ON AIR — ERO — RadioFrequency
Enomeni RomiosiniEnomeni RomiosiniCENTER FOR UNITY AND STUDY -
PROMOTING OUR VALUES
IMPORTANT
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

25 November 2023 · 9 min read

   Ο γε­ρω–Χα­ρά­λαμ­πος ὁ Κομ­πο­σχοι­νᾶς δι­η­γή­θη­κε: «Ἦ­ταν μί­α κα­λο­γρι­ού­λα στήν Μι­κρά Ἀ­σί­α μέ μία­ θαυ­μα­τουργή εἰ­κό­να. Θε­ρά­πευ­ε Τούρ­κους καί Χρι­στια­νούς. Στόν πό­λε­μο τοῦ ᾿22 αὐ­τή πῆ­ρε τήν εἰ­κό­να· ἐ­νῶ, λοι­πόν, σκό­τω­ναν οἱ Τοῦρ­κοι, αὐ­τήν δέν τήν ἔ­βλε­παν καί ἦρ­θε στήν Ἀ­θή­να. Μέ τό μύ­ρο πού ἔ­βγα­ζε ἡ εἰ­κό­να θε­ρά­πευ­σε ἄρ­ρω­στο».

   Δι­η­γή­θη­κε ἄλ­λη φο­ρά: «Κα­τά τόν χει­μῶ­να τοῦ 1943 στήν Ἀ­θή­να, ὅ­που δι­έ­με­να ὡς λα­ϊ­κός, ὑ­πῆρ­χε με­γά­λη στέ­ρη­ση τῶν ἀ­ναγ­καί­ων καί σέ συν­δυα­σμό μέ τόν βα­ρύ χει­μῶ­να πο­λύς κό­σμος πέ­θαι­νε. Ἐ­κεί­νη τήν ἐ­πο­χή συ­νή­θι­ζα νά ἐ­πι­σκέ­πτω­μαι αὐ­τήν τήν πο­λύ εὐ­λα­βῆ κα­λο­γριά, ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χε στό σπί­τι της τήν πα­λιά εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας ἀ­πό τήν Μι­κρά Ἀ­σί­α. Ἡ εἰ­κό­να αὐ­τή ἔ­φε­ρε ἐ­πά­νω της πολ­λά πα­λαι­ά τά­μα­τα, με­ρι­κά ἐκ τῶν ὁ­ποί­ων ἦ­σαν πο­λύ­τι­μα. Κα­θώς λοι­πόν ­ἐστε­νο­χω­ρο­ύ­μεθα ἀ­πό τήν ἔλ­λει­ψη τρο­φῶν, μί­α ἡ­μέ­ρα τῆς λέ­ω: «”Βρέ Μα­ρί­α, δέν που­λᾶς τό μά­λα­μα ἀ­πό τήν εἰ­κό­να νά ἀ­γο­ρά­σου­με τί­πο­τα νά φᾶ­με;”». Αὐ­τή ἀ­πάν­τη­σε: «”Τό μά­λα­μα αὐ­τό εἶ­ναι τῆς Πα­να­γί­ας καί δέν μπο­ρῶ νά τό πει­ρά­ξω. Ἂν ἤ­θε­λε ἡ Πα­να­γί­α νά μᾶς τό δώ­σει, θά μᾶς τό ἔ­δι­νε”». Μό­λις ὅ­μως εἶ­πε αὐ­τά τά λό­για ἕ­να χρυ­σό βρα­χι­ό­λι ἀ­πό τά τά­μα­τα τῆς εἰ­κό­νος ση­κώ­θη­κε μό­νο του ἀ­πό τήν εἰ­κό­να καί κόλ­λη­σε στό τζά­μι της σάν νά ἤ­θε­λε νά βγῆ ἔ­ξω ἀ­πό τό προ­σκυ­νη­τά­ρι. Αὐ­τό τό θε­ώ­ρη­σε πώς ἦ­ταν ση­μά­δι ἀ­πό τήν Πα­να­γί­α. Πού­λη­σε τό βρα­χι­ό­λι καί ἀ­γο­ρά­σα­με τρό­φι­μα, μέ τά ὁ­ποῖ­α βγά­λα­με ἐ­κεῖ­νο τόν δύ­σκο­λο χει­μῶ­να».

   Ὅ­ταν ἔ­γι­νε μο­να­χός στό Κα­λύ­βι τῆς Πα­να­γί­ας Κα­ζάν­σκας στήν Κα­ψά­λα, ἀ­γω­νι­ζό­ταν πο­λύ. Ἦ­ταν πα­νύ­ψη­λος καί γε­ρο­δε­μέ­νος. Τοῦ εἶ­πε κά­ποι­ος Χα­νιώ­­της μο­να­χός ὅ­τι κά­νει 3.000 με­τά­νοι­ες τήν ὥ­ρα καί προ­σπά­θη­σε νά τόν μι­μη­θῆ καί ὁ ἴ­διος, ἀλ­λά ἔ­πα­θε πτώ­ση στο­μά­χου. Ἔ­λε­γε ὅ­ταν γή­ρα­σε: «Ἔ­κα­να ἀ­δι­α­κρι­σί­α. Ὁ Θε­ός δέν τά θέ­λει αὐ­τά».

Ἔ­πλε­κε ὅ­λη μέ­ρα κομ­πο­σχο­ί­νι λέ­γον­τας τήν εὐ­χή. Τό κα­λο­καί­ρι ἔ­βγαι­νε καί ξά­πλω­νε στήν αὐ­λή μέ­σα σέ ἕ­ναν λάκ­κο πού εἶ­χε σκά­ψει ὁ ἴ­διος γιά νά τόν ζε­σταί­νη ὁ ἥ­λιος. Ἀ­πό κεῖ τοῦ βγῆ­κε καί τό πα­ρα­τσού­κλι «ἐν τῷ λάκ­κῳ». Πα­ρά τήν ἡ­λι­κί­α του, ὑ­πέρ­γη­ρος ὤν, πε­ρι­ποι­όταν τόν κῆ­πο μέ πο­λύ κό­πο, κα­θώς μά­λι­στα εἶ­χε καί μί­α κή­λη με­γά­λη σάν πορ­το­κά­λι, πού τόν τα­λαι­πω­ροῦ­σε καί πού τήν ἔ­δε­νε μέ ἕ­να κομ­μά­τι ρά­σο. Πέ­ραν τού­του εἶ­χε καμ­που­ριά­σει ἀ­πό τήν πο­λύ­χρο­νη ἄ­σκη­ση, γι᾿ αὐ­τό καί ἡ κά­θε του κί­νη­ση ἦ­ταν ἐ­ξαι­ρε­τι­κά ἐ­πί­πο­νη. Τοῦ πρό­τει­ναν νά τόν πᾶ­νε στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο γιά νά κά­νη ἐγ­χεί­ρη­ση, κα­θώς ἡ κα­τά­στα­σή του ἦ­ταν πο­λύ ἐ­πι­κίν­δυ­νη, ἀλ­λά ἀρ­νή­θη­κε εὐ­γε­νι­κά λέ­γον­τας: «Δέν πει­ρά­ζει, αὐ­τός εἶ­ναι ὁ κα­νό­νας μου· ἂν θέ­λη ὁ Θε­ός, δέν πα­θαί­νω τί­πο­τα». Εἶ­χε 14 ἀρ­ρώ­στι­ες, ὅ­πως ἔ­λε­γε, καί ἔ­με­νε σ᾿ ἕ­να Κελ­λί ἑ­τοι­μόρ­ρο­πο πού ἔ­βα­ζε νε­ρά ὅ­ταν ἔ­βρε­χε.

Κά­πο­τε πῆ­γε στόν γε­ρω–Χα­ρά­λαμ­πο ἕ­νας μο­να­χός νέ­ος, γιά νά ἀ­γο­ρά­ση κομ­πο­σχο­ί­νια. Ἐ­κεί­νη τήν ἐ­πο­χή ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε ὁ νέ­ος μο­να­χός ἕ­ναν με­γά­λο πει­ρα­σμό καί ἦ­ταν πο­λύ στε­νο­χω­ρη­μέ­νος. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε λοι­πόν στόν γε­ρω–Χα­ρά­λαμ­πο καί τοῦ ζή­τη­σε κομ­πο­σχο­ί­νια, ἐ­κεῖ­νος, ἀν­τί νά τόν στεί­λη μέ­σα στό Κα­λύ­βι νά τοῦ φέ­ρη τόν τε­νε­κέ πού τά ἀ­πο­θή­κευ­ε, ὅ­πως ἔ­κα­νε συ­νή­θως, ση­κώ­θη­κε μέ πο­λύ κό­πο ἀ­πό τόν λάκ­κο του καί πῆ­γαν μα­ζί μέ­σα. Μό­λις μπῆ­καν, τοῦ εἶ­πε: «Ξέ­ρεις, πά­τερ μου, ὅ­ταν ἤ­μουν νέ­ο κα­λο­γέ­ρι στό Ἐ­σφιγ­μέ­νου, ὁ δαί­μο­νας μοῦ δη­μι­ούρ­γη­σε τόν ἑ­ξῆς πει­ρα­σμό». Ἄρ­χι­σε τό­τε νά πε­ρι­γρά­φη ἀ­κρι­βῶς τήν κα­τά­στα­ση πού ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε ὁ νέ­ος, λές καί ἦ­ταν αὐ­τός στήν θέ­ση του, κα­θώς καί νά τοῦ δί­νη ὁ­δη­γί­ες γιά τήν ἀν­τι­με­τώ­πι­σή της. Στό τέ­λος, ἀ­φοῦ τόν πα­ρα­κί­νη­σε μέ πολ­λούς λό­γους στόν πνευ­μα­τι­κό ἀ­γῶ­να, τοῦ εἶ­πε σο­βα­ρά: «Ὅ­λα αὐ­τά σοῦ τά εἶ­πα, γιά νά μήν ἀ­πο­γο­η­τεύ­ε­σαι καί νά ἀ­γω­νί­ζε­σαι».

Ἔ­λε­γε: «Ἔρ­χον­ται πολ­λές φο­ρές τά δαι­μό­νια ἐ­δῶ πού κά­θο­μαι καί πλέ­κω κομ­πο­σχο­ί­νι, νά μέ πει­ρά­ξουν. Τά σταυ­ρώ­νω καί φεύ­γουν. Ἀλ­λά δέν πᾶ­νε μα­κρυά. Τά βλέ­πω πού κά­θον­ται καί πε­ρι­μέ­νουν πό­τε θά ἁ­μαρ­τή­σω μέ τόν λο­γι­σμό, γιά νά ξα­νάρ­θουν. Θέ­λει πο­λλή προ­σευ­χή, γιά νά φύ­γουν μα­κρυά τά δαι­μό­νια. Θέ­λει τα­πεί­νω­ση. Ἂν τα­πει­νω­θῆς, γί­νε­σαι ἀ­μέ­σως σο­φός».

«Νά προ­σευ­χώ­μα­στε γιά ὅ­λους, ἐ­κτός ἀ­πό τούς ἐ­χθρούς τοῦ Θε­οῦ, δη­λα­δή τούς αἱ­ρε­τι­κούς. Γι᾿ αὐ­τούς κα­λά εἶ­ναι νά λέ­με: “Ἂν θέ­λης, Κύ­ρι­ε, φώ­τι­σέ τους”».

«Σέ ὅ­σους δέν πι­στεύ­ουν δέν λέ­ω βα­ρειά πνευ­μα­τι­κά λό­για, γιά νά μήν κο­λα­στοῦν πο­λύ. “Ὁ γνούς καί μή ποι­ή­σας δα­ρή­σε­ται πολ­λά”».

«Μία φο­ρά στό Βα­το­πέ­δι πῆ­γα νά βγῶ ἔ­ξω, ἀλ­λά θά χτυ­ποῦ­σα, για­τί ἦ­ταν βρά­δυ καί δέν ἔ­βλε­πα. Ὁ­πό­τε ξαφ­νι­κά φά­νη­κε μπρο­στά μου ἕ­νας νέ­ος πού ἄ­στρα­φτε. Τό φῶς του μ᾿ ἔ­κα­νε νά δῶ ὅ­τι μπρο­στά μου ἦ­ταν κε­νό καί θά ἔ­πε­φτα. Αὐ­τός ἦ­ταν ὁ ἅ­γιος Εὐ­δό­κι­μος, ὅ­πως μοῦ εἶ­παν∙ με­τά ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε».

Ὁ γε­ρω–Χα­ρά­λαμ­πος ζοῦ­σε ἁ­πλά, ἀ­σκη­τι­κά μέ τήν εὐ­χή καί τήν ψαλ­μω­δί­α στό στό­μα. Ἦ­ταν εἰ­ρη­νι­κός καί ἔ­δι­νε πο­λύ κα­λές συμ­βου­λές, πρα­κτι­κές καί πνευ­μα­τι­κές. Ἐ­νῶ ἔ­κα­νε ὅ­λα τά ἀ­νω­τέ­ρω, δέν στα­μα­τοῦ­σαν τά χέ­ρια του νά πλέ­κουν κομ­πο­σχο­ί­νι. Εἶ­χε μά­θει νά πλέ­κη καί τή νύ­χτα χω­ρίς φῶς.

Ὅ­ταν ἔ­με­νε στόν Ἅ­γιο Χα­ρά­λαμ­πο στίς Κα­ρυές, πά­νω ἀ­πό τό κρεβ­βά­τι του ἔ­στα­ζαν νε­ρά, ὅ­ταν ἔ­βρε­χε. Ἔ­βα­λε τά­βλες κά­τω ἀ­πό τό τα­βά­νι καί πά­νω ἀ­πό τήν θέ­ση τοῦ κρεβ­βα­τιοῦ καί ἕ­να νά­ϋ­λον·   ἔτσι τά νε­ρά κυ­λοῦ­σαν δί­πλα.

Ἔ­λε­γε: «Ὁ μο­να­χός πρέ­πει νά ἀρ­κου­δί­ζη (δη­λα­δή νά περ­πα­τᾶ μέ τά τέσ­σε­ρα) ἀ­πό τή νη­στεί­α».

Κά­ποι­ος νέ­ος πῆ­γε νά ἀ­γο­ρά­ση ἕ­να κα­το­στά­ρι κομ­πο­σχο­ί­νι ἀ­πό τόν γε­ρω–Χα­ρά­λαμ­πο. Ἐκεῖνος  τόν ρώ­τη­σε: «Γιά τήν ἀ­δελ­φή σου τό θέ­λεις;». Πράγ­μα­τι τό ἤ­θε­λε γιά τήν ἀ­δελ­φή του. Πρό­σθε­σε: «Νά βά­λω στήν φούν­τα κόκ­κι­νο νῆ­μα, πού εἶ­ναι τό χρῶ­μα τῆς παρ­θε­νί­ας, για­τί  θά γί­νει κα­λο­γριά». Καί ὄν­τως ἔ­γι­νε μο­να­χή με­τά ἀ­πό λί­γα χρό­νια.

«Ὁ Θε­ός λέ­ει, “θά ἐ­ξο­λο­θρεύ­σω πάν­τας το­ύς ἐρ­γα­ζο­μέ­νους τήν ἀ­νο­μί­αν”. Ἀλ­λά πέ­φτουν (γο­να­τί­ζουν) οἱ Ἅ­γιοι καί λένε· “καί  μεῖς ἁ­μαρ­τω­λοί εἴ­μα­στε, συγ­χώ­ρε­σέ μας, Κύ­ρι­έ μας”, καί στα­μα­τά­ει τήν ὀρ­γή Του ὁ Θε­ός».

«Ἅ­μα ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆς τίς ἁ­μαρ­τί­ες σου, τά χά­νει ὁ δαί­μο­νας τά ἁ­μαρ­τή­μα­τα· καί νά θέ­λη δέν μπο­ρεῖ νά πῆ τί­πο­τε. Δι­α­λύ­ον­ται οἱ ἁ­μαρ­τί­ες, δη­λα­δή τίς συγ­χω­ρεῖ ὁ Θε­ός. Ἀλ­λά νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆς μέ ἁ­γνό­τη­τα, ὄ­χι νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆς καί νά μή βγαί­νης ἀ­πό τό δι­κό σου. Αὐ­τοί λέ­γον­ται “πο­νη­ρευ­ό­με­νοι”· καί “οἱ πο­νη­ρευ­ό­με­νοι ἐ­ξο­λο­θρευ­θή­σον­ται”, λέ­ει. Μέ εἰ­λι­κρί­νεια νά ἐ­ξο­μο­λο­γῆσθε. Σκέ­ψου ὅ­τι τά λές στόν Χρι­στό».

Μᾶς πο­λε­μᾶ ὁ ἐ­χθρός, ὅ­ταν τό ἐ­πι­τρέ­πη ὁ Θε­ός. Καί ὅ­σο ζοῦ­με, μέ­χρι νά βγῆ ἡ ψυ­χή μας, θά τόν πο­λε­μοῦ­με καί μεῖς. Τό­τε, ὅ­ταν τόν νι­κή­σου­με καί δέν κά­νου­με τό θέ­λη­μά του, θά μᾶς πά­ρει στά δε­ξιά του ὁ Θε­ός, στήν βα­σι­λε­ί­α Του».

«Μέ­γα πρᾶγ­μα ἔ­χο­υμε τό “Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σόν με”. Κάθε φο­ρά πού λέ­με “Κύριε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ…” εἶ­ναι σάν νά λέ­με “μνή­σθη­τί μου, Κύριε, ἐν τῇ βα­σι­λε­ί­α σου”. Ἡ εὐ­χή τά ἔ­χει ὅ­λα· καί σω­τη­ρί­α ψυ­χῆς καί ὑ­γε­ί­α σω­μα­τι­κή καί φώ­τι­ση καί εὐ­χα­ρι­στί­α. Νά λέ­με τήν εὐ­χή. Αὐ­τή δι­ώ­χνει τόν πει­ρα­σμό. Τό­τε ἀ­δυ­να­τεῖ ὁ σα­τα­νᾶς. Ἡ εὐ­χή τόν τρώ­ει σάν τό ρο­κά­νι, τόν κα­τα­στρέ­φει.».

«Ἡ προ­σευ­χή χω­ρίς με­τε­ω­ρι­σμο­ύς εἶ­ναι τῶν τε­λε­ί­ων. Ὁ κα­λό­γε­ρος νά κά­νη 33 κομ­πο­σχο­ί­νια (ἑ­κα­το­στά­ρια γιά τήν ἀ­κο­λου­θί­α του) καί νά μήν τόν μέλ­λη. Ἄς τόν πει­ρά­ζη μέ λο­γι­σμο­ύς ὁ δι­ά­βο­λος.  Αὐ­τός νά συμ­μα­ζώ­νη τό νοῦ του. Κάποτε ὁ Μ. Βα­σί­λει­ος ἔ­τα­ξε μί­α σκο­ύ­φια λί­ρες σέ ὅ­ποι­ον πα­πᾶ θά κά­νει μί­α Λει­τουρ­γί­α  χω­ρίς  λο­γι­σμο­ύς.  Πράγ­μα­τι ἕ­νας πα­πᾶς κα­τά­φε­ρε μέ­χρι νά τε­λει­ώ­ση νά κρα­τή­ση τό νοῦ του κα­θα­ρό ἀ­πό λο­γι­σμο­ύς. Με­τά, λί­γο πρίν τε­λει­ώ­ση, τοῦ  ἦρ­θε στό νοῦ του ἡ σκο­ύ­φια  μέ τίς λί­ρες καί ἔ­τσι τίς ἔ­χα­σε».     

«Θέ­λει τα­πεί­νω­ση ὁ Θε­ός. Ὅ­σες ἀ­ρε­τές καί ἂν κά­νου­με, καί μᾶς ρω­τή­σουν πῶς πά­ει ἡ πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, νά λέ­με ὅ­τι εἴ­μα­στε ἀ­χρεῖ­οι δοῦ­λοι. Ἅ­μα πῆς κα­λά εἶ­μαι στήν πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, τἄ­χα­σες ὅ­λα. Εἶ­ναι ὑ­πε­ρη­φά­νεια. Γι᾿  αὐ­τό λέ­ει στίς Ὧ­ρες “­οὐ κα­τῴ­κει ἐν μέ­σῳ τῆς οἰ­κί­ας μου ποι­ῶν ὑ­πε­ρη­φα­νί­αν”[1], δέν κά­θο­μαι λέ­ει στῶν ὑ­πε­ρη­φά­νων τόν οἶ­κον».

«Γιά τήν σω­τη­ρί­α τῆς ψυ­χῆς μας πρέ­πει νά κά­νου­με τό νό­μο τοῦ Θε­οῦ, νά πᾶ­με στήν Ἐκ­κλη­σί­α μας, νά συγ­χω­ροῦ­με τόν πλη­σί­ον σέ ὅ­,τι μᾶς ἔ­φται­ξε. Ἑ­πο­μέ­νως, τό πᾶν εἶ­ναι τά κα­λά ἔρ­γα καί ἡ πί­στη. Μήν ἀ­πελ­πι­ζώ­μα­στε. Ἡ ἀ­πελ­πι­σί­α εἶ­ναι δι­ά­βο­λος».

     «Ἐν τῷ ὀ­νό­μα­τι Ἰ­η­σοῦ φά­λαγ­γες δαι­μό­νων   συν­τρί­βον­ται. Ἐν τῷ ὀ­νό­μα­τι Ἰ­η­σοῦ στήν Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α πᾶν γό­νυ κάμ­ψει. Καί με­ρι­κοί πλα­νε­μέ­νοι λέ­νε: “Τί, θά προ­σκυ­νή­σου­με τό ὄ­νο­μα;”. Ὁ Ἀ­πόστο­λος Παῦ­λος ἐν­νο­εῖ ὅ­τι θά προ­σκυ­νή­σου­με τόν Χρι­στό, ὄ­χι τό ὄ­νο­μα. Δέν χω­ρί­ζε­ται ὁ Χρι­στός ἀ­πό τό ὄ­νο­μά Του∙ ὁ ἴ­διος εἶ­ναι. Μέ τό ὄ­νο­μά Του οἱ Ἀ­πό­στο­λοι ἔ­κα­ναν θαύ­μα­τα».

«Μία μέ­ρα ἔ­κα­να κά­τι κου­τσο­δο­ύ­λια ἐ­δῶ πέ­ρα, ἔ­πε­σα καί χτύ­πη­σα στό πό­δι. Μέ­ρα ἦ­ταν καί μό­λις ση­κώ­θη­κα βλέ­πω κά­ποι­ον νά μοῦ χα­μο­γε­λάη­. “Τί θέ­λεις ἐ­δῶ;” τοῦ λέ­ω, καί δέν μι­λά­ει. “Ποι­ός εἶ­σαι;” τόν ξα­να­ρω­τῶ, καί μό­λις πῆ­γα νά ση­κώ­σω τό χέ­ρι νά τόν σταυ­ρώ­σω, ἔ­γι­νε ἄ­φαν­τος. “Κο­πρό­σκυ­λο”, λέ­ω στόν δι­ά­βο­λο, “ἐ­σύ ἤ­σουν πού μέ ἔρ­ρι­ξες κάτω;”».

Τόν εἶ­δα πότε σάν θη­ρί­ο, πότε σάν ἀ­ρά­χνη, μέ τά μά­τια μου, ὄ­χι ὄ­νει­ρα, καί πα­ρα­κά­λε­σα τόν Θε­ό νά μέ στε­ρε­ώ­ση στήν πί­στη.

«Ἀ­φή­νου­με τά θε­ο­λο­γι­κά∙ ἐ­μεῖς λέ­με τά πρα­κτι­κά. Εἶ­δα κά­πο­τε σέ ἀ­γρυ­πνί­α στό Κου­τλου­μούσι  τόν Ἅ­γιο τῆς ἡ­μέ­ρας ντυ­μέ­νο μέ δι­α­κο­νι­κά ἄμ­φια· τρεῖς φο­ρές βγῆ­κε ἀ­πό τό ἱ­ε­ρό καί χά­θη­κε. Ἀ­φοῦ κοι­νώ­νη­σα, πε­ρί­με­να νά δῶ τόν διᾶ­κο νά κά­νη κα­τά­λυ­ση, ἀλλά δέν τόν εἶ­δα. Ρώ­τη­σα καί μοῦ εἶ­παν ὅ­τι δέν ὑ­πάρ­χει διᾶ­κος».

«Ὁ Θε­ός χαί­ρε­ται, ὅ­ταν λέ­με λό­για ψυ­χι­κῆς ὠ­φε­λε­ί­ας».

«Ὁ γε­ρω–Πα­ΐ­σιος εἶ­χε χά­ρι­σμα Θε­οῦ· ἔ­κα­νε μέ τήν προ­σευ­χή του μουγ­γόν νά μι­λά­η, ὅ­πως ἔ­χω μά­θει. Ἐ­ξέ­βα­λε δαι­μό­νια, θε­ρά­πευ­ε, ἦ­ταν ἀ­κτή­μων. Τοῦ πή­γαι­ναν ἐ­πι­στο­λές μί­α τσάν­τα. Ἦ­ταν ἀ­σκη­τής, νή­στευ­ε, προ­σευ­χό­ταν. Κά­πο­τε ἕ­να παι­δί πῆ­ρε τό αὐ­το­κί­νη­το καί κιν­δύ­νευ­σε νά σκο­τω­θῆ. Βλέ­πει τόν π. Πα­ΐ­σιο καί τόν ἔ­βγα­λε σῶ­ο ἀ­πό τόν δρό­μο, τόν γλύ­τω­σε. Καί ἔ­λε­γε τό παι­δί· “εἶ­δα τόν πά­τερ Πα­ΐ­σιο”. Ἐ­πῆ­γε ἕ­νας πού τόν εἶ­χε τρε­λά­νει τό δαι­μό­νιο, σ᾿ ἕ­να διᾶ­κο. Ὁ διᾶ­κος τοῦ ἔ­λε­γε, τοῦ ἔ­λε­γε, δέν μπο­ροῦ­σε νά τόν ἀ­να­πα­ύ­ση. Ὕ­στε­ρα πῆ­γε στόν  π. Πα­ΐ­σιο, κά­τι τοῦ εἶ­πε καί ἔ­φυ­γε πε­τών­τας∙ τόν θε­ρά­πευ­σε. Ἦ­ταν ἅ­γιος ἄν­θρω­πος. Τόν εἶ­χαν κά­νει ἐγ­χει­ρή­σεις, τοῦ ἔ­βγα­λαν τόν πνεύ­μο­να, ὑ­πέ­φε­ρε μαρ­τύ­ρια. Ἦ­ταν κα­λός, ἐ­λε­ή­μων, τα­πει­νό­φρων∙ μέ λί­γα λό­για ἅ­γιος Πα­ΐ­σιος».

«Ἔ­χω δεῖ πολ­λά δαι­μό­νια, Ἁ­γί­ους, Ἀγ­γέ­λους, γιά νά στε­ρε­ω­θῶ στήν πί­στη. Πα­ρα­κά­λε­σα τό Θε­ό νά δι­α­κρί­νω καί νά κα­τα­νο­ή­σω, τί εἶ­ναι αὐ­τά πού βλέ­πω ξύ­πνιος, για­τί στά ὄ­νει­ρα δέν βα­σί­ζο­μαι. Τε­λευ­ταῖ­α πού ἦρ­θα στό μο­να­στή­ρι στοῦ Σταυ­ρο­νι­κή­τα μ᾿ ἔρ­ρι­ξε κά­τω ὁ πο­νη­ρός».

«Νά προ­σέ­χου­με νά μή μᾶς νι­κή­ση ὁ πο­νη­ρός. Ὁ πο­νη­ρός πα­ρου­σι­ά­ζε­ται μέ πολ­λές μορ­φές. Μία φο­ρά τόν εἶ­δα ὡς ὄ­φι. Τόν ξορ­κί­ζω μέ τόν  Σταυ­ρό καί ἔ­φυ­γε. Ἄλ­λη φο­ρά ὡς ἀ­ρά­πη. Μ᾿ ἔ­πια­σε νά μέ πνί­ξη. Τόν ξορ­κί­ζω μέ τόν Σταυ­ρό, ἄ­φαν­τος ἔ­γι­νε».

«Τούς Ἀγ­γέ­λους καί τούς δαί­μο­νες τούς ση­κώ­νει ὁ ἀ­έ­ρας. Δέν βου­λιά­ζουν νά πέ­σουν, εἶ­ναι πνεύ­μα­τα. Οἱ Ἄγ­γε­λοι εἶ­ναι πο­λύ ὄ­μορ­φοι. Τό πρό­σω­πό τους ἔ­χει χρῶ­μα σάν τό κε­χριμ­πά­ρι».

«Νά μήν τρέ­χω­με καί πο­λύ, για­τί ἅ­μα τρέ­χη ὁ ἀ­θλη­τής πο­λύ, λα­χα­νιά­ζει καί στα­μα­τᾶ με­τά. Δη­λα­δή νά μήν κά­νω­με με­γά­λες εὐ­λά­βει­ες. Θέ­λει νά ἀγωνιζώμαστε μέ διάκριση καί τα­πε­ί­νω­ση, γιά νά βο­η­θή­ση ὁ Θε­ός. Δέν σέ φθά­νει νά πᾶ­με στόν Πα­ρά­δει­σο καί θές νά πᾶς σέ με­γα­λύ­τε­ρα μέ­τρα; Ἄν μᾶς ἐ­λε­ή­ση ὁ Θε­ός, θά πᾶ­με στόν Πα­ρά­δει­σο».

«Ἤ­μουν φι­λο­ξε­νού­με­νος στοῦ Σταυ­ρο­νι­κή­τα καί ἔρ­χον­ταν τά κα­λο­γέ­ρια στό κελ­λί μου γιά νά τούς πῶ πνευ­μα­τι­κά. Τό Πά­σχα μπαί­νει ἕ­να κα­λο­γε­ρά­κι ντυ­μέ­νο μέ και­νο­ύρ­για ρά­σα, πα­σχα­λι­νά. Λέ­ω: “Κα­λῶς τό κα­λο­γε­ρά­κι, πού ἦρ­θε νά ἀ­κού­ση τοῦ Θε­οῦ τά λό­για”. Ἀ­μέ­σως ἄλ­λα­ξε μορ­φή. Κα­τά­λα­βα ὅ­τι εἶ­ναι δαί­μο­νας. “Σέ ἐ­πι­τι­μῶ”, τοῦ λέ­ω, “ἐ­νώ­πιον τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ”. Ἔ­κα­νε πί­σω, ἀ­γρί­ε­ψε καί χά­θη­κε».

Σέ και­ρό ἀ­νομ­βρί­ας ὁ γε­ρω–Χα­ρά­λαμ­πος ἔ­λε­γε: «Δέν ἔ­χο­υμε ἀ­νάγ­κη ἀ­πό τήν βρο­χή, ἀλ­λά ἀ­πό τόν Θε­ό».

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα 

Related reading

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση · E.Ro.