ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

«Η ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΛΑΓΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΠΑΥΛΟ»

17 Μαΐου 2012 · 13 λεπτά

Ἰωάννη Β. Βελιτσιάνου

Δρ. Θεολογίας Α.Π.Θ.

Ὁ ὅ­ρος «κα­ταλ­λα­γή» καὶ τὰ πα­ρά­γω­γα τοῦ ρή­μα­τος κα­ταλ­λάσ­σω[1] χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται συ­χνὰ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ κλασ­σι­κὴ γραμ­μα­τεί­α μὲ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ συν­δι­αλ­λάσ­σω[2] καί τοῦ συμ­φι­λι­ώ­νο­μαι,[3] ἀλ­λὰ μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ θρη­σκευ­τι­κὴ ση­μα­σί­α ἀ­π᾿ ὅ­τι στὴ βι­βλι­κὴ γραμ­μα­τεί­α. 

Στὸν ἀρ­χαῖ­ο ἑλ­λη­νι­κὸ κό­σμο ἡ σχέ­ση θε­οῦ καὶ ἀν­θρώ­που βρι­σκό­ταν σὲ ἀ­πό­στα­ση καὶ ὁ μο­να­δι­κὸς τρό­πος ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας ἦ­ταν οἱ θυ­σί­ες καὶ τὰ ἀ­κο­λου­θού­με­να γεύ­μα­τα. Οἱ ἄν­θρω­ποι, ὅ­ταν ἤ­θε­λαν νὰ ἐκ­πλη­ρώ­σουν τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες τους  (τά­μα) ἢ νὰ ἐ­ξευ­με­νί­σουν τὴν ὀρ­γὴ τῶν θε­ῶν (συμ­φι­λί­ω­ση) πρό­σφε­ραν σ᾿ αὐ­τοὺς με­γα­λό­πρε­πες θυ­σί­ες.

Μὲ τὴ ση­μα­σί­α τοῦ ἐ­πα­να­προσ­δι­ο­ρι­σμοῦ τῆς σχέ­σης τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ Θε­ὸ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὁ ὅ­ρος «κα­ταλ­λα­γή»[4] στή βι­βλι­κή γραμ­μα­τεί­α[5]. Ὁ ὅ­ρος «κα­ταλ­λα­γή» ἀ­φο­ρᾶ θέ­μα­τα εἴ­τε ἀ­πι­στί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που πρὸς τὸ Θε­ό, δηλ. πα­ρά­βα­σης τῶν θεί­ων ἐν­το­λῶν του,[6] εἴ­τε δι­ε­νέ­ξεις με­τα­ξὺ τῶν πι­στῶν ἐν­τός τῆς ἐκ­κλη­σί­ας σὲ ἀ­το­μι­κὸ ἢ ὁ­μα­δι­κὸ ἐπί­πε­δο[7]. Στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη, πα­ρό­λο ποὺ οἱ ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ Ἰσ­ρα­ὴλ ἀ­πο­τε­λοῦν ρή­ξη τῆς δι­α­θή­κης τοῦ Σι­νᾶ, ὁ Θε­ὸς ἂν καὶ δὲν κα­το­νο­μά­ζει τὴ λέ­ξη κα­ταλ­λα­γή, εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ προ­τεί­νει στὴν ἄ­πι­στη νύμ­φη «καί μνη­στεύ­σο­μαί σε ἐμαυ­τῷ ἐν πί­στει, καί ἐ­πι­γνώ­σῃ τόν κύ­ριον (Ὠσ. 2,22)» καὶ στὰ ἄ­πι­στα παι­διά του «ἀ­πορ­ρί­ψα­τε ἀ­πό ἑαυ­τῶν πά­σας τάς ἀσε­βεί­ας ὑμῶν, ἄς ἠσε­βή­σα­τε εἰς ἐμέ, καί ποι­ή­σα­τε ἑαυ­τοῖς καρ­δί­αν και­νήν καί πνεῦ­μα και­νόν∙ καί ἵνα τι ἀπο­θνή­σκε­τε, οἶκος Ἰσ­ρα­ήλ (Ἱεζ. 18,31)». Ὁ ἄν­θρω­πος μὲ τὴ δι­ά­πρα­ξη τῆς ἁ­μαρ­τί­ας[8] ἀ­θε­τεῖ τὸ νό­μο τοῦ Θε­οῦ[9] καὶ ἡ πα­ρά­βα­ση αὐ­τὴ ἐπέσυρε τὸ δριμὺ ἔλεγχο Αὐ­τοῦ[10]. Μὲ τὴν ἁ­μαρ­τί­α ἡ κοι­νω­νί­α μὲ τὸ Θε­ό, τὴν πη­γὴ τῆς ζω­ῆς, δι­α­κό­πτε­ται μ᾿ ἀ­να­πό­φευ­κτο ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὸ θά­να­το[11]. Ὅ­μως, πολ­λὲς φο­ρές, ὁ Θε­ὸς ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε ὡς «μα­κρό­θυ­μος καί πο­λυ­έ­λαι­ος»[12] καί μι­λᾶ γιά εἰ­ρή­νη στό λα­ό του[13]. Ὁ ἴδιος ἀνα­λαμ­βά­νει τήν πρω­το­βου­λί­α νά συ­νά­ψει συμ­φω­νί­α μέ τό λα­ό του καί θέ­τει τούς ὅ­ρους της, πού συ­νι­στοῦν ταυ­τό­χρο­να καί ἀ­μοι­βαί­ες δε­σμεύ­σεις πι­στό­τη­τας καί συ­νέ­πειας∙ «…καί δι­α­θή­σο­μαι τῷ οἴ­κῳ Ἰσ­ρα­ήλ καί τῷ οἴκῳ Ἰού­δα δι­α­θή­κην και­νήν»[14]. Δηλ. ὁ Θε­ὸς ὑ­πό­σχε­ται στὸν ἕ­τε­ρο ἀν­τι­συμ­βαλ­λό­με­νο τὴν πα­ρο­χὴ τῆς εὔ­νοι­ας καὶ τῆς χά­ρι­τός του, ἀλ­λὰ ἀ­παι­τεῖ ἀ­π᾿ αὐ­τὸν τὴν τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν του.

Ἡ ὁ­ρι­στι­κὴ κα­ταλ­λα­γή πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Ἰ­η­σοῦ, «Εἰς γάρ θε­ός, εἰς καί με­σί­της θε­οῦ καί ἀν­θρώ­πων, ἄν­θρω­πος Χρι­στός Ἰη­σοῦς»,[15] καὶ αὐ­τὸ φαί­νε­ται κα­θα­ρὰ στὸ κα­τὰ Ματ­θαῖ­ον εὐ­αγ­γέ­λιο[16] ὅ­που συ­νι­στᾶ τὴν ἀ­γά­πη πρὸς τοὺς ἐ­χθρούς. Ὅ­πως το­νί­ζει καὶ ὁ Σ. Ἀ­γου­ρί­δης[17] ἡ ἀ­παί­τη­ση τοῦ Ἰ­η­σοῦ «γιά ἀ­γά­πη πρός τούς ἐχθρούς δέν θε­με­λι­ώ­νε­ται στήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση ἤ σέ κά­ποι­α σκο­πι­μό­τη­τα, ἀλ­λά στήν βα­θύ­τε­ρη ὀν­το­λο­γί­α τῆς ὑ­πάρ­ξε­ώς μας, στή βού­λη­ση καί στίς ἐνέρ­γει­ες τοῦ Θε­οῦ. Ἡ πε­ρί τῶν ἐχθρῶν ἀν­τι­λή­ψεις τοῦ  Ἰ­η­σοῦ δέν ἔχουν σάν ἀ­φε­τη­ρί­α ὁποι­εσ­δή­πο­τε οἰκου­με­νι­στι­κές ἰδέ­ες ἤ ἀν­θρω­πο­λο­γι­κές ἀπό­ψεις[18] ἀλ­λά τόν ἴδιο τόν Θε­ό. Ἡ ἀγά­πη πρός τούς ἐχθρούς, μ᾿ ἄλ­λα λό­για, δέν εἶναι ἀν­θρώ­πι­νο ἔρ­γο, ἀλ­λά «ση­μεῖο» τῆς θεί­ας πα­ρου­σί­ας τῆς Βα­σι­λεί­ας». Ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ μό­νος του, οὔ­τε μὲ τὸ νό­μο οὔ­τε χω­ρὶς τὸ νό­μο, δὲν εἶ­ναι ἱ­κα­νὸς νὰ φτά­σει στὴν κα­τά­στα­ση τῆς δι­και­ο­σύ­νης ποὺ τὴν προ­ϋ­πο­θέ­τει μὲ τὸ Θε­ό. Μ᾿ αὐ­τὴν τὴν κα­τα­νό­η­ση ὁ Ἀπ. Παῦ­λος στὴν πρὸς Ρω­μαί­ους ἐ­πι­στο­λή (στίχ. 5, 9-10)[19] συν­δέ­ει τὴ στιγ­μή τῆς δι­καί­ω­σης καί τῆς κα­ταλ­λα­γῆς μέ τό σταυ­ρι­κό θά­να­το τοῦ Χρι­στοῦ∙ «διά τοῦ αἵμα­τος τοῦ σταυ­ροῦ Αὐ­τοῦ»[20]. Ὁ σταυ­ρω­μέ­νος καὶ ἀ­να­στη­μέ­νος Χρι­στὸς πα­ρα­δό­θη­κε ἑ­κου­σί­ως στὸ θάνατο γιὰ νὰ ἐπιτελεστεῖ ὁ σκο­πὸς τῆς ἄ­φε­σης τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ μ᾿ αὐ­τὸν τόν τρό­πο ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ὸς μᾶς κα­τέ­στη­σε ἄ­ξιους τῆς κα­ταλ­λα­γῆς[21].

Ἀ­κό­μη μ᾿ ἕ­να πιὸ εὐ­δι­ά­κρι­το τρό­πο δι­α­τυ­πώ­νον­ται οἱ σκέ­ψεις τοῦ Ἀπ. Παύ­λου στὴν πρὸς Κο­λοσ­σα­εῖς ἐπι­στο­λή: «22 νυ­νί δέ ἀπο­κα­τήλ­λα­ξεν ἐν τῷ σώ­μα­τι τῆς σαρ­κός αὐτοῦ διά τοῦ θα­νά­του πα­ρα­στῆσαι ὑ­μᾶς ἁγί­ους καί ἀμώ­μους καί ἀνεγ­κλή­τους κα­τε­νώ­πιον αὐ­τοῦ, 23 εἰ γε ἐπι­μέ­νε­τε τῇ πί­στει τε­θε­με­λι­ω­μέ­νοι καί ἑδραῖοι καί μή με­τα­κι­νού­με­νοι ἀπό τῆς ἐλ­πί­δος τοῦ εὐαγ­γε­λί­ου οὐ ἠ­κού­σα­τε, τοῦ κη­ρυ­χθέν­τος ἐν πά­σῃ κτί­σει τῇ ὑ­πό τόν οὐρα­νόν, οὐ ἐγε­νό­μην ἐγώ Παῦλος δι­ά­κο­νος» (Κολ. 1, 22-23). Ὁ Ἀπ. Παῦ­λος μᾶς δι­ευ­κρι­νί­ζει ὅ­τι ἡ κα­ταλ­λα­γή καί ἡ σω­τη­ρί­α ἐ­ξα­σφα­λί­ζε­ται μὲ τὴν προ­ϋ­πό­θε­ση ὅ­μως ὁ ἄν­θρω­πος νὰ πα­ρα­μεί­νει στα­θε­ρὸς καὶ ἀ­κλό­νη­τος στὴν πί­στη. Τὸ «νυ­νί» βε­βαι­ώ­νει τὸ πρό­σφα­το γε­γο­νός τῆς σω­τη­ρί­ας[22]. Ἀν­τί τοῦ  «ἀπο­κα­τηλ­λά­γη­τε» ἔ­χου­με στοὺς κώ­δι­κες τὸ «ἀπο­κα­τήλ­λα­ξε»[23] ἤ τό «ἀπο­κα­ταλ­λα­γέν­τες»[24]. Τό «ἀπο­κα­τήλ­λα­ξε» προ­σαρ­μό­ζε­ται κα­λύ­τε­ρα στὸ κεί­με­νο αὐ­τό, ἐ­νῶ ἐ­ὰν δε­χθοῦ­με τὴν πα­θη­τι­κὴ φω­νή, ὀ­φεί­λου­με νὰ δε­χθοῦ­με καὶ ἕ­να ἀ­να­κό­λου­θο σχῆ­μα. Ἡ κα­ταλ­λα­γή μὲ τὸ Θε­ὸ κα­τέ­στη δυ­να­τὴ «διά τοῦ αἵμα­τος τοῦ σταυ­ροῦ Αὐτοῦ». Μέ­σω τοῦ «ἀ­πο­κα­ταλ­λά­ξαι» το­νί­ζε­ται ἡ δι­ά­στα­ση τῶν δύ­ο κό­σμων, τοῦ θεί­ου καὶ τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου ποὺ προ­κλή­θη­κε ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ τὴν ἀ­πο­στα­σί­α τοῦ ἀν­θρώ­που πρὸς τὸ Θε­ό[25]. Στήν πρός Κο­λοσ­σα­εῖς ἐ­πι­στο­λή (στίχ. 20), ἡ φρά­ση «εἰς αὐτόν» δη­μι­ουρ­γεῖ ἑρ­μη­νευ­τι­κὸ πρό­βλη­μα, ἀ­πὸ τὴ λύ­ση τῆς ὁ­ποί­ας ἐ­ξαρ­τᾶ­ται καὶ ὁ ἀ­κρι­βὴς προσ­δι­ο­ρι­σμὸς τοῦ ὑ­πο­κει­μέ­νου τοῦ ρ. «εὐδό­κη­σεν» (στίχ. 19)[26]. Ποι­ὸς ἐν­νο­εῖ­ται ὁ Χρι­στὸς ἢ ὁ Θε­ός; Ἐ­ὰν εἶ­ναι ὁ Χρι­στός, για­τί ὁ Παῦ­λος δὲν ἔ­θε­σε τὴν αὐ­το­πα­θῆ ἀν­τω­νυ­μί­α «ἑ­αυ­τόν;». Στὰ σχε­τι­κὰ χω­ρί­α, στὰ ὁ­ποῖ­α γί­νε­ται λό­γος πε­ρὶ κα­ταλ­λα­γῆς Θε­οῦ-ἀν­θρώ­που, ἡ κα­ταλ­λα­γή γί­νε­ται πρὸς τὸ Θε­ὸ μέ­σω τῆς με­σι­τεί­ας τοῦ Χρι­στοῦ, τοῦ σταυ­ροῦ Αὐ­τοῦ ἢ τοῦ αἵ­μα­τος Αὐ­τοῦ [27].

Αὐ­τὸ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται καὶ στοὺς πα­ρα­κά­τω στί­χους -ἀ­πὸ τὴν πρὸς  Ἐ­φε­σί­ους ἐπι­στο­λή– στοὺς ὁ­ποί­ους γί­νε­ται λό­γος πε­ρὶ κα­ταλ­λα­γῆς Θε­οῦ-ἀν­θρώ­που: «14 Αὐ­τός γάρ ἐστίν ἡ εἰρή­νη ἡμῶν, ὁ ποι­ή­σας τά ἀμ­φό­τε­ρα ἕν καί τό με­σό­τοι­χον τοῦ φραγ­μοῦ λύ­σας, τήν ἔχθραν ἐν τῇ σαρ­κί αὐ­τοῦ, 15 τόν νό­μον τῶν ἐν­το­λῶν ἐν δόγ­μα­σιν κα­ταρ­γή­σας, ἵνα τούς δύ­ο κτί­σῃ ἐν αὐ­τῷ εἰς ἕ­να και­νόν ἄν­θρω­πον ποι­ῶν εἰρή­νην 16 καί ἀ­πο­κα­ταλ­λά­ξη τούς ἀμ­φο­τέ­ρους ἐν ἑνί σώ­μα­τι τῷ θε­ῷ διά τοῦ σταυ­ροῦ, ἀπο­κτεί­νας τήν ἔχθραν ἐν αὐ­τῶ. 17 καί ἐλ­θών εὐ­ηγ­γε­λί­σα­το εἰρή­νην ὑμῖν τοῖς μα­κράν καί εἰρή­νην τοῖς ἐγ­γύς∙18 ὅτι δι᾿ αὐτοῦ ἔχο­μεν τήν προ­σα­γω­γήν οἱ ἀμ­φό­τε­ροι ἐν ἑνί πνεύ­μα­τι πρός τόν πα­τέ­ρα» (Ἐφεσ. 2, 14-18). Ὁ Χρι­στός («δι᾿ αὐτοῦ»), ὁ ὁ­ποῖ­ος συμ­φι­λι­ώ­νει τοὺς ἀν­θρώ­πους μὲ τὸ Θε­ό, τοὺς ἀ­να­και­νί­ζει (βλ. «και­νόν ἄν­θρω­πον» στίχ. 15) καὶ τοὺς δί­νει τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ βρί­σκον­ται στὴ σω­στὴ θέ­ση –ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ξέ­πε­σαν– κον­τὰ στὸ Θε­ό.  Ἀ­κό­μη στὸ πα­ρα­πά­νω χω­ρί­ο (Ἐ­φεσ. 2, 14-18) πα­ρα­τη­ροῦ­με, σύμ­φω­να μὲ τὸν Ἰ. Κα­ρα­βι­δό­που­λο, τὰ ἑξῆς[28]: «α) ἡ φρά­ση («εἰρή­νη ἡμῶν»)[29] ἀνα­φέ­ρε­ται στό Χρι­στό καί δη­λώ­νει ὅτι κα­ταρ­γεῖ τήν ἔ­χθρα μέ τό σταυ­ρό του, ἀνα­πλά­σει τούς ἀν­θρώ­πους συμ­φι­λι­ώ­νον­τάς τους με­τα­ξύ τους καί μέ τό Θε­ό φέ­ρον­τας τήν εἰρή­νη, β) πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ὁ­ρι­σμέ­νες ἐ­πα­να­λή­ψεις («ἔχθρα-εἰρή­νη, ἐν ἑνί σώ­μα­τι-ἐν ἑνί πνεύ­μα­τι, μα­κράν-ἐγ­γύς»), τά ὁποῖα εἶναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τοῦ λει­τουρ­γι­κοῦ καί ποι­η­τι­κοῦ ὕφους, γ) το­νί­ζουν ἰδι­αί­τε­ρα τήν ἑνό­τη­τα τῆς νέ­ας κα­τά­στα­σης, τῆς ἐκ­κλη­σί­ας («ἕν, εἰς ἕνα και­νόν ἄν­θρω­πον, ὡς ἑνί σώ­μα­τι, ὡς ἑνί πνεύ­μα­τι») καί δ) ἔχουν μία, ἔστω καί μή ἀ­νε­πτυγ­μέ­νη, τρι­α­δο­λο­γι­κή θε­ο­λο­γι­κή βά­ση, ἀ­φοῦ ἀ­να­φέ­ρουν τό Θε­ό Πα­τέ­ρα, τό Χρι­στό καί τό Πνεῦμα».

Ὅ­λο τὸ ἔρ­γο τῆς σω­τη­ρί­ας ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ Θε­ό, ἀλ­λά, ἀ­πὸ μί­α ἄλ­λη ἄ­πο­ψη, συ­νε­χί­ζε­ται στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὡς τὴ Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α καὶ ὁ Παῦ­λος κα­θο­ρί­ζει τὴν ἀ­πο­στο­λι­κὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα ὡς «δι­α­κο­νί­α τῆς κα­ταλ­λα­γῆς»[30]. «Ὑ­πέρ Χρι­στοῦ οὖν πρε­σβεύ­ο­μεν ὡς τοῦ θε­οῦ πα­ρα­κα­λοῦν­τος δι᾿ ἡμῶν∙ δε­ό­με­θα ὑπέρ Χρι­στοῦ, κα­ταλ­λά­γη­τε τῷ θε­ῷ (Β΄ Κορ. 5,20)», δηλ. οἱ ἀ­πό­στο­λοι εἶ­ναι οἱ ἀγ­γε­λι­ο­φό­ροι τοῦ «λό­γου τῆς κα­ταλ­λα­γῆς»,[31] οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­κο­λου­θών­τας τὸ πα­ρά­δειγ­μα τοῦ Παύ­λου θὰ γί­νουν οἰ­κο­δό­μοι τῆς εἰρή­νης[32].

Συ­νο­ψί­ζον­τας ἔ­χου­με νὰ πα­ρα­τη­ρή­σου­με τὰ ἑ­ξῆς:

1. Ἤ­δη ἀ­πὸ τὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη ὁ Θε­ὸς μι­λᾶ γιὰ τὴν κα­ταλ­λα­γή τῶν ἀν­θρώ­πων μα­ζί του λαμ­βά­νον­τας ὁ ἴ­διος τὴν πρω­το­βου­λί­α γιὰ μί­α νέ­α δι­α­θή­κη∙ «…καί δι­α­θή­σο­μαι τῷ οἴκῳ Ἰσ­ρα­ήλ καί τῷ οἴκῳ Ἰ­ού­δα δι­α­θή­κην και­νήν» Ἱερ. 38,31). Ἄλ­λω­στε ὅ­λο τὸ τε­λε­τουρ­γι­κό τοῦ ἐ­ξι­λα­σμοῦ στὴ μω­σα­ϊ­κὴ λα­τρεί­α, προ­ο­ρι­σμέ­νο νὰ ἐ­ξα­γνί­σει τὰ πιὸ ποι­κί­λα ἁ­μαρ­τή­μα­τα, εἶ­χε ὡς ἀ­πώ­τε­ρο σκο­πὸ τὴν κα­ταλ­λα­γὴ τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ Θε­ό∙ «πᾶν ἔρ­γον οὐ ποι­ή­σε­τε ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέ­ρᾳ ταύ­τη∙ ἐστίν γάρ ἡμέ­ρα ἐξι­λα­σμοῦ αὐτή ὑμῖν ἐξι­λά­σα­σθαι πε­ρί ὑμῶν ἔ­ναν­τι κυ­ρί­ου τοῦ θε­οῦ ὑμῶν» (Λευ­ϊ. 23,28).

2. Ἡ τέ­λεια καὶ ὁ­ρι­στι­κὴ κα­ταλ­λα­γή πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Ἰ­η­σοῦ, «Εἰς γάρ θε­ός, εἰς καί με­σί­της θε­οῦ καί ἀν­θρώ­πων, ἄν­θρω­πος Χρι­στός Ἰ­η­σοῦς» (Α΄ Τιμ. 2,5), δι­ό­τι ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ μό­νος του, οὔ­τε μὲ τὸ νό­μο οὔ­τε χω­ρὶς τὸ νό­μο, δὲν εἶ­ναι ἱ­κα­νὸς νὰ φτά­σει στὴν κα­τά­στα­ση τῆς δι­και­ο­σύ­νης ποὺ τὴν προ­ϋ­πο­θέ­τει μὲ τὸ Θε­ό. Ὅ­πως ὑ­πο­στη­ρί­ζει καὶ ὁ J. Khalil «ὁ ἄν­θρω­πος τό­τε πού ἦταν ἁ­μαρ­τω­λός καί ἐχθρός ἀπέ­κτη­σε τή δι­και­ο­σύ­νη καί τήν κα­ταλ­λα­γή διά τοῦ θα­νά­του τοῦ Χρι­στοῦ, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο, λοι­πόν τώ­ρα πού ἔγι­νε δί­και­ος καί φί­λος («κα­ταλ­λα­γέν­τες») θά σω­θεῖ («σω­θη­σό­με­θα») στήν τε­λι­κή κρί­ση τοῦ ἰδί­ου» (Α΄ Θεσ. 1,10)[33].

 3. Ὁ Παῦ­λος ὑ­πῆρ­ξε ὁ δι­ά­κο­νος τῆς κα­ταλ­λα­γῆς, ἀλ­λὰ καὶ ὁ Ἰ­η­σοῦς, ὑ­πῆρ­ξε ὁ δη­μι­ουρ­γὸς της, «ἐν τῷ σώ­μα­τι τῆς σαρ­κός αὐτοῦ» καὶ πρῶ­τος αὐ­τὸς ὑ­πο­γράμ­μι­σε τὶς βα­θύ­τε­ρες ἀ­παι­τή­σεις τῆς κα­ταλ­λα­γῆς. Ὁ ἁ­μαρ­τω­λὸς ποὺ συμ­φι­λι­ώ­θη­κε μὲ τὸ Θε­ὸ δὲν μπο­ρεῖ νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει εὐ­ά­ρε­στη λα­τρεί­α, ἂν δὲν ἀ­γα­πή­σει πρῶ­τα τὸν ἀ­δελ­φὸ του[34]. Ἡ ἀ­γά­πη στὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη ἔ­χει κά­θε­τη καὶ ὁ­ρι­ζόν­τια δι­ά­στα­ση. Ὅ­πως εἶ­ναι γνω­στὸ ἡ πρώ­τη ἐν­το­λὴ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν ἀ­γά­πη πρὸς τὸ Θε­ό, ἐ­νῶ ἡ δεύ­τε­ρη ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν ἀ­γά­πη «πρός τόν πλη­σί­ον»[35]. Ἡ ἀ­γά­πη πρὸς τὸν συ­νάν­θρω­πο πε­ρι­λαμ­βά­νει καὶ τοὺς δι­ῶ­κτες καί τούς ἐ­χθρούς[36]. Τό «δι­αλ­λά­γη­θι», ἡ συμ­φι­λί­ω­ση μέ τόν πλη­σί­ον εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τος ὅ­ρος γιά τήν ἀ­πο­δο­χή τῆς θυ­σί­ας∙ «ἔλε­ος θέ­λω καί οὐ θυ­σί­αν»[37]. Ἔ­τσι ὁ συν­δυα­σμὸς καὶ τῶν δύ­ο, δηλ. τὴν ἀ­γά­πη πρὸς τὸ Θε­ὸ καὶ τὸν πλη­σί­ον, δί­νει τὸ μέ­τρο τῆς τε­λει­ό­τη­τας∙ ἀρ­κεῖ κα­τὰ τὸν ἱ­ε­ρὸ Χρυ­σό­στο­μο ὁ κό­πος τῆς ἀ­γά­πης νὰ ὑ­πάρ­χει ὄ­χι «στό φι­λεῖν ἁ­πλῶς» ἀλ­λὰ στὸ «γνη­σί­ως φι­λεῖν»[38].

4. Ἡ συμ­φι­λί­ω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ Θε­ό, τὸ συ­νάν­θρω­πο καὶ τὴν κτί­ση, ἡ ὁ­ποί­α πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται στὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ ὁ­δη­γεῖ στὴν ἀ­να­γέν­νη­ση τῆς καρ­διᾶς καὶ ἔ­χει ὡς τε­λι­κὸ σκο­πὸ τὴ σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που. Προ­ϋ­πό­θε­ση αὐ­τῆς τῆς συμ­φι­λί­ω­σης εἶ­ναι ἡ πί­στη στὸ Χρι­στὸ καὶ ἡ ἀ­πο­δο­χὴ τοῦ λυ­τρω­τι­κοῦ του μη­νύ­μα­τος. Ἔ­τσι ὁ πι­στὸς, «δι­και­ω­μέ­νος» ἀ­πὸ τὴν πί­στη, ἒ­χει «εἰρή­νην πρός τόν θε­όν διά τοῦ κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰη­σοῦ Χρι­στοῦ»[39].

 



1. Συ­χνὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται μὲ τὴ ση­μα­σί­α τοῦ συμ­φι­λι­ώ­νω καὶ τὸ ρ. δι­αλ­λάσ­σω (καί –ττω) μὲ τὰ πα­ρά­γω­γά του, τό­σο στὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ γραμ­μα­τεί­α (Ἡ­ροδ. Ἱ­στορ. Ι,22,12: «Με­τὰ δὲ ἢ τε δι­αλ­λα­γὴ σφὶ ἐ­γέ­νε­το ἐ­π᾿ ὢ τε ξεί­νους ἀλ­λή­λοι­σι εἶ­ναι καὶ συμ­μά­χους…», Ι,22,8: «ὡς ἐ­γὼ πυν­θά­νο­μαι, δι᾿ οὐ­δὲν ἄλ­λο ἐ­γέ­νε­το δι­αλ­λα­γὴ» κ.ἄ.) ὅ­σο στὴν Πα­λαι­ὰ (ἀ­παν­τᾶ συ­νο­λι­κὰ 9 φο­ρὲς) καὶ Και­νὴ Δι­α­θή­κη, στὴν ὁ­ποί­α ἀ­παν­τᾶ 1 φο­ρὰ στὸ Μτθ. 5,24: «ἅ­φες ἐ­κεῖ τὸ δῶ­ρον σου ἔμ­προ­σθεν τοῦ θυ­σι­α­στη­ρί­ου καὶ ὕ­πα­γε: πρῶ­τον: δι­αλ­λά­γη­θι τῷ ἀ­δελ­φῷ σου, καὶ τό­τε ἐλ­θῶν πρό­σφε­ρε τὸ δῶ­ρον σου».

2. Πλάτ. Φαιδ. 69α: «φό­βον πρὸς φό­βον κα­ταλ­λάτ­τε­σθαι». Ἡ­ροδ. ΙΙ 13,12: «ἐ­π᾿ ἀρ­γυ­ρί­ῳ κα­τηλ­λά­ξα­σθε», κ.ἄ.

3. Ξεν. Κύ­ρου Ἀνάβ. Ι, 6,2: «…κα­ταλ­λα­γεῖς τῷ Κύ­ρῳ», κ.ἄ.

4. Γιὰ τὴ ση­μα­σί­α τοῦ ὅρου «κα­ταλ­λα­γή» στὴν Πα­λαι­ὰ καὶ Και­νὴ Δι­α­θή­κη, βλ. σχε­τι­κὸ λῆμ­μα στὸ Theologisches Wörterbuch zum Neuen Testament, von G. Kittel, Stuttgart 1978 καί Exegetisches Wörterbuch zum Neuen Testament, von Horst Balls, Stuttgart-Berlin-Köln 1992.

5. Τό ρ. κα­ταλ­λάσ­σω ἀ­παν­τᾶ συ­νο­λι­κά 4 φο­ρές στήν Π.Δ. καί 11 φο­ρές στήν Κ.Δ.

6. Ἐξ. 32,30: «…ὑ­μεῖς ἠ­μαρ­τή­κα­τε ἁμαρ­τί­αν με­γά­λην∙ καί νῦν ἀνα­βή­σο­μαι πρός τόν θε­όν, ἵ­να ἐξι­λά­σω­μαι πε­ρί τῆς ἁ­μαρ­τί­ας ὑμῶν».

7. Μτθ. 18, 15-35. Α΄ Κορ. 6,1 ἐξ. 8-10, κ.ἄ.

8. Στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη ἡ ἁ­μαρ­τί­α ἦ­ταν μί­α «πα­ρά­βα­ση τῆς θε­ϊ­κῆς τά­ξης. Ἐμ­φα­νι­ζό­ταν ὡς μί­α ἄ­με­ση προ­σβο­λὴ τοῦ Θε­οῦ». Βλ. Δ. Κα­ϊ­μά­κης, Θέ­μα­τα πα­λαι­ο­δι­α­θη­κι­κῆς Θε­ο­λο­γί­ας, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1999, σ. 123.

9. Ρωμ. 8,7.

10. Ἱερ. 5,6-7 κ.ἄ.

11. Βλ. Ἰ. Κα­ρα­βι­δό­που­λος, Ἡ ἁ­μαρ­τί­α κα­τὰ τὸν Ἀ­πό­στο­λον Παῦ­λον, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1968, σ. 132.

12. Ἐξ. 34,6: «καὶ πα­ρῆλ­θεν κύ­ριος πρὸ προ­σώ­που αὐ­τοῦ καὶ ἐ­κά­λε­σεν Κύ­ριος ὁ θε­ὸς οἰ­κτίρ­μων καὶ ἐ­λε­ή­μων, μα­κρό­θυ­μος καὶ πο­λυ­έ­λαι­ος καὶ ἀ­λη­θι­νὸς».

13. Ψλ. 84,9: «ὅ­τι λα­λή­σει εἰ­ρή­νην ἐ­πὶ τὸν λα­ὸ αὐ­τοῦ…».

14. Ἱερ. 38,31.

15. Α΄ Τιμ. 2,5.

16. Μτθ. 5, 43-48.

17. Βλ. Σ. Ἀ­γου­ρί­δη, Ἡ ἐ­πὶ τοῦ ὅ­ρους ὁ­μι­λί­α τοῦ Ἰ­η­σοῦ (Εἰ­σα­γω­γι­κὰ-Σύν­το­μο Ὑ­πό­μνη­μα), Ἀ­θῆ­ναι 1984, σ. 70.

18. Ὁ ἑλ­λη­νι­κὸς κό­σμος, ὅ­σο καὶ ἂν συ­νέ­δε­σε τὴν ἀ­γά­πη πρὸς τὸν ἐ­χθρὸ εἴ­τε μὲ τὴ δό­ξα εἴ­τε μ᾿ ἄλ­λα ὠ­φε­λι­μι­στι­κὰ κί­νη­τρα εἶ­χε τὶς ἐ­ξη­γή­σεις του ἐ­κεῖ­νες (βλ. Σοφ. Ἀν­τι­γό­νη, 523: «οὗ­τοι συ­νέ­χθειν ἀλ­λὰ συμ­φι­λεῖν ἔ­φυν»), κα­τά τίς ὁ­ποῖες συ­νέ­δε­ε τήν ἀ­γά­πη πρός ὅλους μέ τήν ἴδια φύ­ση τοῦ ἀ­θρώ­που.

19. Ρωμ. 5, 9-10: «9 πολ­λῷ οὖν μᾶλ­λον δι­και­ω­θέν­τες νῦν ἐν τῷ αἵ­μα­τι αὐ­τοῦ σω­θη­σό­με­θα δι᾿  αὐ­τοῦ ἀ­πὸ τῆς ὀρ­γῆς. 10 εἰ γὰρ ἐ­χθροὶ ὄν­τες κα­τηλ­λά­γη­μεν τῷ θε­ῷ διὰ τοῦ θα­νά­του τοῦ υἱ­οῦ αὐ­τοῦ, πολ­λῷ μᾶλ­λον κα­ταλ­λα­γέν­τες σω­θη­σό­με­θα ἐν τῇ ζω­ῇ αὐ­τοῦ». Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. Heinrich Schlier, Der Römerbrief, Freiburg-Basel-Wien 1979, σσ. 154-156 καί O. Hofius, Sühne und Versoehnung-Zum paulinischen Verständnis des Kreuzestodes Jesu, ἐν: Paulusstudien WUNT 51,  J.C.B. Mohr (Paul Siebeck), Tübingen 1989, σ. 36.

20. Ἡ λυ­τρω­τι­κή τοῦ αἵ­μα­τος ἔ­χει τὶς ρί­ζες στὴν Πα­λαι­ὰ Δι­α­θή­κη, ὅ­που τὸ αἷ­μα τῶν ζώ­ων στὶς θυ­σί­ες κα­θα­ρί­ζει τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ λα­οῦ. Αὐ­τὸ φαί­νε­ται ἐν­το­νό­τε­ρα καὶ στὴν πρὸς Ἑ­βραί­ους ἐ­πι­στο­λὴ: 9,12.14.20∙ 10,19·13,10, πρβλ. Ρωμ. 3,25∙5,9. ­φεσ. 1,17.

21. Ρωμ. 5,11.

22. Eduard Schweizer, Der Brief an die Kolosser, Zürich : Benziger ; Neukirchen-Vluyn : Neukirchener, 1997, σ. 75.

23. אּ, A, C, DeK, 048, 88, 181, Ἀρ­μεν., Χρυ­σό­στο­μος, Κύ­ριλ­λος, Θε­ο­δώ­ρη­τος, Δα­μα­σκη­νὸς κ.τ.λ.

24. D*, G, Εἰ­ρη­ναῖ­ος, Ἀμ­βρο­σια­νὸς.

25. Τό «ἀ­πο­κα­ταλ­λά­ξαι» ἀ­παν­τᾶ μό­νο στὶς ἐ­πι­στο­λὲς τῆς αἰχ­μα­λω­σί­ας Κολ. 1,20.22 καί  Ἐφ. 2,16, χω­ρὶς τὴν πρό­θε­ση «ἀπό» ἀ­παν­τᾶ στὶς ἐ­πι­στο­λὲς Ρωμ. 5,10. Α΄ Κορ. 7,11. Β΄ Κορ. 5,18.19.20, ἐ­νῶ ὡς οὐ­σι­α­στι­κὸ συ­ναν­τᾶ­ται στὶς ἐ­πι­στο­λὲς Ρωμ. 5,11∙ 11,15. Β΄ Κορ. 5,18.19 καὶ δη­λώ­νει συμ­φι­λί­ω­ση ἢ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση δι­άρ­ρη­ξης μί­ας σχέ­σης με­τα­ξὺ δύ­ο προ­σώ­πων.

26. Ὅ­πως ση­μει­ώ­νει καὶ ὁ Β. Τσά­κω­νας στὸ ὑ­πό­μνη­μά του (Ὑ­πό­μνη­μα εἰς τὴν πρὸς Κο­λοσ­σα­εῖς ἐ­πι­στο­λὴν τοῦ Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου, Ἀ­θῆ­ναι 1975, σ. 87 ἐξ.), «ἄ­ρα («εἰς αὐ­τὸν») πρέ­πει νὰ θε­ω­ρή­σου­με τὸν Θε­ὸ-Πα­τέ­ρα, πρὸς Ὂν γί­νε­ται ἡ κα­ταλ­λα­γὴ διὰ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.  Ἄ­ρα ὑ­πο­κεί­με­νο τοῦ εὐ­δό­κη­σε μᾶλ­λον εἶ­ναι ὁ Θε­ὸς ὁ ἐ­νερ­γῶν τὴν σω­τη­ρί­αν καὶ κα­ταλ­λα­γή. Ἡ σω­τη­ρί­α καὶ ἡ λύ­τρω­ση γί­νον­ται διὰ  Ἰ­η­σοῦ πρὸς δό­ξαν Θε­οῦ Πα­τρὸς» (Φι­λιπ. 2,11).

27. Rudolf Schnackenburg, Der Brief an die Epheser, Zürich-Einsiedeln-Köln: Benziger Neuekirchener Verlag 1982, σσ. 118-119.

28. Βλ. Ἰ. Κα­ρα­βι­δό­που­λος, Ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου πρὸς Ἐ­φε­σί­ους, Φι­λιπ­πη­σί­ους, Κο­λοσ­σα­εῖς, Φι­λή­μο­να, Θεσ­σα­λο­νί­κη 2004, σ. 129.

29. Ὁ ἱ­ε­ρὸς Χρυ­σό­στο­μος μᾶς δι­ευ­κρι­νί­ζει τὰ ἑ­ξῆς: «Εἰ­ρή­νην ἔ­χω­μεν: του­τέ­στι, Μη­κέ­τι ἁ­μαρ­τά­νω­μεν, μη­δὲ πρὸς τὰ πρό­τε­ρα ἐ­πα­νερ­χώ­με­θα: τοῦ­το γὰρ ἐστί πό­λε­μον ἔ­χειν πρὸς τὸν Θε­ὸν», P.G. 60, 467-468.

30. Β΄ Κορ. 5,18.

31. Β΄ Κορ. 5,19.

32. Βλ. Π. Τρεμ­πέ­λας, Ὑ­πό­μνη­μα εἰς τὰς Ἐ­πι­στο­λάς τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης, Ἀ­θῆ­ναι 1989, σ. 481. Πρβλ. Β΄ Κορ. 6, 4-13.

33. J. Khalil, Δι­καί­ω­ση-Κα­ταλ­λα­γὴ-Τε­λι­κὴ Κρί­ση στὴν πρὸς Ρω­μαί­ους ἐ­πι­στο­λὴ, Θεσ­σα­λο­νί­κη 2004, σ. 223.

34. Μτθ. 5,23 ἐξ. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα, Joachim Gnilka, Das Matthäusevangelium  (Kommentar zu Kap. 1,1-13,58), Freiburg-Basel-Wien 1986, σσ. 156-159.

35. Μρκ. 12, 29-31: «29  ἀ­πε­κρί­θη ὁ Ἰ­η­σοῦς∙ ὅ­τι πρώ­τη ἔστιν∙ ἄ­κου­ε,  Ἰσ­ρα­ήλ, κύ­ριος ὁ θε­ὸς ἡ­μῶν κύ­ριος εἰς ἔστιν, 30 καὶ ἀ­γα­πή­σεις κύ­ριον τὸν θε­όν σου ἐ­ξ᾿ ὅ­λης τῆς καρ­δί­ας σου καὶ ἐξ­᾿  ὅ­λης τῆς ψυ­χῆς σου καὶ ἐ­ξ᾿ ὅ­λης τῆς δι­α­νοί­ας σου καὶ ἐ­ξ᾿ ὅ­λης τῆς ἰ­σχύ­ος σου. 31 δευ­τέ­ρα αὕτη∙ ἀ­γα­πή­σεις τὸν πλη­σί­ον σου ὡς σε­αυ­τόν. μεί­ζων τού­των ἄλ­λη ἐν­το­λὴ οὐκ ἔ­στιν». Ὁ Ἰ­η­σοῦς ἀ­παν­τᾶ στὴν ἐ­ρώ­τη­ση τοῦ γραμ­μα­τέ­α ὡς πρώ­τη καὶ σπου­δαι­ό­τε­ρη ἐντολή τήν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὴ ἀ­γά­πη πρὸς τὸ Θε­ὸ (Δευτ. 6, 4-5) καὶ ἐ­ξί­σου πρὸς αὐ­τὴ σπου­δαί­α τὴν πρὸς τόν πλη­σί­ον ἀ­γά­πη (Λευ­ϊ. 19, 18). Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα, Ἰ. Κα­ρα­βι­δό­που­λος, Τὸ κα­τὰ Μάρ­κον εὐ­αγ­γέ­λιο, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1988, σσ. 388-391.

36. Μτθ. 5,44-48. Λκ. 6,27-36 κ.ἄ.

37.  Μτθ. 9,13∙ 12,7.

38. «Ποι­ὸς γὰρ κό­πος τὸ φι­λεῖν ἁ­πλῶς; Οὐ­δεὶς τὸ δὲ γνη­σί­ως φι­λεῖν κό­πος πο­λὺς» P.G. 62,34.

39. Ρωμ. 5,1.

Σχετικά

«Η ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΛΑΓΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΠΑΥΛΟ» · Ε.Ρω.