ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ — ΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ ‒
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

Β. Ἡσυχαστής παπα–Δανιήλ Ἁγιοπετρίτης

16 Σεπτεμβρίου 2025 · 5 λεπτά

Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

     O πα­πα–Δα­νι­ήλ ὁ Ἁ­γι­ο­πε­τρί­της ἦ­ταν ἕ­νας με­γά­λος ἡ­συ­χα­στής στήν γε­νεά του καί μι­μη­τής τοῦ ὁ­σί­ου Πέτρου τοῦ Ἀ­θω­νί­του, τοῦ πρώ­του καί με­γα­λυ­τέ­ρου Ἀ­θω­νί­του ἡ­συ­χα­στοῦ. Ἀ­γω­νί­σθη­κε στόν ἴ­διο χῶ­ρο, ἀλ­λά ἡ χρο­νι­κή ἀ­πό­στα­ση ἀ­πό μᾶς καί ὁ τρό­πος τῆς ζω­ῆς του δέν ἄ­φη­σαν νά γί­νουν γνω­στά πα­ρά μό­νο λί­γα στοι­χεῖ­α ἀ­πό τήν ἀ­σκη­τι­κή του βι­οτή.

    Ἡ πα­τρί­δα του καί ἡ ζωή του γε­νι­κά πρίν γί­νη μο­να­χός δέν εἶ­ναι γνω­στή. Ἔ­γι­νε μο­να­χός στόν Ἅ­γιο Πέτρο ἀ­πό τόν ἐ­νά­ρε­το Γέροντα καί πνευ­μα­τι­κό πα­πα–Ἀν­τώ­νιο[1] ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­γι­νε Γέροντας τῆς σπη­λιᾶς–προ­σκυ­νή­μα­τος στίς 15–9–1874. Ἀ­φοῦ δι­έ­πρε­ψε στά μο­να­χι­κά ἀ­γω­νί­σμα­τα, ὁ κα­λός ὑ­πο­τα­κτι­κός  π. Δα­νι­ήλ κρί­θη­κε ἀ­πό τόν Γέροντά του ἄ­ξιος νά λά­βη τήν χά­ρι τῆς Ἱ­ε­ρω­σύ­νης. Χει­ρο­το­νή­θηκε στήν Λα­ύ­ρα δι­ά­κο­νος καί Πρε­σβύ­τε­ρος καί ἔ­κτο­τε δέν βγῆ­κε ἀ­πό τό Ἡ­συ­χα­στή­ριο τοῦ Ἁ­γί­ου Πέτρου.  Που­θε­νά δέν πῆ­γε ὥς τήν κο­ί­μη­σή του.

     Στίς 1–4–1909 ἀ­να­γνω­ρί­σθη­κε ὡς Γέροντας[2] καί Πνευ­μα­τι­κός. Φα­ί­νε­ται πώς μέ­χρι τό­τε ζοῦ­σε ὁ Γέρον­τάς του.

    Ὁ πα­πα–Δα­νι­ήλ εἶ­χε τυ­πι­κό ὅ­λη τή νύ­χτα νά ἀ­γρυ­πνῆ. Θε­ω­ροῦ­σε ἁ­μαρ­τί­α νά τόν βρῆ τό σκο­τά­δι στό κρεβ­βά­τι. Ξε­κου­ρα­ζό­ταν τό ἀ­πό­γευ­μα καί ὅ­ταν νύ­χτω­νε, ἄρ­χι­ζε τήν κα­θη­με­ρι­νή ἀ­γρυ­πνί­α του. Στό τέ­λος τῆς ἀ­γρυ­πνί­ας τε­λοῦ­σε κά­θε ἡ­μέ­ρα τήν θε­ί­α Λει­τουρ­γί­α. Καί τήν Μ. Σα­ρα­κο­στή κά­θε μέ­ρα ἔ­κα­νε Προ­η­γι­α­σμέ­νη. Οἱ θεῖ­ες Λει­τουρ­γί­ες του κρα­τοῦ­σαν ὧ­ρες, για­τί συ­χνά ἡρ­πά­ζε­το σέ θε­ω­ρί­α καί ἀ­πό τήν πολ­λή κα­τά­νυ­ξη δυ­σκο­λευ­ό­ταν νά λέ­η τίς ἐκ­φω­νή­σεις.

    Τό πρωΐ ξε­κου­ρα­ζό­ταν λί­γο καί τήν ἡ­μέ­ρα φο­ρών­τας ρά­σο καί κου­κο­ύ­λι ἔ­κα­νε τίς ἀ­πα­ρα­ί­τη­τες ἐρ­γα­σί­ες στό κελ­λί του ἤ ἐ­ξω­μο­λο­γοῦ­σε μο­να­χο­ύς. Ἀπ᾿ ὅ­,τι φα­ί­νε­ται δέν δι­έ­κο­πτε τήν πνευ­μα­τι­κή του ἐρ­γα­σί­α ὅ­λη τήν ἡ­μέ­ρα καί ἀ­πέ­φευ­γε τήν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καί συ­νο­μι­λί­α μέ ἀν­θρώ­πους.

    Κα­τά τό με­ση­μέ­ρι ἔ­τρω­γε τό ἀ­σκη­τι­κό του φα­γη­τό καί ἀ­πε­σύ­ρε­το νά ξε­κου­ρα­στῆ γιά τή νυ­χτε­ρι­νή ἀ­γρυ­πνί­α του. Ἡ ζωή του ἦ­ταν ἀ­σκη­τι­κή καί ἁ­πλή. Οὔ­τε τζά­μια δέν εἶ­χαν τά πα­ρά­θυ­ρα. Εἶ­χε ἕ­να τζά­κι καί κά­τι πα­λαι­ές κτι­στές σόμ­πες. Τόν χει­μῶ­να τό χι­ό­νι σέ κεῖ­να τά μέ­ρη ξε­περ­νοῦσε τά δύ­ο μέ­τρα.

     Κάποτε ἕ­νας Γέ­ρον­τας ἔ­στει­λε τό κα­λο­γέ­ρι του νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆ στόν πα­πα–Δα­νι­ήλ. Τό κα­λο­γέ­ρι πῆ­γε, χτύ­πη­σε τήν πόρ­τα καί εἶ­πε τό «Δι᾿ εὐ­χῶν…», ἀλ­λά δέν πῆ­ρε ἀ­πό­κρι­ση. Κο­ί­τα­ξε τό­τε ἀ­πό τό πα­ρά­θυ­ρο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί εἶ­δε τόν πα­πα–Δα­νι­ήλ γο­να­τι­στό κά­τω ἀ­πό τόν πο­λυ­έ­λαι­ο νά προ­σε­ύ­χε­ται καί νά εἶ­ναι μέ­σα σέ φλό­γες. Ἔ­τρε­ξε ἀ­μέ­σως στόν Γέροντά του καί τοῦ εἶ­πε ἔν­τρο­μος ὅ­τι ὁ πνευ­μα­τι­κός κα­ί­γε­ται. Ἔ­τρε­ξαν μα­ζί στόν Ἅ­γιο Πέτρο καί βρῆ­καν τόν πα­πα–Δα­νι­ήλ ἥ­συ­χο, σέ φυ­σι­ο­λο­γι­κή κα­τά­στα­ση.

     Ὁ πα­πα–Δα­νι­ήλ πῆ­ρε ὑ­πο­τα­κτι­κό, τόν ἔ­κα­νε κα­λό­γε­ρο καί τόν ὠ­νό­μα­σε Ἀν­τώ­νιο στό ὄ­νο­μα τοῦ Γέροντός του. Κάποτε ὁ ὑ­πο­τα­κτι­κός ἀρ­ρώ­στη­σε καί πῆ­γε στήν Λα­ύ­ρα ὅ­που ἔ­μει­νε γιά ἕ­να δι­ά­στη­μα μέ­χρι νά ἀ­ναρ­ρώ­ση. Σ᾿ αὐ­τό τό δι­ά­στη­μα ξε­λει­τουρ­γοῦ­σε κά­θε μέ­ρα τόν πα­πα–Δα­νι­ήλ ἕ­νας μο­να­χός πού ἔ­με­νε σέ γει­το­νι­κό κελ­λί λί­γο πιό κά­τω. Ὁ πα­πα–Δα­νι­ήλ «ἔ­παιρ­νε και­ρό» καί ἄρ­χι­ζε τήν Προ­σκο­μι­δή. Στήν κα­θο­ρι­σμέ­νη ὥ­ρα ἐρ­χό­ταν ὁ μο­να­χός καί ἄρ­χι­ζαν τήν θε­ί­α Λει­τουρ­γί­α.

     Κάποια μέ­ρα ἔ­κα­νε τήν Προ­σκο­μι­δή, ἀλ­λά ὁ μο­να­χός πού θά τόν ξε­λει­τουρ­γοῦ­σε, δέν φαι­νό­ταν. Κα­τά­λα­βε ὅ­τι κά­τι τοῦ συ­νέ­βη. Λυ­πη­μέ­νος προ­σευ­χό­ταν, χω­ρίς νά γνω­ρί­ζη τί πρέ­πει νά κά­νη. Ὁ­πό­τε εἶ­δε νά μπα­ί­νουν τρεῖς μο­να­χοί. Προ­σκύ­νη­σαν καί μέ ἀ­γαλ­λί­α­ση ὁ πα­πα–Δα­νι­ήλ ἄρ­χι­σε τήν θε­ί­α Λει­τουρ­γί­α, ἐ­νῶ αὐ­τοί ἔ­ψαλ­λαν.

Ὅ­ταν τε­λε­ί­ω­σαν, ὁ πα­πα–Δα­νι­ήλ ἤ­θε­λε νά λύση τήν ἀ­πο­ρί­α του. Το­ύς ρώ­τη­σε ποι­οί ἦ­ταν καί πῶς βρέ­θη­καν τέ­τοι­α ὥ­ρα στήν ἐ­ρη­μιά. Τοῦ ἀ­πάν­τη­σαν ὅ­τι ἦ­ταν οἱ κτί­το­ρες τῶν Ἰ­βή­ρων καί ὅ­τι το­ύς ἔ­στει­λε ὁ Κύριος· με­τά ἐ­ξα­φα­νί­σθη­καν[3].

     Ὁ χα­ρι­τω­μέ­νος Ἱ­ε­ρουρ­γός τοῦ Ὑ­ψί­στου ἐ­κτός τῶν ἄλ­λων με­τέ­δι­δε τά Θεῖ­α Μυ­στή­ρια καί στο­ύς γυ­μνο­ύς καί ἀ­ο­ρά­τους ἀ­σκη­τές πού ζοῦ­σαν καί κυ­κλο­φο­ροῦ­σαν σέ κεῖ­να τά μέ­ρη.

     Στόν πα­πα–Δα­νι­ήλ πή­γαι­ναν τρεῖς ὧ­ρες δρό­μο τή νύ­χτα ὁ γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ ὁ ἡ­συ­χα­στής μέ τόν συ­να­σκη­τή του γε­ρω–Ἀρ­σέ­νιο, γιά νά λει­τουρ­γη­θοῦν καί νά κοι­νω­νή­σουν. Ἀ­πό ὅ­σους ἀ­σκη­τές γνώ­ρι­σε –καί τό­τε ἔ­βρι­θε ἡ ἔ­ρη­μος ἀ­πό ἐ­να­ρέ­τους ἀ­σκη­τές– ὁ πα­πα–Δα­νι­ήλ ἦ­ταν στήν πιό με­γά­λη κα­τά­στα­ση, ἀ­να­φέ­ρει ὁ γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ:

«Ἦ­τον καί ἄλ­λος πλέ­ον θαυ­μα­σι­ώ­τε­ρος εἰς τόν Ἅ­γιον Πέτρον τόν Ἀ­θω­νί­την, ὁ πα­πα–Δα­νι­ήλ, ὁ ὁποῖ­ος ἦ­τον μι­μη­τής τοῦ Με­γά­λου Ἀρ­σε­νί­ου. Ἄ­κρον σι­ω­πη­λός, ἔγ­κλει­στος, ἐφ᾿ ὅ­ρου ζω­ῆς λει­τουρ­γός. Ἑ­ξή­κον­τα ἔ­τη μή­τε μί­αν ἡ­μέ­ραν δέν ἐν­νο­οῦ­σε νά ἀ­φή­ση τήν θε­ί­αν Λει­τουρ­γί­αν. Καί τήν Με­γά­λην Σα­ρα­κο­στήν ὅ­λες τές ἡ­μέ­ρες ἔ­κα­με Προ­η­γι­α­σμέ­νες. Καί μέ­χρι τε­λευ­τα­ί­ας ἡ­μέ­ρας ὑ­πέρ­γη­ρος ἐ­τε­λει­ώ­θη χω­ρίς ἀ­σθέ­νειαν. Ἡ δέ Λει­τουρ­γί­α του ἐ­κρά­τει πάν­το­τε τρι­σή­μι­σι ἤ τέσ­σα­ρες ὧ­ρες, δι­ό­τι δέν ἠ­δύ­να­το νά προ­φέ­ρη τάς ἐκ­φω­νή­σεις ἀ­πό τήν κα­τά­νυ­ξιν· ἀ­πό τά δά­κρυ­α πάν­το­τε ἐ­μο­ύ­σκευ­ε μπρο­στά του τό χῶ­μα. Δι᾿ αὐ­τό δέν ἤ­θε­λε κα­νε­ίς ξέ­νος νά εἶ­ναι στήν Λει­τουρ­γί­α του διά νά μή βλέ­πη τήν ἐρ­γα­σί­α του. Ἀλλ᾿ ἐ­γώ ἐ­πει­δή μέ πολ­λήν θέρ­μην τόν πα­ρε­κά­λε­σα, μέ  ἐ­δέ­χε­το.  Καί  τήν  κά­θε   φο­ράν  ὅ­που  πή­γαι­να –τρεῖς ὥ­ρας βα­δί­ζων ὁ­λο­νυ­κτί­ως διά νά πα­ρα­στα­θῶ εἰς αὐ­τήν τήν φρι­κώ­δη ὄν­τως θε­ί­αν πα­ρά­στα­σιν– μοῦ ἔ­λε­γε καί ἕ­να ἤ δύ­ο ρη­τά ἐ­βγα­ί­νον­τας ἀ­πό τό Ἱ­ε­ρόν καί ἀ­μέ­σως ἐ­κρύ­πτε­το ἕ­ως τήν ἄλ­λην ἡ­μέ­ραν. Αὐ­τός εἶ­χεν ἐφ᾿ ὅ­ρου ζω­ῆς ὁ­λο­νύ­κτιον ἀ­γρυ­πνί­αν καί νο­ε­ράν προ­σευ­χήν. Ἀ­πό αὐ­τόν καί ἐ­γώ πῆ­ρα ”τά­ξιν” καί ἔ­λα­βα με­γί­στην ὠ­φέ­λειαν. Ἔ­τρω­γε εἰ­κο­σι­πέν­τε δρά­μια ψω­μί κά­θε ἡ­μέ­ραν καί ἦ­τον ὅ­λος με­τέ­ω­ρος εἰς τήν Λει­τουρ­γί­αν του. Καί χω­ρίς νά γί­νη λά­σπη τό ἔ­δα­φος δέν ἐ­τε­λε­ί­ω­νε Λει­τουρ­γί­αν»[4].

     Ὁ γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ μέ τόν γε­ρω–Ἀρ­σέ­νιο, ἀ­πό εὐ­γνω­μο­σύ­νη πρός τόν πα­πα–Δα­νι­ήλ γιά τήν ὠ­φέ­λεια πού ἔ­παιρ­ναν, τοῦ ἔ­κα­ναν με­ρι­κές ἐρ­γα­σί­ες ἤ ἔκτι­ζαν κα­νέ­να πε­ζου­λά­κι.

     Ὁ πα­πα–Δα­νι­ήλ ἐ­κτός ἀ­πό τόν π. Ἀν­τώ­νιο, εἶ­χε στήν συ­νο­δ­ί­α του καί τόν π. Πέτρο, τόν γνω­στό ὡς «Πε­τρά­κη» ὁ ὁ­ποῖ­ος τόν μι­μή­θη­κε στόν ἡ­συ­χα­στι­κό τρό­πο τῆς ζω­ῆς του, καί τόν π. Γε­δε­ών ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ἐ­γγράμ­μα­τος καί χει­ρο­το­νή­θη­κε ἱ­ε­ρέ­ας.

     Τόν π. Ἀν­τώ­νιο, ἐ­πει­δή ἔ­δει­χνε ἀν­θρω­πα­ρέ­σκεια καί προ­σπα­θοῦ­σε νά φα­ί­νε­ται ὡς κα­λός ὑ­πο­τα­κτι­κός μπρο­στά στόν κό­σμο, τόν ἐ­τα­πε­ί­νω­νε φω­νά­ζον­τάς τον «Ἀν­τώ­νη, ἔ Ἀν­τώ­νη».

    Ὁ πα­πα–Δα­νι­ήλ, ὅ­ταν συμ­πλη­ρώ­θη­καν οἱ ἡ­μέρες τῆς ζω­ῆς του καί αἰ­σθάν­θη­κε νά πλη­σι­ά­ζη τό τέ­λος του, φο­ρών­τας τό ρά­σο του ἔ­κα­νε ἕ­να πε­ρί­πα­το στήν αὐ­λή τοῦ κελ­λιοῦ, κοίτα­ξε τόν οὐ­ρα­νό, ἔστρε­ψε τό βλέμ­μα του γύ­ρω καί ἀ­νε­φώ­νη­σε: «Ὤ μα­ται­ό­της μα­ται­ο­τή­των, τά πάν­τα μα­ται­ό­της».

Τήν ἴ­δια μέ­ρα, ἀ­φοῦ εἶ­χε λει­τουρ­γή­σει, ἔ­φυ­γε γιά τήν αἰ­ώ­νιο ζωή εἰ­ρη­νι­κά, χω­ρίς ἀ­σθέ­νεια, πλή­ρης ἡ­με­ρῶν καί κα­τά­φορ­τος ἀ­πό ἀ­ρε­τές καί θε­ί­α χά­ρι, τό ἔ­τος 1929.

Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με.  Ἀ­μήν.  

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

 

  1. 1. +Ἐ­πι­σκό­που Ρο­δο­στό­λου Χρυ­σο­στό­μου, Πόθος καί χά­ρις στόν Ἄ­θω­να, Ἅ­γιον Ὄ­ρος 2000, σελ. 221.
  2. 1. Ὅ­που πα­ρα­πά­νω, σελ. 222.
  3. 1. Ὅ­που πα­ρα­πά­νω, σελ. 222–224.
  4. 1. Γέροντος Ἰ­ω­σήφ, Ἔκ­φρα­σις Μο­να­χι­κῆς Ἐμ­πει­ρί­ας, Ἅ­γιον Ὄ­ρος 1981, σελ. 80.

Σχετικά