ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις: «Ἀγῶνες γιά τά κτήματα τῆς Μονῆς»

30 Ιουνίου 2025 · 8 λεπτά

κς΄. Ἀγῶνες γιά τά κτήματα τῆς Μονῆς

­     Αδι­α­θέ­τη­σα καί ἀρ­ρώ­στη­σα ἀ­πό στε­να­χώ­ρια τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ ,ὄ­χι ἀ­πό τούς πα­τέ­ρες,  ἀλλά ἔ­χο­με κι ἐ­μεῖς τά δι­κά μας. Πολ­λές φο­ρές, ὅ­ταν ἐρ­γά­ζων­ται οἱ πα­τέ­ρες, ὑ­πάρ­χει καί τό κυ­νη­γη­τό, ὑ­πάρ­χουν καί οἱ πει­ρα­σμοί, τά σκάν­δα­λα. Εἴχα­με ἕ­να κτη­μα­τά­κι καί τό κτη­μα­τά­κι αὐ­τό, ἔ­λε­γα καί στόν κ. Τζού­μα, ἤ­τα­νε 400 χρό­νια καί ἔ­γι­ναν ἀ­παλ­λο­τρι­ώ­σεις τό ᾽32–᾽38 καί πῆ­ραν τά κτή­μα­τα οἱ ἀ­κτή­μο­νες⋅ πε­ρί­που 20–30.000 στρέμ­μα­τα πῆ­ραν οἱ κο­σμι­κοί. Καί τά δά­ση βέ­βαι­α ἔ­γι­ναν Δη­μό­σιο δά­σος. (Βέ­βαι­α) ἔ­χο­με τόν κό­σμο, βο­η­θά­ει ὅ­λος ὁ κό­σμος τό Μο­να­στή­ρι. Δέν ἔ­χο­με ἀ­νάγ­κη οὔ­τε ἀ­πό κτῆ­μα, οὔ­τε πε­ρι­ου­σί­α, ἀλ­λά ἐ­φ᾽ ὅ­σον ὑ­πάρχη ἕ­νας μι­κρός ἐ­λαι­ώ­νας καί λί­γα χω­ρα­φά­κια, μᾶς δί­νουν λί­γο στά­ρι, λί­γο ψω­μί. Σή­με­ρα εἶ­ναι ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος, ἔρ­χε­ται ὁ κό­σμος βο­η­θᾶ τό Μο­να­στή­ρι. Αὔ­ριο ἐ­γώ πε­θαί­νω. Εἶ­ναι ἕ­ξι πα­τέ­ρες στήν Μο­νή, μπο­ρεῖ νά ᾽ρ­θοῦν δύ­ο τρεῖς ἀ­κό­μη, ἂς γίνουν πέν­τε δέ­κα. Ἔ! Πῶς νά ζή­σουν καί αὐ­τοί, ἂν δέν ἔ­χουν λί­γο ψω­μά­κι στό Μο­να­στή­ρι; Ἕ­νας ἀ­πο­κλει­σμός (νά γί­νη), κά­τι (νά συμ­βῆ), νά μήν ἔ­χουν λί­γο λα­δά­κι, νά μα­ζέ­ψουν λί­γες ἐ­λί­τσες; Ὁ Θε­ός βέ­βαι­α δέν ἀ­φή­νει κα­νέ­ναν, φρον­τί­ζει τά πε­τει­νά τοῦ οὐρανοῦ, πό­σο μᾶλ­λον γι­ά μᾶς, ἀλ­λά σάν ἄν­θρω­ποι ὅ­μως, καί ἐ­φ᾽ ὅ­σον ὑ­πῆρ­ξαν στό Μο­να­στή­ρι χι­λιά­δες στρέμ­μα­τα, για­τί νά μήν ἔ­χη τό Μο­να­στή­ρι λί­γα χω­ρα­φά­κια, ἴ­σα–ἴ­σα νά βγά­λουν λί­γο ψω­μά­κι καί ἕ­ναν ἐ­λαι­ώ­να;

     »Λοι­πόν, πῆ­γε ἕ­νας ἀ­σε­βής ἄν­θρω­πος καί μᾶς ἔ­κο­ψε 33 ρί­ζες ἐ­λι­ές ἀ­πό τήν ρί­ζα, καί ἔ­βα­λε χῶ­μα ἀ­πό πά­νω, τίς χω­μά­τω­σε. Ἔρ­χε­ται κά­ποι­ος καί μοῦ λέ­ει, ”πάτερ, κό­ψαν τίς ἐ­λι­ές τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ καί τίς κά­να­νε ξυ­λο­κάρ­βου­να­”. ­”Βρέ, παι­δί μου, λέ­ω, ἐ­γώ εἶ­χα πε­ρι­ου­σί­ες καί τίς ἄ­φη­σα, εἶ­χα το­ύς γονεῖς μου, τά ἀ­δέρ­φια μου. Ἀλ­λά τί νά κά­νω τώ­ρα; Νά φύ­γω ἀ­π᾽ τό Μο­να­στή­ρι νά πά­ω νά πε­ρι­μέ­νω στό κτῆ­μα μήν τό κα­τα­πα­τή­σουν καί κό­ψουν τίς ἐ­λι­ές; Τί νά κά­νω; Ἐ­γώ ἦρ­θα γιά τόν ὅ­σιο Δαυ­ΐδ ἐ­δῶ μέ­σα. Τόν βλέ­πω ζων­τα­νό τόν Ἅ­γιο. Για­τί ὁ ἅ­γιος Δαυ­ΐδ ἐ­δῶ μέ­σα ἁ­γί­α­σε, ἐ­δῶ μέ­σα ἀ­σκή­τευ­σε­”. Λέει: ”κα­λά, πά­τερ, ποι­ός τίς ἔ­κο­ψε τίς ἐ­λι­ές;”. Ἔ! Πῆ­γα μπρο­στά στόν Ἅ­γιο, τόν προ­σκυ­νά­ω καί τοῦ λέ­ω: ”Ἅ­γιέ μου Δαυ­ΐδ, νά βά­λης τό χέ­ρι σου, κο­ί­τα­ξε, θά μοῦ πῆς τώ­ρα ποι­ός ἔ­κο­ψε τίς ἐ­λι­ές μέ­χρι τό βρά­δυ. Νά μοῦ τόν φέ­ρης αὐ­τόν τόν ἄν­θρω­πο, δέν θά τόν κά­νω κα­κό­”. Κα­κό δέν ἔ­κα­να πο­τέ μου, οὔ­τε σέ μύρ­μηγ­κα. Κάποτε σκό­τω­σα ἕ­να μύρ­μηγ­κα, τόν πάτη­σα μί­α φο­ρά, ὅ­ταν ἤ­μουν μι­κρό παι­δί, μέ μά­λω­σε ἡ μάν­να μου καί μοῦ εἶ­πε: ”Πα­τᾶς ἕ­να μύρ­μη­γκα, αὐ­τός ἔ­χει ζω­ή­”. Καί ἀ­πό τό­τε φο­βᾶ­μαι καί τόν μύρ­μηγ­κα νά πα­τή­σω ἀ­κό­μη.

     »Πά­ω λοι­πόν στόν Ἅ­γιο καί τοῦ λέ­ω: ”Ἅ­γι­έ μου, ἐ­γώ τά δι­κά μου τά ᾽δω­σα, τίς πε­ρι­ου­σί­ες μου τίς ἄ­φη­σα, πέ­θα­ναν οἱ γο­νεῖς μου δέν πῆ­γα νά τούς δῶ. Πῆ­γες ἐ­σύ, ὅ­ταν πέ­θα­ναν οἱ γο­νεῖς σου;”, εἶ­πα στόν ἅ­γιο Δαυ­ΐδ. Μι­λοῦ­σα μα­ζί του (ὅ­πως) τώ­ρα, (μπρο­στά) στήν εἰ­κό­να. ­”Τώ­ρα σ᾽ ἔ­φτεια­ξα τό Μο­να­στή­ρι, κά­νεις μί­α χα­ρά, κα­μα­ρώ­νεις. Δέν μοῦ λές τώ­ρα, στό κτῆ­μα νά πά­ω νά πε­ρι­μέ­νω κά­τω ἢ τό Μο­να­στή­ρι (νά φρον­τί­σω;)­ ”. Ἐ­γώ ἦρ­θα νά κά­νω προ­σευ­χή καί μά­λι­στα δέν (ἤ­θε­λα νά ᾽ρ­θῶ) στό Μο­να­στή­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου ἐ­δῶ. Ἐ­γώ εἶ­χα σκο­πό νά πά­ω σέ μί­α ἐ­ρη­μιά καί νά εἶ­μαι μό­νος μου. Ἐ­γώ δέν εἶ­χα συν­τρο­φι­ές, οὔ­τε μέ παι­διά μι­λοῦ­σα, οὔ­τε μέ γυ­ναῖ­κες. Μό­νο μέ τούς πα­πᾶ­δες⋅ τούς ἀ­γα­ποῦ­σα ὅ­μως τούς Ἱ­ε­ρεῖς τοῦ Ὑ­ψί­στου. Λέ­ω, ”Ἅγιέ μου, νά φύ­γω τώ­ρα γι­ά τήν δι­κή σου πε­ρι­ου­σί­α (ἀ­πό) ἐ­δῶ πέ­ρα, νά μέ παίρ­νουν στά Δι­κα­στή­ρια καί τό ᾽να καί τ᾽ ἄλ­λο καί νά τρέ­χω στά Ἐ­φε­τεῖ­α ἐξ αἰ­τί­ας τό ἕ­να μέ­τρο γῆς, τό κτῆ­μα; Ἄ­κου­σε, ἅ­γι­έ μου Δαυ­ΐδ, νά τό ξέ­ρης, ἂν μέ­χρι τό βρά­δυ δέν τόν φέ­ρης πρό τοῦ Ἑ­σπε­ρι­νοῦ μι­ά ὥ­ρα, νά τό ξέ­ρης θά σέ κλεί­σω ἐ­δῶ μέ­σα, καν­τή­λι δέν θά σ᾽ ἀ­νά­ψω οὔ­τε θά σέ λι­βα­νί­σω, οὔ­τε θά σέ λει­τουρ­γή­σω. Ἅ­γι­έ μου, λέ­ω, ἔ­πα­θα καρ­διά, ἔ­πα­θα στε­να­χώ­ρια, ἔ­πα­θα τό­σα καί τό­σα καί ση­κώ­νο­μαι με­τά κό­που καί κά­νω Λειτουργί­α. Ἐ­σύ μέ βο­η­θᾶς, ἀλ­λά, ἅ­γι­έ μου Δαυ­ΐδ, συγ­χώ­ρα με αὐ­τό πού σοῦ εἶ­πα, ἐ­γώ θά σέ λι­βα­νί­σω, θά σέ θυ­μιά­σω, ἀλ­λά νά τόν φέ­ρης νά τόν δῶ. Ἄν δέν τόν φέ­ρης Γέ­ρο, πρό­σε­ξε. Ποῦ νά ξέ­ρω ἐ­γώ ποιός ἔ­κο­ψε τά δέν­τρα;”.

»Τό βρά­δυ, παι­διά μου, μι­ά ὥ­ρα πρό τοῦ Ἑ­σπε­ρι­νοῦ, ὅ­πως ἤ­μουν μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τοῦ Ἁ­γί­ου, τοῦ λέ­ω: ”Γέρο, δέν φά­νη­κε αὐ­τός πού ἔ­κο­ψε τά δέν­τρα­”. Ξαφ­νι­κά μπαί­νει μέ­σα ἕ­νας, ἔ­κα­νε τόν σταυ­ρό του ἔ­τσι (δηλ. ὄ­χι σω­στά). Λοι­πόν λέ­ω, ”αὐ­τός εἶ­ναι­”. Βλέ­πω, λάμ­ψαν τά μά­τια τοῦ Ἁ­γί­ου, για­τί στήν εἰ­κό­να του κι­νεῖ­ται. Καί τό θυ­μια­τό του κι­νεῖ­ται καί ἡ εἰ­κό­να του χτυ­πά­ει, ὅ­ταν ἔ­χω­με στε­να­χώ­ρι­ες στό Μο­να­στή­ρι καί χτυ­πά­ει ἡ εἰ­κό­να ἀ­να­στα­τω­μέ­νη μέ­σα στό τέμ­πλο. Ἐ­πί­σης καί στ᾽ ἅ­για Λεί­ψα­να γί­νε­ται ἕ­νας κρό­τος μέ­σα. Τόν βλέ­πω λοι­πόν, ἔρ­χε­ται κα­τά πά­νω μου.

— Κα­λη­σπέ­ρα, πά­τερ.

— Κα­λη­σπέ­ρα.

— Πά­τερ, ἐ­γώ ἔ­κο­ψα τά δέν­δρα… τίς ἐ­λι­ές.

— Ποι­ές ἐ­λι­ές, ποι­ά δέν­τρα παι­δί μου; λέ­ω⋅ ἔ­κα­να πώς δέν ἤ­ξε­ρα.

— Νά, ἐ­δῶ τοῦ ἁ­γί­ου Δαυ­ΐδ τά δέν­τρα, τίς ἐ­λι­ές.

— Παι­δί μου λέ­ω, για­τί τίς ἔ­κο­ψες τίς ἐ­λι­ές τοῦ ἁγί­ου Δαυ­ΐδ; Ἐ­άν λέ­ω, 450 χρό­νια πού εἶ­ναι τό Μονα­στή­ρι αὐ­τό τό κτη­μα­τά­κι αὐ­τό εἶ­ναι 400 χρο­νῶν ἐ­άν ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος ἔ­κο­βε μί­α ρί­ζα ἐ­λιά κά­θε χρό­νο, δέν θά ὑ­πῆρ­χαν. Θές, παι­δί μου, ἐ­σύ νά ἀ­σχο­λοῦν­ται (οἱ ἄλ­λοι) μέ (τίς) δι­κές σου ἐ­λι­ές;

— Ὄ­χι.

— Ἐ­σύ, γι­α­τί;

— Ἔ! κα­λά μοῦ λέ­ει, θά μέ πᾶς στά Δι­κα­στή­ρια;­ Ἐ­σύ π. Ἰ­ά­κω­βε, εἶ­σαι ἅ­γι­ος ἄν­θρω­πος.

— Βρέ, δέν θά σέ πά­ω στά Δι­κα­στή­ρια ἐ­γώ, θά σέ πά­η ὅ­μως ὁ ἀ­γρο­νό­μος. Για­τί, ὅ­ταν πη­γαί­νης καί κό­βης τά δέν­τρα τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, δέν σκέ­φτε­σαι ὅ­τι κά­ποι­ος τά φύ­τευ­σε, κά­ποι­ο νοι­κο­κύ­ρη εἶχα­ν ἢ Ἅ­γιο ἢ πα­πά ἢ κο­σμι­κό ἢ λα­ϊ­κό. Δέν τό σκέφτη­κες στίς 2, στίς 5. Πῶς ἔ­κο­ψες τίς 33 ἐ­λι­ές; Καί τώ­ρα τί θές;

— Δέν θά μέ συγ­χω­ρή­ση ὁ ἅ­γι­ος Δαυ­ΐδ;

— Βέ­βαι­α, θά σέ συγ­χω­ρή­ση ὁ ἅ­γιος Δαυ­ΐδ, ἀλ­λά νά μᾶς δώ­ση καί μυα­λό ὁ ἅ­γιος Δαυ­ΐδ. Ἐ­μεῖς θέ­λου­με νά πε­ρι­σώ­σου­με τό κτῆ­μα μας. Για­τί, παι­δί μου, τίς ἔ­κο­ψες; Ἄν, παι­δί μου, πη­γαί­νε­τε κά­θε μέ­ρα καί κά­θε­στε ἐ­κεῖ δί­πλα καί λέ­τε, ”τώ­ρα μέ τά κόμ­μα­τα καί τώ­ρα μέ τήν κα­τά­στα­ση θά τό πά­ρω­με τό κτη­μα­τά­κι;­”. Ὁ­ρί­στε τό Μο­να­στή­ρι ἔ­δω­σε 30.000 στρέμ­μα­τα σέ δε­κα­πέν­τε χω­ριά, ὅ­λη ἡ πε­ρι­ο­χή ἐ­δῶ πέ­ρα ἔ­χει τά κτή­μα­τα τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ. Καί ἀ­φῆ­σαν καμ­μιά πε­νην­τα­ριά στρέμ­μα­τα σέ μι­ά βου­νο­πλα­γιά, τά καλ­λι­ερ­γοῦν τρεῖς οἰ­κο­γέ­νει­ες. Καί τώ­ρα αὐ­τοί μᾶς δί­νουν λί­γο στα­ρά­κι, ἀλ­λ᾽ ἐ­μεῖς δέν ἔχο­με ἀ­νάγ­κη ἀ­πό χω­ρά­φια, ἀλ­λά ἐ­φ᾽ ὅ­σον εἶ­ναι τοῦ Ἁ­γί­ου γι­ά συν­τή­ρη­ση, τ᾽ ἀ­φή­σα­με.

»Καί τώ­ρα ἐ­πει­δή ἔ­γι­νε ὁ δρό­μος στό Λου­τρό, ἀ­ξι­ο­ποι­εῖ­ται τό κτη­μα­τά­κι αὐ­τό. Καί τώ­ρα θέ­λουν νά τό κα­τα­πα­τή­σουν. Καί τώ­ρα χτί­σα­νε κτί­σμα­τα ἐ­κεῖ κά­τω πολ­λά. Τα­λαι­πω­ρί­ες πού πέ­ρα­σα. (Ὕστε­­ρα μοῦ) λέ­ει:

— Θά μέ πᾶς στό Δι­κα­στή­ρι­ο; Ἐ­γώ, τοῦ ᾽πα:

— Παι­δί μου, στό Δι­κα­στή­ρι­ο δέν σέ πά­ω. Οἱ γο­νεῖς μου δέν πῆ­γαν (ποτέ) στό Δι­κα­στή­ρι­ο. Ἀλ­λά ὑ-πάρ­χει ὅ­μως τώ­ρα ὁ ἀ­γρο­νό­μος, (πού) θά σέ μηνύση.

»Πῆ­γα στό Δι­κα­στή­ριο, νά μήν τά πο­λυ­λο­γῶ. Καί γι­ά 33 ἐ­λι­ές πού μᾶς κό­ψαν, μᾶς δῶ­σαν 1.500 δραχ­μές.

— Πάρ­τα, παι­δί μου. Τό Μο­να­στή­ρι δέν ἔ­χει ἀνάγκη ἀ­πό 1.500 δραχ­μές. Ἡ Μο­νή ἔ­χει ἀ­νάγ­κη ἀ­πό τό κτη­μα­τά­κι της. Ἐ­μεῖς, παι­δί μου, ἔ­χο­με ἀ­νάγ­κη ἀ­πό Χρι­στό καί ψυ­χή, δέν ἔ­χο­με ἀ­νάγ­κη ἀ­πό κτή­μα­τα, ἐ­φ᾽ ὅ­σον ὑ­πάρ­χη ὅ­μως αὐ­τό τό κτη­μα­τά­κι, θά τό ὑ­πο­στη­ρί­ξω­με. Εἶ­πα: ”Ἅ­γι­έ μου Δαυ­ΐδ, ἂν εἶ­ναι τό κτῆ­μα δι­κό σου, νά κά­νης τό θαῦ­μα σου­”.

     »Βλέ­πε­τε, παι­διά, ὅ­μως δέν εἶ­ναι καί δι­κά μου. Ἡ εὐ­θύ­νη εἶ­ναι με­γά­λη πού ἔ­χω μέσ᾽ στό Μοναστήρι. Καί ἐ­γώ εἶ­χα ἔρ­θει μέ πρό­γραμ­μα νά εἶ­μαι σ᾽ ἕ­να ἀ­σκη­τή­ριο καί νά κά­νω με­τά­νοι­ες καί νη­στεῖ­ες, ὅ­πως μέ εἶ­χε μά­θει ἡ μη­τέ­ρα μου ἀ­πό μι­κρό παιδί. Δέν ἤ­θε­λα μι­κρός νά ἔρ­θω στό Μο­να­στή­ρι καί νά μέ βλέ­πη ὁ κό­σμος καί νά βλέ­πω τόν κό­σμο. (Ἤ­θε­λα νά εἶ­μαι) ἁ­πλός ἄ­γα­μος ἄν­θρω­πος, ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νο πού ἐ­πι­θυ­μοῦ­σα ἦ­ταν πῶς νά ἁ­γιά­σω, νά γί­νω ἅ­γιος. Τώ­ρα ἀν­τί γι­ά ἅ­γιος, κο­λά­στη­κα. Μέ τό ᾽να μέ τ᾽ ἄλ­λο.

     »Καί θά σᾶς πῶ, παι­διά μου, παίρ­νω τήν εἰ­κό­να τοῦ Ἁ­γί­ου, ντύ­θη­κα τά ”ἱερά” μου καί πά­ω μέ τά πό­δια στό κτῆ­μα κά­τω καί γο­νά­τι­σα καί ἔ­βα­λα σέ μί­α ἐ­λιά τήν εἰ­κό­να τοῦ Ἁ­γί­ου καί σταύ­ρω­σα τά τέσ­σε­ρα ση­μεῖ­α τοῦ κτή­μα­τος καί λέ­γω: ”Ἅ­γι­έ μου Δαυ­ΐδ, ἐ­άν εἶ­ναι δι­κά σου, νά τά ὑ­πο­στη­ρί­ξης, νά κα­ται­σχυν­θῆ ὁ δι­ά­βο­λο­ς” – δι­ό­τι ὁ δι­ά­βο­λος μέ πο­λε­μοῦ­σε. Λοι­πόν καί λέ­γω με­τά, ”ἂν εἶ­ναι δι­κά σου ἅ­γι­ε Δαυ­ΐδ, δεῖ­ξ᾽ τό θαῦ­μα σου νά τά πά­ρω­με, νά μήν μᾶς κα­τα­πα­τή­σουν τό κτῆ­μα καί νά φύ­γουν αὐ­τοί οἱ κα­κοί ἄν­θρω­ποι­”. Θυ­μί­α­σα τήν εἰ­κό­να τοῦ Ἁ­γί­ου, θυ­μί­α­σα τό κτῆ­μα ὁ­λό­κλη­ρο μέ τό θυ­μια­τό, μέ λι­βά­νι, πῆ­ρα τήν εἰ­κό­να καί γύ­ρι­σα στό κτῆ­μα καί τό σταύ­ρω­σα στά τέσ­σε­ρα ση­μεῖ­α. Γο­νά­τι­σα καί προ­σευ­χή­θη­κα: ”Ἅ­γι­έ μου Δαυ­ΐδ, Πα­νά­γα­θε Θε­έ, ἐ­γώ δέν ἔ­χω κτη­μα­τι­κή πε­ρι­ου­σί­α, ἐ­γώ τά δι­κά μου τ᾽ ἄ­φη­σα ἔ­ρη­μα, εἶ­χα πε­ρι­ου­σί­ες με­γά­λες, ἐ­γώ ἔ­χω ἀ­νάγ­κη ἀ­πό Χρι­στό καί ψυ­χή­”. Νά σώ­σω τήν ψυ­χή, μήν κά­νω σάν τόν ση­με­ρι­νό πλού­σιο πού ἤ­θε­λε νά χα­λά­ση τίς ἀ­πο­θῆ­κες καί νά φτειάξη πι­ό με­γα­λύ­τε­ρες. Ἀλ­λά εἶ­δες τί τοῦ εἶ­πε ὁ Θε­ός; ”Ἄφρον, αὐ­τῇ τῇ νυ­κτὶ τὴν ψυ­χὴ σου ἀ­παι­τοῦ­σι­ν”. Δέν εἶ­πε ὅ­τι θά τήν πά­ρη ὁ Θε­ός, ἀλ­λ᾽ ὅ­τι ἀ­παι­τοῦ­σιν οἱ δαίμο­νες τήν ψυ­χή του. ”Αὐ­τὰ ποὺ ἑ­τοί­μα­σες τί­νι ἔσται;”.

»Πῆ­γα μέ­χρι τόν Ἄ­ρει­ο Πά­γο, ἂς εἶ­ναι κα­λά, μᾶς βο­η­θή­σα­νε. Αὐ­τός πού τό εἶ­χε ἁρ­πά­ξει ἔ­δι­νε οἰ­κό­πε­δα δω­ρε­άν, ἔ­δι­νε λά­δια, κτή­μα­τα, γι­ά νά μήν τό πά­ρη τό Μο­να­στή­ρι τό κτη­μα­τά­κι. Ἦ­ταν στό Μο­ναστή­ρι ὅ­μως 400 χρό­νια τό κτῆ­μα αὐ­τό. (Ἔτσι) κερ­δί­σα­με τό κτῆ­μα αὐ­τό. Βέ­βαι­α (πᾶνε) χρό­νια τώρα».

 
κε΄. ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ από το Βιβλίο “Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ   ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ–ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ–ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ” της σειράς ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΙΩΜΑ  4
ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ – ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ «ΕΝΩΜΕΝΗ  ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ» σελ. 42-48
Δείτε ΕΔΩ τις σχετικές με το βιβλίο αναρτήσεις

 

Σχετικά