ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ

1 Ιουνίου 2012 · 4 λεπτά

Τῆς Ρό­ζας Κρα­μέ­ρη

 

 

 

 

 

 

 

 

     Μαρ­με­λά­δες, σάλ­τσες καὶ λι­χου­δι­ὲς σὲ βα­ζά­κι­α. Η ΑΥΡΑ ΠΑΝΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ  πι­ά­νει τὸ νῆ­μα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ποὺ τὸ ἀ­φή­σα­με με­ρι­κὲς δε­κα­ε­τί­ες πρίν. Τὸ «Γι­άμ», τὸ ἐρ­γα­στή­ρι της στὴν Ἁ­γι­ά, συν­δέ­ει τὴν κου­ζί­να τῆς μα­μᾶς μὲ τὸ ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κὸ δαι­μό­νι­ο.

      Θὰ βρε­θοῦ­με στὸν Βάρ­σο, στὴν Κη­φι­σι­ά», εἴ­πα­με στὸ τη­λέ­φω­νο. Σπά­νια­ συγ­κυ­ρί­α νὰ ἔρ­θει στὴν Ἀ­θή­να –συμ­βαί­νει μί­α φο­ρὰ τὸν χρό­νο– ἀλ­λὰ ἡ ἔ­κτα­κτη ἐ­πί­σκε­ψη στὸ ἑ­στι­α­τό­ρι­ο Πbox τοῦ Χρι­στο­φό­ρου Πέ­σκι­α ἦ­ταν ἡ κα­τάλ­λη­λη ἀ­φορ­μή. «Δὲν εἶ­μαι εὔ­κο­λη στὶς δη­μό­σι­ες σχέ­σεις. Τί νὰ πῶ γιά­ νὰ πεί­σω ὅ­τι ἕ­να προ­ϊ­ὸν εἶ­ναι κα­λό; Μι­λά­ει ἀ­πὸ μό­νο του. Ἀ­νοί­γεις τὸ γλυ­κὸ στα­φύ­λι μὲ ἀρ­μπα­ρό­ρι­ζα καὶ πᾶς στὸν πα­ρά­δει­σο. Ὑ­πάρ­χει πι­ὸ ἰ­σχυ­ρὴ δι­α­φή­μι­ση;».

     Ἡ ἀ­λή­θει­α εἶ­ναι ὅ­τι πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι γεν­νή­θη­κε στὸν χῶ­ρο τῶν media –ὁ πα­τέ­ρας της εἶ­ναι ὁ σκη­νο­θέ­της Γι­ῶρ­γος Πα­νου­σό­που­λος– καὶ πα­ρό­τι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι σὲφ περ­νοῦν ἀ­πὸ τὸ ἐρ­γα­στή­ρι της γι­ὰ προ­μή­θει­ες –ὁ Χρι­στό­φο­ρος Πέ­σκι­ας εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα– ἡ κ. Αὔ­ρα Πα­νου­σο­πού­λου ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ πά­ρει δι­α­φο­ρε­τι­κὸ δρό­μο. Καὶ δὲν τὸ με­τα­νοι­ώ­νει. «Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη πό­τε ἔ­γι­νε τὸ κλίκ. Ἤ­μουν 25 ἐ­τῶν, εἶ­χα δύ­ο παι­δι­ά, 4 καὶ 6 ἐ­τῶν καὶ δου­λεύ­α­με μὲ τὸν ἄν­τρα μου ἀ­πὸ τὸ πρω­ΐ μέ­χρι τὸ βρά­δυ. Ἐ­πέ­στρε­φα σπί­τι καὶ ὥ­σπου νὰ ποῦ­με τὰ βα­σι­κὰ ἔ­κλει­ναν τὰ μά­τια­ μου ἀ­πὸ τὴν κού­ρα­ση. Μᾶλ­λον δὲν ἦ­ταν ἡ ζω­ὴ ποὺ εἶ­χα φαν­τα­στεῖ. Σκεφ­τή­κα­με, λοι­πόν, νὰ πά­ρου­με ρί­σκο. Νὰ φορ­τώ­σου­με τὰ ὑ­πάρ­χον­τά μας σὲ ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το καὶ νὰ ἐ­πι­χει­ρή­σου­με νὰ γί­νου­με ἀ­γρό­τες. Τό­σο ἁ­πλά».

 Ἐ­πι­στρο­φὴ στὴ φύ­ση.

      «Τώ­ρα ποὺ τὸ σκέφ­το­μαι ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ποῦ βρή­κα­με τὸ θάρ­ρος. Δὲν ξέ­ρα­με τί­πο­τα γι­ὰ τὴ γῆ –ξε­κι­νή­σα­με μὲ βι­βλί­α γε­ω­πό­νων καὶ τὶς συμ­βου­λὲς τῶν γει­τό­νων ποὺ εἶ­μαι σί­γου­ρη ὅ­τι μᾶς λυ­πόν­του­σαν– καὶ κα­τα­λή­ξα­με σὲ ἕ­να χω­ρι­ὸ πέν­τε λε­πτὰ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Λα­μί­α. Ἑ­πτὰ στρέμ­μα­τα στὴν ἀρ­χή, νοι­κι­α­σμέ­να, καὶ μὲ μο­να­δι­κοὺς φί­λους τὰ δύ­ο παι­δι­ά μας, ἤ­μα­σταν ὅ­μως εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι. Πέφ­τα­με νὰ κοι­μη­θοῦ­με κα­τά­κο­ποι ἀ­πὸ τὴ δου­λει­ὰ καὶ πα­ρὰ τὴν κού­ρα­ση, ὁ ὕ­πνος μας ἦ­ταν ἐ­λα­φρύς, σὰν νὰ πε­τού­σα­με χα­μέ­νοι μέ­σα σὲ κά­ποι­ο ὄ­νει­ρο».

     Ὅ­ταν μι­λά­ει γι᾿ αὐ­τὲς τὶς ἐμ­πει­ρί­ες, τὸ πρό­σω­πό της γε­μί­ζει μὲ χα­μό­γε­λο. «Μὲ κά­ποι­ον μα­γι­κὸ τρό­πο, ἡ κού­ρα­ση ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται ὅ­ταν μπαί­νεις στὸ ἐρ­γα­στή­ρι­ο. Ἡ καρ­δι­ά σου ἀ­νοί­γει. Καὶ μὴ φαν­τα­στεῖ κα­νεὶς ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι εὔ­κο­λη. Τὸ ἀν­τί­θε­το. Θυ­μᾶ­μαι ἀ­κό­μα τὰ γέ­λι­α ποὺ ἔ­βα­λαν οἱ γυ­ναῖ­κες τοῦ χω­ρι­οῦ ὅ­ταν τὶς ρώ­τη­σα πῶς μπο­ρεῖ ἡ κό­τα νὰ γεν­νή­σει κο­το­που­λά­κι­α. Κά­τι ἀν­τί­στοι­χο συ­νέ­βη τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ ἔ­κα­νε τὰ πρῶ­τα της αὐγὰ καὶ τη­λε­φω­νοῦ­σα πα­νευ­τυ­χὴς στοὺς συγ­γε­νεῖς μου στὴν Ἀ­θή­να σὰν νὰ πρό­κει­ται γι­ὰ κο­σμο­ϊ­στο­ρι­κὸ γε­γο­νός! Καὶ ἡ ἀ­λή­θει­α εἶ­ναι ὅ­τι ἦ­ταν: ὄ­χι βέ­βαι­α γι­ὰ τὰ πρῶ­τα ἀβγὰ τῆς κό­τας μου, ἀλ­λὰ γι­ὰ τὴν ἀ­πό­φα­ση τοῦ κο­ριτ­σι­οῦ τῆς πό­λης νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὸ χω­ρι­ό. «Δὲν μοῦ ἔ­λει­ψε πο­τὲ ἡ Ἀ­θή­να. Ὅ­σοι με­γα­λώ­νουν ἐ­δῶ θέ­λουν νὰ φύ­γουν, καὶ μὲ τὸ δί­κιο τους. Γιά­ ἐ­μέ­να, τὸ χω­ρι­ὸ ἦ­ταν οἱ ρί­ζες μου». Αὐ­τὸς εἶ­ναι καὶ ὁ λό­γος ποὺ πρὶν ἀ­πὸ 11 χρό­νι­α ἀ­πο­φά­σι­σε ὅ­τι ἡ ζω­ὴ στὸ χω­ρι­ὸ ἔ­πρε­πε νὰ γί­νει καὶ ἐ­πάγ­γελ­μα. «Ὅ­λα ἔ­γι­ναν μὲ φυ­σι­κό­τη­τα. Στὸ τέ­λος τῆς ἡ­μέ­ρας ἔ­με­ναν τό­σα φροῦ­τα ποὺ ἦ­ταν ἁ­μαρ­τί­α νὰ τὰ πε­τά­ξω. Ἔτ­σι κι ἀλ­λι­ῶς, ἔ­στελ­να πάν­τα κα­λά­θι­α σὲ φί­λους. Ἔ­κα­να λοι­πὸν τὸ προ­φα­νές. Ἀ­κο­λού­θη­σα τὴν πα­ρά­δο­ση τοῦ σπι­τι­κοῦ προ­ϊ­όν­τος. Τουρ­σι­ά, μαρ­με­λά­δες, γλυ­κά, σάλ­τσες. Ἂς εἶ­ναι κα­λὰ τὰ βι­βλί­α καὶ οἱ συμ­βου­λὲς ἀ­πὸ τὶς ἔμ­πει­ρες γυ­ναῖ­κες τοῦ χω­ρι­οῦ».

     Στα­δι­α­κά, προ­στέ­θη­κε καὶ δεύ­τε­ρη κο­πέ­λα στὸ σπί­τι γι­ὰ νὰ προ­λα­βαί­νου­με τὶς πα­ραγ­γε­λί­ες τῶν φί­λων. Τὰ βα­ζά­κι­α πλή­θυ­ναν, ἀ­πό­κτη­σαν τὴν σφρα­γί­δα Γι­ὰμ καὶ ἡ κου­ζί­να τοῦ σπι­τι­οῦ ἔ­δω­σε τὴ θέ­ση της σὲ ἕ­να ἐρ­γα­στή­ρι στὴν Ἁ­γι­ὰ τῆς Λά­ρι­σας. «Δα­νει­στή­κα­με τὶς πρῶ­τες 500.000 δραχ­μὲς ἀ­πὸ συγ­γε­νεῖς καὶ ξε­κι­νή­σα­με. Ἀρ­χι­κὰ στὰ κα­τα­στή­μα­τα τῆς πε­ρι­ο­χῆς καὶ με­τὰ στὴν Ἀ­θή­να». Ἡ ἴ­δι­α ἀρ­νεῖ­ται ὅ­τι δη­μι­ούρ­γη­σε σχο­λή: «Πῆ­γα ἁ­πλῶς ἐ­κεῖ ὅ­που μὲ πῆ­γε ἡ γῆ». Τὰ γι­α­ουρ­το­τυ­ρά­κι­α της ἔ­γι­ναν best seller. Κά­θε χρο­νι­ὰ πα­ρά­γει κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κὸ προ­ά­γον­τας τὴν το­πι­κὴ γα­στρο­νο­μί­α: χτα­πο­δά­κι μὲ με­λιτ­ζά­νες, μπάτ­ζος (το­πι­κὸ τυ­ρὶ τῆς Νά­ου­σας Ἠ­μα­θί­ας) μὲ κε­δρο­κού­κουτ­σα καὶ δεν­τρο­λί­βα­νο, σε­λι­νό­ρι­ζα μὲ ἀγ­κι­νά­ρες, λα­χα­νι­κὰ μὲ γρα­βι­έ­ρα σὲ σάλ­τσα ἀ­πὸ πε­τι­μέ­ζι, πά­στα πρά­σι­νης ντο­μά­τας μὲ τζίν­τζερ, με­λιτ­ζα­νά­κι ξι­δά­το σὲ ἐ­λαι­ό­λα­δο, μαρ­με­λά­δα λε­μό­νι μὲ μο­σχο­λέ­μο­να, γλυ­κὸ μύρ­τι­λο μὲ τσά­ι ἀ­πὸ τρι­αν­τά­φυλ­λο, μαρ­με­λά­δες μὲ ἀ­κα­τέρ­γα­στη ζά­χα­ρη.

«Ὅ­λα ται­ρι­ά­ζουν με­τα­ξύ τους χά­ρη στὴν κα­τάλ­λη­λη μέ­θο­δο». Καὶ ἐ­κεί­νη γνω­ρί­ζει τὶς με­θό­δους.

     Κά­θε μέ­ρα αἰ­σθά­νε­ται τὸν ἴ­δι­ο, ἀρ­χι­κὸ ἐν­θου­σι­α­σμό. Φαν­τά­ζε­ται συν­τα­γές, σκέφ­τε­ται ὅ­τι θὰ ἤ­θε­λε νὰ βγά­λει ἕ­να βι­βλί­ο μα­γει­ρι­κῆς μὲ βα­ζά­κια­ – τὰ δι­κά της βα­ζά­κι­α χρει­ά­ζον­ται πέν­τε μό­λις λε­πτὰ γι­ὰ νὰ με­τα­τρα­ποῦν σὲ θαύ­μα­τα στὴν κατ­σα­ρό­λα. «Δὲν εἶ­χα τὴν πο­λυ­τέ­λει­α νὰ ἀ­πο­τύ­χω». Συ­νε­χί­ζει τὶς προ­σπά­θει­ές της, πα­ρὰ τὴν κρί­ση, ἐλ­πί­ζον­τας ὅ­τι ὁ κό­σμος θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει σὲ ἀ­λη­θι­νὲς γεύ­σεις. «Τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ᾿70 ὁ βο­σκὸς θὰ ἔδι­ω­χνε τὸ παι­δί του ἀ­πὸ τὸ χω­ρι­ὸ γι­ὰ νὰ πά­ει στὴν Ἀ­θή­να νὰ βρεῖ δου­λειὰ­ σερ­βι­τό­ρος σὲ τα­βέρ­να. Σή­με­ρα. Θὰ τὸν στεί­λει σὲ ἕ­να ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ τυ­ρο­κο­μεῖ­ο στὴν Ἑλ­λά­δα ἢ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ προ­κει­μέ­νου νὰ μά­θει νὰ πα­ρά­γει μί­α πα­λαι­ω­μέ­νη γρα­βι­έ­ρα ποὺ θὰ μπο­ρέ­σει νὰ δι­ο­χε­τεύ­σει στὶς ἀ­γο­ρὲς τῆς Εὐ­ρώ­πης ἢ τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς. Κτί­ζον­τας τὴ δι­κή του ἐ­πι­χεί­ρη­ση. Δύ­σκο­λα, μὲ ἰ­σχυ­ρὸ ἀν­τα­γω­νι­σμό, ἀλ­λὰ μὲ πί­στη στὸ πά­θος του. Στὴν Ἰσπα­νί­α, γι­ὰ πα­ρά­δειγ­μα, χρη­μα­το­δο­τοῦν τοὺς μι­κροὺς τυ­ρο­κό­μους γι­ὰ νὰ μὴν ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν τὴ γῆ τους».

     Ἡ κ. Πα­νου­σο­πού­λου ὀ­νει­ρεύ­ε­ται τὴ στιγ­μὴ ποὺ οἱ σάλ­τσες της θὰ ἀ­πο­τε­λοῦν δι­α­βα­τή­ρι­α τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς κου­ζί­νας. Πρὸς τὸ πα­ρόν, ἐ­ξά­γει τὰ προ­ϊ­όν­τα της σὲ Σου­η­δί­α, Σερ­βί­α καὶ Κύ­προ. Ἐλ­πί­ζει ὅ­τι θὰ φτά­σουν μα­κρύ­τε­ρα. Ὅ­πως ἔ­κα­νε καὶ ἡ ἴ­δι­α.

 

Ἐ­φημ. «ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ»

 

 

 

Σχετικά