ON AIR — ERO — RadioFrequency
Enomeni RomiosiniEnomeni RomiosiniCENTER FOR UNITY AND STUDY -
PROMOTING OUR VALUES
IMPORTANT
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

ΣΤΗΝ ΑΓΝΩΣΤΗ ΗΡΩΪΔΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ*

1 August 2013 · 3 min read

XVRIO

Σα­ΐ­τη Χα­ρά

 

Κά­θε πρω­ΐ ξυ­πνά­ω ἀ­πὸ τὸ γκὰπ-γκοὺπ ποὺ κά­νει τὸ τσε­κού­ρι της πά­νω στὰ ξύ­λα. Μέ­σα στὸ πρω­ϊνὸ τσά­φι, γρι­ὰ κι ἄρ­ρω­στη γυ­ναῖκα αὐ­τή, πά­νω ἀ­πὸ 75, σκί­ζει τὰ κούτ­σου­ρα γι­ὰ τὸ τζά­κι της καὶ τὰ μά­γου­λά της ρο­δί­ζουν σὰν τὴν αὐ­γὴ ποὺ ἀ­χνο­φέγ­γει πί­σω ἀπ᾿ τὸ σπι­τά­κι της.

Μέ­χρι νὰ πι­ῶ ἐ­γὼ τὸν κα­φέ μου, ἐ­κεί­νη ἔ­χει μα­γει­ρέ­ψει, ἔ­χει τα­γί­σει τὶς κό­τες, ἔ­χει ἀρ­μέ­ξει τὴ γί­δα της, ἔ­χει σκου­πί­σει τὴν αὐ­λή της καὶ μπαί­νει στὸν κῆ­πο της.

Φεύ­γον­τας γι­ὰ τὴ δου­λει­ά μου, τὴ χαι­ρε­τά­ω ἀ­π᾿ τὸ αὐ­το­κί­νη­το μὲ τὸ χέ­ρι. Εἶ­ναι σκυμ­μέ­νη στὸν κῆ­πο της καὶ σκά­βει. Βά­ζει πα­τά­τα καὶ μι­σο­ση­κώ­νε­ται γι­ὰ νὰ μοῦ ἀν­τα­πο­δώ­σει τὸ κα­λη­μέ­ρι­σμα. Λί­γες ἄ­σπρες τοῦ­φες ἀ­π᾿  τὰ μαλ­λι­ὰ της ξε­φεύ­γουν ἀ­π᾿ τὸ μαῦ­ρο κε­φα­λο­μάν­τη­λο.

Ὅ­ταν ἐ­γὼ ἐ­πι­στρέ­φω, ἀρ­γὰ τὸ ἀ­πό­γευ­μα, τὴ βρί­σκω στὸν πί­σω κῆ­πο μὲ τὰ λα­χα­νι­κά.

–         «Τί ἀ­γω­νι­έ­σαι πά­λι θει­ά;». Κι ἐ­κεί­νη μὲ τὸ χα­μό­γε­λο πάν­τα, σὰν νὰ ἀ­πο­λο­γεῖ­ται:

–         «Τί νὰ κά­νω, γι­ὲ μ᾿, δύ­ο πραμ­μα­τά­κι­α γι­ὰ τὰ παι­δι­ά. Ἀ­μέ, ποῦ νὰ τρέ­χω ν᾿ ἀ­γο­ρά­ζω;».

Τὸ βρα­δά­κι θὰ πή­ξει τὸ τυ­ρί της, τὴ γι­α­ούρ­τη της, θὰ ἀ­νοί­ξει φύλ­λο γι­ὰ λα­χα­νό­πι­ττα. Κι ὅ­ταν θὰ τε­λει­ώ­σει ὅ­λα αὐ­τά, θὰ στρω­θεῖ δί­πλα στὴ φω­τίτ­σα της νὰ πλέ­ξει. Τό­σες ἀγ­γο­νι­ὲς εἶ­ναι ἀ­κό­μη ἀ­νύ­παν­τρες, νὰ μὴν ἔ­χουν κά­τι ἀ­π᾿ τὴ γι­α­γι­ά τους;

Ὅ­ταν ἔ­χει λι­α­κά­δα βά­ζει τὴ σκά­φη καὶ μο­σκο­πλέ­νει τὰ σκου­τι­ά της. Με­τὰ θὰ βγεῖ στὴ γύ­ρα νὰ φέ­ρει προ­σα­νάμ­μα­τα. Τὰ κου­βα­λά­ει ὅ­λα στὴν πλά­τη. Ὅ­ταν βρί­σκει λά­χα­να -καὶ ξέ­ρει αὐ­τὴ νὰ τὰ ξε­χω­ρί­ζει ἀ­πὸ μα­κρι­ὰ-  γε­μί­ζει ἕ­να τσου­βά­λι καὶ τὸ με­τα­φέ­ρει πά­νω στὸ κε­φά­λι της.

Χα­ρο­κα­μέ­νη καὶ κα­κο­πε­ρα­σμέ­νη, δὲν βα­ρυγ­κό­μι­σε πο­τέ της. Πο­λέ­μους, ἐμ­φύ­λι­ο, κα­το­χή, ξύ­λο καὶ κα­κου­χί­ες ἀ­πὸ παι­δά­κι. Ἀ­γράμ­μα­τη, κου­βα­λά­ει τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ πο­λι­τι­σμὸ στὸ κύτ­τα­ρο, ὅ­πως τῆς τὸν πέ­ρα­σε ἀ­πὸ στό­μα σὲ στό­μα ἡ μά­ννα της κι ἡ βά­βω της.

Ἀλ­λὰ ἡ ζω­ή, ζω­ὴ εἶ­ναι. Μό­νη της ἔ­χει μεί­νει ἡ κα­ψε­ρή, «ἕ­να κούτ­σου­ρο». Τὰ παι­δι­ὰ της παν­τρε­μέ­να, ζοῦ­νε δι­ά­σπαρ­τα ὁ ἕ­νας ἐ­δῶ, ὁ ἄλ­λος ἐ­κεῖ. Ἡ ἔν­νοι­α της τὰ συν­τρο­φεύ­ει πάν­τα. Στὸν ἕ­να δὲν ἀ­ρέ­σει τὸ τυ­ρὶ πο­λὺ ἁλ­μυ­ρό, στὸν ἄλ­λο νὰ δώ­σει πι­ὸ πο­λὺ πα­τά­τα, πέρ­σι δὲν τὸν ἔφ­τα­σε. Που­λά­κι­α νὰ βά­λει και­νούρ­γι­α, τὴν τρῶ­νε τὴν κο­τό­σου­πα τὰ παι­δι­ά. Καὶ οἱ προ­μή­θει­ες τα­ξι­δεύ­ουν κά­θε τό­σο, γι­ὰ τὴν Ἀ­θή­να, γι­ὰ τὴ Λευ­κά­δα… 

Κά­θε βρά­δυ ὀ­σμί­ζε­ται τὸν ἀ­γέ­ρα, πί­σω ἀ­π᾿ τὴ μι­σά­νοιχ­τη πόρ­τα, νὰ δεῖ τί και­ρὸ θὰ κά­νει. Μὴ ρί­ξει πά­χνη αὔ­ρι­ο καὶ κά­ψει τὴν πα­τά­τα της. Μὴ τῆς χα­λά­σει τὴ ντο­μά­τα. Μὴν ἀ­πορ­ρί­ξει ἐ­κεί­νη ἡ γί­δα. Μὴ μπεῖ κα­μμι­ὰ ἀ­λε­ποῦ στὸ κο­τέτ­σι. Στὴ γλά­στρα τὰ γε­ρά­νι­α προ­κο­πὴ δὲν ἔ­χου­νε, θέ­λουν με­τα­φύ­τευ­ση. Ὁ μι­κρό­κο­σμός της, ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο σύμ­παν.

 

Ἄ­γνω­στη ἡ­ρω­ΐδα τῆς ζω­ῆς… Ἐ­κεί­νη ποὺ κρά­τη­σε τὴν οἰ­κο­γέ­νει­ά της ὄρ­θι­α σὲ και­ροὺς δύ­σκο­λους. Πού δὲ ζή­τη­σε γι­ὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ της τί­πο­τα. Πού ἔ­ζη­σε τί­μι­α, μὲ μό­νο στο­λί­δι τὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πει­α. Πού στή­ρι­ξε αὐ­τὴ –ἡ φτω­χού­λα κι ἀ­γράμ­μα­τη–  τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α καὶ τὴ στη­ρί­ζει ἀ­κό­μα. 

Χω­ρὶς νὰ ξέ­ρει, ἔ­χει δώ­σει μί­α ἀ­πάν­τη­ση στὴν παγ­κό­σμι­α οἰ­κο­νο­μι­κὴ κρί­ση.

Σί­γου­ρα τὴν ἔ­χεις γνω­ρί­σει, μέ­νει δί­πλα σου, στὴ γει­το­νι­ά σου, στὸ χω­ρι­ό σου. Καὶ κα­νεὶς δὲ θὰ βρε­θεῖ νὰ τῆς κά­νει ἄ­γαλ­μα….

 

*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Ι΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΑΠΡ.-ΙΟΥΝ. 2012

 

 

 

 

 

Related reading