ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΙΔ’. Γερω–Δαυΐδ Διονυσιάτης (και Ηχητικό)

5 Φεβρουαρίου 2026 · 9 λεπτά

Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο κα­τά κό­σμον Δῆ­μος Φλῶ­ρος, ὁ με­τέ­πει­τα μο­να­χός Δαυ­ΐδ, γεν­νή­θη­κε τό ἔ­τος 1889 στό χω­ριό Κτι­στά­δες τῆς ὀ­ρει­νῆς Ἄρ­τας. Εἶ­χε ἄλ­λα δύ­ο ἀ­δέλ­φια. Οἱ γο­νεῖς το­ύς δί­δα­ξαν μέ τό πα­ρά­δειγμά τους τήν εὐ­λά­βεια καί τήν ἀ­γά­πη στόν Θεό· το­ύς ἔ­μα­θαν νά πη­γα­ί­νουν στήν  Ἐκ­κλη­σί­α καί νά προ­σε­ύ­χων­ται.

Ὅ­ταν ὁ Δῆ­μος ἦ­ταν πέν­τε χρό­νων, εἶ­δε στόν οὐ­ρα­νό φῶς, ἐ­νῶ ἡ μη­τέ­ρα του, στήν ὁ­πο­ί­α τό ἔ­δει­χνε, δέν ἔ­βλε­πε τί­πο­τε.

Ἄλ­λη φο­ρά εἶ­δε νά ἀ­νο­ί­γη ὁ οὐ­ρα­νός καί εἶ­δε μέ­σα σέ ἀ­πε­ρί­γρα­πτη δό­ξα τάγ­μα­τα Ἁ­γί­ων καί Ἀγ­γέ­λων νά δο­ξο­λο­γοῦν τόν Θεό πού κα­θό­ταν πά­νω στόν θρό­νο Του.

Ἀ­πό μι­κρός ἔ­μα­θε τήν τέ­χνη τοῦ κτί­στου καί ἐρ­γα­ζό­ταν φι­λό­πο­να. Ὅ­ταν ἔ­γι­νε 16 ἐ­τῶν, ἐρ­γα­ζόταν σέ κά­ποι­ο ἐ­ξωκ­κλή­σι τοῦ χω­ριοῦ του. Ἐ­κεῖ εἶ­δε κά­ποι­α ἀ­πο­κά­λυ­ψη, πού ὅ­ταν θέ­λη­σε ἔ­πει­τα νά τήν δι­η­γη­θῆ, κό­πη­κε ἡ φω­νή του γιά μι­σή ὥ­ρα. Κα­τά­λα­βε ὅ­τι δέν πρέ­πει νά πῆ σέ κα­νέ­ναν αὐ­τό πού εἶ­δε.

Κάποτε πού περ­νοῦ­σε ἀ­πό ἐ­ρε­ί­πια ἐ­ξωκ­κλη­σί­ου τοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­κε ἡ ἁ­γί­α Πα­ρα­σκευή καί τοῦ εἶ­πε: «Νά μοῦ κτί­σης τό ναό μου». «Θά στόν κτί­σω, Κυ­ρία­ μου», ἀ­πάν­τη­σε μέ τήν ἁ­γί­α του ἀ­φε­λό­τη­τα, ἀ­φοῦ τήν προ­σκύ­νη­σε. Τήρησε τόν λό­γο του καί ὡς κα­λός κτί­στης πού ἦ­ταν, τόν ἔ­κτι­σε.

Ὁ Δῆ­μος μέ τήν εὐ­λά­βεια πού εἶ­χε, τήν με­γά­λη ἁ­πλό­τη­τα καί τήν κα­θα­ρό­τη­τά του ἔ­βλε­πε Ἁ­γί­ους ἀ­πό νέ­ος, ἀλ­λά καί τόν δι­ά­βο­λο.

Κάποτε, ἐ­νῶ ἐρ­γα­ζό­ταν, τοῦ εἶ­πε ὁ ἐρ­γο­δό­της του νά κοι­μη­θῆ στό κρεβ­βά­τι τοῦ γυι­οῦ του Κωνσταν­τί­νου πού ἀ­που­σί­α­ζε στήν Ἀ­με­ρι­κή. Ὁ Κωνσταν­τῖ­νος δυ­στυ­χῶς εἶ­χε γί­νει χι­λια­στής καί ἐ­πη­ρέα­­ζε ὅ­λη τήν οἰ­κο­γέ­νειά του. Ἐνῶ ἑτοιμαζόταν νά ξαπλώση, εἶδε τόν διάβολο πού καθόταν πάνω στό κρεββάτι νά τόν ἀπειλῆ καί νά τόν πετᾶ μέ δύ­να­μη σέ ἀ­πό­στα­ση τρι­ῶν μέ­τρων.

Ἀλ­λ᾿ αὐ­τός δέν φο­βό­ταν τόν δι­ά­βο­λο. Εἶ­χε συ­νη­θί­σει μέ τά πει­ράγ­μα­τά του, για­τί συ­χνά πά­λευ­αν σῶ­μα μέ σῶ­μα. Τά ὅ­πλα του ἦ­ταν τό ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ καί ἡ ἐ­πί­κλη­ση τῆς Πα­να­γί­ας, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­κα­ναν νά ἐ­ξα­φα­νι­σθῆ ὁ δι­ά­βο­λος. Κάποτε πού τοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­κε σάν δρά­κον­τας, χω­ρίς νά τόν φο­βη­θῆ κα­θό­λου ὁ Δῆ­μος, τόν ἔ­πια­σε ἀ­πό τήν οὐ­ρά καί τόν πέ­τα­ξε μα­κρυά.

Ἄν καί ἀ­γα­ποῦ­σε τήν μο­να­χι­κή ζωή καί ἤ­θε­λε ἀ­πό μι­κρός νά γί­νη μο­να­χός, οἱ γο­νεῖς του τόν ἐμ­πό­δι­σαν. Ἔ­τσι νυμ­φε­ύ­θη­κε κά­ποι­α νέ­α, ὀ­νό­μα­τι Σπυρι­δο­ύ­λα, καί ἀ­πέ­κτη­σαν δύ­ο τέ­κνα. Συ­νέ­χι­σε νά ἐρ­γά­ζε­ται καί νά βο­η­θᾶ τήν οἰ­κο­γέ­νειά του ἀλ­λά καί νά ἀ­γω­νί­ζε­ται. Δέν τοῦ ἔ­λει­ψαν οἱ πει­ρα­σμοί.

Κάποτε κά­θη­σε ὁ πει­ρα­σμός στόν ὦ­μο του καί, μό­λις φώ­να­ξε «Πα­να­γί­α μου», εἰς ἐ­πή­κο­ον τῆς συ­ζύ­γου του, ἀ­μέ­σως ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε.

Τόν δι­ά­βο­λον ἀ­πο­καλοῦσε συ­νή­θως «τρι­σκα­τά­ρα­τον» καί ἐ­νί­ο­τε «πα­ρα­σάν­δα­λον». Τόν ἔ­δι­ω­χνε  καί μέ τήν ἐκ­φώ­νη­ση τοῦ ἱ­ε­ρέ­ως, «τῆς Πα­να­γί­ας, ἀ­χράν­του, ὑ­πε­ρευ­λο­γη­μέ­νης, ἐν­δό­ξου Δε­σπο­ί­νης ἡ­μῶν Θε­ο­τό­κου…».

Κάποτε τόν ἀγ­γά­ρευ­σαν οἱ κομ­μου­νι­στές νά με­τα­φέ­ρη ὅ­πλα ἀ­πό τό χω­ριό του σέ ἕ­να ἄλ­λο. Καθ᾿ ὁ­δόν το­ύς εἶ­πε: «Εἶ­πε καί ὁ Χρι­στός: “Ἄ­φες αὐ­τοῖς· οὐ γάρ οἴ­δα­σι, τί ποι­οῦ­σιν”». «Ἄ, ξέ­ρεις καί τέ­τοι­α», τοῦ εἶ­παν. «Ὅ­ταν φθά­σου­με στόν προ­ο­ρι­σμό μας, θά σέ τα­κτο­ποι­ή­σου­με». Μόλις ἔ­φθα­σαν στό χω­ριό καί ἄ­φη­σε τά ὅ­πλα, ἔ­τρε­ξε καί κρύ­φτη­κε πί­σω ἀ­πό ἕ­να σπί­τι. Οἱ κομ­μου­νι­στές νό­μι­σαν ὅ­τι πῆ­ρε τόν δρό­μο γιά νά ἐ­πι­στρέ­ψη καί ἔ­τρε­ξαν πρός αὐ­τήν τήν κα­τε­ύ­θυν­ση, ἀλ­λά δέν τόν βρῆ­καν. Ἔ­τσι ἡ θε­ί­α Πρό­νοι­α τόν δι­ε­φύ­λα­ξε.

Κάποτε τοῦ ζή­τη­σε κά­ποι­ος ἕ­να ἀ­ξι­ό­λο­γο πο­σό νά τοῦ δα­νε­ί­ση καί τοῦ ἔ­δω­σε πα­ρά τήν φτώ­χεια του. Ἐ­κεῖ­νος δέν τά ἐ­πέ­στρε­ψε καί, ὅ­ταν ὁ Δῆ­μος τά εἶ­χε ἀ­νάγ­κη καί τοῦ ὑ­πεν­θύ­μισε τό χρέ­ος του, τόν ἀ­πε­ί­λη­σε νά τόν φο­νε­ύ­ση. Τότε τοῦ εἶ­πε μέ ἁ­πλό­τη­τα: «Ἄς τό βρῆς ἀπ᾿ ἄλ­λον». Καί δυ­στυ­χῶς συ­νέ­βη τό πο­λύ δυ­σά­ρε­στον. Ὁ ἄ­δι­κος αὐ­τός ἄν­θρω­πος  ζή­τη­σε  δα­νει­κά  καί ἀ­πό κά­ποι­ον  ἄλ­λον  καί, ὅ­ταν δέν τά ἐ­πέ­στρε­ψε, πά­νω στήν ἁ­ψι­μα­χί­α τους ὁ ἄλλος φό­νευ­σε τόν ἄ­δι­κο πού δα­νει­ζό­ταν χω­ρίς νά τά ἐ­πι­στρέ­φη καί μά­λι­στα ἀ­πει­λών­τας μέ φό­νο.

Ἔ­φε­ραν κά­πο­τε μία γυ­ναῖ­κα δαι­μο­νι­σμέ­νη σέ Μο­να­στή­ρι τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Ὅ­λο τό ἐκ­κλη­σί­α­σμα φώ­να­ζε στόν δι­ά­βο­λο «ἔ­βγα». Τό­τε μό­νο ὁ Δῆ­μος πού ἦ­ταν πα­ρών, τόν εἶ­δε νά ἐ­ξέρ­χε­ται ἀ­πό τό στό­μα της σάν πε­τει­νό σκου­ρο­κόκ­κι­νο.

Τά χρό­νια περ­νοῦ­σαν, τά παι­διά τοῦ Δήμου με­γά­λω­σαν, ἔ­κα­ναν οἰ­κο­γέ­νεια καί ἀ­πέ­κτη­σε καί ἐγ­γό­νια. Ἀλ­λά ὁ ἴ­διος ὅ­λα αὐ­τά τά χρό­νια εἶ­χε ἀ­σί­γα­στη τήν ἐ­πι­θυ­μί­α νά γί­νη μο­να­χός. Ἔ­λε­γε: «Μ᾿ ἔ­τρω­γε μέ­σα μου ὁ θεῖ­ος πό­θος. Ὁ πό­θος γιά τόν Χρι­στό, γιά τήν μο­να­χι­κή ζωή. Ἔ­τσι ἄ­φη­σα γυ­ναῖ­κα, παι­διά, πε­ρι­ου­σί­ες, νυ­φά­δες καί ἐγ­γό­νια, καί ἦρ­θα νά προ­σφέ­ρω στόν Κύριο τά γε­ρά­μα­τά μου, ἀ­φοῦ δέν μπό­ρε­σα νά δώ­σω τά νι­ᾶτα μου»[1].

Ἔ­τσι τό ἔ­τος 1955 σέ ἡ­λι­κί­α 66 ἐ­τῶν ἦρ­θε στήν Μο­νή Γρη­γο­ρί­ου. Ἐ­κεῖ ἔ­με­ινε γιά ὀ­κτώ μῆ­νες καί σ᾿ αὐ­τό τό δι­ά­στη­μα πού ἦ­ταν δό­κι­μος, εἶ­δε σέ ὅ­ρα­μα το­ύς δύ­ο κτί­το­ρες τῆς Μο­νῆς.

Γιά ἄ­γνω­στο λό­γο ἀ­νε­χώ­ρη­σε καί κοι­νο­βί­α­σε στήν γει­το­νι­κή μο­νή τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου. Με­τά τή νό­μι­μη δο­κι­μα­σί­α ἐ­κά­ρη μο­να­χός μέ τό ὄ­νο­μα Δαυ­ΐδ. Ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος ἀ­πό τήν μο­να­χι­κή ζωή καί λα­τρε­ί­α, τήν ὁ­πο­ί­α στε­ρή­θη­κε τό­σα χρό­νια, χαι­ρό­ταν, ἔ­κα­νε ἀ­κο­ύ­ρα­στα τά δι­α­κο­νή­μα­τά του καί ἦ­ταν πο­λύ ὑ­πά­κου­ος. Ἔ­τρε­χε σάν μι­κρό παι­δί καί δι­α­κο­νοῦ­σε  παν­τοῦ. Εἶ­χε μά­θει κα­λά τό “εὐ­λό­γη­σον” καί τό “νἆ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νο”. Ἦ­ταν φι­λή­συ­χος, εἰ­ρη­νι­κός μέ ὅ­λους. Δέν πε­ί­ρα­ζε κα­νέ­να, δέν κα­τέ­κρι­νε κα­νέ­να. Ἦ­ταν νη­στευ­τής. Κα­τά και­ρο­ύς νή­στευ­ε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Δέν πα­ρα­κα­θό­ταν στήν τρά­πε­ζα. Ἔ­τρω­γε τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια μό­νο ὅ,τι τοῦ πή­γαι­νε ὁ πα­τήρ Θεό­κτι­στος στό κελ­λί του. Ἦ­ταν ρα­κεν­δύ­της. Φο­ροῦ­σε πα­λαιά καί μπα­λω­μέ­να ζω­στι­κά, καί γιά κάλ­τσες ἔρ­ρα­βε κομ­μά­τια ἀ­πό ὑ­φά­σμα­τα πού εὕ­ρι­σκε. Δέν τόν ἐν­δι­έ­φε­ρε ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κή του ἐμ­φά­νι­ση. Δέν τοῦ ἄ­ρε­σε ἡ ἀρ­γο­λο­γί­α καί ἔ­λε­γε συμ­βου­λευ­τι­κά σέ νέ­ο συγ­κοι­νο­βι­ά­τη του: «Κου­βεν­το­ύ­λα–κου­βεν­το­ύ­λα, τρώ­ει ὁ λύ­κος τήν βε­το­ύ­λα» (χρο­νι­ά­ρα γί­δα). Δη­λα­δή μέ τήν ἀρ­γο­λο­γί­α ζη­μι­ώ­νε­ται ἡ ψυ­χή μας. Στίς λοι­δο­ρί­ες δέν ἀ­παν­τοῦ­σε· ἔ­κα­νε ὅ­τι δέν ἄ­κου­γε. Τήν ἡ­μέ­ρα πού ἔ­γι­νε Με­γα­λό­σχη­μος κά­ποι­ος πα­λαι­ό­τε­ρος τόν ἐ­λοι­δώ­ρη­σε λέ­γον­τας ἕ­να δη­κτι­κόν λό­γον, ἀλ­λά αὐ­τός ἦ­ταν «ὡ­σεί ἄν­θρω­πος οὐκ ἀ­κού­­ων καί οὐκ ἔ­χων ἐν τῷ στό­μα­τι αὐ­τοῦ ἐ­λεγ­μούς­»[2]. Ὅ­ταν ἐ­κοι­μή­θη ὁ λο­ί­δο­ρος μο­να­χός, ὁ γε­ρω–Δαυ­ΐδ τόν εἶ­δε ἐν­τός λί­μνης καί μό­λις φαι­νό­ταν λί­γο τό κε­φά­λι του.

Τό κελ­λί του ἦ­ταν πο­λύ ἀ­τη­μέ­λη­το καί λε­ρω­μέ­νο γι᾿ αὐ­τό εἶ­χε πολ­λο­ύς ψύλ­λους καί κο­ρι­ο­ύς. Ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ συ­νο­δε­ί­α τοῦ πα­πα–Χα­ρά­λαμ­που ἀ­πό τό Μπου­ρα­ζέ­ρι, θέ­λη­σαν νά τό κα­θα­ρί­σουν καί πέ­τα­ξαν στήν θά­λασ­σα πολ­λά ἄ­χρη­στα πράγ­μα­τα. Ὁ γε­ρω–Δαυ­ΐδ δέν ἀν­τέ­δρα­σε, μό­νο ἔ­λε­γε: «Δόξα τῷ Θε­ῷ πού ἦρ­θαν οἱ πα­τέ­ρες καί μᾶς κα­θα­ρί­ζουν».

Στό τα­πει­νό, μι­κρό, μι­σο­σκό­τει­νο, ἀ­πε­ρι­πο­ί­η­το κελ­λά­κι του κα­τα­γι­νό­ταν στήν εὐ­χή. Ἔ­κα­νε ἀ­γρυ­πνί­ες καί γιά νά μήν τόν πι­ά­νη ὁ ὕ­πνος, ὅ­ταν κου­ρα­ζόταν, κα­θό­ταν σ᾿ ἕ­να σκα­μνά­κι κου­τσό μέ τρί­α πό­δια. Μόλις ἀ­πο­κοι­μό­ταν ἔ­χα­νε τήν ἰ­σορ­ρο­πί­α πέ­φτον­τας ξυ­πνοῦ­σε καί συ­νέ­χι­ζε τήν ἀ­γρυ­πνί­α του.

Εἶ­χε πραγ­μα­τι­κή τα­πε­ί­νω­ση, ἦ­ταν ἕ­νας τα­πει­νός Κοι­νο­βι­ά­της. Τόν ἑ­αυ­τό του, ὅ­πως ἔ­λε­γε, δέν τόν λο­γά­ρια­ζε οὔ­τε γιά σκνίπα. Αὐ­τή ἡ τα­πε­ί­νω­σή του ἦ­ταν ἡ ἀ­σπί­δα του στίς πολ­λές ἐ­πι­θέ­σεις τοῦ δια­­βό­λου πού τοῦ ἐμ­φα­νι­ζό­ταν συ­χνά.

Κάποτε στό πα­ρεκ­κλήσι τοῦ Ἀ­κα­θί­στου, ἐ­νῶ προ­σευ­χό­ταν, εἶ­δε πλῆ­θος δαι­μό­νων νά περ­νοῦν ἀ­πό μπρο­στά του, χω­ρίς ὅ­μως νά μπο­ρέ­σουν νά τόν βλά­ψουν.

Ἄλ­λη φο­ρά ἀ­νέ­βαι­νε τίς σκά­λες τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ καί τοῦ πα­ρου­σι­ά­στη­κε δῆ­θεν ὁ πα­πα–Θόδωρος, ἀ­δελ­φός τῆς Μο­νῆς. Τοῦ πρό­τει­νε τό χέ­ρι γιά νά τό φι­λή­ση. Ὁ γε­ρω–Δαυ­ΐδ τρα­βή­χτη­κε πί­σω   πα­ρα­ξε­νε­μέ­νος. Σκε­φτό­ταν: «Τί συμ­βα­ί­νει; Για­τί μοῦ δί­νει τό χέ­ρι;», καί σκύ­βον­τας πέ­ρα­σε κά­τω ἀ­πό τό χέ­ρι του καί πῆ­γε στήν ἀ­κο­λου­θί­α.

Ἄλ­λη φο­ρά προ­σπα­θοῦ­σε νά τόν ρί­ξη στόν γκρε­μό, ἐ­νῶ βρι­σκό­ταν στό Με­τό­χι τοῦ Μο­νο­ξυ­λί­τη. Τότε πα­ρου­σι­ά­στη­κε ὁ Κύριος μέ τήν Πα­να­γί­α καί τόν Πρό­δρο­μο, ὅ­πως εἶ­ναι στό τρί­μορ­φο, στήν εἰ­κό­να πού εἶ­ναι στό Μο­να­στή­ρι ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πό τήν θύ­ρα τῆς τρα­πέ­ζης. Ὁ Τίμιος Πρό­δρο­μος βγῆ­κε ἀ­πό τήν εἰ­κό­να, πῆ­ρε ἐν­σώ­μα­τη ζων­τα­νή μορφή καί τόν ἔ­σω­σε. Θυ­μό­ταν σέ ὅ­λη του τήν ζωή κα­θα­ρά τό γε­γο­νός αὐ­τό τῆς σω­τη­ρί­ας του καί ἔ­λε­γε: «Οἰ­κτίρ­μων καί ἐ­λε­ή­μων ὁ Κύριος».

Στόν Μο­νο­ξυ­λί­τη τήν ἡ­μέ­ρα ἔ­κτι­ζε πε­ζο­ύ­λια, καλυ­βό­σπι­τα, τό ὀ­πω­ρο­φυ­λά­κιο, καί τή νύ­χτα ἔ­κα­νε ἀ­γρυ­πνί­α πού τήν ἄρ­χι­ζε μέ τήν ἀ­να­το­λή τοῦ ἀ­πο­σπε­ρί­τη, μέ­χρι πού ξη­μέ­ρω­νε. 

Ἄλ­λο­τε προ­σευ­χό­με­νος ἐ­κεῖ εἶ­δε μπρο­στά του ἕ­ναν λαμ­πρό νέ­ο. Ἦ­ταν ἄγ­γε­λος. Ὅ­ταν ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε, εἶ­δε πλῆ­θος ἀγ­γέ­λων νά δο­ξο­λο­γοῦν τόν Θεό. 

«Κάποτε», δι­η­γή­θη­κε, «τήν ὥ­ρα τῆς προ­σευ­χῆς ἦρ­θε νά μέ τα­ρά­ξη ὁ δι­ά­βο­λος. Ἀ­μέ­σως τόν πι­ά­νω καί ᾿γώ καί τοὔ­σπα­σα τό κε­φά­λι μέ τίς γρο­θι­ές. Φο­βή­θη­κε καί ἔ­φυ­γε. Ἔ­λε­γα, βλέ­πεις, καί τό “Κύριε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ …”»[3].

Ἔ­βλε­πε πολ­λές φο­ρές το­ύς δα­ί­μο­νες μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί οἱ πα­τέ­ρες τό κα­τα­λά­βαι­ναν ἀ­πό τίς ἀν­τι­δρά­σεις του. Κάποτε γέ­λα­σε καί ὅ­ταν ζή­τη­σαν νά μά­θουν τόν λό­γο, ἀ­πάν­τη­σε: «Δέν εἶ­δες πού μοῦ ἔ­δι­νε ὁ δι­ά­βο­λος λου­κου­μά­κι γιά νά μήν κοι­μη­θῶ;».

Ἀλ­λά καί στό κελ­λί του δέν εὕ­ρι­σκε ἡ­συ­χί­α ἀ­πό τόν δι­ά­βο­λο. Τό ἁ­πλό γε­ρον­τά­κι τόν πο­λε­μοῦ­σε καί αὐ­τό μέ τόν τρό­πο του. Ἀ­πό ὅ­που ἐρ­χό­ταν ὁ πει­ρα­σμός, ἔ­βα­ζε ἕ­να Σταυ­ρό καί με­τά δέν τολ­μοῦ­σε  νά ξα­ναμ­πῆ ἀ­πό τό ἴ­διο ση­μεῖ­ο. Ἔ­τσι εἶ­χε γε­μί­σει τό κελ­λί του μέ Σταυ­ρο­ύς. Στήν πόρ­τα, στό πα­ρά­θυ­ρο, στο­ύς το­ί­χους, ἀ­κό­μη καί στό τα­βά­νι κρέ­μα­σε Σταυ­ρο­ύς μέ κλω­στή. Οἱ Σταυ­ροί πού ἔ­φτια­χνε ἦ­ταν ἁ­πλοί καί αὐ­το­σχέ­διοι. Ἔ­δε­νε δύο ξυ­λα­ρά­κια μέ κλω­στή ἤ δύ­ο λω­ρί­δες ἀ­πό χαρτί ἤ ἀ­πό ὕ­φα­σμα ἤ λα­μα­ρί­να σέ σχῆ­μα Σταυ­ροῦ. Ἦ­ταν μέν ἁ­πλοί ἀλ­λά τήν δου­λειά τους τήν ἔ­κα­ναν, για­τί ἐμ­πό­δι­ζαν τήν εἴ­σο­δο τοῦ πει­ρα­σμοῦ. Ἔ­λε­γε μέ ἁ­πλό­τη­τα: «Σέ ὅ­λους το­ύς ἀν­θρώ­πους πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δι­ά­βο­λος, ἀλ­λά δέν τόν βλέ­πουν ὅ­λοι. Ἅ­μα ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χη πά­θη, κα­κί­ες, ἁ­μαρ­τί­ες, ἔ­χει μέ­σα στήν καρ­διά του καί στό μυα­λό του τόν δι­ά­βο­λο. Το­ύς πρά­ους καί τα­πει­νο­ύς το­ύς φο­βᾶ­ται, ἀλ­λά δέν μπο­ρεῖ νά το­ύς κά­νη τί­πο­τε, δι­ό­τι εἶ­ναι μέ τόν Χρι­στό»[4].

Τόν ρω­τοῦ­σε συγ­κοι­νο­βι­ά­της του:

–Γε­ρω–Δαυ­ΐδ, βλέ­πεις τί­πο­τε; Βλέ­πεις κα­νέ­ναν Ἅ­γιο;

–Ἔ, τί σκα­λί­ζεις ἐ­κεῖ πέ­ρα; Ἄ­σε με, ἀ­παν­τοῦ­σε.  Με­τά ὅ­μως ἀ­πό ἐ­πί­μο­νες ἐ­ρω­τή­σεις ἔ­λε­γε μέ τήν χα­ρι­τω­μέ­νη του ἁ­πλό­τη­τα σάν νά δι­η­γεῖ­το ἕ­να πο­λύ φυ­σι­κό γε­γο­νός: «Νά, χθές πῆ­γα νά ψά­λω τό Ἀ­πο­λυ­τί­κιο τοῦ Ἀρ­χαγ­γέ­λου Μι­χα­ήλ καί ἐμ­φα­νί­στη­κε μπρο­στά μου ὅ­λος φῶς. Τόν χαιρέτησα μέ ὑπόκλιση καί ἐκεῖνος ἐξαφανίστηκε».

Ὅ­ταν ἐ­πι­σκέ­φτη­κε τήν Μο­νή Δι­ο­νυ­σί­ου ὁ γε­ρω–Πα­ΐ­σιος, πῆ­γε νά δῆ καί τόν γε­ρω–Δαυ­ΐδ στό κελ­λί του. Τόν βρῆ­κε τυ­λιγ­μέ­νον μέ τά κου­ρέ­λια του, μέ τρα­βηγ­μέ­νες τίς κουρ­τίνες γιά νά εἶ­ναι σκο­τει­νό τό κελ­λί του. Τόν ρώ­τη­σε τί κά­νει, καί ὁ γε­ρω–Δαυ­ΐδ ἀ­πάν­τη­σε μέ ἁ­πλό­τη­τα, «τί κά­νουν οἱ  κα­λό­γε­ροι;» δε­ί­χνον­τας τό κομ­πο­σχο­ί­νι του. Καί ὅ­ταν τόν ρώ­τη­σε γιά τά μυ­στι­κά βι­ώ­μα­τά του, ἀ­πάν­τη­σε: «Δέν λέ­γον­ται, δέν λέ­γον­ται».

Ὁ ἁ­πλός καί ὀ­λι­γο­γράμ­μα­τος Γέρων σάν τόν προ­φή­τη Ἰ­ε­ζε­κι­ήλ εἶ­χε πολ­λές ὁ­ρά­σεις ἀ­πό τήν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α. Ὡς μο­να­χός ἀ­γω­νί­σθη­κε φι­λό­τι­μα. Ἔ­λε­γε συ­νε­χῶς τήν εὐ­χή καί εἶ­χε προ­σο­χή πολ­λή. Ἔ­λε­γε ὅ­τι τό κου­κο­ύ­λι μᾶς φυ­λά­γει νά μήν πε­ρι­ερ­γα­ζώ­μα­στε καί με­τά κα­τα­κρί­νου­με το­ύς ἀ­δελ­φο­ύς τήν ὥ­ρα τῆς τρα­πέ­ζης. Συμ­βο­ύ­λευ­ε, οἱ μο­να­χοί νά κά­νουν ὑ­πα­κοή καί νά ἔ­χουν ἀ­γά­πη με­τα­ξύ τους. Ὡς με­γα­λύ­τε­ρη ἁ­μαρ­τί­α θε­ω­ροῦ­σε τήν ὑ­πε­ρη­φά­νεια. Ἔλεγε, ὅτι ὅ­ποι­ος θέ­λει νά βρῆ τόν Χρι­στό, θά τόν βρῆ μέ­σα στήν καρ­διά του, ὅ­πως φυ­σι­κά καί ὁ ἴ­διος τόν βρῆ­κε, ἀ­φοῦ «ἡ βα­σι­λε­ί­α τοῦ Θε­οῦ ἐν­τός ἡ­μῶν ἐ­στιν»[5].

Ὅ­ταν πλέ­ον ὁ γε­ρω–Δαυ­ΐδ δι­ή­νυ­ε τό 94ο ἔ­τος τῆς ἡ­λι­κί­ας του, τόν χει­μῶ­να, ἀ­σθέ­νη­σε γιά λί­γες μέ­ρες. Προ­αι­σθα­νό­με­νος ὅ­τι ἐγ­γί­ζει τό τέ­λος του προ­ε­τοι­μά­σθη­κε καί στίς 5 Φε­βρου­α­ρί­ου 1983 πα­ρέ­δω­σε τήν κα­θα­ρή ψυ­χή του στά χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­λοι τόν εὔχονταν καί κα­νε­ίς δέν εἶ­χε πα­ρά­πο­νο ἀ­πό τόν γε­ρω–Δαυ­ΐδ. Ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε μία κα­τά­νυ­ξη καί πί­στευ­αν ὅ­τι βρῆ­κε ἡ ψυ­χή του τό­πον ἀ­να­πα­ύ­σε­ως.

Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με.  Ἀ­μήν.

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

 

  1. 1. Πε­ρι­ο­δι­κό Ὁ Ὅσιος Γρη­γό­ριος, 8 (1983), σελ.
  2. 1. Ψαλμ. λζ΄,
  3. 1. Ὅ­σιος Γρη­γό­ριος, ὅ­που πα­ρα­πά­νω.
  4. 1. Ὅ­που πα­ρα­πά­νω, σελ. 94.
  5. Λουκ. ιζ΄, 21.

Σχετικά