ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΙΑ’. Νηπτικός Αὐξέντιος Γρηγοριάτης

1 Μαρτίου 2025 · 10 λεπτά

Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Γεν­νή­θη­κε τό ἔ­τος 1893 στήν Μάνδρα  (Κού­ν­του­ρα) Ἐ­λευ­σῖ­νος ἀ­πό τόν Κων­σταν­τῖ­νο Κω­σταν­τώ­νη καί τήν Εὐ­αγ­γε­λί­α. Ἦ­ταν Ἀρ­βα­νί­της. Ἡ μακρυνή καταγωγή τῶν προγόνων του ἦταν ἀ­πό τήν μαρτυρική Βόρειο Ἤ­πει­ρο. Στήν βά­πτι­ση τόν ὠ­νό­μα­σαν Ἀ­θα­νά­σιο. Ἦταν  πρω­τό­το­κος ἀ­πό ἄλ­λα τρί­α ἀ­δέλ­φια καί δύ­ο ἀ­δελ­φές, ἐκ τῶν ὁ­πο­ί­ων ἡ Ἀν­τι­γό­νη ἔ­γι­νε καί αὐ­τή μο­να­χή μέ τό ὄ­νο­μα Ἀ­νυ­σί­α. Ὅ­ταν ὁ Ἀ­θα­νά­σιος ἦ­ταν βρέ­φος, δέν θή­λα­ζε τίς Τε­τάρ­τες καί τίς Πα­ρα­σκευ­ές, σάν τόν ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο, προ­οι­μι­ά­ζον­τας τήν με­τέ­πει­τα ἰ­σό­βια ἐγ­κρά­τειά του.

Ἀ­γα­ποῦ­σε τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί τήν προ­σευ­χή. Τά μι­κρό­τε­ρα παι­διά τόν θα­ύ­μα­ζαν γιά τήν κα­λω­σύ­νη του. Με­γα­λώ­νον­τας βο­η­θοῦ­σε τόν πα­τέ­ρα του στίς ἀ­γρο­τι­κές καί κτη­νο­τρο­φι­κές ἐρ­γα­σί­ες. Ἐ­κεῖ κοντά στό χω­ριό τους ὑ­πῆρ­χε μία σπη­λιά πού τή νύ­χτα φαι­νό­ταν φῶς, γι᾿ αὐ­τό ὁ­λό­κλη­ρη τήν πε­ρι­ο­χή ὠ­νό­μα­ζαν «Καν­τή­λι». Ἦ­ταν σέ ἀ­πό­κρη­μνα βρά­χια, πο­λύ ψη­λά καί κα­νε­ίς δέν κα­τά­φε­ρε ν᾿ ἀ­νε­βῆ. Ὁ Ἀ­θα­νά­σιος κα­τώρ­θω­σε νά ἀ­νε­βῆ καί ἔ­μει­νε δύο με­ρό­νυ­χτα στήν σπη­λιά. Τοῦ συ­νέ­βη ἐκεῖ ἕ­να θε­ϊ­κό γε­γο­νός πού τόν ἐ­πη­ρέ­α­σε. Ὅ­ταν κα­τέ­βη­κε ἀ­πό τήν σπη­λιά, χω­ρίς νά πῆ σέ κα­νέ­ναν τί­πο­τε, ἔ­φυ­γε γιά νά γί­νη μο­να­χός. Πῆ­γε στό Μο­να­στή­ρι τῆς Πεν­τέ­λης, ἀλ­λά δέν ἔ­μει­νε πο­λύ. Ἔ­γι­νε δό­κι­μος στήν μο­νή τοῦ Ὁ­σί­ου Με­λε­τί­ου, ἀλ­λά ἐ­πι­στρα­τε­ύ­τη­κε καί ὑ­πη­ρέ­τη­σε στρα­τι­ώ­της στόν Μι­κρα­σι­α­τι­κό πό­λε­μο γιά δύ­ο χρό­νια. Με­τά τήν ἀ­πό­λυ­σή του ἦρ­θε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί κοι­νο­βί­α­σε στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Ὁ­σί­ου Γρη­γο­ρί­ου τό ἔ­τος 1920 σέ ἡ­λι­κί­α 28 ἐ­τῶν.

Ἡ πρό­θυ­μη δι­α­κο­νί­α του, ἡ ἀ­κρί­βεια στήν ὑ­πα­κοή καί στήν μο­να­χι­κή ζωή του, ἡ ἀ­γω­νι­στι­κό­τη­τα καί ἡ φι­λο­θε­ΐ­α του ἔ­κα­ναν ἐν­τύ­πω­ση στο­ύς πα­τέ­ρες, καί σέ ἕ­να χρό­νο ἔ­γι­νε με­γα­λό­σχη­μος.

Δι­α­κό­νη­σε στήν Ἐκ­κλη­σί­α, στό μύ­λο, στό μα­γει­ρεῖ­ο, ἔ­ξω στόν κό­σμο στά Με­τό­χια καί στο­ύς κή­πους. Ἦ­ταν φι­λό­πο­νος, ἐρ­γα­τι­κός καί ἐ­πι­με­λής στό δι­α­κό­νη­μά του. Κου­ρα­ζό­ταν πο­λύ καί στίς ἀρ­χές γιά ἕν­δε­κα χρό­νια εἶ­χε πό­λε­μο μέ τόν ὕ­πνο. Στε­νο­χω­ρι­ό­ταν πού καμ­μί­α φο­ρά με­τά ἀ­πό τήν ὁ­λο­ή­με­ρη κό­πω­ση στό δι­α­κό­νη­μα τόν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος στήν ἀ­κο­λου­θί­α. Τό ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε στόν Ἡ­γο­ύ­με­νο πα­πα–Θα­νά­ση καί ἐ­κεῖ­νος τοῦ εἶ­πε νά μή στε­νο­χω­ρῆ­ται, δι­ό­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι σάν τό κα­ρά­βι πού τα­ξι­δε­ύ­ει. Ἄλ­λος ἀ­γρυ­πνεῖ, ἄλ­λος κοι­μᾶ­ται, ἀλ­λά τό κα­ρά­βι προ­χω­ρᾶ καί θά φθά­σουν κά­πο­τε στόν προ­ο­ρι­σμό τους. Ἐ­νι­σχύ­θη­κε, ἔ­λα­βε θάρ­ρος, συ­νέ­χι­σε τόν ἀ­γῶ­να του καί νί­κη­σε τόν ὕ­πνο. Ἔ­τσι ἔ­φθα­σε νά ἀ­γρυ­πνῆ ὅ­λη τή νύ­χτα στό κελ­λί του, εἴ­τε κα­θή­με­νος σέ εἰ­δι­κό κά­θι­σμα εἴ­τε κά­νον­τας με­γά­λες με­τά­νοι­ες καί σταυ­ρω­τά κομ­πο­σχο­ί­νια· ξε­κου­ρα­ζό­ταν  λί­γο τήν ἡ­μέ­ρα. Αὐ­τό τό συ­νέ­χι­σε καί ἀρ­γό­τε­ρα πού ἔ­χα­σε τό φῶς του καί ἔ­πα­σχε ἀ­πό κή­λη, ἀ­κό­μη καί στά γε­ρά­μα­τά του. Ὁ Ἡ­γο­ύ­με­νος εἶ­χε ὁ­ρί­σει κά­θε νύ­χτα νά ἀ­γρυ­πνῆ ἕ­νας ἀ­δελ­φός. Ἔ­κα­νε χρέ­η νυ­χτο­φύ­λα­κα, γυρ­νοῦ­σε στό Μο­να­στή­ρι καί πή­γαι­νε νά δῆ, ἄν ἤ­θε­λε κά­τι ὁ τυ­φλός πλέ­ον γε­ρω–Αὐ­ξέν­τιος. Ὅ­σες φο­ρές ἔμ­παι­νε στό κελ­λί του, ὁ γε­ρω–Αὐ­ξέν­τιος ἦ­ταν πάν­τα ὄρ­θιος. Μόλις ὅ­μως ἄ­κου­γε θό­ρυ­βο, κα­θό­ταν στό κρεβ­βά­τι καί ἔ­κα­νε πώς κοι­μό­ταν. Οἱ πα­τέ­ρες πού ἔ­μα­θαν τό τυ­πι­κό του φρόν­τι­ζαν νά μπα­ί­νουν ἀ­θό­ρυ­βα γιά νά μήν τόν δι­α­κό­πτουν, καί τόν ἔ­βλε­παν πάν­τα ὄρ­θιο νά προ­σε­ύ­χε­ται.          

Ὁ γε­ρω–Αὐ­ξέν­τιος ἦ­ταν μο­να­χός σι­ω­πη­λός καί φι­λή­συ­χος. Ὅ­ταν ἔ­βλε­πε σκάν­δα­λα, ἔ­φευ­γε ἀ­μέ­σως. Μι­λοῦ­σε λί­γο, ἀλ­λά ἀ­γω­νι­ζό­ταν πο­λύ. Ἀ­πέ­φευ­γε τίς συ­ζη­τή­σεις, για­τί ὅ­πως ἔ­λε­γε «ὅ­ταν ὁ­μι­λῶ, με­τά δυ­σκο­λε­ύ­ο­μαι στήν πνευ­μα­τι­κή ἐρ­γα­σί­α, δι­ό­τι μοῦ ἔρ­χον­ται λο­γι­σμοί ἄλ­λοι»[1]. Οὔ­τε καί ὅ­ταν γή­ρα­σε ἤ­θε­λε πα­ρέ­α καί συ­ζή­τη­ση, ὅ­πως συ­νή­θως συμ­βα­ί­νει μέ το­ύς γέ­ρους. Αὐ­τός προ­τι­μοῦ­σε τήν σι­ω­πή, τήν ἡ­συ­χί­α γιά νά μή δι­α­κό­πτη τή νο­ε­ρά του ἐρ­γα­σί­α. Καί ὅ­ταν κα­νε­ίς ἀπ᾿ το­ύς νέ­ους πα­τέ­ρες κα­θό­ταν πα­ρα­πά­νω στό κελ­λί του, μέ τόν τρό­πο του ἔ­κο­βε τήν συ­ζήτηση καί τοῦ ἔ­δι­νε νά κα­τα­λά­βη ὅ­τι πρέ­πει νά τόν ἀ­φή­ση μό­νο του. Κάποτε ὁ δι­α­κο­νη­τής πού τόν βο­η­θοῦ­σε νά πά­η ἀ­πό τό κελ­λί στήν Ἐκ­κλη­σί­α, τοῦ μι­λοῦ­σε στήν δι­α­δρο­μή. Ὁ­πό­τε τοῦ λέ­γει αὐ­στη­ρά ὁ γε­ρω–Αὐ­ξέν­τιος: «Δέν θά μοῦ μι­λᾶς στόν δρό­μο». Δέν ἤ­θε­λε νά τόν ἀ­πο­σποῦν ἀ­πό τήν προ­σευ­χή. Ἦ­ταν μο­να­χός τῆς πρά­ξε­ως ἀλ­λά καί τῆς θε­ω­ρί­ας. Ἦ­ταν κυ­ρί­ως ἕ­νας νη­πτι­κός μέ­σα στό Κοι­νό­βιο, σέ με­γά­λα μέ­τρα, πού σάν αὐ­τόν εἶ­ναι δύ­σκο­λο νά συ­ναν­τή­ση κα­νε­ίς ἀ­κό­μα καί στήν ἔρη­μο. Μέχρι τήν κο­ί­μη­σή του, ὅ­σο ἔ­ζη­σε σ᾿ αὐ­τόν τόν κό­σμο, δέν ἔ­παυ­σε τή νο­ε­ρά προ­σευ­χή. Γι᾿ αὐ­τό ἔ­μενε ἔγ­κλει­στος στό κελ­λί του, δέν κυ­κλο­φο­ροῦ­σε στήν αὐ­λή καί ἀ­πέ­φευ­γε τήν ὁ­μι­λί­α, γιά νά μή δι­α­κό­πτη τή νο­ε­ρά προ­σευ­χή του.

Νηπτικός Αὐξέντιος Γρηγοριάτης

Συμ­βο­ύ­λευ­ε: «Νά λέ­τε συ­νε­χῶς τήν εὐ­χή, για­τί ἔ­τσι θά εἶ­στε μα­ζί μέ τόν Χρι­στό. Μέ τήν εὐ­χή αἰ­σθά­νε­ται κα­νε­ίς ἕ­νω­ση μέ τόν Θεό. Κα­τα­λα­βα­ί­νει ὅ­τι τό πᾶν εἶ­ναι ὁ Θε­ός. Μέ τήν εὐ­χή νά δι­ώ­χνε­τε το­ύς λο­γι­σμο­ύς. Ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός θά σᾶς δι­δά­σκει καί θά σᾶς φω­τί­ζει. Μόνο νά κοι­τᾶ­τε ὁ νοῦς σας νά εἶ­ναι μέ­σα στήν καρ­διά. Ὅ­ταν ὅ­μως κου­ρά­ζε­στε, νά λέ­τε τό “Κύριε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ…” μέ τό στό­μα. Ἐ­γώ αὐ­τό πού ἔ­χω νά σᾶς πῶ εἶ­ναι τό “Κύριε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ…” καί τί­πο­τε ἄλ­λο»[2]. Ὅ­ταν τόν ρω­τοῦ­σαν, «τί πρέ­πει νά κά­νου­με γιά νά κερ­δί­σου­με τήν Βα­σι­λε­ί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν», ἀ­παν­τοῦ­σε: «Νά λέ­με συ­νε­χῶς τήν εὐ­χή “Κύριε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ἐ­λέ­η­σόν με”». Σέ ὅ­λους συ­νι­στοῦ­σε νά λέ­νε τήν εὐ­χή, καί μά­λι­στα ἔ­λε­γε «τήν εὐ­χή στήν καρ­διά», ἐ­νῶ στο­ύς λα­ϊ­κο­ύς ἔ­λε­γε νά τη­ροῦν τίς ἐν­το­λές καί νά δι­α­βά­ζουν τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή.  

Ὁ ἴ­διος εἶ­χε κά­νει πρά­ξη στήν ζωή του τό «ἀ­δι­α­λε­ί­πτως προ­σε­ύ­χε­σθε», καί μά­λι­στα ἔ­φθα­σε σέ προ­χω­ρη­μέ­νη κα­τά­στα­ση πνευ­μα­τι­κή, ὥ­στε νά λέ­γη τήν εὐ­χή καί στόν ὕ­πνο του, ὅ­πως μέ ἁ­πλό­τη­τα ἀ­πε­κά­λυ­ψε στόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο.

Ἄλ­λο­τε εἶ­πε ὁ ἴ­διος, ὄν­τας τυ­φλός, ὅ­τι, «ὅ­ταν λέ­ω τήν εὐ­χή βλέ­πω στό δε­ξιό μέ­ρος φῶς. Αὐ­τό τό βλέ­πω, ὅ­ταν κά­νω τόν κα­νό­να μέ τό κομ­πο­σχο­ί­νι. Τό βλέ­πω συ­χνά. Αὐ­τό φε­ύ­γει καί ὕ­στε­ρα πά­λι ξα­νάρ­χε­ται. Τό κυ­ρι­ώ­τε­ρο ὅ­μως εἶ­ναι ἡ ἀ­γά­πη πού ἔρ­χε­ται στήν καρ­διά γιά τόν Χρι­στό». Ἔ­βλε­πε τα­κτι­κά τό Ἄ­κτι­στο φῶς. Κά­ποι­α μέ­ρα πού ἀ­νη­σύ­χη­σε πού δέν τό εἶ­δε καί ζη­τοῦ­σε νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆ στόν Πνευ­μα­τι­κό του.

Κάποτε ὁ γε­ρω–Αὐ­ξέν­τιος πῆ­γε νά κοι­νω­νή­ση στό πα­ρεκ­κλή­σι τοῦ Ὁ­σί­ου Γρη­γο­ρί­ου, τοῦ Κτίτο­ρος, ὅ­που γι­νό­ταν θε­ί­α Λει­τουρ­γί­α. Προ­σῆλ­θε προ­ε­τοι­μα­σμέ­νος μέ πο­λύ πό­θο καί εὐ­λά­βεια, ἀλλά ὁ λει­τουρ­γός Ἱ­ε­ρέ­ας τυ­φλώ­θη­κε ἀ­πό ἕ­να φῶς δυ­να­τό καί ἱ­λα­ρό πού ἔ­βγαι­νε ἀ­πό τό πρό­σω­πο τοῦ γέ­ρον­τος Αὐ­ξεν­τί­ου. Τό πρό­σω­πό του σκε­πά­στη­κε, ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ἀ­πό ἕ­ναν φω­τει­νό ἥ­λιο, ὑ­πέρ τόν ἥ­λιο λάμ­πον­τα, καί ὁ ἱ­ε­ρέ­ας δέν μπο­ροῦ­σε πλέ­ον ὄ­χι νά τόν κοι­νω­νή­ση ἀλ­λά οὔ­τε νά τόν ἀν­τι­κρύ­ση, ρί­χνον­τας τό βλέμ­μα του χα­μη­λά. «Ἔ­λαμ­πε τό­σο τό πρό­σω­πό του», δι­η­γεῖ­ται ὁ λει­τουρ­γός, «πού ὅ­ταν τόν  κοί­τα­ξα, ζα­λί­στη­κα καί πα­ρά λί­γο νά πέ­σω κά­τω. Ἔ­βα­λα τό χέ­ρι μου καί σκέ­πα­σα τά μά­τια μου για­τί δέν ἄν­τε­χα τό δυ­να­τό φῶς. Ἔ­λαμ­πε ὁ­λό­κλη­ρος». Ὅ­ταν σέ λί­γο ὑ­πε­στά­λη τό ἄ­κτι­στον φῶς καί συ­νῆλ­θε ὁ ἔκ­πλη­κτος ἱ­ε­ρέ­ας, τό­τε τόν κοι­νώ­νη­σε. 

Ὁ γε­ρω–Αὐ­ξέν­τιος ἔ­γι­νε θε­ω­ρός τοῦ ἀκτί­στου φω­τός καί ἔ­φθα­σε στήν κα­τά­στα­ση τοῦ θε­ί­ου ἔ­ρω­τος. Καί ὅ­λα αὐ­τά ἀ­πό τήν ἐ­πι­μο­νή του στήν εὐ­χή.

Εἶ­χε μά­θει καί πολ­λές ἄλ­λες προ­σευ­χές ἀπ᾿ ἔ­ξω καί τίς ἔ­λε­γε ἐ­ναλ­λάξ μέ τήν εὐ­χή. Ἤ­ξε­ρε ὅ­λον τόν Ἀ­κά­θι­στο μα­ζί μέ τόν κα­νό­να καί τόν ἔ­λε­γε συ­χνά. Στι­χο­λο­γοῦ­σε κά­θε βρά­δυ τό Ψαλ­τή­ρι, τό ὁποῖο εἶ­χε ἀ­πο­στη­θί­σει, ἔλεγε καί τήν εὐ­χή συ­νέ­χεια. Ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ τήν ἀ­κο­λου­θί­α. Ἤ­θε­λε νά μή χά­νη τί­πο­τε ἀ­πό τά γράμ­μα­τα τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας. Τοῦ ἄ­ρε­σαν ἰ­δι­α­ί­τε­ρα οἱ εὐ­χές τῆς θε­ί­ας Με­τα­λή­ψε­ως. Τίς δι­ά­βα­ζε μέ πο­λύ πό­θο. Με­ρι­κές φο­ρές, ὅ­ταν δέν ἄ­κου­γε κα­λά, πή­γαι­νε κοντά στόν δι­α­βα­στή, ἐ­νῶ ἄλ­λες φο­ρές φώ­να­ζε: «Πιό δυ­να­τά!».

Ὁ γε­ρω–Αὐ­ξέν­τιος τή­ρη­σε τήν ὑ­πό­σχε­ση νά φυ­λά­ξη ἀ­κτη­μο­σύ­νη. Ἦ­ταν πάμ­πτω­χος. Δέν εἶ­χε τί­πο­τε καί δέν ἐ­πε­θύ­μη­σε τί­πο­τε σ᾿ αὐ­τή τήν ζωή πα­ρά μό­νο τόν Χρι­στό. Δέν φό­ρε­σε και­νο­ύρ­γιο ροῦ­χο σάν κα­λό­γη­ρος καί ὅ­λη του τήν μο­να­χι­κή ζωή πέ­ρα­σε μέ ἕ­να ζευ­γά­ρι πα­πο­ύ­τσια. Στόν δρό­μο, ὅταν δέν τόν ἔ­βλε­πε κα­νε­ίς, γιά νά μήν τά χα­λά­ση ἀλ­λά καί γιά ἄ­σκη­ση, γιά νά κα­τα­πο­νῆ τό σῶ­μα του, τά κρα­τοῦ­σε στήν μα­σχά­λη καί βά­δι­ζε ἀ­νυ­πό­δη­τος.  Κά­πο­τε πού  ἔ­λει­πε, πέ­τα­ξαν  τίς φθαρ­μέ­νες φα­νέλ­λες του καί στε­νο­χω­ρή­θη­κε.  Ἔ­πει­τα κα­τέ­βη­κε στόν γκρε­μό πού τίς εἶ­χαν πε­τά­ξει καί τίς ξα­να­μά­ζε­ψε. Στό κελ­λί του δέν εἶ­χε τί­πο­τε ἄλ­λο ἐ­κτός ἀ­πό με­ρι­κές εἰ­κό­νες καί λί­γα βι­βλί­α.

Ἦ­ταν τε­λε­ί­ως ξέ­νος, χω­ρίς καμ­μία ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μέ το­ύς κα­τά σάρ­κα συγ­γε­νεῖς του. Ὅ­ταν με­τά ἀ­πό τρι­άν­τα χρό­νια ἦρ­θαν νά τόν δοῦν τ᾿ ἀ­δέλ­φια του, αὐ­τός γιά νά το­ύς ἀ­πο­φύ­γη ἔ­φυ­γε στό ἀμ­πέ­λι, καί μό­νο ὅ­ταν οἱ πα­τέ­ρες ἐ­πέ­με­ναν νά μι­λή­ση στ᾿ ἀ­δέλ­φια του χά­ριν τῆς ὑ­πα­κο­ῆς, το­ύς μί­λη­σε καί το­ύς εἶ­πε νά μήν τόν ἐ­νο­χλή­σουν ἄλ­λη φο­ρά.

Ὁ γε­ρω–Αὐ­ξέν­τιος, ὅ­πως μαρ­τυ­ροῦν οἱ συγ­κοι­νο­βι­ά­τες του, ἦ­ταν πο­λύ βια­στής. Κου­ρα­ζό­ταν στά δι­α­κο­νή­μα­τα, ἔ­σκα­βε τό ἀμ­πέ­λι καί νή­στευ­ε αὐ­στη­ρά. Ἦ­ταν ἀ­σκη­τής καί ἀ­γνο­οῦ­σε τε­λε­ί­ως με­ρι­κά φα­γώ­σι­μα. Ὅ­ταν ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος στά γη­ρά­μα­τά του, τόν ρώ­τη­σε ὁ δι­α­κο­νη­τής, ἄν θέ­λη χαλβά ἤ μαρ­με­λά­δα. Μέ ἀ­πο­ρί­α ρώ­τη­σε «τί εἶ­ναι μαρ­με­λά­δα;». Ὁ μά­γει­ρας καί ὁ πα­ρα­μά­γει­ρας εἶ­χαν τήν φρον­τί­δα νά πη­γα­ί­νουν τό φα­γη­τό στόν γε­ρω–Αὐ­ξέν­τιο. Κάποια μέ­ρα τόν εἶ­δαν νά ἔρ­χε­ται στό μα­γει­ρεῖ­ο καί το­ύς εἶ­πε: «Νά μοῦ δώ­σε­τε λί­γο φα­γη­τό. Ἔ­χω τρεῖς μέ­ρες νά φά­ω». Τότε τοῦ ἔ­βα­λαν με­τά­νοι­α, για­τί εἶ­χαν ξε­χά­σει νά τοῦ πᾶ­νε τό φα­γη­τό, ἀλ­λά αὐ­τός οὔ­τε γόγ­γυ­σε οὔ­τε δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε.

Εἶ­χε με­γά­λη αὐ­τα­πάρ­νη­ση. Γιά νά μή βγῆ στόν κό­σμο νά ἐγ­χει­ρισ­θῆ στά μά­τια του ἔ­μει­νε τυ­φλός. Δέν ἔ­κα­νε ἐγ­χε­ί­ρη­ση κή­λης, παρ᾿ ὅ­λο πού πο­νοῦ­σε καί ὑ­πέ­φε­ρε. Δέν θέ­λη­σε νά βά­λη ξένα δόν­τια. Ἔ­μει­νε χω­ρίς οὔ­τε ἕ­να δόν­τι, καί δυ­σκο­λευ­ό­ταν στίς σκλη­ρές τρο­φές. Δέν ἤ­θε­λε νά τοῦ κά­νουν ἰ­δι­α­ί­τε­ρα φα­γη­τά. Ὅ­ταν τόν ρω­τοῦ­σαν τί φα­γη­τό θέ­λει, ἀπαν­τοῦ­σε: «Ὅ,τι ἔ­χει τό κοι­νό». Πάντα ἔ­τρω­γε μέ ἐγ­κρά­τεια καί μέ­τρο. Ἄν τόν πί­ε­ζαν νά φά­η πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἔ­λε­γε: «Μή μέ πι­έ­ζε­τε. Τό πο­λύ φα­γη­τό δέν εἶ­ναι κα­τά Θε­όν». Ἔ­δι­νε καί στόν δι­α­κο­νη­τή του  κά­τι ἀπ᾿ αὐ­τά πού τοῦ πή­γαι­νε.

Ὅ­ταν κοι­νω­νοῦ­σε κλει­νό­ταν στό κελ­λί του καί προ­σευ­χό­ταν. Δέν μι­λοῦ­σε καί δέν ἀ­παν­τοῦ­σε σέ κα­νέ­ναν. Κάποτε, με­τά τήν θε­ί­α Κοι­νω­νί­α τόν βρῆ­καν οἱ πα­τέ­ρες μπρο­ύ­μυ­τα μέ­σα στό κελ­λί του νά προ­σε­ύ­χε­ται. Ἦ­ταν σέ θε­ω­ρί­α καί δέν ἔ­νι­ω­θε το­ύς πα­τέ­ρες πού τόν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν.

Τυ­φλός ὤν καί ἐνῶ δέν ἄ­κου­γε καί κα­λά, μή ἔ­χον­τας ἀ­κρι­βῆ αἴ­σθη­ση τοῦ χρό­νου καί μή θέ­λον­τας νά χά­ση τήν ἀ­κο­λου­θί­α, ξε­κι­νοῦ­σε ἀ­πό τό κελ­λί του ὡς συ­νή­θως καί δύ­ο ὧ­ρες νω­ρί­τε­ρα. Μία νύ­χτα  σκόν­τα­ψε, ἔ­πε­σε, χτύ­πη­σε καί πλημ­μύ­ρι­σε στά αἵ­μα­τα πού ἔ­τρε­χαν ἀ­πό τήν μύ­τη του. Ἐ­ξαν­τλή­θη­κε καί δέν μπο­ροῦ­σε νά ση­κω­θῆ. Τόν βρῆ­καν με­τά ἀ­πό  δύο ὧ­ρες πε­ρί­που ξυ­λι­α­σμέ­νο μέ­σα στά αἵ­μα­τα καί τόν με­τέ­φε­ραν στό γη­ρο­κο­μεῖ­ο. Ἐ­κεῖ τόν κα­θά­ρι­σαν καί κά­θη­σε ἕ­νας ἀ­δελ­φός νά τόν προ­σέ­χη. Ὅ­ταν  κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἔ­φυ­γαν οἱ πα­τέ­ρες καί νο­μί­ζον­τας ὅ­τι εἶ­ναι μό­νος, πέ­τα­ξε τίς κου­βέρ­τες ση­κώ­θη­κε ὄρ­θιος καί ἄρ­χι­σε νά κά­νη τόν κα­νό­να του, συ­νε­χί­ζον­τας γιά ὧ­ρες τά κομ­πο­σχο­ί­νια του. Τοῦ εἶ­παν οἱ πα­τέ­ρες: «Γε­ρω–Αὐ­ξέν­τι­ε, ἐ­σύ τώ­ρα εἶ­σαι γε­ρον­τά­κι. Κάθησε στό κελ­λί σου, δέν χρει­ά­ζε­ται νά ἔρ­χε­σαι στήν ἀ­κο­λου­θί­α». Αὐ­τός ἀ­πάν­τη­σε: «Μή μοῦ στε­ρῆ­τε τήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἐ­κεῖ αἰ­σθά­νο­μαι πραγ­μα­τι­κή ἐ­λευ­θε­ρί­α».

Ὅ­ταν εἶ­χε τό φῶς του, δι­ά­βα­ζε τήν Φι­λο­κα­λί­α καί μά­λι­στα στό πρω­τό­τυ­πο. Το­ύς πέν­τε τό­μους το­ύς δι­ά­βα­σε τέ­σσερις φο­ρές. Ὅ­ταν τόν ρω­τοῦ­σαν οἱ πα­τέ­ρες, τί νά δι­α­βά­ζουν, ἔ­λε­γε: «Τήν Φι­λο­κα­λί­α». Καί ὅ­ταν τοῦ ἔ­λε­γαν ὅ­τι δέν τήν κα­τα­λα­βα­ί­νουν, ἀ­παν­τοῦ­σε: «Δέν πει­ρά­ζει. Σι­γά–σι­γά θά τήν  κα­τα­λά­βε­τε».

Ἀ­γα­ποῦ­σε ἰ­δι­αι­τέ­ρως τήν Φι­λο­κα­λί­α, για­τί καί ὁ ἴ­διος ἦ­ταν ἕ­νας με­γά­λος νη­πτι­κός μέ ἀ­νά­λο­γες ἐ­μπει­ρί­ες καί βι­ώ­μα­τα σάν αὐ­τά πού δι­ά­βα­ζε στο­ύς ἀ­γα­πη­μέ­νους του  Νηπτι­κο­ύς Πα­τέ­ρες. Ὅ­πως ἐξωμο­λο­γή­θη­κε στόν Πνευ­μα­τι­κό του, στό δω­δέ­κα­το κομ­πο­σχο­ί­νι τοῦ κα­νό­νος ἔ­βλε­πε τό ἄ­κτι­στο φῶς, ἐ­νῶ ἦ­ταν τε­λε­ί­ως τυ­φλός. Καί ἐ­νῶ εἶ­χε τήν εὐ­χή ἀ­δι­ά­λει­πτη καί στά γη­ρά­μα­τά του ἔ­κα­νε 150 με­γά­λες με­τά­νοι­ες, τα­πε­ί­νω­νε τόν ἑ­αυ­τό του καί αὐ­το­μεμ­φό­με­νος ἔ­λε­γε: «Σκο­τει­νά βα­δί­ζω, ἀ­ναι­σθη­σί­α μέ κρα­τά­ει καί ζῶ στήν μα­ται­ό­τη­τα».

Κάποτε τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε ὁ πα­πα–Ἰ­σα­άκ ὁ Κα­ψα­λι­ώ­της καί τόν ρώ­τη­σε πό­τε κα­τα­λα­βα­ί­νου­με ὅ­τι ἡ εὐ­χή γί­νε­ται καρ­δια­κή. Ἀ­πάν­τη­σε: «Ὅ­ταν στα­μα­τοῦν οἱ λο­γι­σμοί». Καί ὅ­ταν τόν ρώ­τη­σε γιά με­γά­λες κα­τα­στά­σεις, γιά φῶ­τα καί ὁ­ρά­μα­τα, ἀ­πάν­τη­σε μέ ἔν­το­νη φω­νή λέ­γον­τας: «Μή ζη­τᾶς τέ­τοι­α πράγ­μα­τα. Κάθαρση ἀ­πό τά πά­θη νά ζη­τᾶς».

Σέ δύ­ο νέ­ους πού ἔ­βα­λαν με­τά­νοι­α γιά δό­κι­μοι το­ύς εὐ­χή­θη­κε καί το­ύς συμ­βο­ύ­λε­ψε: «Νά πο­ρε­ύ­ε­σθε εἰς ὁ­δόν ἀ­λη­θοῦς με­τα­νο­ί­ας».               

Ὁ γε­ρω–Αὐ­ξέν­τιος ἀ­γω­νι­ζό­με­νος καί ὑ­πο­μέ­νοντας τό γῆ­ρας καί τίς ἀ­σθέ­νει­ες, ἔ­χον­τας σύν­τρο­φο ἀχώ­ρι­στο τήν ἀ­γα­πη­μέ­νη του εὐ­χή, ἔ­φθα­σε στό τέ­λος τοῦ μο­να­χι­κοῦ του δρό­μου νι­κη­τής. Ἦ­ταν ὑ­πά­κου­ος μέ­χρι θα­νά­του, βια­στής μέ­χρις αἵ­μα­τος, ἀ­κτή­μων στό ἔ­πα­κρο, ξέ­νος τοῦ κό­σμου, οἰ­κεῖ­ος τοῦ Θε­οῦ, ἀ­γα­πη­τός καί πο­θει­νός στο­ύς πα­τέ­ρες, κα­νών μο­να­χι­κῆς ἀ­κρι­βε­ί­ας καί νη­πτι­κός μέ­γας, κα­τορ­θώ­σας τήν ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή.

Ἐ­κοι­μή­θη  τήν  1η Μαρ­τί­ου 1981, ξη­με­ρώ­νον­τας Κυ­ρια­κή τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, σέ ἡ­λι­κί­α 89 ἐ­τῶν, προ­ε­τοι­μα­σμέ­νος πλή­ρως γιά τήν ἄλ­λη ζωή. Ὁ Γέροντας καί οἱ πα­τέ­ρες μι­λοῦ­σαν μέ θαυ­μα­σμό καί συγ­κί­νη­ση γιά τόν γε­ρω–Αὐ­ξέν­τιο, γιά τά ἀ­σκη­τι­κά του καί νη­πτι­κά του κα­τορ­θώ­μα­τα, καί εἶ­χαν τήν αἴ­σθη­ση ὅ­τι προ­πέμ­πουν ἕ­ναν ὅ­σιο στήν Ἐκ­κλη­σί­α τῶν πρω­το­τό­κων, στήν Βα­σι­λε­ί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν.

Με­τά τήν κο­ί­μη­σή του, ἀ­δελ­φός ρώ­τη­σε τόν γε­ρω–Πα­ΐ­σιο ἐ­άν σώ­θη­κε ὁ γε­ρω–Αὐ­ξέν­τιος καί ἀ­πάν­τη­σε: «Ἐάν αὐ­τός δέν σώ­θη­κε, τό­τε κα­νε­ίς ἀ­πό μᾶς δέν θά σω­θῆ». Ἡ τι­μί­α κά­ρα του κα­τά και­ρο­ύς ἐκ­πέμ­πει εὐ­ω­δί­α.

Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με.  Ἀ­μήν.

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

 

  1. Βλ. Πε­ρι­ο­δι­κό Ὅ­σιος Γρη­γό­ριος, τεῦ­χος 6 (1981), σελ. 95. Ἀ­πό τά πολ­λά ὡ­ραῖ­α πού γρά­φτη­καν ἀ­πό τόν γέροντα Γε­ώρ­γιο καί το­ύς πα­τέ­ρες τῆς Μο­νῆς γιά τόν γε­ρω–Αὐ­ξέν­τιο, χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με με­ρι­κά στοι­χεῖ­α μέ τήν εὐ­λο­γία­ τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου, γιά νά συμ­πλη­ρώ­σου­με τό Συ­να­ξά­ρι του.
  2. Ὅ­που πα­ρα­πά­νω, σελ. 95–96.

Σχετικά

ΙΑ’. Νηπτικός Αὐξέντιος Γρηγοριάτης · Ε.Ρω.