ἀρ­γά τό βρά­δυ ἀ­να­ση­κώ­θη­κε, ἔ­βα­λε “Εὐ­λο­γη­τός” καί ἔ­κα­νε ἀ­κο­λου­θί­α μέ­χρι τά χα­ρά­μα­τα. Τό πρωΐ ἐ­νῶ τόν μι­λοῦ­σα καί δέν μοῦ ἀ­παντοῦ­σε, ἔ­βα­λα τήν εἰ­κό­να τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου μπρο­στά του καί τοῦ λέ­ω: “Κα­λά ἐ­μέ­να δέν μέ μι­λᾶς καί κλεί­νεις τά μά­τια σου ἀλ­λά καί στόν Ἅ­γιο, σ᾿ αὐ­τόν τόν Ἅ­γιο πού λει­τουρ­γοῦ­σες δέν μι­λᾶς;”. Τό­τε ἄ­νοι­ξε τά μά­τια του, ἔ­κα­νε τόν σταυ­ρό του καί χαι­ρέ­τη­σε τήν εἰ­κό­να λέ­γοντας: “Ναί, τόν γνω­ρί­ζω, εἶ­ναι ὁ ἅ­γιος Ἀ­θα­νά­σι­ο­ς” καί ξά­πλω­σε πά­λι, χω­ρίς νά κα­τα­λα­βαί­νη τί­πο­τε ἄλ­λο. Με­τά ἀ­πό λί­γη ὥ­ρα τοῦ ἔ­βα­λα τήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας. Ση­κώ­θη­κε ἄ­νοι­ξε τά μά­τια του τήν χαι­ρέ­τη­σε, τήν κοί­τα­ξε, ἔ­τρε­χαν δά­κρυ­α ἀ­πό τά μά­τια του καί ὕ­στε­ρα κοι­μή­θη­κε γι­ά πάντα. Ἐ­γώ ἤ­μουν εἴ­κο­σι χρό­νων κο­ρί­τσι καί εἶ­δα νά με­λα­νιά­ζουν τά νύ­χια τοῦ παπ­ποῦ. Ὅ­πως ἤ­μουν μό­νη βλέ­πω νά ἀ­νοί­γη ὁ οὐ­ρα­νός καί νά ἔρ­χε­ται ἕ­να φῶς, ἐ­νῶ ἦ­ταν πέντε ἡ ὥ­ρα τά χα­ρά­μα­τα, νά φω­τί­ζη τόν παπ­ποῦ. Μέ­σα ἀ­πό τό φῶς ἔ­βλε­πα Ἀγ­γέ­λους νά πε­τοῦν καί ἄ­κου­γα ψαλ­μω­δί­ες. Σάν κά­τι νά πῆ­ρε αὐ­τό τό φῶς ἀ­πό τόν παπ­ποῦ καί σι­γά–σι­γά χά­θη­κε. Μα­ζί ἔ­φυ­γαν οἱ Ἄγ­γε­λοι καί στα­μά­τη­σαν καί οἱ ψαλ­μω­δί­ες».

Ἦ­ταν ἡ ἑ­ορ­τή τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου, 6 Δε­κεμ­βρί­ου τοῦ ἔ­τους 1982. Τόν ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο ὁ παπα–Βα­σί­λης τόν εὐ­λα­βεῖ­το ἰ­δι­αί­τε­ρα καί πάντο­τε ἔ­ψαλ­λε τό Ἀ­πο­λυ­τί­κιό του. Αὐ­τή τήν ἡ­μέ­ρα ὁ Θε­ός τόν κά­λε­σε κοντά του γι­ά νά συ­νε­χί­ση νά ἱ­ε­ρουρ­γῆ στό ἐ­που­ρά­νιο θυ­σι­α­στή­ριο μα­ζί μέ τούς Ἁ­γί­ους καί τούς Ἀγ­γέ­λους, κοντά στόν Δε­σπό­τη Χρι­στό πού τό­σο ἀ­γά­πη­σε, πού μέ ἀ­φο­σί­ω­ση καί πί­στη ὑ­πη­ρέ­τη­σε καί δό­ξα­σε τό ὄ­νο­μά του. Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με γι­ά νά μᾶς βο­η­θᾶ. Ἀ­μήν.

Ἂς εἶ­ναι αἰ­ω­νί­α ἡ μνή­μη καί τῆς πι­ό πι­στῆς συ­νερ­γά­τι­δος τοῦ πα­πα–Βα­σί­λη, τῆς νε­ω­κό­ρου Ἑ­λέ­νης. Αὐ­τή ἔ­πλα­θε τά πρό­σφο­ρα, αὐ­τή ἄ­να­βε τά καντή­λια, ἔ­παιρ­νε τό εἰ­σο­δι­κό, ἔ­κο­βε τό ἀντί­δω­ρο, καί τόν βο­η­θοῦ­σε σέ ὅ­λα. Ὅ­που πή­γαι­νε νά λει­τουρ­γή­ση μα­κρυ­ά σέ κα­νέ­να ἐ­ξωκ­κλή­σι, αὐ­τή τόν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε μέ τά πό­δια. Ὅ­ταν ἐ­κοι­μή­θη καί ἔ­κα­ναν τήν ἀ­να­κο­μι­δή, τά ὀ­στᾶ της ἦ­ταν συν­δε­μέ­να με­τα­ξύ τους, κα­τα­κί­τρι­να, καί εὐ­ω­δί­α­ζαν. Οἱ γυ­ναῖ­κες πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ κα­τη­γο­ροῦ­σε ἡ μί­α τήν ἄλ­λη για­τί νό­μι­σαν στήν ἀρ­χή ὅ­τι κά­ποι­α ἔ­βα­λε ἀ­ρώ­μα­τα, ἀλ­λά με­τά κα­τά­λα­βαν ὅ­τι ἡ εὐ­ω­δί­α προ­ερ­χό­ταν ἀ­πό τά ὀ­στᾶ τῆς «Μπάμ­πω–Λέγ­κως ὅπως τήν ἀποκαλοῦσαν». Αὐ­τό τό δι­α­πί­στω­σαν πολ­λοί, για­τί σέ κά­θε ἀ­να­κο­μι­δή πού κά­νουν στό χω­ριό, ἔ­χουν συ­νή­θεια νά πη­γαί­νουν ὅ­λοι οἱ χω­ρια­νοί.

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

 

ΤΟ ΤΑΜΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ. Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ.

Ἡ Δ΄ Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις.

Νομίζει ἑαυτὴν εὐτυχῆ γενομένη ὄργανον, δι᾿ οὗ τὸ Ἔθνος ἐκπληροῖ τὸ πλέον ἐφετὸν τῶν χρεῶν του, δη­λα­δὴ τὸ νὰ ἀναπέμψῃ τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὸν Θε­όν, Ὅστις ἔδειξε τοσαῦτα θαύματα διὰ νὰ τὸ σώσῃ.

 Κατὰ συνέπειαν, ἡ Δ΄  Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις ψηφίζει:

Α΄. Ὅταν ἡ τοπικὴ περιφέρεια τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ καθέ­δρα τῆς Κυβερνήσεώς της κατασταθῶσιν ὁρι­στι­κῶς, οἱ δὲ οἰκονομικοὶ πόροι τοῦ κράτους τὸ ἐπιτρέ­ψω­σιν, ἡ Κυβέρνησις θέλει διατάξει νὰ ἐγερθῇ εἰς τὴν κα­θέ­δραν εἷς Ναὸς ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ Σωτῆρος.

 

(ΑΡΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑΣ, τόμος 4ος. Δ΄ ἐν Ἄργει Ἐθνικὴ Συνέλευσις 1828-1829,

-Δεύτερος τῶν Ἐθνοσυνελεύσεων, σελ. 116)

Ὅταν οἱ ὑπεύ­θυ­νοι ἐνθυ­μη­θοῦν νά πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν τό λη­σμο­νη­μένο καί ἀνεκ­πλή­­ρω­το τάμα τοῦ Ἔθ­νους καί ἀρχίση ἡ ἀνοικο­δό­μη­ση τοῦ Ναοῦ, τά ἔσοδα ἀπό τήν διάθεση τοῦ παρόντος βι­­βλί­­ου θά διατεθοῦν γιά ἕνα λιθαράκι στό Ναό τοῦ Σω­τῆ­ρος μας Χριστοῦ.

Σχετικά

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ιβ΄. Πατήρ Βασίλειος Τρομπούκης · Ε.Ρω.