ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Μαρτυρίες: α΄. Σκι­α­γρα­φί­α τοῦ Γέ­ρον­τα β’

2 Ιανουαρίου 2026 · 8 λεπτά

     »Ὁ Γέ­ρον­τας ἦ­ταν ἕ­νας ἄ­ρι­στος πνευ­μα­τι­κός πα­τέ­ρας. Ἐ­φάρ­μο­ζε τήν ἀρ­χὴ τῆς ἐ­ξα­το­μι­κεύ­σε­ως καί συμ­βού­λευ­ε ἀ­νά­λο­γα τόν κά­θε ἐ­ξο­μο­λο­γού­με­νο. Εἶ­χε καί τό δι­ο­ρα­τι­κό χά­ρι­σμα καί ὅ­ταν ἔ­βλε­πε τόν ἄλ­λον, ἀ­να­γνώ­ρι­ζε τό πρό­βλη­μά του καί τήν ἁμαρ­τί­α πού εἶ­χε κά­νει, χω­ρίς ἐ­κεῖ­νος νά προ­λά­βη κἄν νά τοῦ μι­λή­ση σχε­τι­κά μ᾽ αὐ­τά. Ἔ­φερ­νε σέ συ­ναί­σθη­ση τόν ἄλ­λον μέ πά­ρα πο­λύ δι­α­κρι­τι­κό τρό­πο καί συ­χνά ἀ­νέ­φε­ρε ἕ­να γε­γο­νός ἀ­πό τήν ζω­ή συγ­γε­νῶν του ἤ τήν δι­κή του ἤ ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων, ἔτ­σι ὥ­στε αὐ­τός πού ἄ­κου­γε τήν ἱ­στο­ρί­α, κα­τα­λά­βαι­νε τό μή­νυ­μα πού ἤ­θε­λε νά τοῦ δώ­ση ὁ Γέ­ρον­τας, χω­ρίς αὐ­τοί πού ἦ­ταν γύ­ρω του νά κα­τα­λά­βουν τίποτα.

»Κα­θη­με­ρι­νά, πολ­λοί ἄν­θρω­ποι πή­γαι­ναν στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή τοῦ Ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ γι­ά νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν στόν γέ­ρον­τα Ἰ­ά­κω­βο. Ὁ Γέροντας πο­νοῦ­σε μέ τόν πό­νο τοῦ ἄλ­λου καί ἔ­κλαι­γε καί προ­σευ­χό­ταν καί πα­ρα­κα­λοῦ­σε γιά τήν σω­τη­ρί­α τῆς ἀ­θά­να­της ψυ­χῆς. Σάν Πνευ­μα­τι­κός, δέν ἔ­βα­ζε αὐ­στη­ρο­ύς κα­νό­νες. Πό­σοι ἄν­θρω­ποι πή­γαι­ναν ἐ­κεῖ πι­κρα­μέ­νοι καί ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νοι καί ἔ­φευ­γαν μέ λαμ­πε­ρά πρό­σω­πα, μέ ἀ­να­κου­φι­σμέ­νη πράγ­μα­τι καί ἀ­να­γεν­νη­μέ­νη τήν ψυ­χή. Πολ­λές ψυ­χές θε­ρα­πεύ­ον­ταν καί σώ­ζον­ταν καί ὁ­δη­γή­θη­καν στήν με­τά­νοι­α καί στήν γνή­σια μετα­στρο­φή πρός τόν Κύ­ριο. Ἡ δι­ά­κρι­ση, ἡ πρα­ό­της καί ἡ γα­λή­νη πού εἶ­χε ὁ Γέ­ρον­τας χω­ρίς πο­τέ νά εἶ­ναι φορ­τι­κός ἤ πι­ε­στι­κός, ἄ­φη­νε τέ­τοι­α ἄ­νε­ση στόν ἐ­ξο­μο­λο­γού­με­νο, πού εὔ­κο­λα ἄ­νοι­γε τήν καρ­διά του καί ἔ­λε­γε τίς ἁ­μαρ­τί­ες του. Ἀλ­λά καί ὅ­σους δί­στα­ζαν ἤ ντρέ­πον­ταν νά ὁ­μο­λο­γή­σουν κά­ποι­ο σο­βα­ρό ἁ­μάρ­τη­μά τους, ὅ­πως προ­α­να­φέ­ρα­με, τούς τό ἔ­λε­γε ὁ Γέ­ρον­τας πού λό­γῳ τοῦ δι­ο­ρα­τι­κοῦ χα­ρί­σμα­τός του τό ἔ­βλε­πε, καί ἔ­τσι μ᾽ αὐ­τόν τόν τρό­πο τούς βο­η­θοῦ­σε νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν σω­στά. Ὁ γέ­ρον­τας Ἰ­ά­κω­βος τό­νι­ζε ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­πρε­πε νά φεύ­γη ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α θε­ρα­πευ­μέ­νος. Εἶ­χε πα­ρα­κα­λέ­σει καί τόν ὅ­σιο Δαυ­ΐδ με­τά τήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση νά ξε­χνά­η ὅ­σα δέν χρει­ά­ζον­ται καί νά θυ­μᾶ­ται αὐ­τά μό­νον πού πρέ­πει, γι­ά νά προ­σεύ­χε­ται. Καί τούς πε­ρί­με­νε νά ξα­να­πᾶ­νε γιά ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση. Ὅ­σους ἔ­βλε­πε νά μήν με­τα­νο­οῦν, ἔ­λε­γε ὅ­τι δέν εἶ­χε τό δι­καί­ω­μα νά τούς δι­α­βά­ζη τήν συγ­χω­ρη­τι­κή εὐ­χή. Ἔ­τσι ἐ­πε­τέ­λε­σε ὁ Γέ­ρον­τας μέ τό­ση ἐ­πι­μέ­λεια καί ἀφά­νεια ἕ­να τε­ρά­στιο πνευ­μα­τι­κό ἔργο.   

»Ὅ­λη ἡ ζω­ή τοῦ γέ­ρον­τος Ἰ­α­κώ­βου ἦ­ταν μί­α ζῶ­σα μαρ­τυ­ρί­α τοῦ ζῶν­τος Ἰ­η­σοῦ. Εἶ­χε με­γά­λα πνευμα­τι­κά χα­ρί­σμα­τα. Εἶ­χε πάν­τα σω­στή κρί­ση. Κα­τόρ­θω­νε νά εἰ­σχω­ρῆ πάν­τα στό βά­θος τῶν πραγμάτων, τῶν γε­γο­νό­των καί τῶν κα­τα­στά­σε­ων καί ἀ­τέ­νι­ζε μέ στα­θε­ρό­τη­τα τά ὑ­ψη­λά.

»Εἶ­χε με­γά­λη ἀ­γα­θό­τη­τα καί ἀρ­χον­τι­ά. Εἶ­χε με­γά­λη φω­τει­νό­τη­τα καί σε­μνό­τη­τα. Ἦ­ταν ἕ­νας ἐ­πί­γει­ος Ἄγ­γε­λος. Ὁ τρό­πος πού ἐ­κι­νεῖ­το, πού περπα­­τοῦ­σε, πού μι­λοῦ­σε, ἦ­ταν χα­ρι­τω­μέ­νος. Μοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση πού ἀ­πο­κα­λοῦ­σε τούς ἄλ­λους μέ τά μι­κρά τους ὀ­νό­μα­τα. Ὑ­πῆρ­χε ἔτ­σι μί­α οἰ­κει­ό­τη­τα καί μί­α τρυ­φε­ρό­τη­τα με­τα­ξύ τοῦ Γέ­ρον­τα καί τῶν προ­σκυ­νη­τῶν. Χαί­ρον­ταν ὅ­λοι νά τόν ἀ­κοῦν. Ἔ­νοι­ωθαν­ ἀ­σφά­λει­α κον­τά του. Εἶ­χε ἕ­να λό­γο ἀ­γά­πης καί παρη­γο­ρι­ᾶς γι­ά ὅ­λους. Ὁ λό­γος του ἦ­ταν εὐ­χά­ρι­στος καί πο­τέ δέν κού­ρα­ζε κα­νέ­ναν. Ἔ­λε­γε στόν κάθε προσκυ­νη­τή αὐ­τό τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­πρε­πε νά ἀ­κού­ση ἤ γι­ά νά λύ­ση κά­ποι­ο πρό­βλη­μα πού τόν ἀ­πα­σχο­λοῦ­σε ἤ νά τόν βο­η­θή­ση νά σώ­ση τήν ψυ­χή του. Ὁ Γέ­ρον­τας ἐ­πει­δή ἦ­ταν δο­χεῖ­ο τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, με­τα­λαμ­πά­δευ­ε καί στούς ἄλ­λους τό φῶς πού εἶ­χε ζήσει ὁ ἴ­δι­ος. Εἶ­χε χα­ρα­κτῆ­ρα εὐ­θύν, εἰ­λι­κρι­νῆ καί ἀ­νυ­πό­κρι­τον.

»Ἦ­ταν λε­πτός καί εὐ­γε­νι­κός πρός ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους καί πρός αὐ­τούς ἀ­κό­μη πού τόν στενο­χω­ροῦ­σαν. Ὁ ἴ­διος ὑ­πέ­φε­ρε, χω­ρίς νά δη­μι­ουρ­γῆ πρό­βλη­μα στούς ἄλ­λους. Σή­κω­νε πά­νω του τήν πι­κρί­α, χω­ρίς νά θε­λή­ση πο­τέ νά δεί­ξη στούς ἄλ­λους ὅ­τι τόν πί­κρα­ναν. Φε­ρό­ταν καί σ᾽ αὐ­τούς μέ εὐ­γέ­νεια. Βέ­βαι­α, δέν πρέ­πει νά ξε­χνᾶ­με ὅ­τι στήν ζω­ή του δέ­χτη­κε πολ­λές δο­κι­μα­σί­ες καί πι­κρί­ες. Τίς σή­κω­σε μέ ἀ­πό­λυ­τη ἐμ­πι­στο­σύ­νη στόν Θε­ό. Ἡ λε­πτό­τη­τά του ἦ­ταν δεῖγ­μα με­γά­λης ψυ­χι­κῆς προ­ό­δου καί πνευ­μα­τι­κῆς κα­τά­κτη­σης.

»Συ­νε­χῶς κα­θώς μι­λοῦ­σε, κά­θε λί­γο ἔ­λε­γε ”μέ συγ­χω­ρεῖ­τε­”. Συ­νε­χῶς ζη­τοῦ­σε αὐ­τήν τήν συγ­γνώ­μη ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους, ἐ­πει­δή εἶ­χε πά­ρα πο­λύ μεγά­λη τα­πεί­νω­ση. Μέ τήν τα­πεί­νω­ση αὐ­τή ἐ­μι­μεῖ­το τόν ἴ­διο τόν Χρι­στό.

»Ἕ­να δεῖγ­μα ἀ­κό­μη τῆς τα­πεί­νω­σης πού εἶ­χε ὁ Γέ­ρον­τας ἦ­ταν ὅ­τι, ὁ­,τι­δή­πο­τε κα­λό γι­νό­ταν στήν Ἱε­ρά Μο­νή τοῦ Ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ ἔ­λε­γε ὅ­τι δέν ἦ­ταν δι­κό του ἔρ­γο, ἀλ­λά ἔρ­γο τοῦ ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ. Ἔ­λε­γε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ὅ­τι ἡ­γού­με­νος στό Μο­να­στή­ρι δέν εἶ­ναι ὁ ἴ­δι­ος, ἀλ­λά ὁ ὅ­σι­ος Δαυ­ΐδ.

»Ἐ­πί­σης δεῖγ­μα τῆς με­γά­λης πνευ­μα­τι­κό­τη­τάς του ἦ­ταν ἡ εὐ­χα­ρι­στί­α καί ἡ εὐ­γνω­μο­σύ­νη πρός τούς ἄλ­λους. Ἡ λέ­ξη ”εὐχαριστῶ” δέν ἔ­λει­πε πο­τέ ἀ­πό τά χεί­λη του. Εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε συ­νε­χῶς τόν Θε­ό γι­ά τίς εὐ­ερ­γε­σί­ες Του καί τόν ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε ἄνθρωπο τόν θε­ω­ροῦ­σε εὐ­ερ­γέ­τη του.

»Ὁ γέ­ρον­τας Ἰ­ά­κω­βος εἶ­χε ψυ­χι­κά χα­ρί­σμα­τα πού τόν δρό­σι­ζαν μέ τήν γλυ­κειά αὔ­ρα τῆς Χά­ρι­τος καί τόν γέ­μι­ζαν μέ τούς καρ­πούς τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Ἦ­ταν ἀ­φι­λάρ­γυ­ρος, ἀ­φι­λο­χρή­μα­τος, φτω­χός. Πολ­λά χρή­μα­τα πέ­ρα­σαν ἀ­π᾽ τά χέ­ρια του ὅ­λα αὐ­τά τά χρό­νια πού ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή τοῦ ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ. Τί­πο­τα ὅ­μως δέν κρά­τη­σε γι­ά τόν ἑ­αυ­τό του. Ὅ­σα χρή­μα­τα τοῦ ἔ­δι­ναν, τά μοί­ρα­ζε ὅ­λα στούς ἀν­θρώ­πους πού εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη. Ὁ ἴ­διος φο­ροῦ­σε ἕ­να τριμ­μέ­νο ἀλ­λά πάν­τα κα­θα­ρό ράσο. Εἶ­χε με­γά­λη ἁ­πλό­τη­τα.

»Ἐ­πί­σης ἦ­ταν πο­λύ ἐρ­γα­τι­κός. Ὅ­ταν πῆ­γε στό Μο­να­στή­ρι, ὑ­πέ­φε­ρε τήν ζέ­στη καί τό κρύ­ο, τήν φτώ­χεια καί τήν ἀ­νέ­χεια. Ἔ­με­νε σ᾽ ἕ­να κελ­λί ἐ­ρεί­πιο. Μέ χα­λα­σμέ­νη σκε­πή καί μέ σπα­σμέ­νη πόρ­τα. Ἐρ­γά­στη­κε πά­ρα πο­λύ ὁ δό­κι­μος Ἰ­ά­κω­βος νά κα­θα­ρί­ση τό κελ­λί του καί τά γύ­ρω. Προ­σπά­θη­σε νά ἐ­πι­δι­ορ­θώ­ση καί τίς ζη­μι­ές πού εἶ­χαν κά­νει οἱ Γερ­μα­νοί, πού εἶ­χαν φτά­σει ἕ­ως ἐ­κεῖ τήν ἐ­πο­χή αὐ­τή τῆς Κα­το­χῆς.

»Ὁ δό­κι­μος Ἰ­ά­κω­βος καλ­λι­ερ­γοῦ­σε δι­ά­φο­ρα προ­ϊ­όν­τα καί γι­ά νά τρέ­φε­ται, ἀλ­λά καί νά πω­λῆ στά γύ­ρω χω­ριά. Ἔ­τσι μέ αὐ­τά τά χρή­μα­τα ἀ­γό­ρα­ζε ροῦ­χα, πα­πού­τσια ἤ ὅ,τι ἄλ­λο εἶ­χε ἀ­νάγ­κη. Ὅ­λα αὐ­τά τά χρό­νια πού ἔ­μει­νε στό Μο­να­στή­ρι (σαράν­τα πε­ρί­που χρό­νια) μέ­χρι τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς του ἐρ­γά­στη­κε πά­ρα πο­λύ. Ἦ­ταν παν­τα­χοῦ πα­ρών.

»Στό πε­ρι­βό­λι, στά χω­ρά­φια, στά ζῶ­α, στήν στέρνα, σέ ὅ­λες τίς δου­λει­ές. Ὅ­μως δέν πα­ρα­με­λοῦ­σε τήν ἄ­σκη­ση. Ἐ­μι­μεῖ­το τήν ζω­ὴ τῶν Ἁ­γί­ων. Κοι­μόταν ἐ­λά­χι­στα καί μά­λι­στα κα­τα­γῆς (χα­μαι­κοι­τί­α), ὅπως­ ἔ­κα­ναν καί οἱ ἀ­σκη­τές. Κά­ποι­ο δι­ά­στη­μα τίς νύ­χτες πή­γαι­νε καί προ­σευ­χό­ταν στήν σπη­λιά, πάνω στό βου­νό, ὅ­που ἔ­με­νε πα­λιά καί ὁ ὅ­σιος Δαυ­ΐδ. Ἐπέ­στρε­φε στό Μο­να­στή­ρι καί πή­γαι­νε πρῶ­τος στήν Ἐκ­κλη­σί­α γι­ά τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α. Καί γι­νό­ταν κάθε μέ­ρα θεί­α Λει­τουρ­γί­α. Τίς Κυ­ρια­κές τό πρωΐ, πήγαι­νε καί στά γύ­ρω χω­ριά νά λει­τουρ­γή­ση. Ἔ­φευ­γε τά χα­ρά­μα­τα μέ χι­ό­νια, μέ βρο­χές καί μέ πο­λύ κρύ­α.

»Ὁ γέ­ρον­τας Ἰ­ά­κω­βος εἶ­χε με­γά­λη εὐ­λά­βει­α  στόν ὅ­σι­ο Δαυ­ΐδ. Τόν ἔ­βλε­πε ὀ­φθαλ­μο­φα­νῶς. Ὅ­ταν πρω­το­πῆ­γε στό Μο­να­στή­ρι, τοῦ ἄ­νοι­ξε ὁ ἴ­δι­ος ὁ ὅ­σι­ος Δαυ­ΐδ. Τόν ἀ­να­γνώ­ρι­σε ἀ­πό τήν εἰ­κό­να. Ὅπως ἔ­λε­γε ὁ Γέ­ρον­τας, συ­χνά τοῦ ἐμ­φα­νι­ζό­ταν ὁ ὅ­σι­ος Δαυ­ΐδ μέ μορ­φή ἄλ­λου μο­να­χοῦ. Τό εἶ­χε ζη­τή­σει ὁ ἴ­δι­ος ὁ Γέ­ρον­τας γι­ά νά μήν φο­βᾶ­ται.

»Σα­τα­νᾶς ἐ­πι­τέ­θη­κε πολ­λές φο­ρές στόν γέ­ροντα Ἰ­ά­κω­βο καί τό ἔ­τος 1954 πλῆ­θος δαι­μό­νων τόν κτύ­πη­σαν πο­λύ. Ἐ­πί­σης τό ἔ­τος 1958, ὁ­πό­τε μετά ἀ­πό πολ­λά κτυ­πή­μα­τα τόν ἄ­φη­σαν μι­σο­λι­πό­θυ­μο. Ἄλ­λες φο­ρές πα­ρου­σι­ά­ζον­ταν μπρο­στά του δαίμονες μέ τήν μορ­φή σκύ­λου, γυ­ναί­κας ἄ­σε­μνης, γριᾶς κ.λ.π.

»Ἐ­κτός ἀ­πό τόν ὅ­σι­ο Δαυ­ΐδ ὁ γέ­ρον­τας Ἰ­ά­κω­βος εἶ­χε με­γά­λη εὐ­λά­βει­α καί στόν ἅ­γι­ο Ἰ­ω­άν­νη τόν Ρῶσ­σο, πού τό ἅ­γι­ο Λεί­ψα­νό του εἶ­ναι στό Προκό­πι τῆς Εὐ­βοί­ας. Κά­θε φο­ρά πού πή­γαι­νε στό Προκό­πι, ἀ­πό νέ­ος ἀ­κό­μη, ὅ­ταν λει­τουρ­γοῦ­σε καί ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν λό­γῳ τῶν ἀ­σθε­νει­ῶν του πη­γαι­νο­ερ­χό­ταν στήν Ἀ­θή­να καί ἔμ­παι­νε στά Νο­σο­κο­μεῖ­α καί περ­νοῦ­σε ἀπ᾽ τό Προ­κό­πι, πή­γαι­νε νά προ­σκυ­νήση τόν ἅ­γι­ο Ἰ­ω­άν­νη τόν Ρῶσ­σο. Τόν ἔ­βλε­πε ζων­τα­νό μέ­σα στήν λάρ­να­κά του καί συ­νο­μι­λοῦ­σαν!

»Πολ­λές φο­ρές πού ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος ὁ γέ­ροντας Ἰ­ά­κω­βος, ζη­τοῦ­σε νά ἔλ­θουν νά τόν βο­η­θή­σουν ὁ ὅ­σι­ος Δαυ­ΐδ καί ὁ ἅ­γι­ος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Ρῶσ­σος. Καί αὐ­τοί πάν­τα ἐμ­φα­νί­ζον­ταν καί τόν βο­η­θοῦ­σαν! Ἐ­πί­σης ὁ γέ­ρον­τας Ἰ­ά­κω­βος εἶ­χε με­γά­λη ἀ­γά­πη καί εὐ­λά­βει­α στόν ἅ­γι­ο Χα­ρά­λαμ­πο. Ὁ Γέ­ρον­τας ὄν­τως ζοῦ­σε μί­α ἀγ­γε­λι­κή ζω­ή. Ζοῦ­σε μα­ζί μέ τούς Ἁ­γί­ους, συ­νο­μι­λοῦ­σε μα­ζί τους, τούς ἔ­βλε­πε, ἔνοιωθε αἰ­σθη­τά τήν πα­ρου­σί­α τους.

»Στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, δέν πῆ­γε πο­τέ. Ὅ­μως ὁ ἴδι­ος ὁ Γέ­ρον­τας ὁ­μο­λό­γη­σε ὅ­τι ἡ Πα­να­γί­α τόν πῆ­γε “πνευ­μα­τι­κῷ τῷ τρό­πῳ” στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί εἶ­δε ὅ­λα τά Μο­να­στή­ρια!

»Εἶ­χε με­γά­λη εὐ­λά­βεια καί ἀ­γά­πη πρός τήν Πανα­γί­α. Ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε πρό­βλη­μα πα­ρου­σι­α­ζό­ταν, πήγαι­νε καί τήν θερ­μο­πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά τόν βο­η­θή­ση.

»Προγνώ­ρι­σε τήν ἡ­μέ­ρα καί τήν ὥ­ρα ἀ­κρι­βῶς τοῦ θα­νά­του του! Τήν πα­ρα­μο­νή τῆς 21ης Νο­εμ­βρί­ου 1991, ἀ­γρύ­πνη­σε ἀ­πο­βρα­δίς μέ προ­σευ­χή, ξη­με­ρώ­νον­τας τά Εἰ­σό­δι­α τῆς Θε­ο­τό­κου. Με­τά τήν ἀ­κο­λου­θί­α, ὅ­που ἔ­ψαλ­λε γο­να­τι­στός, πῆγε νά ἐ­ξο­μο­λο­γή­ση ἀν­θρώ­πους πού τόν πε­ρί­με­ναν. Ἐ­ξο­μο­λό­γησε τόν δι­ά­κο­νο Γεν­νά­δι­ο, στόν ὁ­ποῖ­ο εἶ­πε νά μήν φύ­γη, ἀλ­λά νά μεί­νη γι­ά νά τόν ἀλ­λά­ξη. Ὁ δι­άκος δι­αμαρτυ­ρή­θη­κε, ὅ­ταν ἄκου­σε τόν Γέ­ρον­τα νά τοῦ λέ­η ὅ­τι θά φύ­γη ἐ­κεί­νη τήν ἡ­μέ­ρα, ἀλ­λά ὁ Γέ­ρον­τας ἐ­πέ­μενε.

»Πῆ­ρε τό διά­κο καί γυ­ρί­σα­νε ἐ­σω­τε­ρι­κά στό Μο­να­στή­ρι καί εὐ­λό­γη­σε ὅ­λους τούς μο­να­χούς καί μετά βγῆ­καν ἔ­ξω. Ἀ­νέ­βη­καν ψη­λά καί ἀ­γνάν­τε­ψε γι­ά τε­λευ­ταί­α φο­ρά τό Μο­να­στή­ρι. Τό εἶ­χε βρεῖ ἐ­ρεί­πιο καί τώ­ρα ἦ­ταν ἀ­να­και­νι­σμέ­νο μέ πο­λύ κα­λούς μο­να­χούς! Εὐ­χα­ρί­στη­σε πο­λύ τόν Θε­ό!

»Ὁ Γέ­ρον­τας μα­ζί μέ τόν δι­ά­κο­νο Γεν­νά­διο ἐ­πέ­στρε­ψε πά­λι στό κελ­λί του γι­ά νά ξε­κου­ρα­στῆ. Ὅταν ἦλ­θε ὁ π. Ἀ­λέ­ξιος γι­ά νά λά­βη ὁ­δη­γί­ες (ἐ­πει­δή ὁ π. Ἀ­λέ­ξιος θά πή­γαι­νε σέ κά­ποι­α κη­δεί­α γι­ά τήν νε­κρώ­σι­μη ἀ­κο­λου­θί­α), ὁ Γέ­ρον­τας τοῦ ἔ­δω­σε ὁ­δη­γί­ες καί ἔ­ψαλ­λαν ὅ­λη τήν νε­κρώ­σι­μη ἀ­κο­λου­θί­α μαζί. Ὁ Γέ­ρον­τας τήν ἔ­ψαλ­λε μέ χα­ρά!

»Στήν συ­νέ­χεια ἐ­ξο­μο­λό­γη­σε τήν Γε­ρα­σι­μού­λα καί κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς ἐ­ξο­μο­λό­γη­σης εἶ­πε στήν ἐ­ξο­μο­λο­γου­μέ­νη, ὅ­τι πρέ­πει νά ση­κω­θῆ ἐ­πά­νω, γιατί ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα στό κελ­λί μπῆ­κε ἡ Πα­να­γί­α μα­ζί μέ τόν ὅ­σιο Δαυ­ΐδ, τόν ἅ­γιο Ἰ­ά­κω­βο καί τόν ἅ­γιο Ἰω­άν­νη τόν Ρῶσ­σο. Εἶ­χαν ἔλ­θει νά τόν πά­ρουν μα­ζί τους γιά τήν Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ καί ὕ­στε­ρα σάν που­λά­κι πα­ρέ­δω­σε τό πνεῦ­μα του στίς 4.17΄, τό ἀ­πό­γευ­μα τῆς 21ης Νο­εμ­βρί­ου 1991».

Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ από το Βιβλίο “Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ   ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ–ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ–ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ” της σειράς ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΙΩΜΑ  4
ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ – ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ «ΕΝΩΜΕΝΗ  ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ» σελ. 125-131
Δείτε ΕΔΩ τις σχετικές με το βιβλίο αναρτήσεις

Σχετικά