ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Θ’. Γερω–Θεόφιλος Λαυριώτης

28 Δεκεμβρίου 2018 · 4 λεπτά

Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Εγεν­νή­θη τό ἔ­τος 1885 στό Κα­νι­ά­νι Λα­μί­ας καί στήν βά­πτι­ση ἔ­λα­βε τό ὄ­νο­μα Θω­μᾶς (Κα­ψῆς). Ἦρ­θε γιά νά μο­νά­ση στήν Λα­ύ­ρα στίς 14 Ἰ­ου­λί­ου 1910 καί με­τά ἀ­πό ἕ­να χρό­νο δο­κι­μή στίς 15–8–1911 ἔ­γι­νε μο­να­χός λαμ­βά­νον­τας στήν κου­ρά τό ὄ­νο­μα Θε­ό­φι­λος.

Ὁ π. Θε­ό­φι­λος, ἄν καί ἔ­ζη­σε σέ ἰ­δι­όρ­ρυθ­μο Μο­να­στή­ρι, ἦ­ταν πο­λύ ἀ­γω­νι­στής, πο­λύ ἀ­σκη­τι­κός, ἄν­θρω­πος τῆς προ­σευ­χῆς καί τῆς μο­να­χι­κῆς ἀ­κρι­βε­ί­ας. Δέν ἔ­χα­νε ἀ­κο­λου­θί­α. Ἔμ­παι­νε στό στα­σί­δι του,  στε­κό­ταν πάν­τα ὄρ­θιος καί δέν ἔ­βγαι­νε ἀ­πό κεῖ, ἄν δέν τε­λε­ί­ω­νε ἡ ἀ­κο­λου­θί­α.

Ἤ­θε­λε νά τη­ροῦν­ται τά τυ­πι­κά στήν ἀ­κο­λου­θί­α, καί ὅ­ταν ἔ­βλε­πε πα­ρα­βά­σεις ἐ­πε­νέ­βαι­νε καί δι­ώρ­θω­νε. Κάποτε ἕ­να νέ­ο κα­λο­γέ­ρι σέ μία ἀ­γρυ­πνί­α ἄρ­χι­σε νά ψάλ­λη τόν πο­λυ­έ­λε­ο μέ ὕ­φος καί στόμ­φο. Στόν πρῶ­το στί­χο πῆ­γε ὁ γε­ρω–Θε­ό­φι­λος καί τοῦ εἶ­πε: «Δέν σ᾿ ἀ­κο­ύ­ει οὔ­τε ὁ Θε­ός οὔ­τε οἱ ἄν­θρω­ποι. Τά δαι­μό­νια χο­ρε­ύ­ουν. Τα­πει­νά, τα­πει­νά νά ψάλ­λου­με, νά μᾶς ἀ­κο­ύ­η ὁ Θε­ός καί νά μᾶς χα­ί­ρε­ται σάν παι­διά Του».

Στό κελ­λί του γιά ἄ­σκη­ση πο­τέ δέν ἄ­να­βε φω­τιά τόν χει­μῶ­να καί πο­τέ του δέν φό­ρε­σε τσου­ρά­πια.

Νήστευε πά­ρα πο­λύ, καί οἱ Προ­ϊ­στά­με­νοι τοῦ ἔ­βα­λαν κα­νό­να νά με­τρι­ά­ση τή νη­στε­ί­α του γιά νά μήν πε­θά­νη. Δέν ἔ­τρω­γε πρίν ἀπό τήν ὥ­ρα τῆς κα­θο­ρι­σμέ­νης ἀπό αὐ­τόν τρα­πέ­ζης για­τί τό θε­ω­ροῦ­σε λα­θρο­φα­γί­α. Μάζευε τά φροῦ­τα, τά ἔ­βα­ζε στό μαν­τή­λι του καί δέν ἔ­τρω­γε οὔ­τε ἕ­να ἐ­κτός τρα­πέ­ζης. Τήν ὥ­ρα τῆς τρα­πέ­ζης ἔ­κα­νε προ­σευ­χή καί τά ἔ­τρω­γε. Δέν ἔ­φα­γε κρέ­ας πο­τέ, κα­ί­τοι ζοῦ­σε στό Ἰδι­όρ­ρυθ­μο.

Τά λί­γα χρή­μα­τα πού ἔ­δι­νε ἡ Λα­ύ­ρα σ᾿ ὅ­λους το­ύς πα­τέ­ρες, ὁ γε­ρω–Θε­ό­φι­λος δέν τά χρη­σι­μο­πο­ί­η­σε γιά τίς ἀ­νάγ­κες του, ἀλ­λά τά δι­έ­θε­σε γιά τήν ἐ­πι­σκευή τοῦ φο­ύρ­νου τῆς Μο­νῆς. Ὁ ἴ­διος ζοῦ­σε τό­σο φτω­χι­κά καί ἁ­πλά, πού δέν εἶ­χε ἀ­νάγ­κες καί ἔ­ξο­δα.

Εἶ­χε τό δι­α­κό­νη­μα τοῦ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ καί τε­λευ­ταῖ­α τοῦ Δο­χει­ά­ρη. Στίς 15–1–35 ἐ­ξε­λέ­γη Προ­ϊ­στά­με­νος, ἀλ­λά σύν­το­μα πα­ραι­τή­θη­κε, για­τί δέν τα­ί­ρια­ζαν στόν χα­ρα­κτῆ­ρα του καί στόν ἀ­σκη­τι­κό του τρό­πο ζω­ῆς ἡ δι­ο­ί­κη­ση, ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μέ ἐ­πι­σή­μους καί ὅ­λες οἱ μέ­ρι­μνες τοῦ Προ­ϊ­στα­μέ­νου.

Γερω–Θεόφιλος Λαυριώτης.

(Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἐπισκόπου Ροδοστόλου

 κ.κ. Χρυσοστόμου, Πόθος καί χάρις στόν Ἄθωνα).

Ὅ­ταν ἦ­ταν Δο­χει­ά­ρης, κά­ποι­α ἡ­μέ­ρα ἔ­χα­σε τά κλει­διά. Ἐ­πει­δή δέν ἔ­βλε­πε κα­λά, κά­λε­σε τόν πα­πα–Βα­σί­λη καί πῆ­γαν ὥς τόν κῆ­πο ψά­χνον­τας νά τά βροῦν, ἀλ­λά δέν τά βρῆ­καν. Εἶ­πε ὁ γε­ρω–Θε­ό­φιλος: «Ἐ­μεῖς κά­να­με τό ἀν­θρώ­πι­νο. Τώρα θά κά­νω κομποσχο­ί­νι νά τά βρῆ ὁ ἅ­γιος Μη­νᾶς». Πῆ­γε στό κελ­λί του, ἄ­να­ψε ἕ­να κε­ρί καί ἄρ­χι­σε νά προ­σε­ύ­χε­ται. Πρίν προ­λά­βη νά τε­λει­ώ­ση τό πρῶ­το κομ­πο­σχο­ί­νι, ἔ­πε­σαν τά κλει­διά μπρο­στά του.

Κάποια χρο­νιά τήν Δι­α­και­νή­σι­μο πῆ­γαν μέ τόν πα­πα–Βα­σί­λη στίς Κα­ρυ­ές νά ἐ­πι­σκε­φθοῦν δύο πα­τέ­ρες, τόν π. Ἀ­ρέ­θα καί τόν π. Κο­σμᾶ. Ἄ­νοι­ξαν οἱ πα­τέ­ρες καί δέν μί­λη­σαν κα­θό­λου. Πρῶ­τα ἔ­ψα­λαν τό Χρι­στός Ἀ­νέ­στη καί ἄλ­λα, ὕ­στε­ρα το­ύς κα­λω­σώ­ρι­σαν καί συ­νωμί­λη­σαν, ὅ­πως ἔ­κα­ναν οἱ πα­λαι­οί πα­τέ­ρες.

Τόν γε­ρω–Θε­ό­φι­λο ὅ­λοι τόν σέ­βον­ταν στήν Λαύ­ρα γιά τήν ἀ­ρε­τή του, ἐ­νῶ πολ­λοί νέ­οι πού ἦρ­θαν νά γί­νουν μο­να­χοί, τόν εἶ­χαν Γέροντά τους.

Ἦ­ταν ἀ­γα­πη­τός σέ ὅ­λους, για­τί ἦ­ταν εἰ­ρη­νι­κός καί ἐ­νά­ρε­τος. Μία φο­ρά ἄ­κου­σε δύ­ο Λαυ­ρι­ῶ­τες νά φι­λο­νι­κοῦν. Ἀ­μέ­σως πῆ­γε καί το­ύς εἶ­πε: «Καί οἱ δύο σας φταῖ­τε. Νά βά­λε­τε με­τά­νοι­α με­τα­ξύ σας καί νά συγ­χω­ρε­θῆτε». Τόν ἄ­κου­σαν, ἔ­κα­ναν ὅ­,τι το­ύς εἶ­πε καί εἰ­ρή­νευ­σαν.

Κάποτε προ­σευ­χό­με­νος ἦρ­θε σέ θε­ω­ρί­α καί εἶ­δε ἕ­να ὅ­ρα­μα. Ὕ­στε­ρα εἶ­πε στόν πα­πα–Βα­σί­λη: «Μέ αὐ­τά πού εἶ­δα τρό­μα­ξα ἀλ­λά δέν μπο­ρῶ νά τά πῶ».

Τό κα­λο­κα­ί­ρι τοῦ 1964 με­τά τίς ἑ­ορ­τές τῆς Χι­λι­ε­τη­ρί­δος δέ­χτη­κε ἡ Λα­ύ­ρα νά πλη­σι­ά­ση ἕ­να πλοῖ­ο μέ γυ­ναῖ­κες γιά νά με­τα­φέ­ρουν οἱ ἱ­ε­ρεῖς τό Τίμιο Ξύλο καί ἅ­για Λε­ί­ψα­να στό πλοῖ­ο γιά προ­σκύ­νη­ση. Ὅ­ταν τό ἔ­μα­θε ὁ γε­ρω–Θε­ό­φι­λος στε­νο­χω­ρή­θη­κε, για­τί τό θε­ω­ροῦ­σε ἀ­τα­ί­ρια­στο καί νε­ω­τε­ρι­στι­κό. Προ­σπά­θη­σε μέ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα πρός τήν Σύναξη τῆς Μο­νῆς νά μα­ται­ω­θῆ ἡ προ­σέγ­γι­ση τοῦ πλο­ί­ου καί, ὅ­ταν δέν τό κα­τώρ­θω­σε, πα­ρα­κί­νη­σε το­ύς πα­τέ­ρες πού τόν συμ­βου­λε­ύ­ον­ταν, νά κά­νουν κομ­πο­σχο­ί­νι ὅ­λη τή νύ­χτα. Ἐ­νῶ τό πλοῖ­ο εἶ­χε ἔρ­θει, για­τί ἡ θά­λασ­σα ἦ­ταν λά­δι, καί τήν ἄλ­λη μέ­ρα θά γι­νό­ταν ἡ προ­σκύ­νη­ση τῶν ἱ­ε­ρῶν Λει­ψά­νων, τή νύ­χτα τά κομ­πο­σχο­ί­νια τοῦ γε­ρω–Θε­ό­φι­λου καί τῶν ἄλ­λων πα­τέ­ρων με­τέ­βα­λαν τόν και­ρό, ση­κώ­θη­κε τρι­κυ­μί­α καί τό πλοῖ­ο ἔ­φυ­γε γιά νά βρῆ λι­μά­νι.

Ὁ γε­ρω–Θε­ό­φι­λος ἀρ­ρώ­στη­σε καί ὁ πα­πα–Βα­σί­λης τόν πῆ­γε στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο. Τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν νά κα­τα­λύ­ση τώ­ρα πού ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος, ἀλ­λά δέν δέ­χθη­κε λέ­γον­τας: «Τόσα χρό­νια στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος δέν φά­γα­με κρέ­ας, τώ­ρα θά φᾶ­με;». Οὔ­τε καί γι­α­ο­ύρ­τι κα­τέ­λυ­σε σέ ἡ­μέ­ρες νη­στε­ί­ας. Ὕ­στε­ρα τόν ἔ­φε­ρε πά­λι στήν Λα­ύ­ρα μέ κα­ρο­τσά­κι. Ἔ­μει­νε κα­τά­κοι­τος στό κελ­λί του καί κά­ποι­ο πρωΐ πῆ­γαν ἕ­ξι ἱ­ε­ρεῖς νά τοῦ κά­νουν Εὐ­χέ­λαι­ο. Κα­τά τό με­ση­μέ­ρι εἶ­χε ση­κω­θῆ. Πα­ρα­ξε­νε­ύ­τη­καν οἱ πα­τέ­ρες πού τό­σο γρή­γο­ρα ση­κώ­θη­κε. Ὁ γε­ρω–Θε­ό­φι­λος ἀ­πάν­τη­σε στόν πα­πα–Βα­σί­λη μέ φυ­σι­κό­τη­τα: «Για­τί τό κά­να­τε τό Εὐ­χέ­λαι­ο; Δέν τό κά­να­τε γιά νά γί­νω κα­λά; Νά ἔ­χης εὐ­λά­βεια καί πί­στη στά Μυ­στή­ρια».

Ἔ­κτο­τε ἔ­ζη­σε ἄλ­λα δέ­κα χρό­νια ὑ­γι­ής. Τό ἔ­τος 1978, τήν Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα, γύ­ρι­σε ὅ­λα τά κελ­λιά καί ζή­τη­σε συγ­χώ­ρη­ση ἀ­πό το­ύς πα­τέ­ρες. Τήν Με­γά­λη Τρί­τη δέν κα­τέ­βη­κε στήν ἀ­κο­λου­θί­α. Τήν Με­γά­λη Τε­τάρ­τη κά­λε­σε τόν πα­πα–Βα­σί­λη, πρίν ξη­με­ρώ­ση, καί τοῦ ζή­τη­σε νά τόν κοι­νω­νή­ση, για­τί σέ δύο ὧ­ρες θά ἔφευγε. Πράγ­μα­τι τόν κοι­νώ­νη­σε καί σέ δύο ὧ­ρες εἰ­ρη­νι­κά πα­ρέ­δω­σε τήν ἁ­γι­α­σμέ­νη ψυ­χή του στόν Κύριο πού λά­τρευ­σε καί ὑ­πη­ρέ­τη­σε σέ ὅ­λη τήν ζωή του.

Ἐ­κοι­μή­θη καί ἐ­τά­φη τήν Με­γά­λη Τε­τάρ­τη, στίς 18 Ἀ­πρι­λί­ου 1978, σέ ἡ­λι­κί­α 93 ἐ­τῶν.

Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με.  Ἀ­μήν. 

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

Σχετικά

Θ’. Γερω–Θεόφιλος Λαυριώτης · Ε.Ρω.