ON AIR — ERO — RadioFrequency
Enomeni RomiosiniEnomeni RomiosiniCENTER FOR UNITY AND STUDY -
PROMOTING OUR VALUES
IMPORTANT
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ

18 February 2012 · 10 min read

Πρω­το­πρ. Γε­ωρ­γί­ου Δ. Με­ταλ­λη­νοῦ

(Ψαλμ. 89,10: «Καὶ τὸ πλεῖ­ον αὐ­τῶν πό­νος καὶ μό­χθος»).

 

Ὁ Ψαλ­μω­δὸς κά­νει, μί­α θλι­βε­ρὴ δι­α­πί­στω­ση. Τὰ χρό­νια τῆς ζω­ῆς τοῦ ἀν­θρώ­που μπο­ρεῖ νὰ φθά­σουν, στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, τὰ ὀ­γδόν­τα- τὸ με­γα­λύ­τε­ρο ὅ­μως μέ­ρος τους εἶ­ναι πό­νος καὶ μό­χθος. Εἶ­ναι σύμ­φυ­τος ὁ πό­νος -καὶ ὁ ψυ­χι­κὸς καὶ ὁ σω­μα­τι­κὸς- στὴ ζω­ή μας, ὡς μί­α ὄ­ψη τοῦ ὑ­πάρ­χον­τος στὸν κό­σμο κα­κοῦ. Αὐ­τὸ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει καὶ ὁ λό­γος τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ: «ἐν τῷ κό­σμῳ θλί­ψιν ἔ­ξε­τε». Δὲν ὑ­πό­σχε­ται στοὺς πι­στούς Του κά­ποι­ο οὐ­το­πι­κὸ – ἄ­λυ­πο βί­ο. Συμ­πλη­ρώ­νει ὅ­μως: «ἀλ­λὰ θαρ­σεῖ­τε. ΕΓΩ νε­νί­κη­κα τὸν κό­σμον». Συ­νε­πῶς καὶ τὰ κα­κά τοῦ κό­σμου. Μέ­σα σ᾿ αὐτή τὴν ἐν Χρι­στῷ δυ­να­τό­τη­τα ὑ­πέρ­βα­σης τοῦ πό­νου εὔ­χε­ται καὶ ἡ λει­τουρ­γι­κή μας σύ­να­ξη: «Ὑ­πὲρ τοῦ ρυ­σθῆ­ναι ἡμᾶς ἀ­πὸ πά­σης θλί­ψε­ως, ὀρ­γῆς, κιν­δύ­νου καὶ ἀ­νάγ­κης, τοῦ Κυ­ρί­ου δε­η­θῶ­μεν». Ἡ δι­α­πί­στω­ση, συ­νε­πῶς, τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας τοῦ πό­νου δὲν αἴ­ρει τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς δυ­να­τό­τη­τας ἀ­παλ­λα­γῆς ἀ­πὸ αὐ­τόν. Πῶς μπο­ροῦν αὐ­τὰ νὰ κα­τα­νο­η­θοῦν;

1. Ὁ πό­νος, σὲ κά­θε πι­θα­νὴ μορ­φή του, εἶ­ναι ἄ­με­σα συ­ναρ­τη­μέ­νος μὲ τὴν οὐ­σί­α τοῦ κα­κοῦ. Τὸ κα­κὸ χρι­στι­α­νι­κὰ εἶ­ναι φυ­σι­κὸ καὶ ἠ­θι­κὸ. Φυ­σι­κὸ κα­κὸ εἶ­ναι ὁ πό­νος, ἡ φθο­ρά, ὁ θά­να­τος. Ἠ­θι­κὸ κα­κὸ εἶ­ναι ἡ ἁ­μαρ­τί­α, ἡ ἀ­πο­τυ­χί­α τοῦ ἀν­θρώ­που νὰ μεί­νει μέ­σα στὴν κοι­νω­νί­α τοῦ Θε­οῦ, στὴν ἄ­με­ση σχέ­ση μα­ζί Του. Κα­τὰ τὸν Μ. Βα­σί­λει­ο τὸ ἠ­θι­κὸ κα­κὸ «ἐξ ἡμῶν ἤρ­τη­ται» – ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ μᾶς (ΕΠ. 31. 333). Καὶ κα­τὰ τὸν ἱ. Χρυ­σό­στο­μο: «ἡ ὄν­τως κα­κί­α» εἶ­ναι τὸ ἠ­θι­κὸ κα­κό. Τὸ φυ­σι­κὸ κα­κὸ -το­νί­ζει- «μᾶλ­λον οὐκ ἔ­στι κα­κί­α, ἀλ­λὰ λέ­γε­ται» (δη­λα­δὴ ὁ λι­μός, ὁ λοι­μός, ὁ θά­να­τος κ.λπ.). «Ταῦ­τα οὐκ ἂν εἴ­η κα­κὰ» (ΕΠ. 49. 241). Θὰ μπο­ροῦ­σαν, δη­λα­δή, νὰ μὴν εἶ­ναι κα­κά. Τὸ ἠ­θι­κὰ κα­κὸ εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νο, ποὺ προ­κα­λεῖ καὶ τὸ φυ­σι­κό, κα­τὰ τὴν πα­τε­ρι­κὴ συ­νεί­δη­ση. Ἡ ἄρ­ση, συ­νε­πῶς, τοῦ πό­νου, ὡς μί­ας ὄ­ψης τοῦ φυ­σι­κοῦ κα­κοῦ, προ­ϋ­πο­θέ­τει δυ­να­τό­τη­τα ἄρ­σης τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Ὁ Χρι­στὸς κα­λεῖ­ται χρι­στι­α­νι­κὰ Σω­τή­ρας, δι­ό­τι εἶ­ναι «ὁ αἴ­ρων τὴν ἁ­μαρ­τί­αν τοῦ κό­σμου». Εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἄ­ρει τὴν ἁ­μαρ­τί­α, ἀ­παλ­λάσ­σον­τας τὸν ἄν­θρω­πο ἀ­πὸ αὐ­τήν. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ νό­η­μα τοῦ λό­γου τοῦ Χρι­στοῦ: «Δεῦ­τε πρὸς με πάν­τες οἱ κο­πι­ῶν­τες καὶ πε­φορ­τι­σμέ­νοι, κἀ­γῶ ἀ­να­παύ­σω ὑ­μᾶς» (Ματθ. 11, 28). Ὁ Χρι­στὸς αὐ­το­προ­σφέ­ρε­ται ὡς αὐ­τός, ποὺ ἔ­χει τὴν δύ­να­μη νὰ ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­σει τὸν ἄν­θρω­πο ἀ­πὸ τὸν πό­νο καὶ τὸ φυ­σι­κὸ κα­κό, δι­ό­τι αὐ­τὸς «ἐ­νί­κη­σε τὸν κό­σμον», τὸ κα­κὸ δη­λα­δὴ τοῦ κό­σμου.

Ἡ νί­κη τοῦ Χρι­στοῦ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε μὲ τὴν Ἀ­νά­στα­σή του, τὴν κα­τα­πά­τη­ση τοῦ θα­νά­του, προ­σφέ­ρε­ται δὲ σὲ κά­θε ἄν­θρω­πο, ποὺ ἔ­χει τὴν δι­ά­θε­ση συμ­με­το­χῆς στὸν σταυ­ρὸ τοῦ Χρι­στοῦ. Γι᾿ αὐ­τὸ εἶ­πε ὁ Χρι­στὸς λί­γο πρὶν ἀ­πὸ τὴ σταύ­ρω­σή Του, κα­τὰ τὴ συ­νάν­τη­σή του μὲ τοὺς Ἕλ­λη­νες: «Ἐ­ὰν μὴ ὁ κόκ­κος τοῦ σί­του πε­σῶν εἰς τὴν γῆν ἀ­πο­θά­νη, αὐ­τὸς μό­νος μέ­νει· ἐ­ὰν δὲ ἀ­πο­θά­νη, πο­λὺν καρ­πὸν φέ­ρει» ι (Ἰ­ω­ὰν. 12, 24). Ὁ Χρι­στὸς σώ­ζει μέ­σῳ τῆς θυ­σί­ας Του καὶ γί­νε­ται Σω­τὴρ σ᾿ αὐ­τοὺς ποὺ με­τέ­χουν στὸν θά­να­τό Του. Ἡ με­το­χὴ αὐ­τὴ ἀ­παι­τεῖ τὴ συ­σταύ­ρω­ση τοῦ πι­στοῦ. Αὐ­τὸ ὁ­μο­λο­γεῖ ὁ ἀπ. Παῦ­λος, ποὺ εἶ­χε αὐ­τὴν τὴν ἐμ­πει­ρί­α. «Χρι­στῷ συ­νε­σταύ­ρω­μαι» (Γαλ. 2, 20) ὁ­μο­λο­γεῖ. Μό­νο ἔ­τσι μπό­ρε­σε νὰ ὁ­μο­λο­γή­σει ἐ­πί­σης: «Χαί­ρω ἐν τοῖς πα­θή­μα­σί μου (Κολ. 1, 24). Τὸ κή­ρυγ­μά του εἶ­ναι «ὁ λό­γος τοῦ σταυ­ροῦ» (Α’ Κορ. 1, 18), ὄ­χι μί­α ἐ­πι­φα­νεια­κὴ θρι­αμ­βο­λο­γί­α. Κη­ρύτ­τει τὴν ἀ­νάγ­κη τοῦ σταυ­ροῦ, δι­ό­τι μό­νο αὐ­τὸς ὁ­δη­γεῖ στὴν ἀ­νά­στα­ση. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ κή­ρυγ­μα τοῦ αὐ­θεν­τι­κοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ, ποὺ ἐν­σαρ­κώ­θη­κε στὴν πα­ρά­δο­ση τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ, μὲ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τος, ὡς αὐ­το­προ­σφο­ρᾶς γιὰ τοὺς ἄλ­λους. Εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ση­μεῖ­α συ­νάν­τη­σης Ἑλ­λη­νι­σμοῦ-Χρι­στι­α­νι­σμοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Λε­ω­νί­δα ὡς τὸ Κούγ­κι, τὸ Ζά­λογ­γο, τὸ Ἀρ­κά­δι, τὴν Ἀ­λα­μά­να καὶ τὸ Μα­νιά­κι κυ­ρια­ρχεῖ τὸ ἴ­διο πνεῦ­μα τῆς σταυ­ρώ­σι­μης αὐ­το­προ­σφο­ρᾶς γιὰ τοὺς ἄλ­λους. Σταυ­ρὸς καὶ ἀ­νά­στα­ση εἶ­ναι ἄρ­ρη­κτα συν­δε­δε­μέ­να στὴν χρι­στι­α­νι­κὴ ἑλ­λη­νι­κό­τη­τα καὶ μέ­σῳ αὐ­τῆς μὲ ὅ­λη τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α. Ἡ ἀ­νά­στα­ση γι­ορ­τά­ζε­ται ὡς ἀ­πο­κα­τά­στα­ση ὅ­λης τῆς νε­κρω­μέ­νης φύ­σε­ως. Ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α ὀ­νο­μά­σθη­κε ἀ­πὸ ἑ­τε­ρο­δό­ξους ὡς Ἐκ­κλη­σί­α τῆς ἀ­να­στά­σε­ως κα­τ᾿ ἐ­ξο­χήν, δι­ό­τι ζεῖ μὲ τὴν ἀ­να­στά­σι­μη ἐλ­πί­δα. Εἶ­ναι δὲ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­τι στὴ ρω­σι­κὴ γλῶσ­σα ἡ Κυ­ρια­κὴ ὀ­νο­μά­ζε­ται Βο­σκρε­σέ­νι­γι­ε, δη­λα­δὴ Ἀ­νά­στα­ση. Ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α ὁ­λό­κλη­ρη, σφρα­γι­σμέ­νη μὲ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ πνεῦ­μα, ζεῖ μό­νι­μα τὴ χα­ρὰ τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως. Ὁ ἅ­γιος Σε­ρα­φεὶμ τοῦ Σά­ρωφ χαι­ρε­τοῦ­σε κά­θε ἄν­θρω­πο μὲ τὴ φρά­ση: «Χρι­στὸς ἀ­νέ­στη, χα­ρά μου!». Εἶ­ναι ἡ βί­ω­ση τῆς βε­βαι­ό­τη­τας τοῦ λό­γου τοῦ Χρι­στοῦ: «Θαρ­σεῖ­τε, ἐ­γὼ νε­νί­κη­κα τὸν κό­σμον».

2. Ὁ ὀρ­θό­δο­ξος Χρι­στι­α­νι­σμὸς εἶ­ναι δια­ρκὴς χα­ρά, ἀ­κό­μη καὶ στὸ θά­να­το, τὴν κο­ρύ­φω­ση τοῦ πό­νου (Λουκ. 7. 13). Ἡ μο­να­δι­κὴ αἰ­τί­α λύ­πης γι᾿ αὐ­τὸν εἶ­ναι ἡ ἁ­μαρ­τί­α, δι­ό­τι ἀ­πο­μα­κρύ­νει καὶ χω­ρί­ζει ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Ἡ λύ­πη ὅ­μως. ὅ­ταν πρό­κει­ται γιὰ ἀ­γω­νι­ζό­με­νο πι­στό, προσ­λαμ­βά­νει ἀ­να­στά­σι­μο καὶ χαρ­μό­συ­νο χα­ρα­κτή­ρα, δι­ό­τι τὸν βο­η­θεῖ νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει τὴν ἁ­μαρ­τί­α του καὶ μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἔμ­πρα­κτη με­τά­νοι­α νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὸ Θε­ό, με­τέ­χον­τας στὴν ἄ­κτι­ση Χά­ρη του. Αὐ­τὴ ἡ λύ­πη γιὰ τὴν ἁ­μαρ­τί­α ὀ­νο­μά­ζε­ται στὴ γλῶσ­σα τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας «λύ­πη κα­τὰ Θε­ὸν» (Μ. Βα­σι­λεί­ου ΕΠ. 30. 640C, Ἰ­ω­άν. Χρυ­σο­στό­μου ΕΠ. 50. 651). Ἡ λύ­πη με­τα­μορ­φώ­νε­ται, ἔ­τσι, σὲ χα­ρά. Αὐ­τὸ φα­νε­ρώ­νει ἡ πα­ρα­βο­λὴ τοῦ Ἀ­σώ­του (Λουκ. 15) καὶ αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὁ μα­κα­ρι­σμὸς τοῦ Χρι­στοῦ: «Μα­κά­ριοι οἱ πεν­θοῦν­τες. ὅ­τι αὐ­τοὶ πα­ρα­κλη­θή­σον­ται» (Ματθ. 5, 4). Μό­νο ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α γνω­ρί­ζει τὸν ὅρο «χαρ­μο­λύ­πη», ἀλ­λὰ καὶ τὸ πρᾶγ­μα, ποὺ αὐ­τὸς ἐκ­φρά­ζει. Σὲ ἕ­να τρο­πά­ριο-ὕ­μνο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας ὁ­ρί­ζε­ται τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό της: «λύ­πη διὰ τὴν ἁ­μαρ­τί­αν, χα­ρὰ διὰ τὴν σω­τη­ρί­αν». Εἶ­ναι τὸ «χα­ρο­ποι­ὸν πέν­θος».
Αὐ­τὸ τὸ πνεῦ­μα δη­μι­ουρ­γεῖ ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α. Ἡ δυ­τι­κὴ ζω­γρα­φι­κὴ λ.χ. στα­μα­τᾶ στὸν θά­να­το, στὸν πό­νο τῆς ἀ­που­σί­ας κά­θε ἐλ­πί­δας ἀ­να­στά­σε­ως. Ἀ­πὸ αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς δι­α­φο­ρο­ποι­εῖ ὁ Ἀπ. Παῦ­λος τοὺς χρι­στια­νοὺς ἀ­πὸ τοὺς μὴ χρι­στια­νούς, δι­ό­τι οἱ τε­λευ­ταῖ­οι εἶ­ναι «οἱ μὴ ἔ­χον­τες ἐλ­πί­δα» (Α’ Θεσσ. 4, 13). (Βλ. Φ. Κόν­το­γλου. Ἡ ἀ­πελ­πι­σί­α τοῦ θα­νά­του εἰς τὴν θρη­σκευ­τι­κὴν ζω­γρα­φι­κήν τῆς Δύ­σε­ως καὶ ἡ εἰ­ρη­νό­χυ­τος καὶ πλή­ρης ἐλ­πί­δος ὀρ­θό­δο­ξος εἰ­κο­νο­γρα­φί­α). Στὴ χρι­στι­α­νι­κὴ Δύ­ση. βλέ­πον­τας κα­νεὶς τὸν Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο, κυ­ρι­αρ­χεῖ­ται ἀ­πὸ ἀ­πελ­πι­σί­α. Εἶ­ναι ἄ­γνω­στη ἐ­κεῖ ἡ χαρ­μο­λύ­πη τοῦ Σταυ­ροῦ. Τὸ ἴ­διο καὶ στὸ Ἰσ­λάμ. Βρέ­θη­κα στὸ Ἰ­σπα­χάν (ΙΡΑΝ) κα­τὰ τὴν ἐ­πέ­τει­ο τῆς δο­λο­φο­νί­ας τοῦ Ἀ­λῆ. Ἰ­μά­μη τῶν Σι­ϊτῶν. Καὶ ὅ­ταν μοῦ ζη­τή­θη­κε νὰ πῶ δύ­ο λό­για, συ­νη­θι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴ δι­κή μας σταύ­ρω­ση, τοὺς μί­λη­σα γιὰ τὴ «χαρ­μο­λύ­πη» τῆς γι­ορ­τῆς, καὶ ὅ­λοι ἔ­μει­ναν ἄ­ναυ­δοι. Δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ συλ­λά­βουν τὸ νό­η­μα τοῦ ὅρου. Δι­ό­τι ἔ­μα­θαν νὰ μέ­νουν στὸ σπα­ραγ­μὸ (πρβλ. τὴν αὐ­το­μα­στί­γω­ση τῶν «ἑ­ορ­τα­στῶν»), στὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τοῦ πό­νου. Ἀν­τί­θε­τα, στὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α ὁ Σταυ­ρὸς δὲν εἶ­ναι σύμ­βο­λο τοῦ πό­νου, ἀλ­λὰ τῆς ἐλ­πί­δας. Γι᾿ αὐ­τὸ ἐ­ξυ­μνεῖ­ται ὡς «φύ­λαξ πά­σης τῆς οἰ­κου­μέ­νης καὶ ὡ­ραι­ό­της τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας». Ἡ ὀ­μορ­φιὰ τοῦ σταυ­ροῦ, ποὺ προ­ϋ­πο­θέ­τει ἀ­πά­λει­ψη τῆς φρι­κτό­τη­τάς του ὡς ὀρ­γά­νου θα­νά­τω­σης, πη­γά­ζει ἀ­πὸ τὴ σύν­δε­σή του μὲ τὴν Ἀ­νά­στα­ση. Εἶ­ναι μί­α ὀ­μορ­φιά, ποὺ ἀ­να­δύ­ε­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ὀ­δύ­νη. Αὐ­τὸ ἐν­νο­οῦ­σε ὁ με­γά­λος Ὀρ­θό­δο­ξος συγ­γρα­φέ­ας Φι­ον­τὸρ Ντο­στο­γι­έφ­σκυ, λέ­γον­τας ὅ­τι «ἡ ὀ­μορ­φιὰ θὰ σώ­σει τὸν κό­σμο!» ὄν­τας μί­α τά­ξη στὴν κτί­ση. Ὁ ἄν­θρω­πος ὅ­μως κα­τα­λύ­ει αὐ­τὴ τὴν τά­ξη καὶ ἐ­σω­τε­ρι­κά, στὴν ἴ­δια τὴν ὕ­παρ­ξή του, καὶ ἐ­ξω­τε­ρι­κά, στὴ φύ­ση. Ὁ Θε­ὸς δὲν εἶ­ναι ὁ αἴ­τιος τοῦ θα­νά­του, δι­ό­τι «θά­να­τον οὐκ ἐ­ποί­η­σε», «φθό­νῳ δι­α­βό­λου εἰ­σῆλ­θε θά­να­τος εἰς τὸν κό­σμον». Ἡ μό­λυν­ση τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος, πη­γή τό­σων νό­σων, ἡ ἀ­δι­κί­α καί ἐκ­με­τάλ­λευ­ση, πη­γή τῆς οἰκο­νο­μι­κής ἀνι­σό­τη­τας στόν πλα­νή­τη, ἡ αἰσχρο­κέρ­δεια καί πλε­ο­νε­ξί­α, πού κά­νει τό ἔρ­γο φυ­σι­κῶν φαι­νο­μέ­νων (π.χ. σει­σμῶν) ἐ­ξο­λο­θρευ­τι­κό, δέν εἶναι ἔρ­γα τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά ἔρ­γα τοῦ ἀν­θρώ­που. Ὁ Θε­ός δέν ἐ­νερ­γεῖ δι­κα­στι­κά καί ἀστυ­νο­μι­κά, γιά νά ἐ­πι­με­ρί­ζει ποι­νές καί εὐ­θύ­νες ἤ νά ζη­τεῖ ἱκα­νο­ποί­η­ση ἀπό τόν ἄν­θρω­πο. (Κεν­τρι­κή δι­δα­σκα­λί­α τῆς δυ­τι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας εἶναι ἡ θε­ω­ρί­α πε­ρί Satisfactio: ὁ Θε­ός σταυ­ρώ­νει τόν Υἱό του, γιά νά ἱ­κα­νο­ποι­η­θεῖ ἀπό τόν ἄν­θρω­πο ἡ δι­και­ο­σύ­νη του, πού προ­σε­βλή­θη ἀπό τήν ἀν­θρώ­πι­νη ἁ­μαρ­τί­α). Ὁ Θε­ὸς τῶν Ἁ­γί­ων μας ἐ­νερ­γεῖ στὴν ἱ­στο­ρί­α θε­ρα­πευ­τι­κὰ καὶ σω­στι­κά. Ὅ­λο τὸ ἔρ­γο τῆς σω­τη­ρί­ας εἶ­ναι καρ­πὸς τῆς ἀ­γά­πης Του. («Οὕ­τω γὰρ ἠ­γά­πη­σεν ὁ Θε­ὸς τὸν κό­σμον, ὥ­στε τὸν υἱ­ὸν αὐ­τοῦ τὸν μο­νο­γε­νῆ ἔ­δω­κεν (θυ­σί­α­σε)… ἵνα σω­θῇ ὁ κό­σμος δι᾿ αὐ­τοῦ»· (Ἰ­ω­άν. 3. 16). Ὁ Θε­ὸς μέ­σα στὴν ἀ­νι­δι­ο­τέ­λειά του κά­νει τὰ πάν­τα «δι᾿ ἡμᾶς τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ διὰ τὴν ἡ­με­τέ­ραν σω­τη­ρί­αν» καὶ «τὰ πάν­τα προ­σί­ε­ται, ἵνα σώ­σῃ τὸν ἄν­θρω­πον». Νὰ τὸν ἀ­παλ­λά­ξει δη­λα­δὴ ἀ­πὸ κά­θε μορ­φὴ κα­κοῦ.

3. Οἱ Ἅ­γιοί μας, ὅ­πως ὁ ἅ­γιος Γε­ρά­σι­μος, στρέ­φουν τὸν ἄν­θρω­πο στὸν  ἑ­αυ­τό του καὶ στὸ βά­θος τῆς συ­νει­δή­σε­ώς του. Ὅ­πως ἔ­λε­γε πά­λι ὁ Ντο­στο­γι­έφ­σκυ, «ὁ ἄν­θρω­πος φταί­ει γιὰ ὅ­λα», δι­ό­τι στὴν ἀ­το­μο­κρα­τί­α τῆς πτώ­σης τοῦ νε­κρώ­νει τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὴ φι­λαν­θρω­πί­α του (τὴν Μitmenschlichkeit, ὅ­πως λέ­νε οἱ Γερ­μα­νοὶ). Νέ­κρω­ση τῆς ἀ­γά­πης εἶ­ναι κυ­ρί­ως ἡ με­τα­βο­λή της σὲ ἰ­δι­ο­τέ­λεια. Νὰ βλέ­πει κα­νεὶς τὸν Θε­ὸ καὶ τὸν συ­νάν­θρω­πο ὡς μέ­σο ἐκ­με­τάλ­λευ­σης γιὰ τὴν προ­σω­πι­κὴ ὠ­φέ­λεια καὶ εὐ­δαι­μο­νί­α. Δὲν εἶ­ναι πε­ρί­ερ­γο, ὅ­τι στὸ ἐ­πί­κεν­τρο τοῦ ἀλ­λο­τρι­ω­μέ­νου χρι­στι­α­νι­σμοῦ εἶ­ναι ἡ ζή­τη­ση «ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τας» (ὠ­φέ­λειας δη­λα­δὴ) στὸ κά­θε τί καὶ «εὐ­δαι­μο­νί­ας». (Ἐ­δῶ ἐν­τάσ­σον­ται προ­βλή­μα­τα. ὅ­πως τὰ ναρ­κω­τι­κά). Ἡ ζή­τη­ση τῆς ἀ­πό­λαυ­σης δι­ευ­κο­λύ­νει τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς αἰ­σχρο­κέρ­δειας, σὲ μί­α δι­α­δι­κα­σί­α «μαύ­ρου κύ­κλου». Ἡ συ­ναί­σθη­ση ὅ­μως τῆς ἐ­νο­χῆς ἔ­ναν­τι τῶν ἄλ­λων ὁ­δη­γεῖ στὴ συ­νεί­δη­ση, ὅ­τι εἴ­με­θα καὶ μεῖς ὑ­πό­λο­γοι γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τους καὶ συμ­με­τέ­χου­με στὴν πτώ­ση τους. Καὶ αὐ­τὸ ὁ­δη­γεῖ στὴν ἀ­νά­λη­ψη ὑ­πευ­θυ­νό­τη­τας γιὰ τὴ δυ­στυ­χί­α τῶν ἄλ­λων. Ὁ ἄν­θρω­πος γί­νε­ται, ἔ­τσι, ἀ­πὸ ἄ­το­μο, πρό­σω­πο, ἀ­πο­κτών­τας συ­νεί­δη­ση τῆς κοι­νω­νι­κῆς του εὐ­θύ­νης. Ὁ ἀ­το­μο­ποι­η­μέ­νος ἄν­θρω­πος, μέ­σα στὴν ἐ­πι­λεγ­μέ­νη μο­νότη­τά του, ρί­χνει τὶς εὐ­θύ­νες στοὺς ἄλ­λους· ὁ ἄν­θρω­πος-πρό­σω­πο ἀ­να­λαμ­βά­νει τὶς εὐ­θύ­νες γιὰ τοὺς ἄλ­λους. Βλέ­πει τὴν ἁ­μαρ­τί­α δι­α­φο­ρε­τι­κὰ- ὡς δι­α­σά­λευ­ση τῆς ἰ­σορ­ρο­πί­ας τοῦ κό­σμου. Καὶ συ­νει­δη­το­ποι­εῖ τὴν ἄρ­ση τῆς ἁ­μαρ­τί­ας ὡς ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῶν αὐ­θεν­τι­κῶν σχέ­σε­ων μὲ τὸν Θε­ὸ καὶ τὸν συ­νάν­θρω­πο. Κυ­ρί­αρ­χο γί­νε­ται τό­τε τὸ αἴ­σθη­μα τῆς ἀ­νάγ­κης συμ­φι­λί­ω­σης μὲ τὸν Θε­ὸ καὶ ὅ­λη τὴ κτί­ση, ποὺ τὴ μο­λύ­νει μὲ τὴν κα­κί­α του. Ὁ ὀρ­θό­δο­ξος μο­να­χός, κά­νον­τας τὶς βα­θει­ὲς με­τά­νοι­ές του, φι­λεῖ τὴ γῆ καὶ τὴν πο­τί­ζει μὲ τὰ δά­κρυ­ά του, ζη­τών­τας της συγ­γνώ­μη, ποὺ τὴ μο­λύ­νει μὲ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες του, ἔ­στω καὶ ἂν δὲν εἶ­ναι ὅ­λες δι­κές του. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὀρ­θό­δο­ξα ὁ λυ­τρω­τι­κὸς πό­νος. Ὁ πό­νος ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὴ με­τά­νοι­α. Ἀ­να­νο­η­μα­το­δο­τεῖ­αι, ἔ­τσι ὁ πό­νος καὶ ἀ­πο­κτᾶ λυ­τρω­τι­κὴ δύ­να­μη. Δι­ό­τι δί­νει δύ­να­μη γιὰ με­τα­στρο­φή. Γι᾿ αὐ­τὸ ἔ­λε­γε ὁ ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος: «Πλη­γή -κά­θε κτύ­πη­μα τῆς ζω­ῆς- τοῖς εὖ φρο­νοῦσι μά­θη­μα γί­νε­ται· καὶ κρείσ­σων εὐ­η­με­ρί­ας κα­κο­πά­θεια». Δὲν εἶ­ναι κά­ποι­α μορ­φὴ μα­ζο­χι­σμοῦ, ἀλ­λὰ ἡ συ­νεί­δη­ση τοῦ δι­δα­κτι­κοῦ καὶ ἀ­φυ­πνι­στι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα τοῦ πό­νου. Μὲ τὴ με­τά­νοι­α καὶ τὴν κα­τα­ξί­ω­ση τῆς ἀ­γά­πης σὲ ἀ­νι­δι­ο­τέ­λεια, με­τα­μορ­φώ­νε­ται καὶ ὁ πό­νος σὲ χα­ρά. «Ἡ λύ­πη ἡ­μῶν εἰς χα­ρὰν γε­νή­σε­ται» (Ἰ­ω­άν. 16, 20). Ἔ­τσι, με­τα­τί­θε­ται μὲ τὴ Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ ὁ ἄν­θρω­πος καὶ ἐν­δο­ϊ­στο­ρι­κὰ σὲ ἕ­να τρό­πο ὑ­πάρ­ξε­ως, στὸν ὁ­ποῖ­ο «ὁ Θε­ὸς ἐ­ξα­λεί­φει πᾶν δά­κρυ­ον… καὶ ὁ θά­να­τος οὐκ
ἔ­στι ἔ­τι, οὔ­τε πέν­θος, οὔ­τε κραυ­γή, οὔ­τε πό­νος…» (Ἀ­ποκ.  21,4). Δὲν πρό­κει­ται γιὰ οὐ­το­πί­α, ἀλ­λὰ γιὰ ἐμ­πει­ρί­α ἐ­κεί­νων, ποὺ μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἄ­σκη­ση καὶ τὴ ζή­τη­ση θε­ϊ­κῆς Χά­ρης εἰ­σέρ­χον­ται στὴν ἀ­τε­λεύ­τη­τη πο­ρεί­α τῆς ἁ­γι­ό­τη­τας, κα­θι­στά­με­νοι δε­κτι­κοί τῆς Χά­ρης τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τοί, ἄλ­λω­στε, εἶ­ναι οἱ ἀ­λη­θι­νοὶ χρι­στια­νοί, οἱ με­θι­στά­με­νοι σ᾿ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο ὑ­πάρ­ξε­ως.

 

Ὁ Χρι­στός, ὡς σταυ­ρω­μέ­νη Πα­να­γά­πη, λό­γῳ τῆς ἑ­κού­σιας συμ­με­το­χῆς Του στὸν πό­νο μας, εἶ­ναι «ὁ ὡ­ραῖ­ος κάλ­λει», ἡ ἔν­σαρ­κη Ὀ­μορ­φιά, ποὺ σώ­ζει μέ­σα ἀ­πὸ τὴν τα­πεί­νω­ση καὶ τὴν ἀ­γά­πη Του. Ὁ χρι­στια­νὸς με­τέ­χον­τας καὶ αὐ­τὸς ἑ­κού­σια στὸ πά­θος τοῦ Χρι­στοῦ, με­τέ­χει μέ­σῳ τοῦ πό­νου του καὶ στὴν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ. Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη ὑ­πάρ­χει ἐ­κεῖ, ποὺ ὑ­πάρ­χει καὶ ἀ­πο­δο­χὴ τοῦ πό­νου, ἀλ­λὰ καὶ προ­θυ­μί­α νὰ ση­κώ­νει ὁ ἕ­νας τὸν πό­νο τοῦ ἄλ­λου. Τό­τε καὶ ὁ πό­νος τοῦ ἄλ­λου, ψυ­χι­κὸς καὶ σω­μα­τι­κός, γί­νε­ται ἐ­λα­φρό­τε­ρος, ἀλ­λὰ καὶ ἐ­γὼ μα­θαί­νω νὰ ἀ­γα­πῶ ἀ­λη­θι­νά. Ἔ­τσι, μὲ τὴν ὀ­μορ­φιὰ τῆς ἀ­γά­πης, γί­νε­ται πα­ρά­δει­σος ὁ κό­σμος. Ὁ ἕ­νας, δη­λα­δή, ζεῖ γιὰ τὸν ἄλ­λο καὶ «βα­στά­ζει τὰ βά­ρη» του (Γαλ. 6, 2). Ὁ πό­νος δι­α­λύ­ε­ται μέ­σα στὴν ἀ­μοι­βαι­ό­τη­τα τῆς ἀ­γά­πης καὶ τὴ δύ­να­μη τῆς Χά­ρης. Ἔ­τσι ἀν­τι­με­τω­πί­ζε­ται καὶ ὑ­περ­βαί­νε­ται χρι­στι­α­νι­κὰ καὶ τὸ πρό­βλη­μα τῆς εὐ­θα­να­σί­ας. Ὅ­που εἶ­ναι ὁ­ρα­τὴ καὶ αἰ­σθη­τὴ ἡ ἀ­γά­πη τῶν ἄλ­λων γιὰ τὸν πά­σχον­τα, ἐ­κεῖ καὶ ὁ πό­νος, ὅ­σο δυ­σβά­στα­κτος καὶ ἂν εἶ­ναι, γί­νε­ται ἐ­λα­φρό­τε­ρος καὶ ὑ­πο­φερ­τός. Δὲν μπο­ρεῖ πο­τὲ νὰ νι­κή­σει τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α γιὰ ζω­ή. Ἔ­τσι κα­τα­νο­ῶ τὸ στί­χο τοῦ δι­κοῦ μας Σο­λω­μοῦ «γλυ­κεί­α ἡ ζω­ὴ κι ὁ θά­να­τος ­μαυ­ρι­λα…».

    Σ᾿ αὐ­τὸν τὸν ἀ­γῶ­να γιὰ τὴν κα­τα­νί­κη­ση τοῦ πό­νου εἶ­ναι στρα­τευ­μέ­νοι καὶ οἱ θε­ρά­πον­τες τῆς ἰ­α­τρι­κῆς ἐ­πι­στή­μης. Γι᾿ αὐ­τὸ ὁ για­τρὸς εἶ­ναι τὸ προ­σφι­λέ­στε­ρο πρό­σω­πο στὴ ζω­ή μας, με­τὰ τὴ μά­ννα μας.  Ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν δὲ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρα τὸν πό­νο ὄ­χι τό­σο μὲ τὴν ἐ­πι­στή­μη τους, ἀλ­λὰ μὲ τὴν ἀ­γά­πη τους. Νι­κοῦν καὶ αὐ­τοί, λοι­πόν, τὸν πό­νο μὲ τὴν ἀ­γά­πη τους.

(Πρω­το­πρ. Γε­ωρ­γί­ου Δ. Με­ταλ­λη­νοῦ, «Δο­κί­μια Ὀρ­θό­δο­ξης Μαρ­τυ­ρί­ας», ἔκδ. Ἄ­θως, σ. 217-225).

 

 

Related reading

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ · E.Ro.