ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Γ΄. Ἀκτήμων Φιλάρετος Καρουλιώτης

17 Αυγούστου 2025 · 9 λεπτά

Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

    Ὁ γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος ὁ Κα­ρου­λι­ώ­της γεν­νήθ­η­κε τό 1889 στό Ρύσιον Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως ἀ­πό τόν Ἀ­πό­στο­λο Μπα­σμα­τσί­δη καί τήν Μα­ρί­α. Στήν βά­πτι­ση τοῦ δό­θη­κε τό ὄ­νο­μα Φώτιος. Φα­ί­νε­ται ὅ­τι ἔ­λα­βε κα­λές ἀρ­χές ἀ­πό το­ύς γο­νεῖς του καί ἔ­μα­θε ἀρ­κε­τά γράμ­μα­τα. Αἰ­σθάν­θη­κε πό­θο γιά τήν μο­να­χι­κή ζωή καί ἄ­φη­σε σέ ἡ­λι­κί­α 19 ἐ­τῶν γο­νεῖς καί πα­τρί­δα καί ἦρ­θε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος στήν Μο­νή Σταυ­ρο­νι­κή­τα στίς 17 Αὐ­γο­ύ­στου 1908. Τό ἑ­πό­με­νο ἔ­τος ἔ­γι­νε μο­να­χός ὀ­νο­μα­σθε­ίς Φι­λή­μων ἀ­πό τόν ἱ­ε­ρο­δι­ά­κο­νο Ἱ­ε­ρε­μί­α. Στίς 10 Αὐ­γο­ύ­στου 1918 ἐ­κά­ρη με­γα­λό­σχη­μος ἀ­πό τόν γέ­ρον­τα Κύριλλο (ἀ­όμ­μα­το) με­το­νο­μα­σθε­ίς Φι­λά­ρε­τος. Στίς 8 Μαρ­τί­ου 1919 ἔ­γι­νε προ­ϊ­στά­με­νος. Στήν ἀρχή εἶ­χε τό δι­α­κό­νη­μα τοῦ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ καί στό κελ­λί του ἔ­κα­νε με­γά­λους ἀ­γῶ­νες. Ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νά ζή­ση στήν ἔ­ρη­μο ὡς ἐ­ρη­μί­της ἀ­σκη­τής καί βρῆ­κε τό ἰ­δι­όρ­ρυθ­μο ὡς κα­τάλ­λη­λο πε­ρι­βάλ­λον γιά νά προ­ε­τοι­μα­σθῆ.

     Ὁ πα­πα–Χρυ­σό­στο­μος, πα­λαι­ός Σταυ­ρο­νι­κητι­τια­νός, δι­η­γεῖ­το ὅ­τι, ὅ­ταν πῆ­γε νά κοι­νο­βιά­ση στήν Σταυ­ρο­νι­κή­τα, ὁ γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος τόν πε­ρι­έ­βαλ­λε μέ τήν ἀ­γά­πη του. Τόν δε­χό­ταν καί στό κελ­λί του καί τοῦ ἔ­κα­νε τρά­πε­ζα. Μα­γεί­ρευ­ε φα­σό­λια γιά δύ­ο ἄ­το­μα σ᾿ ἕ­να μπρί­κι πού ἔ­ψη­νε κα­φέ. Ἀλ­λά στήν ἀ­σκη­τι­κή τρά­πε­ζά του ὁ γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος πα­ρέ­θε­τε στό νέ­ο μο­να­χό καί τήν δι­δα­σκα­λί­α του γιά τήν μο­να­χι­κή ζω­ή πού ἔ­βγαι­νε ἀ­πό τήν πο­λύ­τι­μη πεῖ­ρα του.

    Ὅ­ταν ὁ π. Χρυ­σό­στο­μος ἀ­νέ­λα­βε τό δι­α­κό­νη­μα τοῦ πα­ρεκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ κά­ποι­ος προ­ϊ­στά­με­νος τοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να πεν­το­κά­ρι­κο (πέν­τε ὀ­κά­δες) λά­δι καί τοῦ εἶ­πε νά κα­νο­νί­ση νά τοῦ φθά­ση, δι­ό­τι θά τοῦ ξα­να­δώ­σει λά­δι με­τά ἀ­πό ἕ­να χρό­νο. Φυ­σι­κά αὐ­τό ἦ­ταν  ἀ­δύ­να­το. Ὁ π. Χρυ­σό­στο­μος ἦ­ταν σέ ἀ­πο­ρί­α καί   ρώ­τη­σε τόν γε­ρω–Φι­λά­ρε­το. Ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἀ­πάν­τη­σε μέ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι εἶ­ναι δυ­να­τόν νά φθά­ση τό λά­δι. «Ὅ­ταν γε­μί­ζης τό λα­δι­κό, νά πη­γαί­νης μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας, νά τό σταυ­ρώ­νης καί νά τήν πα­ρα­κα­λᾶς νά τό εὐ­λο­γή­ση», τοῦ εἶ­πε. Ἔ­τσι ἔ­κα­νε πάν­τα ὁ π. Χρυ­σό­στο­μος ὅ­ταν ἔ­παιρ­νε λά­δι, καί ὤ τοῦ θαύ­μα­τος! Τό πεν­το­κά­ρι­κο ἔ­φθα­σε καί πε­ρίσ­σε­ψε.

     Τοῦ εἶ­χε πεῖ ἀ­κό­μη, ἄν δῆ φουρ­τού­να στήν θά­λασ­σα καί κιν­δυ­νεύ­η κά­ποι­ο πλοῖ­ο, νά πά­ρη τό κα­ντή­λι τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου καί νά τό χύ­ση στήν θά­λασ­σα γιά νά γα­λη­νέ­ψη. Κά­ποι­α χρο­νιά τήν Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα ὁ π. Χρυ­σό­στο­μος πῆ­γε στήν θά­λασ­σα νά δῆ ἄν τά δί­χτυ­α εἶ­χαν πιά­σει ψά­ρια. Ἡ Σταυ­ρο­νι­κή­τα ἦ­ταν τό φτω­χό­τε­ρο Μο­να­στή­ρι καί γι᾽ αὐ­τό γιά τό Πά­σχα δέν εἶ­χαν πα­ραγ­γε­ί­λει αὐ­γά, τυ­ριά καί ψά­ρια. Ὁ κά­θε μο­να­χός φρόν­τι­ζε μό­νος του. Εἶ­χε ὅ­μως θά­λασ­σα καί ἕ­να κα­ρα­βά­κι πά­λευ­ε μέ τά κύ­μα­τα. Ὁ π. Χρυ­σό­στο­μος θυ­μή­θη­κε τόν γε­ρω–Φι­λά­ρε­το, τί τοῦ εἶ­χε πεῖ νά κά­νη σέ πα­ρό­μοι­α πε­ρί­πτω­ση. Πῆ­ρε τό­τε τήν καν­τή­λα τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου καί πῆ­γε στόν Ἀρ­σα­νᾶ, ἀλ­λά εἶ­χε δυ­να­τό ἀ­έ­ρα. Ἔρ­ρι­ξε τό λά­δι στήν θά­λασ­σα. Λί­γες στα­γό­νες ἔ­πε­σαν μέ­σα. Σέ λί­γο στα­μά­τη­σε ὁ ἀ­έ­ρας καί ἠ­ρέ­μη­σε ἡ θά­λασ­σα. Τό πλοῖ­ο πῆ­γε ὥς τό  Βα­το­πέ­δι, ξε­φόρ­τω­σε ψά­ρια, αὐ­γά, τυ­ριά καί ἔ­πει­τα ἐ­πέ­στρε­ψε στόν Ἀρ­σα­νᾶ τῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα. Κάλεσαν το­ύς πα­τέ­ρες καί το­ύς ρώ­τη­σαν σέ ποι­όν Ἅ­γιο τι­μᾶ­ται τό Μο­να­στή­ρι. Ὅ­ταν ἄ­κου­σαν ὅ­τι ἔ­χουν τόν ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο, ξε­φόρ­τω­σαν πολ­λές εὐ­λο­γί­ες γιά τό Πάσχα ἀ­πό εὐ­γνω­μο­σύ­νη γιά τόν ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο πού το­ύς ἔ­σω­σε.

     Ὁ γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος ἦ­ταν ἐ­πι­με­λής στό δι­α­κό­νη­μά του, φι­λα­κό­λου­θος καί ἔ­κα­νε στό κελ­λί του νη­στεῖ­ες, ἀ­γρυ­πνί­ες καί προ­σευ­χές, χω­ρίς νά τό ξέ­ρουν οἱ ἄλ­λοι πα­τέ­ρες. Ἐ­πει­δή γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ἡ βά­ση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς εἶ­ναι ἡ τα­πε­ί­νω­ση, ἔ­κα­νε κα­τά και­ρο­ύς τόν διά Χρι­στόν σα­λόν, ἀφ᾿ ἑ­νός μέν γιά νά τόν πε­ρι­φρο­νοῦν καί νά τόν τα­πει­νώ­νουν, ἀφ᾿ ἑ­τέ­ρου δέ γιά νά ἀ­παλ­λα­γῆ ἀ­πό τά κα­θή­κον­τα τοῦ προ­ϊ­στα­μέ­νου καί νά ἀ­να­χω­ρή­ση ἀ­πό τό ἰδι­όρ­ρυθ­μο γιά νά ζή­ση ἡ­συ­χα­στι­κά στήν ἔ­ρη­μο.

    Οἱ σα­λό­τη­τες τοῦ γε­ρω–Φι­λα­ρέ­του ἦ­ταν ὅ­τι ἔ­φευ­γε χω­ρίς εὐ­λο­γί­α καί ἔ­κα­νε ἀν­τι­μο­να­χι­κά καί ἀ­κα­τά­στα­τα κι­νή­μα­τα θε­α­τρί­ζον­τας τήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή καί τό Μο­να­χι­κό Σχῆ­μα. Ὅ­ταν ρω­τή­θη­κε εἶ­πε στήν Σύναξη: «Ἀ­νε­χώ­ρη­σα ἐκ τῆς Μο­νῆς κρυ­φί­ως καί σκο­πί­μως καί με­τέ­βην εἰς Θάσον, ἵ­να διά τήν τοι­α­ύ­την μου πρᾶ­ξιν κα­τη­γο­ρη­θῶ ὡς πα­ρή­κο­ος καί πα­ρά­λο­γος, καί ἀ­πο­χω­ρι­σθῶ τῆς Προ­ϊ­στα­με­νί­ας, καί μέ­νω εἰς τήν Μο­νήν ὡς ἁ­πλοῦς ἀ­δελ­φός. Δη­λῶ δέ ἤ­δη ὅ­τι πα­ραι­τοῦ­μαι ἐκ τῆς Προ­ϊ­στα­με­νί­ας οἰ­κει­ο­θε­λῶς καί ἀ­πα­ρα­βι­ά­στως ἕ­νε­κα ἀ­δυ­να­μί­ας μου καί ἀ­νι­κα­νό­τη­τος, καί δύ­να­ται ἡ Μο­νή νά μέ με­τα­χει­ρι­σθῆ ἀ­πό σή­με­ρον ὡς ἁ­πλοῦν ἀ­δελ­φόν καί μέ δι­ο­ρί­ση εἰς οἱ­ον­δή­πο­τε ἤ­θε­λεν ἐγ­κρί­νει εὔ­λο­γον δι­α­κό­νη­μα» (Συ­νε­δρί­α 1ης Ὀ­κτω­βρί­ου 1920). Ὑ­πέ­βα­λε ἔγ­γρα­φη πα­ρα­ί­τη­ση καί στίς 12 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1921 ἀ­νέ­λα­βε τό δι­α­κό­νη­μα τοῦ Δο­χει­ά­ρη.    

     Ὁ γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος ἔ­λε­γε στόν π. Χρυ­σό­στο­μο: «Ἐ­σέ­να πε­ρί­με­να γιά νά φύ­γω». Τόν ἄ­φη­σε ἀν­τι­κα­τα­στά­τη στό δι­α­κό­νη­μά του καί αὐ­τός ἔ­φυ­γε γιά τήν ἔ­ρη­μο στίς 12 Μαρ­τί­ου 1921. Ἔ­μει­νε γιά λί­γο στήν πα­ρα­λί­α τῆς Ἁ­γί­ας Ἄν­νης καί ὕ­στε­ρα πῆ­γε στά Κα­ρο­ύ­λια χα­μη­λά κοντά στήν θά­λασ­σα. Εἶ­χε τό κελ­λά­κι του καί ἕ­να πο­λύ μι­κρό Ἐκ­κλη­σά­κι δύο μέ­τρων, στό ὁ­ποῖ­ο κά­πο­τε, ὅ­ταν εὕ­ρι­σκε ἱ­ε­ρέ­α, ἔ­κα­νε θε­ί­α Λει­τουρ­γί­α.

     Εἶ­χε ἀ­κτη­μο­σύ­νη παν­τε­λῆ. Δέν ἤ­θε­λε νά ἔ­χη προ­μή­θει­ες γιά δύο μέ­ρες, «για­τί μπο­ρεῖ νά πε­θά­νω αὔ­ριο», ἔ­λε­γε. Πάντα περ­πα­τοῦ­σε ξυ­πό­λυ­τος. Τοῦ ἔ­δι­ναν με­ρι­κοί πα­πο­ύ­τσια, τά φο­ροῦ­σε μί­α μέ­ρα καί ὕ­στε­ρα τά ἔ­δι­νε σέ ἄλ­λους. Τά ρά­σα του ἦ­ταν πα­λαιά μέ πολ­λά μπα­λώ­μα­τα καί τριμ­μέ­να ἀλ­λά κα­θα­ρά.

     Εἶ­χε καί ἕ­να κύ­πελ­λο καί ἔ­λε­γε ὅ­τι μ᾿ αὐ­τό κά­νει τρεῖς δου­λει­ές. Πίνει νε­ρό, τό χρη­σι­μο­ποι­εῖ γιά κου­τά­λα ὅ­ταν μα­γει­ρε­ύ­η, καί γιά μι­στρί ὅ­ταν κτί­ζη. Ἀ­πό τήν με­γά­λη του ἀ­γά­πη θυ­σί­α­ζε τήν ἡ­συ­χί­α του καί γύ­ρι­ζε στά γει­το­νι­κά κελ­λιά γιά νά μα­ζε­ύ­η ἐ­λε­η­μο­σύ­νη ὅ,τι τοῦ ἔ­δι­ναν. Ὕ­στε­ρα πή­γαι­νε στά ἀ­νήμ­πο­ρα γε­ρον­τά­κια καί τά μο­ί­ρα­ζε.

    Ἐρ­γό­χει­ρο δέν ἔ­κα­νε. Ἀ­σχο­λεῖ­το μέ τή νο­ε­ρά προ­σευ­χή. Κομ­πο­σχο­ί­νι δέν κρα­τοῦ­σε ἀλ­λά ἔ­λε­γε τήν εὐ­χή κά­νον­τας μέ τό δά­κτυ­λό του τήν κί­νη­ση σάν νά κρα­τοῦ­σε κομ­πο­σχο­ί­νι. Ὅ­λες τίς Ἀ­κο­λου­θί­ες τίς ἔ­κα­νε λέ­γον­τας τήν εὐ­χή καί τό μο­να­δι­κό βι­βλί­ο πού εἶ­χε ἦ­ταν ὁ Ἀβ­βᾶς Ἰ­σα­άκ. Αὐ­τόν εἶ­χε μυ­στα­γω­γό καί δά­σκα­λό του.

    Γιά πε­ρισ­σό­τε­ρη ἡ­συ­χί­α κα­τέ­φευ­γε κα­τά και­ρούς­ σέ σχι­σμές βρά­χων καί προ­σευ­χό­ταν ἐ­πί ὧ­ρες καί ἡ­μέ­ρες. Τόν πο­λε­μοῦ­σαν δα­ί­μο­νες πού ἐμ­φα­νί­ζον­ταν μπρο­στά του ἀλλά αὐ­τός το­ύς ἔ­δι­ω­χνε μέ τό ση­μεῖ­ο τοῦ σταυ­ροῦ ἀ­παγ­γέ­λλον­τας τό «Ἀ­να­στή­τω ὁ Θε­ός καί δι­α­σκορ­πι­σθή­τω­σαν οἱ ἐ­χθροί αὐ­τοῦ…». Ἄλ­λες φο­ρές τοῦ ἔρ­ρι­χναν πέ­τρες στήν λα­μα­ρι­νέ­νια σκε­πή του καί ἔ­κα­ναν θό­ρυ­βο με­γά­λο, χω­ρίς νά πα­θα­ί­νη τί­πο­τε ἡ σκε­πή.

    Εἶ­χε με­γά­λη ἁ­πλό­τη­τα καί τε­λε­ί­α ξε­νιτε­ί­α. Δέν ρω­τοῦ­σε ἄν ὑ­πάρ­χουν ἄν­θρω­ποι στόν κό­σμο. Ἔ­κα­νε με­γά­λες νη­στεῖ­ες. Ἔ­τρω­γε συ­νή­θως φραγ­κό­συ­κα καί πα­ξι­μά­δι. Ἔ­βρα­ζε ἀ­γρι­ο­σέ­λι­να καί τά ἔ­τρω­γε γιά μί­α ἑ­βδο­μά­δα. Ὅ­ταν πή­γαι­νε ὁ Πνευ­μα­τι­κός νά τόν κοι­νω­νή­ση, ἔ­φευ­γε γρή­γο­ρα, για­τί δέν ὑ­πέ­φε­ρε τήν δυ­σω­δί­α πού ἀ­νέ­δι­δαν τά χα­λα­σμέ­να χόρ­τα τά ὁ­ποῖ­α ἔ­τρω­γε ὁ γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος. Συμ­βο­ύ­λευ­ε καί τόν γε­ρω–Γε­δε­ών πού ἦ­ταν τό­τε νέ­ος μο­να­χός: «Θά τρῶς τέ­τοι­α χόρ­τα, παι­δί μου, καί στό τέ­λος θά τρῶς λί­γο πα­ξι­μά­δι καί θά ζῆς».

Γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος Κα­ρου­λι­ώ­της.

 

     Καί ἐ­νῶ ζοῦ­σε τό­σο ἀ­σκη­τι­κά, γιά μία πε­ρί­ο­δο ὁ γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος δέν κοι­νω­νοῦ­σε. Ἐξομολογεῖτο στόν Πνευ­μα­τι­κό ὅ­τι τήν πα­ρα­μο­νή ἔτρωγε ρο­φό καί ὁ Πνευ­μα­τι­κός δέν τόν ἄ­φη­νε νά κοι­νω­νή­ση. Ἕ­νας δι­α­κρι­τι­κός Γέροντας κα­τά­λα­βε ὅ­τι κά­τι συμ­βα­ί­νει καί ρω­τών­τας τόν γε­ρω–Φι­λά­ρε­το βρῆ­κε τήν ἄ­κρη. Ρο­φό ὁ γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος ἔ­λε­γε τό σκου­λη­κι­α­σμέ­νο πα­ξι­μά­δι. Δέν ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ὁ ρο­φός εἶ­ναι ψά­ρι. Ἔ­τσι φα­ί­νε­ται τό ἄ­κου­σε ἀ­πό κά­ποι­ον γιά ἀ­στεῖ­ο, αὐ­τός τό πί­στε­ψε καί ἔ­λε­γε ὅ­τι τρώ­ει ρο­φό.

     Εἶ­χε τέ­τοι­α εὐ­αι­σθη­σί­α καί ἔ­κα­νε τό­σο κα­θα­ρή ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση μέ βα­θειά με­τά­νοι­α, ὥ­στε με­τά ἀ­πό χρό­νια θυ­μή­θη­κε καί ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε ὅ­τι, ὅ­ταν ἦ­ταν κη­που­ρός στήν Σταυ­ρο­νι­κή­τα, ἔ­κο­βε μι­κρά τά κο­λο­κυ­θά­κια καί δέν τ᾿ ἄ­φη­νε νά με­γα­λώ­σουν. Καί αὐ­τό τό θε­ω­ροῦ­σε ἀ­δι­κί­α καί ἔ­κλαι­γε ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα.

    Ἦ­ταν τό­τε στόν Ἅ­γιο Πέτρο ἕ­νας Γέροντας πού πή­γαι­νε καί ἐρ­γα­ζό­ταν στήν συλ­λο­γή τῶν φουν­του­κι­ῶν. Πα­ρα­κά­λε­σε τόν γε­ρω–Φι­λά­ρε­το νά με­ί­νη νά φυ­λά­η τό Κελ­λί του γιά ἕ­να δι­ά­στη­μα. Πῆ­γε, κά­θη­σε δυό–τρεῖς μῆ­νες, ἀλ­λά δέν ἀ­να­παυ­ό­ταν καί γύ­ρι­σε στά Κα­ρο­ύ­λια. Ὅ­μως ὁ Γέροντας τοῦ Ἁ­γί­ου Πέτρου τοῦ ζη­τοῦ­σε ἐ­νο­ί­κιο γιά το­ύς μῆ­νες πού κά­θη­σε ἐ­κεῖ, ἄν καί δέν εἶ­χαν συμ­φω­νή­σει γιά ἐ­νο­ί­κιο. Ὁ γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος δέν εἶ­χε νά πλη­ρώ­ση, γι᾿ αὐ­τό στε­νο­χω­ρι­ό­ταν καί πί­στευ­ε ὅ­τι φτα­ί­ει ὁ ἴ­διος. Ὅ­ποι­ον συ­ναν­τοῦ­σε στόν δρό­μο τοῦ ἔ­βα­ζε με­τά­νοια­ λέ­γον­τας: «Εὐ­λό­γη­σον, συγ­χώ­ρη­σέ με. Ἔ­χα­σα τά χρό­νια τῆς κα­λο­γε­ρι­κῆς μου, δι­ό­τι δέν πλη­ρώ­νω τό ἐ­νο­ί­κιο πού χρω­στά­ω». Τε­λι­κά, ὅ­ταν τό ἔ­μα­θαν οἱ ἄλ­λοι πα­τέ­ρες, ἔ­κα­ναν πα­ρα­τή­ρη­ση στόν Γέροντα πού ζη­τοῦ­σε ἐ­νο­ί­κιο ἀ­πό τόν ἀ­κτή­μο­να γε­ρω–Φι­λά­ρε­το καί ἐ­κεῖ­νος στα­μά­τη­σε τίς ἐ­νο­χλή­σεις πρός τόν ἀ­νε­ύ­θυ­νο θαυ­μα­στό Γέ­ρον­τα.

     Εἶ­χε γνη­σί­α με­τά­νοι­α καί αὐ­το­μεμ­ψί­α. Ἦ­ταν πο­λύ ἤ­ρε­μος, δέν θύ­μω­νε πο­τέ καί μέ κα­νέ­ναν. Ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος τῶν Δα­νι­η­λα­ί­ων κά­ποι­α φο­ρά πού πῆ­γε στό Κελ­λί τους καί ἦ­ταν ἀ­νυ­πό­δη­τος, ὡς συ­νή­θως, τόν πα­ρα­τή­ρη­σε αὐ­στη­ρά λέ­γον­τάς του: «Ἄλ­λη φο­ρά νά μήν ἔρ­χε­σαι ξυ­πό­λυ­τος, ἀλ­λά νά φο­ρᾶς παν­τό­φλες. Εἶ­σαι ὑ­πο­κρι­τής καί πα­ρι­στά­νεις τόν Ἅ­γιο». Μπρο­στά στο­ύς προ­σκυ­νη­τές καί στά  νέ­α κα­λο­γέ­ρια δέ­χθη­κε ἀ­τά­ρα­χος τίς πα­ρα­τη­ρή­σεις, ἔ­βα­λε με­τά­νοι­α ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­τας: «Νά μέ συγ­χω­ρή­σης».

    Τήν  ἄλ­λη  μέ­ρα  πού πῆ­γε  στο­ύς Δα­νι­η­λα­ί­ους, φο­ροῦ­σε παν­τό­φλες καί θα­ύ­μα­σαν τήν τα­πε­ί­νω­σή του. Ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος τοῦ ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι αὐ­τό τό ἔ­κα­νε γιά νά μά­θουν τά κα­λο­γέ­ρια τήν αὐ­το­μεμ­ψί­α καί τήν τα­πε­ί­νω­ση, νά λέ­γουν «εὐ­λό­γη­σον», καί αὐ­τός ἄς βα­δί­ζη στό ἑξῆς ὅ­πως θέ­λει.

    Σέ ἑ­ορ­τές συγ­κεν­τρώ­νον­ταν οἱ Κα­ρου­λι­ῶ­τες ἀσκη­τές σέ ἕ­να κα­λύ­βι μέ Ἐκ­κλη­σά­κι, δι­ά­βα­ζαν τήν ἀ­κο­λου­θί­α, ἔ­ψελ­ναν τήν πα­ρά­κλη­ση καί ὅ­ταν δέν εἶ­χαν πα­πᾶ, δι­ά­βα­ζαν καί τό Εὐ­αγ­γέ­λιο. Ἔ­βα­ζαν τόν γε­ρω–Φι­λά­ρε­το ὡς ἐγ­γράμ­μα­το νά δι­α­βά­ζη τό Εὐ­αγ­γέ­λιο, καί αὐ­τός τό δι­ά­βα­ζε ἐμ­με­λῶς ὅ­πως οἱ ἱ­ε­ρεῖς. Κάποιος Γέροντας τοῦ ἔ­κα­νε πα­ρα­τή­ρη­ση ὅ­τι δέν πρέ­πει νά τό δι­α­βά­ζη ἔ­τσι, για­τί δέν εἶ­ναι πα­πᾶς. Εἶ­πε «εὐ­λό­γη­σον», ἀλ­λά καί τήν ἄλ­λη φο­ρά πά­λι πα­ρα­σύρ­θη­κε ἀ­πό τόν πό­θο του καί τό δι­ά­βα­σε μέ με­λω­δί­α. Δέν τό δι­ά­βα­ζε γιά ἐ­πί­δει­ξη ἀλ­λά ἀ­πό ἁ­πλό­τη­τα καί εὐ­λα­βι­κή δι­ά­θε­ση, σάν προ­σφο­ρά ψαλ­μω­δί­ας. Στήν τρά­πε­ζα τοῦ ἔ­κα­ναν δη­μό­σια πα­ρα­τή­ρη­ση καί ἐ­κεῖ­νος ἔ­βα­λε με­τά­νοι­α σέ ὅ­λους λέ­γον­τας: «Εὐ­λο­γεῖ­τε, πα­τέ­ρες, ἔ­χα­σα τά χρό­νια τῆς κα­λο­γε­ρι­κῆς μου. Πάλι δι­ά­βα­σα με­λω­δι­κά».

     Ὅ­ταν ἡ συ­νο­δ­ί­α τοῦ γέ­ρον­τος Γε­ρα­σί­μου τοῦ Ὑ­μνο­γρά­φου ἄρ­χι­σε νά κτί­ζη τήν Ἐκ­κλη­σί­α στό σπή­λαι­ο τῶν Ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων, με­ρι­κοί πα­τέ­ρες τῆς Σκή­τε­ως φο­βο­ύ­με­νοι μή­πως δέν κα­τα­φέ­ρουν νά τήν τε­λει­ώ­σουν, ἔ­λε­γαν ὅ­τι ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα νά μήν τήν ἄρ­χι­ζαν. Οἱ Γέ­ρον­τες τά ἄ­κου­γαν αὐ­τά καί στε­νο­χω­ροῦν­το. Τότε κά­ποι­α μέ­ρα το­ύς ἐ­πι­σκέ­φθη­κε ὁ γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος καί το­ύς εἶ­πε: «Πα­τέ­ρες, τό ἔρ­γο αὐ­τό εἶ­ναι θε­ά­ρε­στο. Εἶ­δα τόν ἅ­γιο Δι­ο­νύ­σιο πά­νω ἀ­πό τό σπή­λαι­ο νά τό εὐ­λο­γῆ καί μοῦ εἶ­πε ὅ­τι τήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ σπη­λα­ί­ου θά τήν φυ­λά­γει ὁ ἴ­διος καί θά δι­α­τη­ρη­θῆ ἕ­ως συν­τε­λε­ί­ας τοῦ κό­σμου». Ἔ­κτο­τε πή­γαι­νε τίς νύ­χτες κρυ­φά στό σπή­λαι­ο καί προ­σευ­χό­ταν.

     Ὁ γε­ρω–Φι­λά­ρε­τος ἀ­σθέ­νη­σε γιά ἕ­να μῆ­να. Πο­νοῦ­σε τό στο­μά­χι του καί δέν δε­χό­ταν τρο­φή. Προ­αι­σθάν­θη­κε τό τέ­λος του καί ἑ­τοι­μά­στη­κε. Ἀπο­χαι­ρέ­τη­σε καί συγ­χω­ρή­θη­κε μέ το­ύς γει­τό­νους του, καί μό­νος του, χω­ρίς ἄν­θρω­πο κοντά του, πα­ρέ­δω­σε τό πνεῦ­μα του εἰς χεῖ­ρας Θε­οῦ ζῶν­τος τό ἔ­τος 1956 σέ ἡ­λι­κί­α 67 ἐ­τῶν. Τόν βρῆ­καν οἱ πα­τέ­ρες κε­κοι­μη­μέ­νον μέ σταυ­ρω­μέ­να τά χέ­ρια καί τόν ἔ­θα­ψαν στόν τά­φο πού εἶ­χε προ­ε­τοι­μά­σει. Στό Κελ­λί του βρῆ­καν μία σκά­φη στήν ὁ­πο­ί­αν ἔ­πλε­νε τά ροῦ­χα του στήν θά­λασ­σα, μία κου­βέρ­τα καί τό βι­βλί­ο τοῦ Ἀβ­βᾶ Ἰ­σα­άκ τοῦ Σύρου. Ὁ γε­ί­το­νάς του γε­ρω–Γα­βρι­ήλ ὁ Κα­ρου­λι­ώ­της με­τά τήν ἀ­να­κο­μι­δή φύ­λα­γε τά λε­ί­ψα­νά του μα­ζί μέ τά λε­ί­ψα­να τοῦ Γέροντός του Σε­ρα­φε­ίμ σέ μία σπη­λιά. Ἡ κά­ρα του εἶ­ναι κα­τα­κί­τρι­νη.

Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με.  Ἀ­μήν.            

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

 

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ απο 12/11/2018

Σχετικά

Γ΄. Ἀκτήμων Φιλάρετος Καρουλιώτης · Ε.Ρω.