ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΚΑ΄. Ὁ μυστηριώδης ἔγκλειστος Ἡρωδίων

12 Δεκεμβρίου 2025 · 6 λεπτά

Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρω–Ἡ­ρω­δί­ων ὁ Κα­ψα­λι­ώ­της, κα­τά κό­σμον Ἰ­ω­άν­νης Μαν­τούφ ἀ­πό τό Ὀρ­ντα­σέ­στ τῆς Ρου­μα­νί­ας, ἐγεν­νή­θη τό ἔ­τος 1904. Οἱ γο­νεῖς του ὠ­νο­μά­ζον­το Πέ­τρος καί Ἑ­λέ­νη. Ἦρθε στό Ἅγιον Ὄρος καί ἔγινε μοναχός στό Δι­ο­νυ­σι­ά­τι­κο Κελ­λί τῶν Εἰ­σο­δί­ων. Ὕ­στε­ρα ἔ­ζη­σε σέ δι­ά­φο­ρα Κελ­λιά, κυ­ρί­ως στήν Κα­ψά­λα. Στίς 28–10–1964 πῆ­ρε τήν Κα­λύ­βη τοῦ Ἁ­γί­ου Δη­μη­τρί­ου Κα­ψά­λας.

Τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ζοῦ­σε βί­ο ἔγ­κλει­στο, τρα­χύ, ἀ­πα­ρά­κλη­τον, τε­λεί­ως μό­νος του. Εἶ­χε μία στέρ­να στό Κελ­λί του καί ἀ­πό κεῖ ἔ­παιρ­νε νε­ρό. Ὅ­ταν κά­πο­τε ἔ­πε­σε μέ­σα ἕ­να πον­τί­κι, πά­λι δέν ἔ­βγαι­νε νά πά­ρη νε­ρό ἀ­πό ἀλ­λοῦ, ἀλ­λά τοῦ ἔ­φερ­νε ὁ γε­ρω–Μα­κά­ριος ὁ γεί­το­νάς του. Οὔ­τε προ­μή­θεια ἔ­κα­νε οὔ­τε ἐ­ψώ­νι­ζε οὔ­τε ἐρ­γο­χει­ροῦ­σε οὔ­τε κή­πους καλ­λι­ερ­γοῦ­σε, καί ὁ Θε­ός πού τρέ­φει τούς κό­ρα­κες ἔ­τρε­φε καί τόν γε­ρω–Ἡ­ρω­δί­ω­να.

Ὅ­ταν κά­ποι­ος τόν ἐ­πι­σκε­πτό­ταν, ἄ­νοι­γε τήν πόρ­τα, ἔ­βγα­ζε λί­γο τό κε­φά­λι καί ἄρ­χι­ζε νά μι­λά­η.

Ἐ­γνώ­ρι­ζε Ρου­μα­νι­κά, Ρωσ­σι­κά καί Ἑλ­λη­νι­κά.  Ἔ­λε­γε πολ­λά ἀ­συ­νάρ­τη­τα∙ ὅτι ἔ­χει ἐ­ξου­σί­α στόν ἥ­λιο, στήν βρο­χή κ.ἄ. Μέ­σα στά πολ­λά ἔ­λε­γε καί με­ρι­κά πού ἔ­με­ναν καρ­φω­μέ­να στό νοῦ τοῦ ἐ­πι­σκέ­πτη. Ἦ­ταν κά­ποια προ­σω­πι­κά πού τόν ἀ­φο­ροῦ­σαν, πού τά ἤ­ξε­ρε μό­νο αὐ­τός καί ἄ­κου­γε νά τοῦ τά ἀ­πο­κα­λύ­πτη ὁ γε­ρω–Ἡ­ρω­δί­ων. Φεύ­γον­τας δι­ε­ρω­τῶν­το με­ρι­κοί τί νά εἶ­ναι αὐ­τό τό ἀ­νε­ξι­χνί­α­στο μυ­στή­ριο πού λέ­γε­ται γε­ρω–Ἡ­ρω­δί­ων; Προ­φή­της, τρελ­λός, πλα­νε­μέ­νος ἤ κά­τι ἄλ­λο;

Πάντως τρί­α πράγ­μα­τα ἦ­ταν ξε­κά­θα­ρα, πέ­ραν πά­σης ἀμ­φι­βο­λί­ας, σέ ὅ­σους πή­γαι­ναν νά ἐ­πι­σκε­φθοῦν τόν γε­ρω–Ἡ­ρω­δί­ω­να τόν Κα­ψα­λι­ώ­τη.

Πρῶ­τον τό ἱ­λα­ρό, γλυ­κύ, χα­ρο­ποι­ό πρό­σω­πό του μέ μία ἀ­σκη­τι­κή λευ­κό­τη­τα καί δι­α­φά­νεια πού ἔ­μοια­ζε τό χρῶ­μα τοῦ κί­τρι­νου κυ­δω­νιοῦ. Ἡ ὄ­ψη του δέν σέ ἀ­πω­θοῦ­σε· ἀν­τι­θέ­τως τόν συμ­πα­θοῦ­σες, καί ἄς ἦ­ταν ἄ­πλυ­το, λε­ρω­μέ­νο καί γα­νω­μέ­νο τό πρό­σω­πό του.

Δεύ­τε­ρον, ἡ με­γά­λη αὐ­τα­πάρ­νη­σή του. Γέ­ρων ὑ­πε­ρο­γδο­η­κον­τού­της, ζοῦ­σε πολ­λά­κις νηστικός λό­γῳ ἐλ­λεί­ψε­ως καί τῶν στοι­χει­ω­δῶν σέ ἕ­να κα­λύ­βι μι­σο­ε­ρει­πω­μέ­νο, πού ἔ­βα­ζε ἀ­πό παν­τοῦ πού ἔ­στα­ζε νε­ρό ἀ­πό τήν σκε­πή καί δέν εἶ­χε θέρ­μαν­ση. Τό δύ­σκο­λο ἔ­τος 1986, πού ἔ­κα­νε βα­ρύ χει­μῶ­να καί με­γά­λες πα­γω­νι­ές, δέν ἐ­ξη­γεῖ­ται ἀν­θρω­πί­νως  πῶς μπό­ρε­σε καί ἄν­τε­ξε. Μά­λι­στα κυ­κλο­φο­ροῦ­σε ξυ­πό­λυ­τος μέ­σα στό Κελ­λί του. Δέν εἶ­χε κρεβ­βά­τι καί ποτέ του δέν ξάπλωνε∙ πάν­τα στε­κό­ταν ὄρ­θιος ἤ ἀ­κουμ­ποῦ­σε λί­γο στήν ἄ­κρη ἑ­νός πάγ­κου πού ἦ­ταν γε­μᾶ­τος πράγ­μα­τα πα­λαι­ά γιά τά σκου­πί­δια.

Ὅ­ταν ἦ­ταν νέ­ος μο­να­χός πῆ­ρε φω­τιά ἕ­να Κελ­λί τῆς Προ­βά­τας καί τόν κα­τη­γό­ρη­σαν ἄ­δι­κα ὅ­τι αὐ­τός τήν προ­κά­λε­σε. Κάποιοι λα­ϊ­κοί ἐρ­γά­τες μά­λι­στα τόν χτύ­πη­σαν πο­λύ. Με­τά ἀ­πό αὐ­τό, ὅ­ταν τόν ρω­τοῦ­σαν για­τί δέν ἀ­νά­βει σόμ­πα τόν χει­μῶ­να, ἔ­λε­γε: «Γιά νά μήν κά­ψω τήν Κα­ψά­λα». Ἴ­σως καί νά ἔ­βα­λε τέ­τοι­ο κα­νό­να στόν ἑ­αυ­τό του∙ νά μήν ἀ­νά­ψη δη­λα­δή πο­τέ φω­τιά.

Τόν ρώ­τη­σαν κά­πο­τε τί κά­νει ὅ­ταν κρυ­ώ­νη, καί ἀ­πάν­τη­σε: «Πάω στό Σι­νᾶ καί ζε­στα­ί­νο­μαι (ἴ­σως ἐν­νο­οῦ­σε μέ τόν λο­γι­σμό του). Ὁ μο­να­χός πού ἀ­γω­νί­ζε­ται πραγ­μα­τι­κά  μοι­ά­ζει σάν νά  ἔ­χη Μάη μέσα του. Πο­τέ δέν κρυ­ώ­νει». Ὁ γε­ρω–Πα­ΐ­σιος ἔ­λε­γε: «Γιά νά κά­θε­ται στό Κελ­λί του μέ τό­ση στέ­ρη­ση, ση­μα­ί­νει ὅ­τι ἔ­χει πα­ρη­γο­ριά ἀπ᾿ τόν Θεό». 

Καί τό τρί­το, οἱ δι­ο­ρά­σεις καί προρ­ρή­σεις του. Σέ πολ­λούς ἀ­πε­κά­λυ­πτε το­ύς λο­γι­σμούς καί ἔ­λε­γε γιά μελ­λον­τι­κά γε­γο­νό­τα. Τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­καν τρεῖς πα­τέ­ρες ἀ­πό τήν Κέρ­κυ­ρα καί τούς εἶ­πε ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­πό τό Κορ­φού (Κέρκυρα). Σέ ἄλ­λον εἶ­πε ὅ­τι ἀ­γό­ρα­σε σκοῦ­φο καί νά τόν φο­ρέ­ση με­τά ἀ­πό λί­γες μέ­ρες πού θά βγεῖ ἔ­ξω. Ἔ­τσι καί ἔ­γι­νε.

Ἕ­νας μο­να­χός πῆ­γε νά τόν ρω­τή­ση ἐπειδή εἶ­χε δύ­ο λο­γι­σμο­ύς καί δέν ἤ­ξε­ρε ποι­όν νά ἀ­κο­λου­θή­ση. Πρόλαβε ὁ γερω–Ἡ­ρω­δί­ων καί τοῦ εἶπε: «Νά μή σέ δια­ιρῆ ἡ γνώ­μη, ἐ­σύ νά τήν δια­ιρῆς».

Ἄλ­λη φο­ρά ὁ ἴ­διος μο­να­χός, κά­ποι­α Σα­ρα­κο­στή, εἶ­χε κα­τά­πτω­ση καί τόν ρώτησε, ἄν  μπο­ρῆ νά κα­τα­λύ­ση λί­γο λα­δά­κι. Πρίν τόν  ρω­τή­ση, ἀ­πάν­τη­σε: «Ἅ­μα δέν μπο­ρῆς, νά τρῶς λί­γο λά­δι».

Ἄλ­λο­τε σέ μο­να­χό πού εἶ­χε λο­γι­σμό νά ὑ­πο­τα­χθῆ στόν γε­ρω–Νι­κή­τα, ὁ γε­ρω–Ἡ­ρω­δί­ων τοῦ εἶ­πε μό­νος του: «Γέρω–Νι­κή­τα. Πρέ­πει νά ξέ­ρη γιά νά σέ ὁ­δη­γή­ση. Ἀλ­λοι­ῶς κά­θη­σε στό Κελ­λί σου κα­λύ­τε­ρα».

Σέ ἄλ­λον μο­να­χό εἶ­πε ὅ­τι στό Κελ­λί του πού ἦ­ταν ἰ­σό­γει­ο, ἔ­βλε­πε με­γά­λες ἁ­πλω­τα­ρι­ές πρός τήν θά­λασ­σα, ἐ­νῶ δέν εἶ­χε. Ὅ­ταν ἔ­κα­ναν νέ­ο κτί­ριο μέ με­γά­λα μπαλ­κό­νια, τό­τε θυ­μή­θη­κε ὅ­σα εἶ­χε πεῖ ὁ γε­ρω–Ἡ­ρω­δί­ων.

Καί γιά τό Μπου­ρα­ζέ­ρη εἶ­πε ὅ­τι ἔ­βλε­πε στήν αὐ­λή τοῦ Κελ­λιοῦ με­γά­λη ὡ­ραί­α Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Πα­να­γί­ας μέ­σα σέ λου­λο­ύ­δια, ἐ­νῶ δέν ὑ­πῆρ­χε. Ὅ­ταν με­τά ἀ­πό χρό­νια ἔ­κτι­σαν τήν και­νο­ύρ­για Ἐκ­κλη­σί­α, τό­τε οἱ πα­τέ­ρες θυ­μή­θη­καν τά λό­για του.

Πῆ­γαν νά τόν δοῦν δύ­ο προ­σκυ­νη­τές καί ἄρ­χι­σε νά λέ­η τό πρό­βλη­μα τοῦ ἑ­νός καί τί θά ἀν­τι­με­τω­πί­σει ὅ­ταν θά βγῆ ἔ­ξω. Τόν ρώ­τη­σε καί ὁ ἄλ­λος:

–Ἐ­μέ­να δέν ἔ­χεις νά μοῦ πῆς τί­πο­τε;

–Ἐ­σέ­να τό πρό­βλη­μά σου εἶ­ναι στήν Συ­κιά. Ὁ ἐ­πι­σκέ­πτης κο­ί­τα­ξε γύ­ρω του καί τοῦ εἶ­πε ὅ­τι δέν βλέ­πει καμ­μί­α συ­κιά.

–Ἐ­κε­ί­νη ἡ Συ­κιά γιά νά πᾶς, περ­νᾶς θά­λασ­σα. Πάλι δέν κα­τά­λα­βε καί ἔ­φυ­γε μέ ἀ­πο­ρί­α. Μόλις ἐ­πέ­στρε­ψε στό σπί­τι του πού εἶ­ναι στό χω­ριό Συ­κιά Κο­ριν­θί­ας προ­έ­κυ­ψε ἕ­να σο­βα­ρό πρό­βλη­μα στήν οἰ­κο­γέ­νειά του καί τό­τε θυ­μή­θη­κε τά λό­για τοῦ γε­ρω–Ἡ­ρω­δί­ωνος.    

Ὅταν τόν εἶ­χε πά­ρει ὁ γε­ρω–Με­λέ­τιος ὁ Ρου­μᾶ­νος στόν Ἅ­γιο Γε­ώρ­γιο, νά τόν γη­ρο­κο­μή­ση, τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε κά­ποι­ος μο­να­χός μέ ἕ­να νέ­ο. Μό­λις τούς εἶ­δε ἀ­πό μα­κρυ­ά –ἦ­ταν στήν πόρ­τα μέ τίς γά­τες– φώ­να­ξε ἐ­ξα­γρι­ω­μέ­νος νά στα­μα­τή­ση ὁ νέ­ος, νά μήν πλη­σιά­ση, δι­ό­τι ἔ­χει μη­χα­νή. Πράγ­μα­τι κρα­τοῦ­σε στό χέ­ρι του μία τσάν­τα, ὅ­που μέσα εἶ­χε φω­το­γρα­φι­κή μη­χα­νή. Πῶς τό εἶ­δε ὁ γε­ρω–Ἡ­ρω­δί­ων, ὁ Θε­ός τό γνω­ρί­ζει. Τόν ἐ­πι­σκέ­πτον­το καί ἐ­πί­ση­μοι ἄν­θρω­ποι, ὅ­πως καί ὁ Πρῶ­τος τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους, ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Πα­ΐ­σιος Χι­λαν­δα­ρι­νός.

Ὁ γε­ρω–Ἡ­ρω­δί­ων ἔ­λε­γε στήν ἀρ­χή μί­α κα­λή συμ­βου­λή, ὅ­πως π.χ.: «Ὅ­ταν κά­θε­ται ὁ μο­να­χός στό Κελ­λί του καί δέν ἀ­σχο­λῆ­ται μέ το­ύς ἄλ­λους, ἀλ­λά προ­σε­ύ­χε­ται, τό­τε ἔρ­χε­ται ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ μέ­σα του». Ὕ­στε­ρα ἔ­λε­γε ἀ­συ­νάρ­τη­τα πράγ­μα­τα καί ἔ­κα­νε σα­λό­τη­τες. Καί φυ­σι­κά δέν μπο­ροῦ­σε κα­νείς­ νά βρῆ ἄ­κρη καί νά βγά­λη συμ­πε­ρά­σμα­τα μέ τόν γε­ρω–Ἡ­ρω­δί­ω­να.

Κά­πο­τε τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­καν δύ­ο μο­να­χοί. Χτυ­ποῦ­σαν τήν πόρ­τα, ἀλ­λά δέν ἀ­παν­τοῦ­σε. Ἀ­κού­γον­ταν ψί­θυ­ροι. Ἀ­πό τό πα­ρα­θυ­ρά­κι τόν ἔ­βλε­παν στραμ­μέ­νο πρός τόν τοῖ­χο ἀ­κί­νη­το νά ψι­θυ­ρί­ζη κά­τι καί νά μήν ἀ­κο­ύ­η κα­θό­λου. Ἐ­πί μι­σή ὥ­ρα πε­ρί­με­ναν, ἀλ­λά δέν ἀ­πο­σπά­σθη­κε ἀ­πό τήν προ­σευ­χή του.

Τά πό­δια του ἀ­πό τήν ὀρ­θο­στα­σί­α εἶ­χαν πρη­σθῆ καί εἶ­χαν γί­νει ἄ­καμ­πτα, σάν κο­λῶ­νες, δέν λύ­γι­ζαν. Κάτω ἀ­πό τό χον­δρό δά­κτυ­λο τοῦ ἑ­νός πο­διοῦ εἶ­χε μί­α με­γά­λη πλη­γή σάν κα­ρύ­δι πού ἔ­βγα­ζε δύ­σο­σμα ὑ­γρά. Ἐ­πει­δή κυ­κλο­φο­ροῦ­σε ξυ­πό­λυ­τος, ἡ πλη­γή ἔ­κλει­νε μέ χώ­μα­τα καί δέν φαι­νό­ταν ἀπ᾿ ἔ­ξω. Θέ­λη­σε κά­ποι­ος νά πε­ρι­ποι­η­θῆ τήν πλη­γή μέ φάρ­μα­κα ἀλ­λά ἀρ­νή­θη­κε λέ­γον­τας: «Ὁ Θε­ός μοῦ ἔ­δω­σε αὐ­τή τήν πλη­γή για­τί βλέ­πει ὅ­τι μέ ὠ­φε­λεῖ. Θέ­λει ἀ­πό κά­τι νά ὑ­πο­φέ­ρω. Ἄν θε­ρα­πεύ­σω αὐ­τήν τήν πλη­γή, ὁ Θε­ός θά μοῦ δώ­σει κά­τι ἄλ­λο, πού μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι βα­ρύ­τε­ρο καί νά μήν μπο­ρῶ νά τό ἀν­τέ­ξω».

Ὁ γε­ρω–Ἡ­ρω­δί­ων τίς τε­λευ­ταῖ­ες ὀ­κτώ ἡ­μέ­ρες δέν ἔ­βα­λε τί­πο­τε στό στό­μα του. Φαί­νε­ται εἶ­χε προ­αι­σθαν­θῆ τόν θά­να­τό του καί ἑ­τοι­μαζόταν. Εἶ­χε γί­νει κί­τρι­νος σάν λε­μό­νι. Ὅ­ταν ἐ­κοι­μή­θη, τήν Σα­ρα­κο­στή τῶν Χρι­στου­γέν­νων στίς 12–12–1990, ὁ γε­ρω–Με­λέ­τιος εἶ­πε ὅ­τι εὐ­ω­δί­α­σε τό κελ­λί του.

Ὁ Θε­ός ἄς ἀ­να­παύ­ση τήν ψυ­χή του καί ἄς τόν ζε­στά­νη στόν Πα­ρά­δει­σο τώ­ρα, μιά πού πο­λύ ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πό τό κρύ­ο σ᾿ αὐ­τή τήν μά­ται­η ζω­ή.

Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με.  Ἀ­μήν.

 

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ 12/12/2019

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

Σχετικά