ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΟΙ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΟΙ ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΤΟΥΣ

18 Ιουλίου 2012 · 11 λεπτά

 

Νί­κου Γ. Ζυ­γο­γι­άν­νη Κα­θη­γη­τοῦ

Πρ. Προ­έ­δρου Πα­νελλ. Σ. Σα­ρα­κατ­σα­ναί­ων

     Οἱ Σα­ρα­κατ­σα­ναῖ­οι εἶ­ναι ἕ­να πα­νάρ­χαι­ο πρω­το­ελ­λη­νι­κὸ φῦ­λο. Νο­μά­δες κτη­νο­τρό­φοι, ζοῦ­σαν στὰ βου­νὰ τὸ κα­λο­καί­ρι καὶ τὸ χει­μῶνα στὰ χει­μα­δι­ὰ δι­α­σκορ­πι­σμέ­νοι σ᾿ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἠ­πει­ρω­τι­κὴ Ἑλ­λά­δα.

     Κοι­τί­δα τῶν Σα­ρα­κατ­σά­νων ἦ­ταν ἡ Ὀρο­σει­ρὰ τῆς κεν­τρι­κῆς καὶ νό­τι­ας Πίν­δου καὶ ἡ Ρού­με­λη μὲ ἐ­πί­κεν­τρο τὰ ΑΓΡΑΦΑ, χῶ­ρος ποὺ λό­γῳ τῆς γε­ω­φυ­σι­κῆς του κα­τά­στα­σης ἦ­ταν ἀ­πά­τη­τος, δὲν ἦ­ταν γραμ­μέ­νος που­θε­νὰ καὶ γι᾿ αὐ­τὸ κα­τοι­κοῦν­ταν ἀ­πὸ αὐ­τό­νο­μους καὶ ἐ­λεύ­θε­ρους ἀν­θρώ­πους. Ὁ  δι­α­σκορ­πι­σμός τους ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χι­κὴ κοι­τί­δα τους πρὸς τὴν ὑ­πό­λοι­πη ἠ­πει­ρω­τι­κὴ Ἑλ­λά­δα ἔ­γι­νε ἐ­πὶ Τουρ­κο­κρα­τί­ας καὶ κυ­ρί­ως τὸν 18ο αἰ­ῶ­να, στὰ χρό­νι­α τοῦ Ἀ­λῆ Πα­σᾶ.

Ὡς πρὸς τὸ ὄ­νο­μά τους ὑ­πάρ­χουν πολ­λὲς καὶ δι­ά­φο­ρες ἐ­τυ­μο­λο­γί­ες.

Σύμ­φω­να μὲ τὴ Σα­ρα­κατ­σά­νι­κη πα­ρά­δο­ση πῆ­ραν τὸ ὄ­νο­μά τους ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους.

     Ὅ­ταν ἔ­γι­νε ἡ ἅ­λω­ση τῆς Κων/πολης, οἱ Σ. φό­ρε­σαν μαῦ­ρα ροῦ­χα, ὡς  ἔν­δει­ξη πέν­θους, καὶ δὲν ὑ­πο­τά­χθη­καν στὸν κα­τα­κτη­τή. Οἱ Τοῦρ­κοι τοὺς ἔ­βλε­παν στὰ μαῦ­ρα καὶ ἀ­νυ­πό­τα­κτους νὰ με­τα­κι­νοῦν­ται συ­νε­χῶς.

     Γι᾿ αὐ­τὸ τοὺς ὀ­νό­μα­σαν «Κα­ρα­κατ­σάν» (κα­ρὰ=μαῦ­ρος καὶ κατ­σάν=φυ­γάς, ἀ­νυ­πό­τα­κτος), δηλ. «μαῦ­ροι φυ­γά­δες». Ἀ­πὸ τὸ Κα­ρα­κατ­σάν μὲ πα­ρα­φθο­ρὰ προ­ῆλ­θε ἡ λέ­ξη «Σα­ρα­κατ­σά­νος». Μί­α ἄλ­λη πι­θα­νὴ ἐ­τυ­μο­λο­γί­α εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴν τουρ­κι­κὴ λέ­ξη σα­ράν ποὺ ση­μαί­νει «φορ­τώ­νειν» ἢ σι­α­ρὶκ =κλέφ­της) καὶ τὴν τουρ­κι­κὴ με­το­χὴ κατ­σάν=φυ­γάς, ἀ­νυ­πό­τα­κτος, (σα­ράν+κατ­σάν=Σα­ρα­κατ­σά­νος) γι­α­τί ἀ­πὸ και­ρὸ σὲ και­ρὸ φόρ­τω­ναν τὰ πράγ­μα­τά τους καὶ με­τα­κι­νοῦν­ταν μὲ τὰ κο­πά­δι­α τους καὶ γι᾿ αὐ­τὸ τοὺς ἔ­δω­σαν αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα οἱ Τοῦρ­κοι.

     Ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὶς με­τα­κι­νή­σεις τους καὶ τὸν ἐ­ναλ­λασ­σό­με­νο τό­πο δι­α­μο­νῆς τους ἔ­χουν τὰ ἴ­δι­α ἤ­θη καὶ ἔ­θι­μα καὶ κυ­ρί­ως μι­λοῦν τὴν ἴ­δι­α γλῶσ­σα, τὴν Ἑλ­λη­νι­κή, ἀ­παλ­λαγ­μέ­νη ἀ­πὸ ξέ­να στοι­χεῖ­α, ἀ­ναλ­λοί­ω­τη, ποὺ φέ­ρει τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ γνω­ρί­σμα­τα τῆς Δω­ρι­κῆς δι­α­λέ­κτου. Τὸ ἴ­δι­ο ἀ­ναλ­λοί­ω­τοι καὶ ἀ­μό­λυν­τοι ἀ­πὸ ἀλ­λό­φυ­λες ἐ­πι­μει­ξί­ες πα­ρέ­μει­ναν καὶ οἱ Σα­ρα­κατ­σι­ά­νοι, οἱ «κα­τα­λα­γα­ρώ­τε­ροι Ἕλ­λη­νες» ὅ­πως ἔ­γρα­ψε ὁ Στέ­φα­νος Γρα­νίτ­σας. Δι­α­τή­ρη­σαν τὰ ἔ­θι­μα, τὶς συ­νή­θει­ες καὶ τοὺς κα­νό­νες συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς καὶ δι­α­βί­ω­σης κα­τὰ τρό­πο πι­στὸ καὶ αὐ­θεν­τι­κό. Στη­ρί­χθη­καν στὰ πα­ρα­δο­σι­α­κά τους ἔ­θι­μα καὶ στὴν ἑλ­λη­νι­κή τους ταυ­τό­τη­τα καὶ δὲν ἐ­πέ­τρε­ψαν στὴν πε­ρι­βάλ­λου­σα ἀλ­λο­ε­θνῆ καὶ ξε­νό­γλωσ­ση κοι­νω­νί­α νὰ εἰ­σβάλ­λει στὴ δι­κή τους. Ἡ οἰ­κο­νο­μι­κή τους εὐ­ρω­στί­α καὶ αὐ­το­νο­μί­α καὶ ἡ δι­α­βί­ω­σή τους σὲ καλ­ύ­τε­ρες ὑ­λι­κὲς συν­θῆ­κες τοὺς ὁ­δή­γη­σε, σὲ μί­α οὐ­σι­α­στι­κὰ καὶ τυ­πι­κά, ἐ­σω­τε­ρί­κευ­ση, τή­ρη­ση καὶ ἐ­φαρ­μο­γὴ τῶν ἐ­θι­μι­κῶν κα­νό­νων δι­α­βί­ω­σης καὶ κοι­νω­νι­κῆς συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς.

    Ἡ χρή­ση μί­ας καὶ μό­νο γλώσ­σας, τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς, ἀ­πο­δει­κνύ­ει ὅ­τι οἱ Σα­ρα­κατ­σι­α­ναῖ­οι εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κοὶ ἀ­πὸ τοὺς Βλά­χους, (Οἱ Βλά­χοι τῆς Ἑλ­λά­δας γνω­στοὶ καὶ μὲ ἄλ­λα ὀ­νό­μα­τα κα­τὰ πε­ρι­ο­χές: Κουτ­σό­βλα­χοι, Ἀρ­βα­νι­τό­βλα­χοι, κ.τ.λ. ἐ­νῶ οἱ ἴ­δι­οι αὐ­το­α­πο­κα­λοῦν­ται Βλα­χό­φω­νοι Ἕλ­λη­νες) ποὺ μι­λοῦ­σαν ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ Ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ τὰ Βλά­χι­κα. Ἐ­πει­δὴ ἡ λέ­ξη Βλά­χος χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε γι­ὰ νὰ δη­λώ­σει τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ ἔ­χει πρό­βα­τα, τὸν κτη­νο­τρό­φο, τὸν βο­σκὸ καὶ ἐ­πει­δὴ ἡ κτη­νο­τρο­φι­κὴ ζω­ὴ ἦ­ταν κοι­νό τους στοι­χεῖ­ο, ἐ­πῆλ­θε σύγ­χυ­ση πό­τε ἕ­νας Βλά­χος (=αὐ­τὸς ποὺ ἔ­χει πρό­βα­τα, ὁ κτη­νο­τρό­φος, ὁ βο­σκὸς) εἶ­ναι Σα­ρα­κατ­σι­ά­νος καὶ πό­τε Βλά­χος (=Βλα­χό­φω­νο). Μὲ τὴ δι­α­φο­ρὰ ὅ­μως ὅ­τι οἱ Σ. ἦ­ταν κα­θα­ροὶ νο­μά­δες καὶ δὲν εἶ­χαν που­θε­νὰ χω­ρι­ό, ἐ­νῶ οἱ  Βλά­χοι ζοῦ­σαν νο­μα­δι­κὰ καὶ ἡ­μι­νο­μα­δι­κά, ἦ­ταν πρὶν αἰ­ῶ­νες ἐγ­κα­τα­στη­μέ­νοι σὲ χω­ρι­ὰ καὶ ἀ­σχο­λή­θη­καν καὶ μὲ τὸ ἐμ­πό­ρι­ο, τὶς τέ­χνες καὶ τὰ γράμ­μα­τα, ἐ­νῶ οἱ Σα­ρα­κατ­σά­νοι στὰ μέ­σα τοῦ προ­η­γού­με­νου αἰ­ῶνα ἐγ­κα­τέ­λει­ψαν τὸ νο­μα­δι­σμό. Ἀλ­λὰ καὶ στὴν ἐν­δυ­μα­σί­α, στὰ ἤ­θη καὶ ἔ­θι­μα, στὸν τρό­πο ζω­ῆς ξε­χω­ρί­ζουν οἱ Σα­ρα­κατ­σα­ναῖ­οι ἀ­πὸ τοὺς Βλά­χους, ποὺ δὲν ἔρ­χον­ταν σὲ ἐ­πι­μει­ξί­α με­τα­ξύ τους, ἀλ­λὰ οὔ­τε καὶ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ ἀ­λι­σβε­ρί­σι εἶ­χαν…

     Ὁ τρό­πος ζω­ῆς τους ἦ­ταν ὀρ­γα­νω­μέ­νος μὲ ἕ­να εἶ­δος ποι­με­νι­κῆς συ­νερ­γα­σί­ας, τὸ «Τσε­λιγ­κά­το». Εἴ­τε βρί­σκον­ταν στὰ βου­νὰ γι­ὰ ξε­κα­λο­και­ρι­ό, εἴ­τε τὸ χει­μῶνα στὰ χει­μα­δι­ά, ἀ­δέρ­φι­α, πρω­το­ξα­δέρ­φι­α καὶ δεύ­τε­ρα ξα­δέρ­φι­α ἔ­σμι­γαν τὰ κο­πά­δι­α τους σὲ ἕ­να εἶ­δος συ­νε­ται­ρι­σμοῦ, γι­ὰ τὴν καλ­ύ­τε­ρη πα­ρα­γω­γι­κὴ συ­νερ­γα­σί­α καὶ δι­ά­θε­ση τῶν κτη­νο­τρο­φι­κῶν τους προ­ϊ­όν­των. Ἀρ­χη­γὸς τοῦ «Τσε­λιγ­κά­του» ἦ­ταν ὁ τσέ­λιγ­κας (ἀρ­χι­ποι­μέ­νας), πλού­σι­ος κτη­νο­τρό­φος, μὲ πολ­λὰ πρό­βα­τα, ποὺ ξε­χώ­ρι­ζε γι­ὰ τὶς ἱ­κα­νό­τη­τές του: ἔ­ξυ­πνος, δυ­να­μι­κός, κοι­νω­νι­κός, εὐ­έ­λι­κτος, τολ­μη­ρός, ἔν­τι­μος καὶ δί­και­ος…

     Αὐ­τὸς κα­νό­νι­ζε σχε­δὸν τὰ πάν­τα ποὺ εἶ­χαν σχέ­ση μὲ τὸ τσε­λιγ­κά­το (ἐ­νοι­κί­α­ση βο­σκο­τό­πων, πώ­λη­ση γά­λα­κτος καὶ τυ­ρο­κο­μι­κῶν προ­ϊ­όν­των,  ἀρ­νι­ῶν, μαλ­λι­ῶν κ.τ.λ.). Εἶ­χε ὅ­μως καὶ κοι­νω­νι­κὸ ρό­λο στὴ στά­νη: συμ­βού­λευ­ε -μα­ζὶ μὲ τοὺς γε­ρον­τό­τε­ρους- καὶ ἔ­λυ­νε δι­α­φο­ρές. Ὅ­λοι οἱ σμίχ­τες εἶ­χαν συμ­με­το­χὴ στὰ κέρ­δη καὶ τὶς ζη­μι­ὲς τοῦ κο­πα­δι­οῦ. Τοῦ Ἁ­γί­ου Δη­μη­τρί­ου γι­ὰ τὸ κα­λο­καί­ρι καὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου γι­ὰ τὸ χει­μῶνα ἔ­κα­ναν λο­γα­ρι­α­σμὸ καὶ ἀ­πο­λο­γι­σμὸ τῶν ἐ­σό­δων καὶ ἐ­ξό­δων τοῦ τσε­λιγ­κά­του καὶ πάν­τα κρα­τοῦ­σαν πα­ρα­στα­τι­κὰ (τεφ­τέ­ρι­α). Οἱ Τσο­πα­να­ραῖ­οι ἦ­ταν αὐ­τοὶ ποὺ εἶ­χαν λί­γα ἢ κα­θό­λου πρό­βα­τα καὶ δὲν εἶ­χαν δι­κό τους τσε­λιγ­κά­το. Μὲ τὰ πρό­βα­τα, ἀλ­λὰ καὶ τὰ ἄλ­λα ζῶ­α τοὺς ἔ­δε­νε στε­νὴ σχέ­ση. Τὰ φρόν­τι­ζαν καὶ τὰ πρό­σε­χαν ἰ­δι­αί­τε­ρα, ἀ­φοῦ ἦ­ταν γι᾿ αὐ­τοὺς ὅ­λη τους ἡ πε­ρι­ου­σί­α.

 

     Τὸ σπί­τι τῶν Σα­ρα­κατ­σα­ναί­ων (τὸ κο­νά­κι), ποὺ τὸ κα­τα­σκεύ­α­ζαν μό­νοι τους, ἦ­ταν ἕ­να κα­λύ­βι μὲ σά­λω­μα καὶ ἦ­ταν δύ­ο τύ­πων: α) τὸ ὀρ­θὸ κο­νά­κι (κω­νο­ει­δὴς κα­λύ­βα), ποὺ κα­τέ­λη­γε στὴν κο­ρυ­φή του σὲ σταυ­ρὸ καὶ εἶ­χε στὸ κέν­τρο τὴν ἑ­στί­α (φω­το­γώ­νι) καὶ γύ­ρω-γύ­ρω δι­α­σκευ­α­σμέ­νους χώ­ρους ὅ­που το­πο­θε­τοῦ­σαν ροῦ­χα, εἴ­δη μα­γει­ρι­κῆς κ.τ.λ., ἐ­νῶ ὑ­πῆρ­χε στα­θε­ρὴ θέ­ση γι­ὰ τὸ εἰ­κό­νι­σμα β) ὁ πλά­γι­ος τύ­πος μὲ δίρ­ριχ­τη στέ­γη ποὺ κα­τα­σκευ­α­ζό­ταν ἀ­πὸ κορ­μοὺς δέν­τρων, ξύ­λα (πε­λε­κού­δι­α) καὶ κλα­δι­ὰ ἐ­λά­των (μπάτ­σες). Τὰ «κο­νά­κι­α», ὁ οἰ­κι­σμὸς δηλ. τὸ σύ­νο­λο τῶν νο­μα­δι­κῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν ἀ­πο­τε­λοῦ­σε τὴ Στά­νη. Στά­νη καὶ τσε­λιγ­κά­το δὲν ταυ­τί­ζον­ταν. Μπο­ρεῖ μί­α στά­νη νὰ εἶ­χε δύ­ο ἢ πε­ρισ­σό­τε­ρα τσε­λιγ­κά­τα. Τὸ ἀν­τί­στρο­φο ὄ­χι.

     Ἡ Σα­ρα­κατ­σά­νι­κη οἰ­κο­γέ­νει­α ἦ­ταν πα­τρι­αρ­χι­κή. Αὐ­στη­ρὴ πει­θαρ­χί­α καὶ ἄ­γρα­φοι ἀ­πα­ρα­σά­λευ­τοι νό­μοι ὅ­ρι­ζαν τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ κά­θε μέ­λους της.

     Ἀρ­χη­γὸς τῆς οἰ­κο­γέ­νει­ας ἦ­ταν ὁ ἄν­δρας, ὁ πα­τέ­ρας. Στὸν πα­τέ­ρα καὶ  τὴ μά­ννα ὑ­πῆρ­χε ἀ­πό­λυ­τος σε­βα­σμός. Τὸ κο­ρίτ­σι τὸ χα­ρα­κτή­ρι­ζε ἡ ντρο­πα­λο­σύ­νη, ἡ κα­λὴ ἀ­να­τρο­φὴ καὶ ὁ κα­λὸς ψυ­χι­κὸς κό­σμος. Τὸ ἀ­γό­ρι ἔ­πρε­πε νὰ ἦ­ταν σε­μνό, συγ­κρα­τη­μέ­νο στὶς πρά­ξεις, τὰ λό­γι­α καὶ τοὺς τρό­πους του. Ὁ στυ­λο­βά­της ὅ­μως τῆς οἰ­κο­γέ­νει­ας ἦ­ταν ἡ γυ­ναῖκα, ποὺ σή­κω­νε ὅ­λο τὸ βά­ρος τῶν εὐ­θυ­νῶν. Αὐ­τὴ εἶ­χε κα­θη­με­ρι­νὰ ἀ­να­λά­βει ὅ­λες τὶς δου­λει­ὲς τοῦ νοι­κο­κυ­ρι­οῦ (νὰ φέ­ρει ξύ­λα, ν᾿ ἀ­νά­ψει φω­τι­ά, νὰ φέ­ρει νε­ρὸ ἀ­πὸ τὴ βρύ­ση μὲ τὴ βα­ρέ­λα, νὰ πε­ρι­ποι­η­θεῖ τὰ παι­δι­ά, νὰ κά­μει τὸ νοι­κο­κυ­ρι­ὸ τοῦ κο­να­κι­οῦ κ.τ.λ.), ἀλ­λὰ καὶ τὶς ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς δου­λει­ὲς τῶν προ­βά­των (πα­ρα­γω­γὴ γα­λα­κτο­κο­μι­κῶν προ­ϊ­όν­των, κα­τα­σκευ­ή, στρώ­σι­μο, ξέ­στρω­μα μαν­τρι­ῶν κ.τ.λ.). Ἡ ρό­κα, γι­ὰ τὸ γνέ­σι­μο τοῦ μαλ­λι­οῦ, ἦ­ταν ἡ ἀ­χώ­ρι­στη συν­τρο­φι­ά της. Ὅ­που κι ἂν πή­γαι­νε τὴν εἶ­χε μα­ζί της. Τὸ γνέ­σι­μο τοῦ μαλ­λι­οῦ ἦ­ταν γι­ὰ τὴ Σα­ρα­κατ­σά­να εὐ­χα­ρί­στη­ση καὶ «σκό­λη». Ἐ­κεῖ­νο ὅ­μως ποὺ τὴν κρα­τοῦ­σε «σκλα­βω­μέ­νη» ἦ­ταν ὁ ἀρ­γα­λει­ός. Ἡ Σ. ἦ­ταν μί­α ἀ­φα­νὴς ἡ­ρω­ΐ­δα τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς. Ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πη­ρε­τεῖ τὴν οἰ­κο­γέ­νει­α μὲ θρη­σκευ­τι­κὴ εὐ­λά­βει­α καὶ προ­σή­λω­ση. Ἐ­νέ­πνε­ε ὅ­μως σε­βα­σμὸ καὶ ἔ­χαι­ρε ἐ­κτί­μη­ση, ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­ταν γί­νον­ταν μη­τέ­ρα.

     Ἡ παι­δεί­α τῶν Σα­ρα­κατ­σά­νων ἦ­ταν σχε­δὸν ἀ­νύ­παρ­κτη. Οἱ σκλη­ρὲς συν­θῆ­κες ζω­ῆς καὶ οἱ συ­νε­χεῖς με­τα­κι­νή­σεις τους στὶς ὀ­ρει­νὲς πε­ρι­ο­χὲς δὲν  ἐ­πέ­τρε­παν τὴ μόρ­φω­ση τῶν παι­δι­ῶν τους σὲ Σχο­λεῖ­α. Κά­ποι­α τσε­λιγ­κά­τα, τὸ κα­λο­καί­ρι, μὲ δι­κά τους ἔ­ξο­δα μί­σθω­ναν δά­σκα­λο, συ­νή­θως συν­τα­ξι­οῦ­χο, γι­ὰ νὰ δώ­σει κά­ποι­ες γνώ­σεις στὰ παι­δι­ά. Τὰ παι­δι­ὰ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν τὰ μα­θή­μα­τα σὲ μί­α εἰ­δι­κὰ δι­α­μορ­φω­μέ­νη κα­λύ­βα, τὸ «δα­σκα­λο­κά­λυ­βο». Εἶ­χαν ὅ­μως μί­α βα­θει­ὰ αἴ­σθη­ση τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ γλωσ­σι­κοῦ ὀρ­γά­νου. Ἀ­πὸ τὶς ἀ­φη­γή­σεις τους δι­α­πι­στώ­νει κα­νεὶς μί­α λι­τό­τη­τα καὶ πα­ρα­στα­τι­κό­τη­τα στὴν ἔκ­φρα­ση, ἐ­νῶ στὰ τρα­γού­δι­α τους φαί­νε­ται μία­ βα­θει­ὰ αἴ­σθη­ση τοῦ ρυθ­μοῦ καὶ τοῦ μέ­τρου.

 

     Οἱ Σα­ρα­κατ­σά­νοι ἦ­ταν πι­στοὶ χρι­στι­α­νοί, χω­ρὶς με­γά­λη θε­ω­ρη­τι­κὴ κα­τάρ­τι­ση.

     Τε­λοῦ­σαν ὅ­μως τὰ θρη­σκευ­τι­κά τους κα­θή­κον­τα καὶ ἔ­νοιω­θαν δέ­ος γι­ὰ τὰ Μυ­στή­ρι­α, εἰ­δι­κά τοῦ γά­μου καὶ τῆς βά­πτι­σης. Τὶς με­γά­λες γι­ορ­τὲς τῆς Χρι­στι­α­νο­σύ­νης καὶ τὶς ὀ­νο­μα­στι­κὲς γι­ορ­τὲς τὶς γι­όρ­τα­ζαν μὲ με­γα­λο­πρέ­πει­α, ὅ­που κι ἂν βρί­σκον­ταν. Γλεν­τοῦ­σαν συ­χνὰ μὲ χο­ρὸ καὶ τρα­γού­δι­α. Τὰ τρα­γού­δι­α, προ­ϊ­ὸν ἱ­στο­ρι­κῆς καὶ συ­ναι­σθη­μα­τι­κῆς ἐ­σω­τε­ρί­κευ­σης γε­γο­νό­των καὶ κα­τα­στά­σε­ων, κα­τα­τάσ­σον­ται σὲ τρεῖς ἑ­νό­τη­τες: στὰ κλέφ­τι­κα, στὰ ποι­με­νι­κὰ καὶ τῆς λε­βεν­τι­ᾶς, τῆς Χα­ρᾶς (γά­μου) καὶ τῆς ἀ­γά­πης, καὶ τοῦ χω­ρι­σμοῦ καὶ τῆς ξε­νη­τει­ᾶς. Οἱ χο­ροὶ τους λε­βέν­τι­κοι, ἔ­χουν τὴν κα­τα­γω­γή  τους  στὸν  ἀρ­χαῖ­ο  ἑλ­λη­νι­κὸ ρυθ­μό.  Τὸ  παί­ξι­μο τῆς φλο­γέ­ρας –τὸ κα­τε­ξο­χὴν μου­σι­κὸ ὄρ­γα­νο- γι­ὰ τὸ Σα­ρα­κατ­σά­νο τσο­πά­νη ἦ­ταν μί­α ἱ­ε­ρο­τε­λε­στί­α. Ἰ­δι­αί­τε­ρα γλεν­τοῦ­σαν, ὅ­ταν γί­νον­ταν κά­ποι­ος γά­μος στὸ τσε­λιγ­κά­το. Ὁ γά­μος μα­ζὶ μὲ τὴ γέν­νη­ση τῶν παι­δι­ῶν ἀ­πο­τε­λοῦ­σε τοὺς δύ­ο κύ­ρι­ους πό­λους τῆς Σα­ρα­κατ­σά­νι­κης κοι­νω­νί­ας. Ὁ γά­μος ἦ­ταν ἕ­να κοι­νω­νι­κὸ φαι­νό­με­νο πο­λυ­δι­ά­στα­το, μὲ ἕ­να κύ­κλο πρά­ξε­ων, στά­σε­ων, συμ­βό­λων καὶ συμ­πε­ρι­φο­ρῶν. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του ἦ­ταν ἡ ἐν­δο­γα­μί­α. Κοι­νω­νι­κὸς σκο­πὸς τοῦ γά­μου ἦ­ταν ἡ ἀ­να­πα­ρα­γω­γὴ (γέν­νη­ση καὶ ἀ­να­τρο­φὴ παι­δι­ῶν) καὶ ἡ κοι­νω­νι­κὴ κα­τα­νο­μὴ τῆς ἐρ­γα­σί­ας. Ἀλ­λά, καὶ τὸ θά­να­το πε­ρι­βά­λουν μὲ ἕ­να κύ­κλο ἐκ­δη­λώ­σε­ων καὶ πρά­ξε­ων ποὺ φα­νε­ρώ­νει ὅ­τι ἦ­ταν προ­ε­τοι­μα­σμέ­νοι γι­ὰ τὸ ἀ­να­πό­φευ­κτο αὐ­τὸ γε­γο­νός. Στὶς με­τα­κι­νή­σεις τους, στὸ ξε­κα­λο­και­ρι­ὸ ἢ τὸ χει­μα­δι­ό, εἶ­χαν πάν­τα μα­ζί τους τὴ νε­κρο­αλ­λα­ξι­ά. Τὰ τσε­λιγ­κά­τα συ­νέ­βα­λαν ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ στοὺς ἀ­γῶ­νες τῆς ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας. Στὴν ἐ­πα­νά­στα­ση τοῦ 1821 οἱ Σα­ρα­κατ­σι­α­ναῖ­οι ἦ­ταν τὰ στη­ρίγ­μα­τα τῆς κλεφ­του­ρι­ᾶς -ὅ­πως καὶ ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ βου­νοῦ- καὶ τῆς ἐ­ξα­σφά­λι­ζαν τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα. Κά­θε οἰ­κο­γέ­νει­α εἶ­χε δώ­σει κι ἀ­πὸ ἕ­ναν Κλέφ­τη. Πολ­λοὶ ἦ­ταν καὶ οἱ ἐ­πώ­νυ­μοι Σα­ρα­κατ­σά­νοι ἀ­γω­νι­στὲς (Ἁρ­μα­τω­λοὶ καὶ Κλέφ­τες) τῆς προ­ε­πα­να­στα­τι­κῆς καὶ τῆς ἐ­πα­να­στα­τι­κῆς πε­ρι­ό­δου, ὅ­πως οἱ Ἁρ­μα­τωλοὶ τοῦ Καρ­πε­νη­σί­ου Συ­κά­δες, ὁ Β. Δί­πλας, ὁ Χα­σι­ώ­της καὶ ὁ Λε­πε­νι­ώ­της (ἀ­δέλ­φι­α τοῦ Κατ­σαν­τώ­νη), ὁ Φαρ­μά­κης, ὁ Γ. Τσόγ­κας, ὁ Ἀ­ρα­πο­γι­άν­νης, ὁ Λι­ά­κος καὶ κυ­ρί­ως τὰ κα­μά­ρι­α τῶν Σα­ρα­κατ­σα­ναί­ων, ὁ Κατ­σαν­τώ­νης καὶ ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης πο­λε­μι­στὲς καὶ κα­πε­τά­νι­οι τῶν Ἀ­γρά­φων, Τζου­μέρ­κων καὶ Ρού­με­λης. Στὸν Μα­κε­δο­νι­κὸ Ἀ­γῶνα βο­ή­θη­σαν τὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἀν­τάρ­τι­κα Σώ­μα­τα ὡς ὁ­δη­γοί, ἀγ­γε­λι­ο­φό­ροι, τρο­φο­δό­τες καὶ σύν­δε­σμοι. Πε­ρι­έ­θαλ­ψαν τραυ­μα­τί­ες στὶς στά­νες τους, δι­έ­θε­σαν τρό­φι­μα, ἱ­μα­τι­σμό, με­τέ­φε­ραν ὅ­πλα καὶ συμ­με­τεῖ­χαν οἱ ἴ­δι­οι στὰ ἀν­τάρ­τι­κα Σώ­μα­τα, ὅ­πως ὁ ὁ­πλαρ­χη­γὸς Κ. Γα­ρέ­φης κ.ἄ. Ὁ Παῦ­λος Με­λᾶς συ­νερ­γά­στη­κε στε­νὰ μὲ τοὺς Σ. Ἀ­νώ­νυ­μοι ἀ­γω­νι­στὲς ἐ­πί­σης ἀν­τι­στά­θη­καν σ᾿ ὅ­λους τούς κα­τα­κτη­τές…

 

     Αὐ­τὸ ποὺ ἄ­φη­σαν πί­σω τους ὡς κλη­ρο­νο­μι­ὰ οἱ Σα­ρα­κατ­σα­ναῖ­οι δὲν εἶ­ναι μαρ­μά­ρι­να ἀ­γάλ­μα­τα, πί­να­κες ζω­γρα­φι­κῆς, βι­βλί­α προ­γο­νι­κά, ἀλ­λὰ μᾶς κλη­ρο­δό­τη­σαν ὑ­πέ­ρο­χα ξυ­λό­γλυ­πτα καὶ ὄ­μορ­φα ὑ­φαν­τὰ, ἀν­τι­κεί­με­να ποὺ φι­λο­τέ­χνη­σαν γι­ὰ νὰ κά­νουν τὴ ζω­ὴ τους εὐ­κο­λό­τε­ρη. Ἡ γυ­ναῖ­κα ἔφ­τια­χνε μό­νη της τὶς ἀν­τρι­κὲς καὶ γυ­ναι­κεῖ­ες φο­ρε­σι­ές. Με­τὰ τὸν κοῦ­ρο, τὸ ξά­σι­μο τοῦ μαλ­λι­οῦ, τὸ γνέ­σι­μο, ἡ ὕ­φαν­ση, τὸ ρά­ψι­μο ἦ­ταν δι­κι­ά της δου­λει­ά. Οἱ Σα­ρα­κατ­σα­ναῖ­οι δὲ φό­ρε­σαν πο­τὲ ἄλ­λο ξε­νι­κὸ ὕ­φα­σμα, πα­ρὰ μο­νά­χα ὑ­φά­σμα­τα δι­κῆς τους κα­τα­σκευ­ῆς. Ἡ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ σο­βα­ρό­τη­τα τῶν σκού­ρων χρω­μά­των στὶς φο­ρε­σι­ές, τὰ ὑ­πέ­ρο­χα χρώ­μα­τα καὶ σχέ­δια­ στὶς «πα­να­οῦ­λες», τὶς μι­κρὲς πο­δι­ὲς ἀ­πὸ χον­τρὸ μάλ­λι­νο ὕ­φα­σμα, ὁ ὁ­λο­κέν­τη­τος κόκ­κι­νος φλάμ­που­ρας τοῦ γά­μου μὲ θέ­μα­τα αὐ­στη­ρῆς συμ­με­τρί­ας ἀ­νά­με­σα καὶ γύ­ρω ἀ­πὸ τὶς τέσ­σε­ρις γω­νί­ες τοῦ σταυ­ροῦ εἶ­ναι με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ στοι­χεῖ­α τῆς Σα­ρακ. τέ­χνης.

     Σή­με­ρα ἡ ποι­ο­τι­κὴ με­τα­βο­λὴ καὶ ὁ κοι­νω­νι­κὸς με­τα­σχη­μα­τι­σμὸς τῶν Σα­ρα­κατ­σα­ναί­ων εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἡ κά­θο­δός τους ἀ­πὸ τὰ βου­νὰ στὶς πε­δι­ά­δες, ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη τοῦ πλά­νη­τα βί­ου, ἡ ἀ­γρο­τι­κὴ δι­α­βί­ω­ση (ἕ­να μι­κρὸ πο­σο­στὸ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν κτη­νο­τρο­φί­α), ἀλ­λὰ καὶ ἡ ἐ­να­σχό­λη­ση μὲ ἐ­λεύ­θε­ρα ἐ­παγ­γέλ­μα­τα, ἡ συμ­με­το­χή τους στὶς μι­σθω­τὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες, ἰ­δι­ω­τι­κὲς καὶ δη­μό­σι­ες, ἡ ἀ­νά­δει­ξή τους στὴν ἐ­πι­στή­μη, τὶς τέ­χνες, τὰ γράμ­μα­τα καὶ τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μόρ­φω­σαν μί­α Σα­ρακ. κοι­νω­νί­α ποὺ συν­δυ­ά­ζει τὴν πα­ρά­δο­ση μὲ τὸν ἐκ­συγ­χρο­νι­σμό. Ἰ­δι­αί­τε­ρα δι­έ­πρε­ψαν στὶς Ἐ­πι­στῆ­μες, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πάρ­χει το­μέ­ας στὸν ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ χῶ­ρο, στὸν ὁ­ποῖο­ νὰ μὴν ἔ­χουν συμ­με­το­χὴ οἱ Σ. Ὅ­μως οἱ ἀρ­χές τους καὶ οἱ ἀ­ξί­ες τῆς ζω­ῆς δὲν ἄλ­λα­ξαν. Φι­λή­συ­χοι καὶ φι­λό­ξε­νοι, νο­μο­τα­γεῖς, ἀ­ξι­ο­πρε­πεῖς, ἐρ­γα­τι­κοὶ καὶ ἀ­ξι­ό­πι­στοι δι­α­κρί­νον­ται γι­ὰ τὸ μα­χη­τι­κό τους πνεῦ­μα, τὸ σφρί­γος καὶ τὴν ἀ­γω­νι­στι­κό­τη­τά τους…

     Ἀ­πὸ τὸ 1960 καὶ με­τά, ποὺ οἱ Σα­ρα­κατ­σά­νοι δι­α­σκορ­πί­στη­καν στὶς πό­λεις καὶ τὰ χω­ρι­ά, σα­ραν­τα­πέν­τε πο­λι­τι­στι­κοὶ Σύλ­λο­γοι καὶ ἡ Πα­νελ­λή­νια­ Ὁ­μο­σπον­δί­α Συλ­λό­γων Σα­ρα­κατ­σα­ναί­ων (ΠΟΣΣ) προ­σπα­θοῦν νὰ κρα­τή­σουν καὶ νὰ συ­νε­χί­σουν τὴ Σ. πα­ρά­δο­ση καὶ νὰ ἀν­τι­στα­θοῦν στὴν ἀ­φο­μοι­ω­τι­κὴ καὶ ἰ­σο­πε­δω­τι­κὴ τά­ση τῆς ἐ­πο­χῆς μας, μὲ τὸ νὰ συγ­κεν­τρώ­νουν καὶ νὰ κα­τα­γρά­φουν τὰ Σ. τρα­γού­δι­α, νὰ μα­θαί­νουν τοὺς χο­ροὺς στοὺς νέ­ους, δι­α­τη­ρών­τας δι­κά τους χο­ρευ­τι­κὰ συγ­κρο­τή­μα­τα.

     Μὲ τὰ τμή­μα­τα γε­ρόν­των ἀ­να­πα­ρά­γουν τὸ πλού­σι­ο καὶ ἀ­νε­ξάν­τλη­το ὑ­λι­κό, ἀ­φοῦ οἱ γέ­ρον­τες εἶ­ναι οἱ μο­να­δι­κοὶ ἀ­δι­ά­ψευ­στοι μάρ­τυ­ρες τῆς Σα­ρακ. ἱ­στο­ρί­ας. Με­γά­λη εἶ­ναι ἡ προ­σφο­ρὰ στὴ δι­ά­δο­ση τοῦ Σα­ρακ. τρα­γου­δι­οῦ, τῶν Σ. τρα­γου­δι­στῶν, ἐ­παγ­γελ­μα­τι­ῶν καὶ μή, ποὺ ἔ­χουν ἠ­χο­γρα­φή­σει σὲ δί­σκους καὶ κα­σσέ­τες τὰ τρα­γού­δι­α τους. Τὸ Λα­ο­γρα­φι­κὸ Μου­σεῖ­ο Σα­ρα­κατ­σά­νων στὶς Σέρ­ρες, ὅ­που ἐ­κτί­θε­ται αὐ­θεν­τι­κὸ ὑ­λι­κὸ ἀ­π᾿ ὅ­λες τὶς  πε­ρι­ο­χὲς τῆς Ἑλ­λά­δας ποὺ ἔ­χει σχέ­ση μὲ τὴ ζω­ὴ καὶ τὴ λα­ϊ­κὴ τέ­χνη τῶν Σα­ρα­κατ­σά­νων, ἔ­τυ­χε Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς ἀ­να­γνώ­ρι­σης καὶ βρα­βεύ­τη­κε ἀ­πὸ τὴν  Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ Ἐ­πι­τρο­πὴ Μου­σεί­ων. Ὑ­πάρ­χουν ὅ­μως Μου­σεῖ­α, μι­κρό­τε­ρης ἴ­σως ἐμ­βέ­λει­ας, καὶ σὲ ἄλ­λες πό­λεις τῆς Ἑλ­λά­δας μὲ ὑ­λι­κὸ ἀ­πὸ τὴ λα­ϊ­κὴ τέ­χνη καὶ τὴ ζω­ὴ τῶν Σα­ρα­κατ­σα­ναί­ων. Ὑ­παί­θρι­οι πα­ρα­δο­σι­α­κοὶ οἰ­κι­σμοὶ (Στά­νες) σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τῆς χώ­ρας κα­τα­σκευ­ά­στη­καν ἀ­πὸ Συλ­λό­γους καὶ ἀ­να­βι­ώ­νουν σκη­νὲς ἀ­πὸ τὴν κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ὴ τῶν Σ. Ἔν­τυ­πο ὑ­λι­κὸ κυ­κλο­φο­ρεῖ γι­ὰ ἐ­νη­μέ­ρω­ση τῶν ἁ­παν­τα­χοῦ Σ., ὅ­πως ἡ «Ἠ­χὼ τῶν Σα­ρα­κατ­σα­ναί­ων» ποὺ ἐκ­δί­δε­ται ἀ­πὸ τὴν ΠΟΣΣ, τὸ ἐ­τή­σι­ο πε­ρι­ο­δι­κὸ «Σα­ρα­κατ­σα­ναῖ­οι» ἀ­πὸ τὴν Ἀ­δελ­φό­τη­τα Σ. Ἠ­πεί­ρου, ἡ ἐ­φη­με­ρί­δα “Σα­ρα­κατσ. Χαι­ρε­τή­μα­τα” ἀ­πὸ τῶν ἐν Ἀθή­ναις Σα­ρακ. Ἠ­πεί­ρου, τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ «Τὰ Δέ­ον­τα τῶν Σα­ρα­κατ­σα­ναί­ων» ἀ­πὸ τὸ Σύν­δε­σμο Σα­ρακ. Φθι­ώ­τι­δας κ.ἄ. Σὲ Συ­νέ­δρι­α πα­νελ­λή­νι­α καὶ Ἡ­με­ρί­δες μὲ εἰ­ση­γη­τὲς δι­ά­φο­ρους ἐ­πι­στή­μο­νες συ­ζη­τοῦν­ται ποι­κί­λα θέ­μα­τα σχε­τι­κὰ μὲ τοὺς Σα­ρα­κατ­σα­ναί­ους. Τὸ Πα­νελ­λή­νι­ο Ἀν­τά­μω­μα στὸ Περ­τού­λι Τρι­κά­λων τὴν τε­λευ­ταί­α Κυ­ρι­α­κή τοῦ Ἰ­ου­νί­ου καὶ ἄλ­λα το­πι­κά, σὲ θέ­σεις ποὺ συ­νή­θως ξε­κα­λο­καίρια­ζαν οἱ Σ., πού γί­νον­ται κά­θε χρό­νο κα­θὼς ἐ­πί­σης, συ­νε­στι­ά­σεις, συ­νά­ξεις καὶ χο­ρο­ε­σπε­ρί­δες βο­η­θοῦν στὴ δι­α­τή­ρη­ση τῆς πα­ρά­δο­σης, ἀλ­λὰ καὶ στὴ σύ­σφι­ξη τῶν  σχέ­σε­ων με­τα­ξὺ τῶν Σ. Τέ­τοι­α το­πι­κὰ ἀν­τα­μώ­μα­τα ὀρ­γα­νώ­νον­ται στὸ  Βε­λού­χι (θέ­ση Ἅ­γι­οι Ἀ­πό­στο­λοι Μερ­κά­δας) τὴν πρώ­τη Κυ­ρι­α­κή τοῦ Ἰ­ου­λί­ου ἀ­πὸ τὸ Σύν­δε­σμο Σ. Φθι­ώ­τι­δας, στὴν Πάρ­νη­θα (στὴ θέ­ση Μό­λα) τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ἀ­πὸ τοὺς Συλ­λό­γους Συλλ. Ἀτ­τι­κῆς, στὸ Γυφ­τό­καμ­πο (κεν­τρι­κὸ Ζα­γό­ρι Ἠ­πεί­ρου) τὴν πρώ­τη Κυ­ρι­α­κή τοῦ Αὐ­γού­στου ἀ­πὸ τὴν Ἀ­δελ­φό­τη­τα Σα­ρακ. Ἠ­πεί­ρου, στὴν Ἐ­λα­τει­ὰ Δρά­μας (θέ­ση Μπου­ζά­λα) στὶς  20 Ἰ­ου­λί­ου ἀ­πὸ τοὺς Συλ­λό­γους Σ. Μα­κε­δο­νί­ας καὶ Θρά­κης, στὸ Ὄ­ρος Βό­ρας (Κα­ϊ­μα­κτσα­λάν) στὶς 22 Αὐ­γού­στου ἀ­πὸ τοὺς Συλλ. Σα­ρακ. κεν­τρι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας, κ.ἄ. Ἐ­πί­σης στὴ Βουλ­γα­ρί­α στὸ Ὄρος Κα­ραν­τί­λα (Σλί­βεν) ἀ­πὸ τὴν Ὁ­μο­σπον­δί­α Συλλ. Σα­ρακ., πού ἔ­χουν μεί­νει ἐ­κεῖ με­τὰ τὸ κλεί­σι­μο τῶν συ­νό­ρων, ἀλ­λὰ δι­α­τη­ροῦν τὴ γλῶσ­σα, τὰ ἤ­θη καὶ τὰ ἔ­θι­μα τῆς Σα­ρακ. πα­ρά­δο­σης…

     Πολ­λοὶ εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι, Ἕλ­λη­νες καὶ ξέ­νοι, ἐ­ρευ­νη­τές, Λα­ο­γρά­φοι, κοι­νω­νι­ο­λό­γοι, ἱ­στο­ρι­κοὶ ποὺ ἀ­σχο­λή­θη­καν καὶ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὴ ζω­ὴ καὶ τὸν πο­λι­τι­σμὸ τῶν Σα­ρα­κα­τα­ναί­ων, ὅ­πως οἱ Λα­ο­γρά­φοι Ἀγ­γε­λι­κὴ Χατ­ζη­μι­χά­λη ποὺ με­λέ­τη­σε τὸν ποι­με­νι­κὸ βί­ο τῶν Σα­ρακ., οἱ Ε. Μα­κρῆς, Ἰ. Μπο­τός, Π. Ἀ­ρα­βαν­τι­νός, Δ. Γε­ωρ­γα­κᾶς, Ν. Βέ­ης, Ν. Ζυ­γο­γι­άν­νης, ὁ ἀν­θρω­πο­λό­γος δι­δά­κτωρ Ἄ­ρης Που­λι­α­νὸς ποὺ ἔ­δω­σε νέ­α δι­ά­στα­ση στὸ θέ­μα τῆς προ­έ­λευ­σης τῶν Σα­ρα­κατ­σα­ναί­ων, οἱ κα­θη­γη­τὲς κοι­νω­νι­ο­λο­γί­ας Γ. Καβ­βα­δί­ας, Δ. Μαυ­ρό­γι­αν­νης, καὶ οἱ Garsten Hoeg, J. K. Campbell, Patrick leigh fermor, Glaube Fauriel. κ.ἄ…

 

Σχετικά

ΟΙ ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΟΙ ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΤΟΥΣ · Ε.Ρω.