ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ς΄. Καβιώτης Κώστας, διά Χριστόν σαλός

10 Φεβρουαρίου 2026 · 10 λεπτά

Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ολοι οἱ Κα­ρυ­ῶ­τες γνώ­ρι­ζαν τόν γε­ρω–Κώστα καί τοῦ ἔ­δει­χναν ἀ­γά­πη καί συμ­πά­θεια. Τόν ἔ­βλε­παν νά πε­ρι­φέ­ρε­ται στίς Κα­ρυ­ές, νά λει­τουρ­γῆ­ται τα­κτι­κά στό Πρω­τᾶ­το, νά κά­νη τίς τρέλ­λες του, καί ὅ­λοι ἦ­ταν σέ ἀ­πο­ρί­α. Εἶ­ναι τρελ­λός, πά­σχει στά μυα­λά του ἤ κά­νει τόν τρελ­λό καί εἶ­ναι διά Χρι­στόν σα­λός; Τό ἤ­ρε­μο, φω­τει­νό, ἄν καί ἄ­πλυ­το πρό­σω­πό του, καί με­ρι­κά σο­φά καί προ­ο­ρα­τι­κά πού ἔ­λε­γε, προ­βλη­μά­τι­ζαν το­ύς πα­τέ­ρες. Ἦ­ταν ἥ­συ­χος, ἄ­κα­κος, δέν πε­ί­ρα­ζε κα­νέ­ναν καί δέν ζη­τοῦ­σε τί­πο­τε ἀ­πό κα­νέ­ναν.

Ἀλ­λά ποι­ός ἦ­ταν ὁ Κώστας; Ἦ­ταν μο­να­χός ἤ λα­ϊ­κός; Αὐ­τό ἦ­ταν μυ­στή­ριο ἀ­νε­ξι­χνί­α­στο.

Γεν­νή­θη­κε στίς 10–2–1898 στό Κα­λέν­τζι Δω­δώ­νης τῆς Ἠ­πε­ί­ρου ἀ­πό τόν Σταῦ­ρο Ἀγ­γε­λῆ καί τήν Ἀν­θο­ύ­λα. Ἦρ­θε γιά μο­να­χός καί ἔ­μει­νε γιά ἕ­να δι­ά­στη­μα στό Δι­ο­νυ­σί­ου ὡς δό­κι­μος. Ὕ­στε­ρα ἦρ­θε στίς Κα­ρυ­ές καί ἔ­με­ινε σάν κα­βι­ώ­της[1] σ᾿ ἕ­να ἐ­ρει­πω­μέ­νο κελ­λί στό Σα­ρά­ϊ. Φο­ροῦ­σε μί­α κα­λο­γε­ρι­κή σκο­ύ­φια, εἶ­χε ἀφήσει γέ­νεια καί μαλ­λιά, καί ἀπ᾿ αὐ­τό φαι­νό­ταν σάν κα­λό­γε­ρος. Ἀντί γιά ρά­σα φο­ροῦ­σε ἕ­να πα­νω­φό­ρι, μί­α πα­λαιά χλα­ί­νη. Τόν χει­μῶ­να κυ­κλο­φο­ροῦ­σε σχε­δόν γυ­μνός μέ ἕ­να κου­ρέ­λι πά­νω του μέ­χρι τά γό­να­τα, ἐ­νῶ τό κα­λο­κα­ί­ρι φο­ροῦ­σε παλτό δε­μέ­νο στήν μέ­ση μέ σχοι­νί. Πο­τέ του δέν πλύ­θη­κε καί πο­τέ του δέν ἔ­πλυ­νε τά ροῦ­χα του. Ὅ­ταν δέν ἔ­παιρ­ναν ἄλ­λη λί­γδα, τά ἅ­πλω­νε στήν βρο­χή, πλέ­νον­ταν μό­να τους καί ἀ­φοῦ στέ­γνω­ναν, τά φο­ροῦ­σε. Πήγαινε στόν πα­πα–Γα­βρι­ήλ τόν Μακ­κα­βό. Ἐ­κεῖ­νος τόν λυ­πό­ταν, τοῦ ἔ­δι­νε φα­γη­τό καί ἔρ­ρι­χνε μέ­σα στά ροῦ­χα του σκό­νη γιά το­ύς ψύλ­λους πού τόν ἔ­τρω­γαν. Εἶ­χε ἕ­να «μπα­κρά­τσι» (κον­σερ­βο­κο­ύ­τι μέ ἕ­να σύρ­μα γιά χε­ρο­ύ­λι), γι᾿ αὐ­τό με­ρι­κοί τόν ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν «μπα­κρα­τσᾶ». Πή­γαι­νε σέ Κο­νά­κια ἤ σέ Κελ­λιά καί πε­ρί­με­νε ὧ­ρες, μέ­χρι νά ἀ­νο­ί­ξη τήν πόρ­τα μό­νος του ὁ νοι­κο­κύ­ρης. Ἐ­κεῖ­νος κα­τα­λά­βαι­νε καί τοῦ ἔ­βα­ζε φα­γη­τό στό μπα­κρά­τσι. Ὅ,­τι τοῦ ἔ­δι­ναν, σο­ύ­πα, γλυ­κά, σα­λά­τα, τά ἔ­βα­ζε ὅ­λα μα­ζί, καί με­ρι­κές φο­ρές συμ­πλή­ρω­νε μέ νε­ρό τό «μπα­κρά­τσι» του. Ἔ­κα­νε με­τά­νοι­α, ἔ­λε­γε εὐ­χα­ρι­στῶ καί ἔ­φευ­γε.

Πήγαινε στό Κου­τλου­μού­σι καί κα­θό­ταν μέ το­ύς πα­τέ­ρες στήν τρά­πε­ζα τε­λευ­ταῖ­ος. Τέσσερις–πέν­τε με­ρί­δες φα­γη­τοῦ τίς ἀ­να­κά­τευ­ε ὅ­λες καί πό­τε ξε­σποῦ­σε σέ δά­κρυ­α μέ λυγ­μο­ύς, πό­τε σέ γέ­λια. Ὁ ἡ­γο­ύ­με­νος πα­πα–Μα­κά­ριος τόν εἶ­χε σέ με­γά­λη εὐ­λά­βεια καί ἔ­λε­γε σ᾿ ἕ­να νέ­ο κα­λο­γέ­ρι πού ἦ­ταν τρα­πε­ζά­ρης: «Τόν Κώστα καί τά μά­τια σου. Νά τόν προ­σέ­χης καί νά τοῦ δί­νης ὅ,τι ζη­τή­σει».

Ἄλ­λες φο­ρές τόν  ἔ­βλε­παν οἱ πα­τέ­ρες νά στέ­κεται στραμ­μέ­νος πρός τό κοι­μη­τή­ρι, ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πό τό Πρω­τᾶ­το, γιά μία–δύο ὧ­ρες. Τόν ἄ­κου­γαν νά ψι­θυ­ρί­ζη κά­τι, νά κά­νη μορ­φα­σμο­ύς, ἀλ­λά δέν κα­τα­λά­βαι­ναν τί ἔ­λε­γε. Μήπως ἔ­κα­νε προ­σευ­χή γιά το­ύς κε­κοι­μη­μέ­νους;

Τό ἴ­διο ἔ­κα­νε καί ἄλ­λες φο­ρές. Κα­θό­ταν στόν δρό­μο καί ψι­θύ­ρι­ζε. Ἦ­ταν συ­νε­παρ­μέ­νος, προ­ση­λω­μέ­νος ὁ νοῦς του σ᾿ αὐ­τά πού ἔ­λε­γε μουρ­μου­ριστά. Οἱ πνευ­μα­τι­κοί πα­τέ­ρες πί­στευ­αν ὅ­τι στι­χο­λο­γοῦ­σε τό Ψαλ­τήρι, ἡρ­πά­ζε­το ὁ νοῦς του καί δέν κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι τόν πλη­σί­α­ζαν ἄν­θρω­ποι. Ὅ­ταν τοῦ μι­λοῦ­σαν συ­νερ­χό­ταν, ἔ­κα­νε κά­ποι­ες χει­ρο­νο­μί­ες, καμ­μία σα­λό­τη­τα καί ἔ­φευ­γε, κρύ­βον­τας τήν πνευ­μα­τι­κή του ἐρ­γα­σί­α.

Ὁ Ἐ­πί­σκο­πος Ρο­δο­στό­λου κ. Χρυ­σό­στο­μος,  πού τόν ἔ­ζη­σε χρό­νια στό Σα­ρά­ϊ ὡς μαθητής τῆς Ἀθωνιάδος, προ­σπά­θη­σε νά μά­θη πε­ρισ­σό­τε­ρα γιά τόν γερω–Κώστα καί τήν ζωή του ἀ­πό κα­λή πε­ρι­έρ­γεια. Τόν πα­ρα­κο­λο­ύ­θη­σε. Τόν ἄ­κου­σε νά κά­νη Ἑ­σπε­ρι­νό, νά τά λέ­η ὅ­λα ἀπ᾿ ἔ­ξω χω­ρίς βι­βλί­ο καί φῶς, καί μά­λι­στα ἔ­ψαλ­ε τό «Κύριε ἐ­κέ­κρα­ξα…», τά ἀ­να­στά­σι­μα τρο­πά­ρια καί τό Θε­ο­το­κί­ον στόν ἦ­χο τῆς Κυ­ρια­κῆς ἐ­κε­ί­νης[2].

Κάποια φο­ρά πού τόν εἶδαν νά φεύγη­ ἀ­πό τό Κελ­λί του, πῆ­γαν νά τό ἐ­ξε­ρευ­νή­σουν, ἀλ­λά ἔκ­πλη­κτοι βρῆ­καν τόν Κώστα μέ­σα! Καί ἐ­νῶ ἦ­ταν ἀ­μή­χα­νοι, το­ύς εἶ­πε νά προ­σκυ­νή­σουν τέσ­σε­ρις με­γά­λες εἰ­κό­νες ὁ­λό­σω­μες σέ φυ­σι­κό μέ­γε­θος. Τοῦ ζή­τη­σαν συγ­γνώ­μη καί αὐ­τός το­ύς εἶ­πε: «Στό κα­λό, ὁ Χρι­στός μα­ζί σας». Στό κελ­λί του δέν εἶ­δαν οὔ­τε τρα­πέ­ζι οὔ­τε κρεβ­βά­τι οὔ­τε κου­βέρ­τες καί μα­ξι­λά­ρι, καί φυ­σι­κά οὔ­τε θέρ­μαν­ση. Καί ὁ χει­μῶ­νας στίς Κα­ρυ­ές δέν βγα­ί­νει εὔ­κο­λα, ἀ­κό­μη καί μέ θέρ­μαν­ση.

Ὅ­λα αὐ­τά ἔ­κα­ναν τόν ἅ­γιο Ρο­δο­στό­λου νά σέ­βε­ται καί νά εὐ­λα­βῆ­ται πο­λύ τόν γε­ρω–Κώστα.

Λίγοι κα­τα­νο­οῦ­σαν τήν πνευ­μα­τι­κή του κα­τά­στα­ση, ἀλ­λά καί αὐ­τοί ὄ­χι σέ ὅ­λο τό βά­θος της· οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι πα­τέ­ρες τόν βο­η­θοῦ­σαν ἀ­πό συμ­πό­νια, ἀλ­λά ὑ­πῆρ­χαν δυ­στυ­χῶς καί ἐ­λά­χι­στοι πού τόν πε­ρι­γε­λοῦ­σαν, τόν πε­ρι­φρο­νοῦ­σαν καί τόν τα­λαι­πω­ροῦ­σαν γιά νά γε­λοῦν μα­ζί του. Ἕ­νας ἀ­πό αὐ­το­ύς εἶ­δε μί­α μέ­ρα τόν γε­ρω–Κώστα νά ἔρ­χε­ται στό μο­νο­πά­τι πού περ­νοῦ­σε κά­τω ἀ­πό τό μπαλ­κό­νι του. Γέμισε ἕ­να κου­βᾶ μέ νε­ρό καί, ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος ἔ­φθα­σε ἀ­πό κά­τω, ἄ­δεια­σε ὅ­λο τό νε­ρό ἐ­πά­νω του καί φυ­σι­κά τόν μο­ύ­σκε­ψε ὁ­λό­κλη­ρο. Ὁ γερω–Κώστας συ­νέ­χι­σε ἀ­τά­ρα­χος τόν δρό­μο του σάν νά μή εἶ­χε συμ­βῆ τί­πο­τε καί μά­λι­στα οὔ­τε γύ­ρι­σε νά δῆ τόν ἄν­θρω­πο. Ποι­ός θά τό ἄν­τε­χε αὐ­τό ἀ­δι­α­μαρ­τύ­ρη­τα;

Ὅ­λα τά ἀ­σκη­τι­κά ἀ­γω­νί­σμα­τα εἶ­ναι δύ­σκο­λα καί γί­νον­ται μέ κό­πο, πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅμως ἡ ὑ­πα­κοή, για­τί κα­τά το­ύς ἁ­γί­ους πα­τέ­ρες εἶ­ναι ἄρ­νη­ση ψυ­χῆς καί ὁ­μο­λο­γί­α. Ἀλ­λά ἀ­κό­μη πιό δύ­σκο­λη εἶ­ναι ἡ σα­λό­της, δι­ό­τι ὁ διά Χρι­στόν σα­λός γί­νε­ται «πάν­των πε­ρί­ψη­μα», «τα­πει­νοῦ­ται σφό­δρα» καί κα­τα­πα­τᾶ  τε­λε­ί­ως τήν ὑ­πε­ρη­φά­νεια. Ἡ διά Χρι­στόν σα­λό­της ἀ­παι­τεῖ εἰ­δι­κή κλή­ση ἀ­πό τόν Θεό. Καί οἱ σα­λοί εἶ­ναι ἀ­γα­πη­τοί στόν Θεό, για­τί γιά τήν ἀ­γά­πη Του ση­κώ­νουν αὐ­τόν τόν βα­ρύ σταυ­ρό, καί ὁ Θε­ός γιά τήν με­γά­λη τα­πε­ί­νω­σή τους ἀ­πο­κα­λύ­πτει σ᾿ αὐ­το­ύς τά μυ­στήριά Του.

Τέτοιος, διά Χρι­στόν σα­λός, πί­στευ­αν οἱ πα­τέ­ρες ὅ­τι ἦ­ταν καί ὁ γε­ρω–Κώστας καί ὅ­τι ἔ­κρυ­βε κά­ποι­ο μυ­στι­κό πνευ­μα­τι­κό.

Δι­η­γή­θη­κε Κα­ρυ­ώ­της Γέρων: «Μία μέ­ρα, ὅ­ταν ἤ­μουν νέ­ο κα­λο­γέ­ρι 20–22 χρό­νων, στό μα­γα­ζί τοῦ πα­πα–Στέ­φα­νου χα­ρι­εν­τι­ζό­μου­να καί γε­λοῦ­σα, ὁ­πό­τε μπῆ­κε μέ­σα ὁ γε­ρω–Κώστας. Μία στιγμή πού ἔ­λει­ψε ὁ πα­πα–Στέ­φα­νος μοῦ εἶ­πε μέ σο­βα­ρό ὕ­φος: “Οἱ κα­λό­γε­ροι δέν γε­λᾶν”. Ἐ­γώ ἀ­μέ­σως μα­ζε­ύ­τη­κα. Καί μό­λις γύ­ρι­σε ὁ πα­πα–Στέ­φα­νος, πά­λι ἄρ­χι­σε τά χα­ζά του. Μοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση ἡ σο­βα­ρό­τη­τά του καί ἡ συμ­βου­λή του. Ἕ­νας τρελ­λός δέν μι­λᾶ ἔ­τσι».

Ὕ­στε­ρα ὁ γε­ρω–Κώστας ἔ­φυ­γε ἀ­πό τό Σα­ρά­ϊ καί ἔ­με­νε στό ἐγ­κα­τα­λελειμ­μέ­νο Κελ­λί τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου, τό ὀ­νο­μα­ζό­με­νο τοῦ Φι­λα­δέλ­φου, ἔ­ξω ἀ­πό τίς Κα­ρυ­ές. Τό Κελ­λί δέν εἶ­χε πόρ­τες καί πα­ρά­θυ­ρα οὔ­τε καί πά­τω­μα, πα­ρά μό­νο μιά πα­λι­ό­πορ­τα στήν κεν­τρι­κή εἴ­σο­δο. Πα­τοῦ­σε στά κα­δρό­νια καί κοι­μό­ταν σέ μία ἄ­κρη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, στό Ἱ­ε­ρό. Εἶ­ναι ἀ­πο­ρί­ας ἄ­ξιον πῶς ἄν­τε­χε τόν χει­μῶ­να. Ἀν­θρω­πί­νως ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το ἀλ­λά φα­ί­νε­ται τόν σκέ­πα­ζε ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ.

Ὁ διά Χρι­στόν σα­λός γε­ρω–Κώστας.

 

Εἶ­χε ἕ­να Τρι­ώ­διο πα­λα­ί­τυ­πο, ἀ­πό τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­ψαλ­λε, καί μί­α Ἁ­γί­α Γρα­φή δερ­μα­τό­δε­τη. Κάποιος πού τήν  εἶ­δε, τήν ἐ­πε­θύ­μη­σε καί τήν ἔ­κλε­ψε. Ὅ­ταν τόν συ­νάν­τη­σε στόν δρό­μο ὁ Κώστας, τοῦ εἶ­πε: «Μοῦ πῆ­ρες τήν Ἁ­γί­α Γρα­φή. Νά μοῦ τήν φέ­ρης γρή­γο­ρα».  Ὁ κλέ­φτης τά ἔ­χα­σε, συγ­κλο­νί­στη­κε καί δι­ε­ρω­τᾶ­το  πῶς τό κα­τά­λα­βε, ἀ­φοῦ ἔ­λει­πε καί δέν τόν εἶ­δε. Πίστεψε ὅ­τι ἔ­χει χά­ρι­σμα ὁ Κώστας, ὅ­τι εἶ­ναι σέ κα­τά­στα­ση πνευ­μα­τι­κή καί ὅ­τι προ­σποι­εῖ­ται τόν σα­λό.

Κάποτε ὁ γε­ρω–Κώστας πλη­σί­α­σε ἕ­ναν μα­θη­τή τῆς Ἀ­θω­νι­ά­δος, τοῦ ἀ­πε­κά­λυ­ψε μί­α ἁ­μαρ­τί­α πού εἶ­χε κά­νει, καί τοῦ εἶ­πε ἄλ­λη φο­ρά νά μήν τήν ξα­να­κά­νη.

Τόν ρώ­τη­σε κά­πο­τε νέ­ος μο­να­χός:

–Δέν μοῦ λές, Κων­σταν­τῖ­νε, εἶ­σαι κα­λό­γε­ρος;

–Ναί, ἀ­πάν­τη­σε μο­νο­λε­κτι­κά.

–Καί ποῦ ἔ­γι­νες κα­λό­γε­ρος;

–Στό Δι­ο­νυ­σί­ου.          

–Καί ποιό ἦ­ταν τό κα­λο­γε­ρι­κό σου ὄ­νο­μα;

–Ἀ­κά­κιος.

–Ἀ­πό ποῦ εἶ­σαι;

–Ἀ­πό τά νη­σιά.

–Ἀ­πό ποιό νη­σί;

–Ἀ­πό τήν Ρόδο.

Καί ὅ­ταν ὁ μο­να­χός συ­νέ­χι­σε νά τόν ρω­τᾶ λε­πτο­μέ­ρει­ες γιά ἄλ­λα πράγ­μα­τα πού ἀ­φο­ροῦσαν  τήν ζωή του, ἄρ­χι­σε τό­τε νά λέ­η δι­ά­φο­ρα πα­λα­βά.

Εἶ­χε γί­νει πράγ­μα­τι κα­λό­γε­ρος ἤ αἰ­σθα­νό­ταν ὡς μο­να­χός; Ὅ­σα εἶ­πε ἦ­ταν ὑ­πεκ­φυ­γή ἤ τά ἐν­νο­οῦ­σε ὁ ἴ­διος δι­α­φο­ρε­τι­κά;

Τόν γε­ρω–Δα­μα­σκη­νό Ἁ­γι­ο­βα­σι­λει­ά­τη, ὅ­ταν  τόν πρω­το­συ­νάν­τη­σε στήν Κα­ψά­λα, τόν ἀ­πε­κά­λε­σε μέ  τό ὄ­νο­μά του,  χω­ρίς νά τόν γνω­ρί­ζη.  Μί­λη­σαν καί τοῦ εἶ­πε ἐμ­πι­στευ­τι­κά ὁ γερω–Κώστας ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­γε­νε­α­λό­γη­τος Μι­κρα­σι­ά­της, θε­ο­λό­γος καί ἀ­δό­κι­μος συγ­γρα­φε­ύς. Τόν ­ρώ­τη­σε γιά κά­τι πού τόν ἀ­πα­σχο­λοῦ­σε, καί ὁ γε­ρω–Κώστας τοῦ εἶ­πε: «Ἐ­κεῖ βρί­σκε­σαι ἀ­κό­μα, γε­ρω–Δα­μα­σκη­νέ; Ὅ­ποι­ος δέν πο­λε­μεῖ­ται ἀ­πό αὐ­τόν τόν ἀ­συ­νή­θι­στον λο­γι­σμόν, μο­να­χός δέν γί­νε­ται». Οἱ ἁ­πλοί του λό­γοι ἀ­νέ­παυ­σαν τόν γε­ρω–Δα­μα­σκη­νό.

Τε­λι­κά, ὁ γε­ρω–Κώστας δέν ἦ­ταν τρελ­λός, ὅ­πως τόν θε­ω­ροῦ­σαν με­ρι­κοί, ἀλ­λά ἦ­ταν θε­ο­λό­γος καί συγ­γρα­φέ­ας δύ­ο βι­βλί­ων: Ὁ ἄν­θρω­πος, τό ἄν­θος τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καί τῆς γῆς, καί, Πῶς ἐ­γνώ­ρι­σα τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί πῶς τό ἀ­φή­νω[3].

Τήν ἡ­μέ­ρα πού ψη­φι­ζό­ταν ὁ νέ­ος κα­τα­στα­τι­κός χάρ­της τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους, ὁ Κώστας, νέ­ος τό­τε καί στήν ἀρχή τῆς διά Χρι­στόν σα­λό­τη­τός του, ἀ­νέ­βη­κε στό καμ­πα­να­ριό τοῦ Πρω­τά­του καί χτυ­ποῦ­σε πέν­θι­μα τίς καμ­πά­νες. Δι­η­γή­θη­κε ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων τό πε­ρι­στα­τι­κό καί το­ύς λό­γους πού τόν πα­ρα­κί­νη­σαν νά τό κά­νη αὐ­τό, στόν γε­ρω–Δα­μα­σκη­νό τόν Ἁ­γι­ο­βα­σι­λει­ά­τη ὡς ἑ­ξῆς: «Γε­ρω–Δα­μα­σκη­νέ, θά γνω­ρί­ζε­τε ὅ­τι ὁ τό­πος αὐ­τός εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νος εἰς τήν Πα­να­γί­α μας. Ἡ κοι­νή μας Μη­τέ­ρα φώ­τι­σε το­ύς κτί­το­ρας ὅ­λων τῶν ἱ­ε­ρῶν σε­μνε­ί­ων καί ἐ­ζή­τη­σαν ἀ­πό το­ύς Πα­τρι­άρ­χας καί Αὐ­το­κρά­το­ρας, τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος νά εἶ­ναι καί νά πα­ρα­μέ­νη ἀ­δέ­σπο­τον καί ἀ­δο­ύ­λω­τον ἀ­πό τῆς πνευ­μα­τι­κῆς καί πο­λι­τεια­κῆς ἐ­ξου­σί­ας, μή ἀ­πο­κλει­ο­μέ­νης τῆς ἐ­πο­πτε­ί­ας. Τό προ­νο­μια­κόν αὐ­τό κα­θε­στώς ἦ­το ἐγ­γυ­η­μέ­νον ἀ­πό τό Ἱ­ε­ρόν τυ­πι­κόν τοῦ Τρά­γου καί τῶν ἄλ­λων Πα­τρι­αρ­χι­κῶν Σι­γιλ­λί­ων, Αὐ­το­κρα­το­ρι­κῶν Χρυ­σο­βο­ύλ­λων καί  Σουλ­τα­νι­κῶν φιρ­μα­νί­ων. Ἐ­κτός τῶν αἰ­ω­νο­βί­ων  αὐ­τῶν ἐγ­γυ­η­τι­κῶν ἐγ­γρά­φων, ἐ­δέ­σπο­ζε ἡ Ἱ­ε­ρά Πα­ρά­δο­σις, ἡ ὁ­πο­ί­α ἐ­στη­ρί­ζε­το εἰς τάς Ἱ­ε­ράς Γρα­φάς, τάς ὑ­πο­θή­κας καί συμ­βου­λάς τῶν ἐν ἀ­ρε­τῇ προ­εκ­δη­μη­σάν­των πα­τέ­ρων καί, τό σπου­δαι­ό­τε­ρον ἐξ ὅ­λων, ἐ­λει­το­ύρ­γει ὀρ­θο­δό­ξως, ὁ ὀρ­θό­δο­ξος κα­τα­λο­γι­σμός τῆς ἁ­γι­ο­ρει­τι­κῆς συ­νει­δή­σε­ως. Διά τοῦ­το οὔ­τε Ποι­νι­κοί Κώδικες οὔ­τε Ποι­νι­καί Δι­κο­νο­μί­αι ἐ­χρει­ά­σθη­σαν νά λει­τουρ­γή­σουν προ­λη­πτι­κῶς ἤ κα­τα­σταλ­τι­κῶς διά τήν κοι­νήν εἰ­ρή­νην τοῦ τό­που, οὔ­τε Συν­ταγ­μα­τι­καί κυ­ρώ­σεις τῶν προ­νο­μί­ων. Τό προ­νο­μια­κόν αὐ­τό κα­θε­στώς ἦ­το ἐν­δο­γε­νές, αὐ­το­δύ­να­μον καί αἰ­ώ­νιον. Οἱ σύγ­χρο­νοι προ­ϊ­στά­με­νοι ἠ­πα­τή­θη­σαν καί ἀν­τήλ­λα­ξαν ὅ­λα τά ἀ­νω­τέ­ρω μέ τόν κα­τα­στα­τι­κόν χάρ­την. Ἐ­γώ, γε­ρω–Δα­μα­σκη­νέ, ἠ­ξεύ­ρον­τας αὐ­τά, ἀ­πό ἐ­σω­τε­ρι­κήν ἀ­νε­ί­πω­τον πα­ρόρ­μη­σιν, ὅ­ταν ἐ­ψη­φί­ζε­το εἰς τό κοι­νόν ὁ νέ­ος κα­τα­στα­τι­κός χάρ­της, αἰ­σθάν­θη­κα ὅ­τι τά ἀ­να­φα­ί­ρε­τα δι­και­ώ­μα­τα τοῦ ἱ­ε­ροῦ τό­που ἐ­πω­λοῦν­το, καί ἔ­βλε­πα νε­κρόν καί ἀ­κυ­βέρ­νη­τον τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ἀ­πό τό νέ­ον κα­θε­στώς· διά τοῦ­το με­τέ­βην εἰς τό κω­δω­νο­στά­σιον τοῦ Πρω­τά­του καί ἐ­κτυ­ποῦ­σα πέν­θι­μα καί ρυθ­μι­κά το­ύς κώ­δω­νας μέ τήν ἀ­κλό­νη­τον πε­πο­ί­θη­σιν ὅ­τι τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, ὡς αὐ­το­δι­ο­ί­κη­τος ὀρ­γα­νι­σμός, ἀ­πε­βί­ω­σε σή­με­ρον. Ἡ πέν­θι­μος κω­δω­νο­κρου­σί­α ἀ­νε­στά­τω­σε τήν συ­νε­δρι­ά­ζου­σαν Ἱ. Δι­πλῆν Σύναξιν  τῶν εἴ­κο­σι Μο­νῶν καί ἀ­πέ­στει­λε τόν Σερ­δά­ρην νά μά­θουν ποῖ­ος ἐ­κοι­μή­θη. Ὅ­ταν ἦλ­θεν ὁ Σερ­δά­ρης, μέ ἠ­ρώ­τη­σε ποῖ­ος ἐ­κοι­μή­θη; Τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, τοῦ ἀ­πάν­τη­σα καί συ­νέ­χι­σα· ἡ ἀ­πό­το­μος ὅ­μως συμ­πε­ρι­φο­ρά τοῦ Σερ­δά­ρη μέ ἠ­νάγ­κα­σε νά στα­μα­τή­σω καί ἐ­ζή­τη­σα νά πα­ρου­σια­σθῶ εἰς τήν Δι­πλῆ Σύναξιν, νά γί­νη πρα­κτι­κόν κη­δε­ί­ας τοῦ αὐ­το­δι­οι­κή­του τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους, ἀλ­λά μέ τάς συ­νή­θεις ὕ­βρεις καί χλευ­α­σμο­ύς μέ ἀ­πέ­πεμ­ψαν καί ἀ­πῆλ­θον λε­λυ­πη­μέ­νος… Ὅ­ταν, γε­ρω–Δα­μα­σκη­νέ, φύ­γη ὁ ἀ­πό­η­χος  τοῦ πα­λαι­οῦ συ­στή­μα­τος καί ἐ­φαρ­μο­σθοῦν αἱ δι­α­τά­ξεις τοῦ νέ­ου το­ύ­του συ­στή­μα­τος, εἰ­ρή­νην ὁ τό­πος αὐ­τός δέν θά γνω­ρί­σει. Τό­τε τό μο­να­χι­κόν πο­λί­τευ­μα θά δι­ω­χθῆ ἤ θά ἐ­ξα­χρει­ω­θῆ ἀ­πό τήν ἐκ­με­τάλ­λευ­σιν τῶν ἀ­πο­θη­σαυ­ρι­σμέ­νων ἀ­νε­κτι­μή­των θη­σαυ­ρῶν καί κει­μη­λί­ων, διά τά ὁ­ποῖ­α τό κρά­τος καί ὁ Ἐ­πί­σκο­πος θά εὕ­ρουν τρό­πον ἐκ­με­ταλ­λε­ύ­σε­ως»[4].   Ταῦ­τα τά ρή­μα­τα οὐκ ἔ­στι δαι­μο­νι­ζο­μέ­νου ἤ τρελ­λοῦ, ἀλλ᾿ ἀ­λη­θε­ί­ας καί σω­φρο­σύ­νης ρή­μα­τα.

Ἀ­πό τά ἀ­νω­τέ­ρω φα­ί­νε­ται ὅ­τι ὁ γε­ρω–Κώστας ὄ­χι μό­νο τρελ­λός δέν ἦ­ταν, ἀλ­λά ἦ­ταν πο­λύ σο­φός, ἀ­φοῦ γνώ­ρι­ζε τό­σα πράγ­μα­τα καί μά­λι­στα ἔ­βλε­πε πο­λύ μα­κρυά.

Τότε ἡ Ἱ­ε­ρά Κοι­νό­της δέν τι­μώ­ρη­σε τόν Κώστα, δέν  ἔ­δω­σε ση­μα­σί­α στήν ἐ­νέρ­γειά του νά χτυ­πή­ση πέν­θι­μα τίς καμ­πά­νες. Ποι­ός ἔ­δι­νε ση­μα­σί­α στίς πρά­ξεις τοῦ «τρελ­λο–Κώστα;». Ἀρ­γό­τε­ρα ὅ­μως, τό ἔ­τος 1969, με­ρι­κοί «ἔ­ξυ­πνοι» πού σκέ­φτον­ταν μέ κο­σμι­κό τρό­πο, θε­ω­ροῦ­σαν ὄ­νει­δος τήν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ Κώστα στίς Κα­ρυ­ές καί μά­λι­στα στο­ύς Εὐ­ρω­πα­ί­ους πού ἄρ­χι­σαν με­τά τήν χι­λι­ε­τη­ρί­δα νά ἐ­πι­σκέ­πτων­ται τό Ὄ­ρος. Γι᾿ αὐ­τό ἐ­νήρ­γη­σαν γιά τήν ἀ­πέ­λα­σή του. Ἔ­στει­λαν τόν ἄν­θρω­πο τοῦ Θε­οῦ σέ τρελ­λο­κο­μεῖ­ο!  Ἐ­κεῖ, ἀ­φοῦ τόν ἐ­ξή­τα­σαν καί τόν βρῆ­καν ὑ­γι­έ­στα­το, τόν ἔ­στει­λαν σέ γη­ρο­κο­μεῖ­ο, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει ὁ γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος[5]. Ἔ­κτο­τε χά­νον­ται τά ἴ­χνη του.

Οἱ πα­τέ­ρες πού τόν εἶ­χαν κα­τα­νο­ή­σει, στε­νο­χω­ρή­θη­καν καί πί­στευ­αν ὅ­τι «κα­κῶς, πο­λύ κα­κῶς τόν ἔ­δι­ω­ξαν, δι­ό­τι οὔ­τε ἀ­τα­ξί­ες ἔ­κα­νε οὔ­τε πε­ί­ρα­ζε κα­νέ­ναν. Ἦ­ταν κό­σμη­μα καί στο­λί­δι καί ὄ­χι ὄ­νει­δος γιά τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος». Ἦ­ταν ἕ­να εὐ­ω­δέ­στα­το ἄν­θος στόν πάν­τερ­πνο πα­ρά­δει­σο τῆς Θε­ο­τό­κου, στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ἀλ­λά ἐ­μεῖς, οἱ κο­σμι­κά σκε­πτό­με­νοι, τόν ἀ­δι­κή­σα­με.

Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με.  Ἀ­μήν.

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

 

  1. Μο­να­χός πού εἶ­ναι γραμ­μέ­νος στήν Κοι­νό­τη­τα καί μέ­νει φι­λο­ξε­νο­ύ­με­νος ἤ μέ μι­κρό ἐ­νο­ί­κιο σέ κά­ποι­ο Κελ­λί.
  2. +Ἐ­πι­σκό­που Ρο­δο­στό­λου Χρυ­σο­στό­μου, Πρό­σω­πα καί δρώ­με­να στόν Ἄ­θω­να, Ἅ­γιον Ὄ­ρος 2001, σελ. 186–
  3. Βλ. Ἀρ­χιμ. Εὐ­δο­κί­μου Κα­ρα­κου­λά­κη, Δι­ο­ί­κη­ση καί ὀρ­γά­νω­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους, Ἅγ. Ὄ­ρος 2007, σελ. 198–
  4. Ὅ­που πα­ρα­πά­νω, σελ. 198–199.
  5. Ἁ­γι­ο­ρεῖ­ται πα­τέ­ρες καί Ἁ­γι­ο­ρε­ί­τι­κα,  σελ. 91–94.

 

Σχετικά