ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Διηγήσεις

3 Απριλίου 2024 · 5 λεπτά

 

  η΄. Ἁπλότητα καί εὐλάβεια

Πῆ­γα στό σχο­λεῖ­ο, ἔ­μα­θα γράμ­μα­τα. Σέ ἕ­να ἐ­ξωκ­κλή­σι τῆς Ἁ­γί­ας Πα­ρα­σκευ­ῆς, ἐ­κεῖ ἤ­τα­νε τό σχο­λεῖ­ο μας, ἐ­κεῖ μά­θα­με γράμ­μα­τα καί με­τά ὅ­ταν ἄρ­χι­ζε ἡ Ἄ­νοι­ξη, ὁ Ἀ­πρί­λιος, πά­νω στόν πεῦ­κο εἴ­χα­με τόν πί­να­κα καί μέ­σα στό κου­τά­κι βά­ζα­με τίς κι­μω­λί­ες. Κα­θα­ρί­ζα­με, κα­θό­μα­σταν χά­μω, λοι­πόν, καί μά­θα­με γράμ­μα­τα. Θυ­μᾶ­μαι, εἶ­χα ἀ­δι­α­θε­τή­σει δέν ξέ­ρα­με ἀ­πό ἀρ­ρώ­στι­ες ἐ­μεῖς τό­τε. Καί κα­νέ­να κρυ­ο­λό­γη­μα (παθαίναμε) τό­τε, καμ­μιά ἀσπι-ρί­νη νά μᾶς ἔ­δι­νε ἡ μη­τέ­ρα μου. Καί ἐ­πει­δή ἤ­μου­να ἔ­τσι ἀ­νήμ­πο­ρο καί ἀ­δι­ά­θε­το ὅ­λη τήν ἡ­μέ­ρα, ἡ μη­τέ­ρα ἦρ­θε στό σχο­λεῖ­ο, ἔ­κα­νε ὑ­πό­κλι­ση στόν δάσκα-λο –εἴ­δα­τε τί σε­βα­σμό πού εἶ­χαν;– φί­λη­σε τό χέ­ρι τοῦ δα­σκά­λου καί τοῦ λέ­ει: “Δά­σκα­λε, τό παι­δί μου σή­με­ρα θά κά­νη μιά ἀ­που­σί­α ἀ­πό τό σχο­λεῖ­ο, ἀ­δι­α­θέ­τη­σε καί τώ­ρα πού θά πᾶ­τε ἐκ­δρο­μή μιά ὥ­ρα ἀ­πό ἐ­δῶ μα­κριά σέ μιά πη­γή, μήν κου­ρα­στῆ τό παι-­δί καί τό πιά­σει πυ­ρε­τός καί πέ­σει τό παι­δί. Γι᾽ αὐ­τό ἦρ­θα νά σέ εἰ­δο­ποι­ή­σω ὅ­τι τό παι­δί δέν θά ᾽ρθῆ στήν ἐκ­δρο­μή”. “Ἀ­κοῦ­στε, κυ­ρί­α Θε­ο­δώ­ρα, τῆς λέ­ει. Ἡ ἐκ­δρο­μή εἶ­ναι καί αὐ­τή ἕ­να μά­θη­μα”.

»Ἐρ­χό­ταν ὁ πα­πάς ἀ­πό ἕ­να ἄλ­λο χω­ριό, δυ­ό ὧ­ρες μα­κρυ­ά, ἐρ­χό­ταν κά­θε 15 ἡ­μέ­ρες μᾶς λειτουρ- γοῦ­σε καί ἔ­φευ­γε. Δέν ξέ­ρα­με τί εἶ­ναι οἱ Χαι­ρε­τι­σμοί. Τό χω­ριό μου ἤ­τα­νε ὅ­λο πο­τά­μια γύ­ρω–γύ­ρω. Μέ­σα σέ πέν­τε πο­τά­μια ἤ­μα­σταν.

»Μιά φο­ρά, μοῦ εἶ­πε ὁ πα­πάς: “Δέν ἔρ­χε­σαι Ἰ­ά­κω­βε, νά μέ βο­η­θή­σης στίς ἀ­κο­λου­θί­ες σέ κά­τι γει­το­νι­κά χω­ριά;”. Εἶ­χε κά­τι κόλ­λυ­βα νά δι­α­βά­ση.  “Πα­νι­ε­ρώ­τα­τε, λέ­ω, νά ρω­τή­σω τήν μη­τέ­ρα μου”,    –ἁ­γί­α γυ­ναῖ­κα–. “Ναί νά πᾶς”, εἶ­πε.

»Πή­γα­με τε­λι­κά σέ κά­τι ἄλ­λα χω­ριά, λει­τουρ­γή­σα­με. Στόν δρό­μο βλέ­πα­με κά­τι ἀ­χλα­δι­ές καί οἱ ἀ­χλά­δες πε­σμέ­νες κά­τω καί τίς τρώ­γαν τά ζῶ­α. Εἴ­χα­με τέ­τοι­α παι­δεί­α ἀ­πό τούς γο­νεῖς μας, νά μήν πά­ρου­με οὔ­τε μιά ἀ­χλά­δα, ἄς ἤ­τα­νε ἀ­πό κά­τω. “Ξέ­ρε­τε τί θά ποῦ­νε;” μᾶς λέ­γα­νε, “τό “κα­κο­α­να­θρεμ­μέ­νο παι­δί”. Ἄν πά­ρης μιά ἀ­χλά­δα, θά ποῦ­νε “τό παι­δί αὐ­τό πῆ­ρε ἕ­να τα­γά­ρι, ἕ­να κα­λά­θι””. Περ­νού­σα­με καί –παι­δί τό­τε ἐ­γώ– ζή­λευ­α μιά ἀ­χλά­δα, περ­νοῦ­σαν τά ζῶ­α καί τρώ­γα­νε, ἀλ­λά σκε­φτό­μουν “ναί, ἀλ­λά τί μοῦ εἶ­παν ἡ μη­τέ­ρα καί ὁ πα­τέ­ρας;” καί ἔ­τσι ἔ­λε­γα, “ἄς τό στε­ρη­θῶ”.

»Πή­γα­με πό­ση ὥ­ρα μέ τά πό­δια καί φυ­σοῦ­σε ἀ­ε­ρά­κι καί πῆ­ρε τοῦ πα­πᾶ τό ἀν­τε­ρί καί φά­νη­κε τό παν­τε­λό­νι του. “Κα­λά, λέ­ω, φο­ρά­ει ὁ πα­πάς παντε-λό­νι; κα­λά δέν εἶ­ναι ἅ­γιος ὁ πα­πάς;”, ἐ­γώ νό­μι­ζα ὅ­τι θά ἦ­ταν δύ­ο κόκ­κα­λα τά πό­δια του, ἕ­νας σκε­λε­τός πού μό­νο λει­τουρ­γά­ει καί κοι­νω­νά­ει. Τοῦ δώ-σα­με κά­τι κο­ρό­μη­λα ἀ­πό τά δέν­δρα μας καί τά ἔ­φα­γε ὁ πα­πάς. Λέ­ω, “κα­λά αὐ­τός δέν εἶ­ναι ἅ­γιος;”. (Νό­μι­ζα ὅ­τι ὅ­λοι οἱ πα­πᾶδες εἶ­ναι ἅ­γιοι καί δέν τρῶνε).

»Ὅ­ταν πῆγα κον­τά στήν ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα, τήν ὥ­ρα πού λει­τουρ­γοῦ­σε ὁ πα­πάς, στόν Χε­ρου­βι­κό ὕ­μνο ἄ­κου­γα φτε­ρου­γί­σμα­τα, ἔ­βλε­πα πολ­λά καί φο- ­βό­μουν καί ἔ­τρε­μα. Ὅ­ταν γύ­ρι­σα στό σπί­τι, μοῦ λέ­ει ἡ μη­τέ­ρα μου:

— Τί εἶ­δες, Ἰ­ά­κω­βέ μου, ἐ­κεῖ πού πῆ­γες μέ τόν πα- πά; εἶ­δες κα­νέ­ναν ἄν­θρω­πο γνω­στό; πῆ­ρες κα­νέ­να φροῦ­το ἀ­πό κά­τω;

— Ὄ­χι, μη­τέ­ρα, δέν πῆ­ρα.

— Ἔ! τί εἶ­δες;

— Ἐ­κεῖ πού πη­γαί­να­με, μη­τέ­ρα, φύ­ση­ξε ἀ­έ­ρας καί εἶ­δα ὅ­τι ὁ πα­πάς φο­ρά­ει παν­τε­λό­νι.

— Ἔ! κα­λά καί αὐ­τός ἄν­θρω­πος εἶ­ναι, μοῦ λέ­ει, δέν θά φο­ρά­η παν­τε­λό­νι;

— Μη­τέ­ρα, λέ­ω, δέν εἶ­ναι τοῦ Θε­οῦ ἄν­θρω­πος πού ντύ­νε­ται τά Ἱ­ε­ρά καί λει­τουρ­γά­ει; Ἐ­γώ ἀ­κού­ω ἐ­κεῖ, λει­τουρ­γά­ει τά Ἄ­χραν­τα μυ­στή­ρια καί λέ­ει “Οἱ τά Χε­ρου­βείμ μυ­στι­κῶς εἰ­κο­νί­ζον­τες…” ἀ­κού­ω κά­τι φτε­ρου­γί­σμα­τα φρά–φρά–φρά γύ­ρω ἀ­πό τόν πα­πά στήν ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα.

— Ναί, παι­δί μου Ἰ­ά­κω­βε, ἐ­κεῖ βρί­σκον­ται Ἄγ­γε­λοι καί οἱ ἅ­γιοι Πάν­τες.

— Ἔ! πῶς φο­ρά­ει καί παν­τε­λό­νι;

— Ναί, παι­δά­κι μου, λέ­ει, εἶ­ναι πα­πάς τοῦ Θε­οῦ ἀλ­λά εἶ­ναι καί ἄν­θρω­πος».

 

θ΄. Τόν ἔσωσε ἡ Ἁγία Παρασκευή

ερμανοί ἀ­πό τό χω­ριό μέ πή­γα­νε στό δά­σος ἐ­κεῖ νά μέ σκο­τώ­σουν καί πῆ­ραν καί τόν ἀ­δελ­φό μου, ἤ­μα­σταν (τό­τε) στό ἀμ­πέ­λι μας  καί πε­ρά­σα­με ἀ­πό ἕ­να ἐκ­κλη­σά­κι τῆς Ἁ­γί­ας Πα­ρα­σκευ­ῆς πού ἔ­χου­με ἐ­κεῖ στό χω­ριό μας καί ἔ­κα­να τόν σταυ­ρό μου καί λέ­ω: “Ἁ­γί­α μου Πα­ρα­σκευ­ή, ἐ­γώ ἀ­πό παι­δί ἐρ­χό­μου­να καί σέ εὐ­λα­βού­μου­να πο­λύ”, τήν νύ­χτα περ­νοῦ­σα στίς 02:00΄ἡ ὥ­ρα καί ἔ­λε­γα, “ἁ­γί­α Πα­ρα­σκευ­ή, ὁ Ἰ­ά­κω­βος εἶ­μαι”. Εἶ­χα τό­ση εὐ­λά­βεια, μέ συγ­χω­ρεῖ­τε, νά κα­θό­μουν μιά μέ­ρα στήν ἐκ­κλη­σί­α, δέν κου­ρα­ζό­μου­να, μοῦ ἔ­φτα­νε νά ἀ­νά­βω τά καν­τη­λά­κια, νά προ­σεύ­χω­μαι, νά θυ­μιά­ζω καί νά βλέ­πω τήν ἁ­γί­α Πα­ρα­σκευ­ή. Πολ­λές φο­ρές ἤ­τα­νε ζων­τα­νή ἡ Χά­ρη της, βέ­βαι­α ἐ­γώ φο­βό­μουν καί ἔ­λε­γα: “Νά μήν πα­ρου­σια­στῆς μπρο-­στά μου σάν γυ­ναῖ­κα ὅ­πως εἶ­σαι, ἀλ­λά νά ᾽δῶ τήν σκιά σου”. Πολ­λές φο­ρές ὅ­μως, ἦ­ταν ζων­τα­νή ἡ Χά­ρη της. Ἔ­λει­πε ἀ­πό τήν εἰ­κό­να ὅ­ταν πε­ρά­σα­με μέ τούς Γερ­μα­νούς, καί ἐ­γώ νό­μι­ζα ὁ κα­ϋ­μέ­νος πώς ἤ­τα­νε ἐ­κεῖ ἀπ᾽ ἔ­ξω καί τήν εἶ­δα, λοι­πόν, μί­α γυ­ναῖ­κα μαυ­ρο­φό­ρα μέ­ρα με­ση­μέ­ρι καί ἔ­λε­γα: “Φαί-νε­ται ἡ ἁ­γί­α Πα­ρα­σκευ­ή τό βρά­δυ ξέ­χα­σε νά πλύ­νη τό πιά­το της πού ἔ­φα­γε καί τό λαμ­πο­γυά­λι της, μέ συγ­χω­ρεῖ­τε, καί τό καν­τή­λι της καί τώ­ρα τά πλέ­νει ἐ­κεῖ πέ­ρα”, ποῦ νά ἤ­ξε­ρα ἐ­γώ ὅ­τι οἱ Ἅ­γιοι δέν τρῶ­νε καί δέν πλέ­νουν πο­τή­ρια καί πιά­τα, λοι­πόν, καί ἀ­μέ­σως ση­κώ­θη­κα καί ἔ­φυ­γα, προ­σκύ­νη­σα καί λέ­ω: “Ἁ­γί­α μου Πα­ρα­σκευ­ή, φεύ­γω τώ­ρα για­τί μέ παίρ­νουν οἱ Γερ­μα­νοί, ἔ­λα μα­ζί μου νά μέ βο­η­θή­σης”.

»Πή­γα­με σέ ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το μέ­σα. Ἐ­γώ οὔ­τε αὐ­το­κί­νη­το δέν ἤ­ξε­ρα κα­λά–κα­λά τί ἤ­τα­νε, τό αὐ­το­κί­νη­το 27 χρο­νῶν τό εἶ­δα. Ὅ­ταν μᾶς πῆ­γαν ἐ­κεῖ βο­ή­θη­σε ἡ Χά­ρη τῆς ἁ­γί­ας Πα­ρα­σκευ­ῆς μέ τήν προ­σευ­χή. Ἡ προ­σευ­χή ἔ­χει με­γά­λη δύ­να­μη καί μέ βο­ή­θη­σε ἡ Ἁ­γί­α καί ἀ­πό τούς Γερ­μα­νούς γλύ­τω­σα, ἀ­πό τούς Ἰ­τα­λούς γλύ­τω­σα, ἀ­πό τούς ἀν­τάρ­τες γλύ­τω­σα, ἀ­πό τούς Τούρ­κους γλύ­τω­σα, … τώ­ρα εἶ­μαι στό Μο­να­στη­ρά­κι τοῦ Ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ. Τώ­ρα ὅ,τι καί νά μέ κά­νουν, νά μέ σφά­ξουν, ὅ,τι καί νά μέ κά­νουν θά πά­ω κον­τά στόν Χρι­στό. Μό­νο νά μᾶς φω­τί­ζη ὁ Θε­ός νά ἔ­χου­με τήν πί­στη μας, νά ἔ­χου­με τήν ὁ­μο­λο­γί­α μας στόν Χρι­στό καί νά μᾶς βο­η­θᾶ πάν­το­τε ἡ Χά­ρις Του»

ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ από το Βιβλίο “Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ   ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ–ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ–ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ” της σειράς ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΙΩΜΑ  4

ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ – ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ «ΕΝΩΜΕΝΗ  ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ» σελ. 24-28

Δείτε ΕΔΩ τις σχετικές με το βιβλίο αναρτήσεις

Σχετικά