ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Περιστατικά από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση – Ὁ γε­ρω–Ἀ­να­νί­ας

11 Δεκεμβρίου 2020 · 2 λεπτά

 

Στό Κελ­λί τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου τό ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νον τῶν Σκουρ­ταί­ων, ἄ­νω­θεν τῶν Κα­ρε­ῶν, ἀ­σκή­θη­κε ὁ π. Παρ­θέ­νιος καί με­τά θά­να­τον εὐ­ω­δί­α­σαν τά Λεί­ψα­νά του. Στό ἴ­διο Κελ­λί ἐ­κοι­μή­θη καί ἐ­τά­φη καί ὁ ὅ­σιος Νι­κό­δη­μος ὁ Ἁ­γι­ο­ρεί­της. 

Στό αὐ­τό Κελ­λί ἔ­ζη­σε καί ἐ­κοι­μή­θη σέ ἡ­λι­κί­α 107 ἐ­τῶν καί ὁ ἐ­νά­ρε­τος καί εὐ­λα­βής γέ­ρω–Ἀ­να­νί­ας. Ὑ­πῆρ­ξε με­γά­λος νη­στευ­τής καί τα­πει­νή ψυ­χή. Ἔ­τρω­γε μί­α φο­ρά τήν ἡ­μέ­ρα καί μά­λι­στα λί­γο. Προ­τι­μοῦ­σε κυ­ρί­ως τά χόρ­τα. Κρα­σί ἔ­πι­νε, ὅ­ταν εἶ­χε κα­τά­λυ­ση σ᾿ ἕ­να φλυ­τζά­νι τοῦ κα­φέ γιά εὐ­λο­γί­α.   

 Ὁ γε­ρω–Ἀ­να­νί­ας ἦ­ταν 90 χρό­νων ὅ­ταν πῆ­ρε ὑ­πο­τα­κτι­κό, τόν ὁ­ποῖ­ον συμ­βο­ύ­λευ­ε: «Μήν κά­νης πα­ρέ­α μέ κο­σμι­κούς. Καί Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου νά κα­τέ­βη, μπο­ρεῖ καί νά χα­λά­ση στίς Κα­ρυ­ές, ὅ­ταν κά­νη πα­ρέ­α μέ το­ύς κο­σμι­κο­ύς. Εἶ­δαν πολ­λά τά μά­τια μου».  

Ὅ­ταν ὁ ὑ­πο­τα­κτι­κός του ἀρ­γοῦ­σε νά γυ­ρί­ση ἀ­πό τίς Κα­ρυ­ές, δέν τοῦ ἄ­νοι­γε. Ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἔ­λε­γε: «Εὐ­λό­γη­σον, ἄλ­λη φο­ρά δέν θ᾿ ἀρ­γή­σω», καί τό­τε ἄ­νοι­γε καί κλαί­γον­τας ρω­τοῦ­σε: «Για­τί ἄρ­γη­σες; Ἐγώ σέ ἀ­γα­πῶ. Ποι­ός εἶ­ναι ὁ προ­ο­ρι­σμός μας; Για­τί ἐγ­κα­τα­λεί­ψα­με τά πάν­τα καί ἤρ­θα­με ἐ­δῶ; Γιά νά γυ­ρί­ζου­με σουρ­τού­κη­δες ἀ­πό δῶ καί ἀ­πό κεῖ;». 

Κρα­τοῦ­σε πάν­τα τό κομ­πο­σχο­ί­νι στό χέ­ρι του. Τή νύ­χτα ψι­θύ­ρι­ζε συ­νε­χῶς τήν εὐ­χή καί τόν ἄ­κου­γε ὁ ὑ­πο­τα­κτι­κός του πού κοι­μό­ταν στό ἴ­διο Κελ­λί. Τήν ἀ­κο­λου­θί­α δέν τήν ἄ­φη­νε, μέ­χρι πού βγῆ­κε ἡ ψυ­χή του. Δι­ά­βα­ζε ὄρ­θιος ἀ­κουμ­πών­τας τά χέ­ρια του στό τρα­πέ­ζι. Ἅ­μα κου­ρα­ζό­ταν, κα­θό­ταν στό κρεβ­βά­τι καί ἔ­κα­νε κομ­πο­σχο­ί­νι. Ἔ­πει­τα συ­νέ­χι­ζε τήν ἀ­κο­λου­θί­α.  

Ἔ­λε­γε ὁ γε­ρω–Ἀ­να­νί­ας: «Ἄν φύ­γη ἕ­να κα­λο­γέ­ρι ἀ­πό τόν Γέ­ρον­τά του, πρέ­πει ὁ Γέ­ρον­τας νά λυ­ώ­ση τρί­α ζευ­γά­ρια πα­πού­τσια γιά νά τόν βρῆ καί νά τόν φέ­ρη πί­σω. Μόνο τότε δέν ἔ­χει ἁ­μαρ­τί­α (εὐ­θύ­νη) ὁ Γέ­ρον­τας ἅ­μα δέν γυ­ρί­ση τό κα­λο­γέ­ρι». 

Ἔ­λε­γε: «Μήν ψά­χνης γιά κα­λο­γέ­ρι. Ἄν εἶ­ναι νἄρ­θη, θά σοῦ τό στεί­λει ὁ Ἅ­γιος τοῦ Κελ­λιοῦ». 

Ὅ­ταν ὁ γε­ρω–Ἀ­να­νί­ας ἔ­γι­νε 107 ἐ­τῶν, τοῦ εἶ­πε ὁ για­τρός τήν τε­λευ­ταί­α Σα­ρα­κο­στή: «Φά­ε, Γέ­ρον­τα, για­τί εἶ­σαι ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος». Δέν ἤθελε. «Τί; Χορ­τᾶ­τος νά πά­ω;», εἶ­πε. Προ­γνώ­ρι­σε τήν κοί­μη­σή του. Ἦ­ταν Μ. Πέμ­πτη, καί τόν ρώ­τη­σε ὁ ὑ­πο­τα­κτι­κός του π. Νι­κό­δη­μος, τί θέλει νά τοῦ ἑ­τοι­μά­ση νά φά­η. Τοῦ εἶ­πε: «Τί νά ἑ­τοι­μά­σης, ἀ­φοῦ σέ λί­γες μέ­ρες θά πε­θά­νω». Καί μέ ἁ­πλό­τη­τα ὁ ὑ­πο­τα­κτι­κός τόν ρώ­τη­σε: «Γέ­ρον­τα, πῶς ξέ­ρεις ὅ­τι θά πε­θά­νεις; Πό­τε θά πε­θά­νεις;». Σκέ­φθη­κε λί­γο καί ἀ­πάν­τη­σε: «Θά φά­ω καί τό κόκ­κι­νο αὐ­γό καί με­τά». Καί πράγ­μα­τι, γι­όρ­τα­σε τό Πά­σχα, ἔ­φα­γε τό κόκ­κι­νο αὐ­γό καί τήν Δεύ­τε­ρη μέ­ρα τοῦ Πά­σχα ἐ­κοι­μή­θη ἐν Κυ­ρί­ῳ εἰ­ρη­νι­κά. 

Λαυ­ρι­ώ­της Γέ­ρον­τας μαρ­τυ­ρεῖ ὅ­τι, ὅ­ταν ἦ­ταν νέ­ος μο­να­χός, τοῦ ἀ­νέ­θε­σαν ὡς δι­α­κό­νη­μα τό Κοι­μη­τή­ρι. Ἔ­κα­νε τήν ἀ­να­κο­μι­δή ἑ­πτά μο­να­χῶν. Ἑνός ἐξ αὐ­τῶν τά ὀ­στᾶ εἶ­χαν ἔν­το­νη εὐ­ω­δί­α. Τό ὄ­νο­μά του δέν τό θυ­μᾶ­ται ἀ­κρι­βῶς. Ὠ­νο­μά­ζε­το Ἀ­να­νί­ας Ἀ­ζα­ρί­ας

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

 

Σχετικά