ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΚΡΥΠΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ ΣΤΗΝ ΚΙΛΙΚΙΑ

30 Ιανουαρίου 2012 · 30 λεπτά

Βα­σί­λει­ος Τ. Γι­ούλ­τσης

Ο­μό­τι­μος Κα­θη­γη­τής Θε­ο­λο­γι­κής­Σχο­λής

Α­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης 

 

Έ­να τα­ξί­δι στη Μι­κρά Α­σί­α εί­ναι πάν­το­τε μι­α συ­νάν­τη­ση με το πα­ρελ­θόν, την ι­στο­ρί­α και τους θρύ­λους της.  Η γη ε­κεί­νη, πέ­ρα α­πό τις α­να­μνή­σεις και μι­αν α­τέ­λει­ω­τη α­λυ­σί­δα γε­γο­νό­των, που κρύ­βει στην καρ­δι­ά της, έ­χει προι­κι­στεί με εν­τυ­πω­σι­α­κές φυ­σι­κές χά­ρες και ο­μορ­φι­ές. Εί­ναι οι τρεις θά­λασ­σες που την θω­πεύ­ουν α­πό τρεις με­ρι­ές, και της δί­νουν δρόμους και έ­ξο­δο σε τρεις η­πεί­ρους, τα πο­τά­μι­α που την δι­α­σχί­ζουν ευ­ερ­γε­τι­κά, πο­τί­ζον­τας τις εύ­φο­ρες κοι­λά­δες της, εί­ναι τα με­γά­λα δά­ση, οι πα­νύ­ψη­λες ο­ρο­σει­ρές, τα υ­ψί­πε­δα, οι πα­νέ­μορ­φες γλυ­κές και αλ­μυ­ρές  λί­μνες της, κι ε­κεί­νη η α­τέ­λει­ω­τη αλ­μυ­ρή έ­ρη­μός της. Εί­ναι α­κό­μη οι άν­θρω­ποι της, αυ­τοί που την κα­τοι­κούν, ε­κεί­νοι που την κα­τοι­κού­σαν άλ­λο­τε, και ξε­ρι­ζω­μέ­νοι στην προ­σφυ­γι­ά, τρεις γε­νι­ές τώ­ρα, δεν μπο­ρούν να την ξε­χά­σουν, αλ­λά κι ε­κεί­νοι που την δι­α­βαί­νουν πε­ρα­στι­κοί και νο­σταλ­γούν να την ξα­να­δούν. Εί­ναι, τέ­λος, οι α­να­ρίθ­μη­τοι λα­οί που κα­τα­γρά­φη­καν στο πα­ρελ­θόν ως οι­κι­στές της, και ά­φη­σαν στη γη της ι­κα­νά ση­μά­δι­α α­πό την πα­νάρ­χαι­α ι­στο­ρι­κή πα­ρου­σί­α και τον πο­λι­τι­σμό τους, ό­πως Προ­έλ­λη­νες, Χετ­ταί­οι, Λυ­δοί, Κά­ρες, Ά­ο­νες, Ασ­σύ­ρι­οι, Έλ­λη­νες, Ρω­μαί­οι, Σελ­ζού­κοι και Ο­θω­μα­νοί Τούρ­κοι.

Η Μι­κρά Α­σί­α στη δι­α­χρο­νι­κή της πο­ρεί­α υ­πήρ­ξε έ­να α­πό τα πι­ο πο­λυ­σύ­χνα­στα ε­θνο­λο­γι­κά σταυ­ρο­δρό­μι­α. Γνώ­ρι­σε α­να­ρίθ­μη­τους πο­λι­τι­σμούς και πα­ρα­δό­σεις. Εί­δε πλη­θώ­ρα φυ­λών και λα­ών να ε­πο­φθαλ­μι­ούν, να δι­εκ­δι­κούν, να μά­χον­ται, να κα­τα­κτούν και να εγ­κα­θί­σταν­ται στα ε­δά­φη της. Α­πό τη χα­ραυ­γή της ι­στο­ρί­ας της έ­γι­νε θέ­α­τρο των πι­ο φο­βε­ρών πο­λε­μι­κών συγ­κρού­σε­ων, με  σφα­γές α­μά­χων, α­νεί­πω­τες κα­τα­στρο­φές πο­λι­τι­στι­κών και οι­κο­γε­νει­α­κών α­γα­θών, ε­ξον­τω­τι­κές πλη­θυ­σμι­α­κές με­τα­κι­νή­σεις, α­νε­λέ­η­τους δι­ωγ­μούς κυρίως χρι­στι­α­νών και βέ­βαι­α αρ­πα­γές και λε­η­λα­σί­ες του πλού­του, των μνη­μεί­ων και των θη­σαυ­ρών της.

Στα νό­τι­α αυ­τής της Μι­κρα­σι­α­τι­κής Γης ε­κτεί­νε­ται η Κι­λι­κί­α. Εί­ναι η ε­παρ­χί­α Σε­ϋ­χάν, μι­α εν­τυ­πω­σι­α­κή πε­ρι­ο­χή στο νο­τι­ο­α­να­το­λι­κό ά­κρο της, που α­πο­τε­λεί τμή­μα του τουρ­κι­κού κρά­τους. Α­νή­κει δι­οι­κη­τι­κά στο “Βι­λα­έ­τι” (Νο­μαρ­χί­α) των Α­δά­νων. Έ­χει έ­κτα­ση 35.000  τ. χι­λι­ό­με­τρα και α­πό το βορ­ρά χω­ρί­ζε­ται α­πό την Λυ­κα­ο­νί­α και την Καπ­πα­δο­κί­α με την ο­ρο­σει­ρά του Ταύ­ρου, η ο­ποί­α στο ύ­ψος της Ταρ­σού κό­βε­ται α­πό το με­γά­λο φα­ράγ­γι, το Γκι­ου­λέκ Μπογ­κάζ (Κι­λί­κι­ες Πύ­λες). Στο νό­το βρέ­χε­ται α­πό τη Με­σό­γει­ο (Κι­λί­κι­ο Πέ­λα­γος) και βλέ­πει τα βό­ρει­α πα­ρά­λι­α της Κύ­πρου, α­πό το α­κρω­τή­ρι του α­γί­ου Αν­δρέ­α, τη μύ­τη του Ρι­ζο­κάρ­πα­σου, ώς την Κε­ρύ­νει­α και τον Κα­ρα­βά, κι α­πό ε­κεί ώς τον κόλ­πο της Πά­φου και τον άλ­λο της Χρυ­σο­χούς. Α­πό την α­να­το­λή συ­νο­ρεύ­ει με την Συ­ρί­α κι α­πό τη δύ­ση με την Παμ­φυ­λί­α και την Πι­σι­δί­α.

Α­φορ­μές γι’ αυ­τό το  Ο δ ο ι π ο ρ ι κ ό  στά­θη­καν δύ­ο τα­ξί­δι­α, το πρώτο, πριν α­πό 46 χρό­νι­α και το δεύτερο, το περ­σι­νό κα­λο­καί­ρι. Τό­τε, το κα­λο­καί­ρι του ’63 οι τε­λει­ό­φοι­τοι της Θε­ο­λο­γι­κής Σχο­λής της Θεσ­σα­λο­νί­κης ξε­κί­νη­σαν γι­α έ­να προ­σκή­νυ­μα στους Α­γί­ους Τό­πους. Το εγ­χεί­ρη­μα ήταν τολ­μη­ρό, α­φού έ­πρε­πε να δι­α­σχί­σου­με ο­δι­κώς την Μι­κρά Α­σί­α, τη Συ­ρί­α, τμή­μα του Λι­βά­νου και της Ι­ορ­δα­νί­ας για να φτά­σου­με στην Α­γί­α Γη. Με συ­νο­δούς όμως έ­ναν πο­λύ­πει­ρο κα­θη­γη­τή και έναν ακούραστο βοηθό της Σχολής μας, ό­λα ε­ξε­λί­χθη­καν κα­τά το πρό­γραμ­μα. Έ­να του­ρι­στι­κό λε­ω­φο­ρεί­ο με 48 ε­πι­βά­τες ξε­κί­νη­σε το πρω­ί μι­ας Πέ­μπτης  του Ι­ου­λί­ου, α­φού σχε­δί­α­στη­κε με κά­θε λε­πτο­μέ­ρει­α η πο­ρεί­α της δι­α­δρο­μής: Θεσ­σα­λο­νί­κη, Α­λε­ξαν­δρού­πο­λη, Α­δρι­α­νού­πο­λη, Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, Ά­γκυ­ρα, A­k­s­a­r­ay,  G­u­l­ek, Ταρ­σός, Ά­δα­να, I­s­k­e­d­e­r­un (Α­λε­ξαν­δρέ­ττα).

 

Η γραμμή στο χάρτη ορίζει το περίγραμμα της Κιλικίας

 

Το δεύ­τε­ρο τα­ξί­δι ξε­κί­νη­σε α­πό μι­α ι­δέ­α φίλων δη­μο­σι­ο­γρά­φων των γαλ­λι­κών ε­φη­με­ρί­δων C­r­o­ix (Παρίσι) και C­r­o­ix du N­o­rd (Λίλλη) να ε­πι­σκε­φθούν κυ­ρί­ως τη βορειοδυ­τι­κή πε­ρι­ο­χή της Κι­λι­κί­ας, ό­που σύμ­φω­να με πλη­ρο­φο­ρί­ες υ­πάρ­χουν χω­ρι­ά με ση­μαν­τι­κό α­ριθ­μό κρυ­πτο­χρι­στι­α­νών. Οι δύ­ο ε­φη­με­ρί­δες εί­χαν συγ­κεν­τρώ­σει σο­βα­ρά στοι­χεί­α γι­α τις δι­ώ­ξεις των Ορ­θο­δό­ξων α­πό φα­να­τι­κούς μου­σουλ­μά­νους της πε­ρι­ο­χής και εν­δι­α­φέ­ρον­ταν να δη­μο­σι­ο­ποι­ή­σουν τη ση­με­ρι­νή κα­τά­στα­ση, αυ­τών που α­πό­μει­ναν. Το τα­ξί­δι συμ­φω­νή­θη­κε, και μέ­σω Ρό­δου η «συν­τρο­φι­ά» πέ­τα­ξε με την C­o­n­d­or στην Ατ­τά­λει­α (A­n­t­a­l­ya). Ή­ταν Δευ­τέ­ρα 20 Αυ­γού­στου του 2007.

Η Ατ­τά­λει­α εί­ναι μι­α πα­νέ­μορ­φη πό­λη, με πά­νω α­πό έ­να ε­κα­τομ­μύ­ρι­ο κα­τοί­κους. Πρω­τεύ­ου­σα της πα­λαι­άς Παμ­φυ­λί­ας, α­πο­τε­λεί μί­α α­πό τις πι­ο ορ­γα­νω­μέ­νες του­ρι­στι­κές πε­ρι­ο­χές της Μι­κράς Α­σί­ας. Η πό­λη κα­λο­σχε­δι­α­σμέ­νη α­πό την ελ­λη­νι­στι­κή ε­πο­χή, κα­τά το ιπ­πο­δά­μει­ο σύ­στη­μα, με το κέ­ντρο και τα γύ­ρω τε­τρά­γω­να, έ­χει το πε­ρί­φη­μο αμ­φι­θέ­α­τρό της στις πα­ρυ­φές των προς βορ­ράν υ­ψω­μά­των, στην α­γκα­λι­ά του βρά­χου. Τρεις μα­ρί­νες δέ­χο­νται ξένα σκά­φη και το αρ­χαι­ο­λο­γι­κό μου­σεί­ο της θε­ω­ρεί­ται α­πό τα πι­ο άρ­τι­α, πλού­σι­ο σε πο­λύ­τι­μα ευ­ρή­μα­τα α­πό κά­θε πο­λι­τι­σμό της Α­να­το­λί­ας. Ε­δώ ο Ελ­λη­νι­σμός έ­χει α­φή­σει α­νε­ξί­τη­λα τα ση­μά­δι­α της πα­ρου­σί­ας του ι­δι­αί­τε­ρα στη συ­νοι­κί­α K­a­l­e­i­ci, ό­που βρί­σκο­νται τα ελ­λη­νι­κά αρ­χο­ντι­κά, με ε­ξαι­ρε­τι­κή ε­ξω­τε­ρι­κή δι­α­κό­σμι­ση, που α­να­πα­λαι­ώ­θη­καν και λει­τουρ­γούν ως ξε­νώ­νες και μο­τέλ. Κά­νουν ε­ντύ­πω­ση τα πε­ντα­κά­θα­ρα πλα­κό­στρω­τα στε­νά δρο­μά­κι­α της ελ­λη­νι­κής συ­νοι­κί­ας, που μέ­νει έ­ρη­μη α­πό Έλ­λη­νες με­τά το ’­22-23. Κά­ποι­οι λί­γοι «τούρ­κε­ψαν» και χά­θη­καν στα χω­ρι­ά των βου­νών γι­α να ξε­φύ­γουν αρ­γό­τε­ρα ή να πα­ρα­μεί­νουν ξε­χα­σμέ­νοι. Ο­ρι­σμέ­νοι «εν­σω­μα­τώ­θη­καν» στην τουρ­κι­κή κοι­νω­νί­α, αλ­λά τε­λι­κά έ­μει­ναν αυ­τοί που ή­ταν πριν, Έλ­λη­νες και Ορ­θό­δο­ξοι.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το Αμφιθέατρο της  Παμφυλίας            Antalya – Topkapi Palace Hotel

Με έ­να νοι­κι­α­σμέ­νο με­γά­λο τζιπ, πρω­ί-πρω­ί, η ο­μά­δα μας, ε­πτά ά­το­μα, πή­ρε το δρό­μο γι­α τη M­a­n­a­v­g­at, με κα­τεύ­θυν­ση στα βου­νά προς το S­e­y­d­i­s­e­h­ir. Ε­κεί έ­γι­νε η πρώτη δι­α­νυ­κτέ­ρευ­ση γι­α να αρ­χί­σει την ε­πό­με­νη μέ­ρα η κά­θο­δος προς το νό­το, προς τα χω­ρι­ά της Κι­λι­κί­ας. Η Τρα­χεί­α Κι­λι­κί­α ή­ταν γι­α ό­λους μι­α σκλη­ρή ε­μπει­ρί­α. Πα­νύ­ψη­λα βου­νά που τρο­μά­ζουν τον ε­πι­σκέ­πτη, α­φού οι δρό­μοι ε­κεί ε­πά­νω εί­ναι σε κα­τά­στα­ση σχε­δόν πρω­τό­γο­νη. Το α­ραι­ό ο­ξυ­γό­νο σου φέρ­νει δύ­σπνοι­α, ό­ταν βρί­σκε­σαι κο­ντά στις κο­ρυ­φές του Μολ­κάρ (3240 μ.) και του Ά­λα­νταγ (3734 μ.­). Χρει­ά­στη­κε μι­α ο­λό­κλη­ρη μέ­ρα γι­α να κα­τε­βεί η ο­μά­δα στα χα­μη­λό­τε­ρα, σ’ έ­να φα­ράγ­γι με μι­κρά χω­ρι­ά, που το καθένα είχε πε­ρί­που δι­α­κό­σι­ους ή τρι­α­κό­σι­ους κα­τοί­κους. Τα χω­ρι­ά αυ­τά, σε φαράγγια πίσω από οροσειρές, βλέ­πουν την α­να­το­λή του η­λί­ου με­τά τις 11 το πρω­ί. Οι Γάλ­λοι εί­χαν κά­ποι­ες πλη­ρο­φο­ρί­ες σχε­τι­κές με τον σκο­πό της «εκ­δρο­μής», αλ­λά δεν βι­ά­ζον­ταν να τις α­ξι­ο­ποι­ή­σουν. Προ­σπε­ρά­σα­με, σχε­δόν α­δι­ά­φο­ροι τα δύ­ο πρώ­τα χω­ρι­ά. Στο μο­να­δι­κό κα­φε­νεί­ο του τρί­του χω­ρι­ού, με έ­να πη­γά­δι στην μπρο­στι­νή αυ­λή στα­μά­τη­σε το τζιπ. Ο ι­δι­ο­κτή­της μας χαι­ρέ­τη­σε εγ­κάρ­δι­α και α­φού κα­θί­σα­με, πρό­σφε­ρε τσά­ι και σε λί­γο ζε­στό κατ­σι­κί­σι­ο γά­λα σε κού­πες, τυ­ρί, κρύ­ο χυ­λό α­πό ρε­βύ­θι­α και αν­τί γι­α ψω­μί, ζε­στές τις γνω­στές πί­τες της Α­να­το­λής. Αρ­γό­τε­ρα, προς το με­ση­μέ­ρι, έβ­γα­λε α­πό το πη­γά­δι και έ­κο­ψε πα­γω­μέ­νο καρ­πού­ζι και έ­φε­ρε μι­α πι­α­τέ­λα με ώ­ρι­μα δα­μά­σκη­να.

Α­πό τον πί­σω ε­ξώ­στη φαι­νό­ταν στο βά­θος έ­να πλά­τω­μα, στην ά­κρη του ο­ποί­ου ή­ταν το κοι­μη­τή­ρι­ο του χω­ρι­ού. Δύ­ο α­πό τη συ­ντρο­φι­ά αλ­λη­λο­κοι­τά­χτη­καν και με­τά ρώ­τη­σαν, α­πό πού θα μπο­ρού­σαν να κα­τε­βούν γι­α να το ε­πι­σκε­φτούν. Ο κα­φετ­ζής, α­φού τους κοί­τα­ξε πε­ρί­ερ­γος, τους έ­δει­ξε έ­να δρο­μά­κι δί­πλα σε μι­α συ­στά­δα με ο­ξι­ές, και οι δύ­ο σχε­δόν α­δι­ά­φο­ρα, κα­τη­φό­ρη­σαν. Έ­κα­ναν πά­νω α­πό ώ­ρα. Στο γυ­ρι­σμό μας κοίταξαν περίεργα. Κά­τι εί­δαν. Δεν μί­λη­σαν στο τρα­πέ­ζι. Ό­μως πλη­σί­α­σαν συ­νω­μο­τι­κά στο βά­θος της κου­ζί­νας τον κα­φετ­ζή κι ό­ταν βγή­καν, ε­κεί­νος στρά­φη­κε σ’­ε­μέ­να, με πλη­σί­α­σε, μου άρ­πα­ξε τα δυ­ό μου χέ­ρι­α και έ­δει­ξε συ­γκι­νη­μέ­νος μαζί και χαρούμενος.

Τι εί­χε προ­η­γη­θεί; Στο κοι­μη­τή­ρι­ο οι δύ­ο Γάλ­λοι εί­δαν με­ρι­κούς λευ­κούς ξύ­λι­νους σταυ­ρούς, χω­ρίς ο­νό­μα­τα ή άλ­λες α­να­γρα­φές. Η α­πο­ρί­α τους ή­ταν «ποι­οι εί­χαν τα­φεί και γι­α­τί δεν γρά­φτη­καν ο­νό­μα­τα;­». Η α­πά­ντη­ση που πή­ραν ή­ταν α­να­με­νό­με­νη. Ήταν χρι­στι­α­νοί, που θά­φτη­καν α­πό τους οι­κεί­ους τους νύ­χτα. Το πι­ο ση­μα­ντι­κό ό­μως ή­ταν ό­τι έ­νας α­πό τους τε­λευ­ταί­ους σταυ­ρούς ή­ταν του α­δελ­φού του κα­φετ­ζή. Ο ί­δι­ος φά­νη­κε να δα­κρύ­ζει. Ύ­ψω­σε το βλέμ­μα του, έ­κα­νε το σταυ­ρό του ορ­θό­δο­ξα, στρά­φη­κε προς το μέ­ρος μου και σε σπα­σμέ­να ελ­λη­νι­κά ψάλ­λι­σε: «Θε­ός σχω­ρέ­σ’­τον». Μά­θα­με τε­λι­κά ό­τι στο χω­ρι­ό δεν υ­πάρ­χει ι­ε­ρέ­ας. Ό­ταν υ­πάρ­χει πο­λύ με­γά­λη α­νά­γκη τον φέρ­νουν κρυ­φά α­πό έ­να μα­κρυ­νό με­γα­λο­χώ­ρι, με πολ­λές προ­φυ­λά­ξεις, γι­α­τί στο χω­ρι­ό τους υ­πάρ­χουν αρ­κε­τοί φα­να­τι­κοί. Λί­γοι χρι­στι­α­νοί α­πό­μει­ναν, ί­σως λι­γώ­τε­ροι α­πό εί­κο­σι, κι ό­λοι τους έ­χουν δι­πλά ο­νό­μα­τα. Κά­ποι­οι, τα τε­λευ­ταί­α χρό­νι­α, έ­φυ­γαν γι­α την Ευ­ρώ­πη, μάλλον προς τη νότια Γαλλία, επειδή συμπάθησαν τους Γάλλους, όταν προ του ’22 βρίσκονταν στην περιοχή ως «εγγυήτρια δύναμη» .

Η συ­ντρο­φι­ά μας α­να­χώ­ρη­σε σφι­γμέ­νη α­πό τη συ­γκί­νη­ση. Εί­χα­με ση­μει­ώ­σει στο χάρ­τη τα ε­πό­με­να χω­ρι­ά που έ­πρε­πε να ε­πι­σκε­φθού­με. Ο κα­φετ­ζής μας φόρ­τω­σε με φρού­τα, τυ­ρί και πί­τες και δεν δέ­χτη­κε να πλη­ρω­θεί γι­α τί­πο­τε. Έ­μει­νε στο δρό­μο να κοι­τά­ζει το αυ­το­κί­νη­το που α­πο­μα­κρυ­νό­ταν και να κι­νεί το χέ­ρι του. Ποι­ος ξέ­ρει αν ξα­να­περ­νού­σε χρι­στι­α­νός α­πό τα μέ­ρη του; έ­ναν τό­πο όπου κα­θέ­νας τους νοι­ώ­θει και ξέ­νος και μό­νος.

Ξε­κι­νή­σα­με, γνω­ρί­ζο­ντας πού πη­γαί­να­με, αλ­λά ο χάρ­της δεν μας βο­ήθη­σε στον υ­πο­λο­γι­σμό της δι­α­δρο­μής. Εί­χα­με ση­μει­ώ­σει ως προ­ο­ρι­σμό έ­να με­γα­λο­χώ­ρι, που πρέ­πει να ή­ταν 100 – 120 χι­λι­ό­με­τρα μα­κρυ­ά, αλ­λά η τρα­χύ­τη­τα των δρό­μων τα έ­κα­νε πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρα. Στο ⅓ του δρό­μου χρει­ά­στη­κε να στα­μα­τή­σου­με σ’ έ­να χω­ρι­ό γι­α α­νε­φο­δι­α­σμό και δι­α­νυ­κτέ­ρευ­ση. Μεί­να­με σ’ έ­να μο­τέλ, μάλ­λον χά­νι, α­φού πα­ρά την ξε­χω­ρι­στή ευ­γέ­νει­α των ι­δι­ο­κτη­τών οι συν­θή­κες δι­α­βί­ω­σης ή­ταν μάλ­λον α­πό την προ­η­γού­με­νη πε­ντη­κο­ντα­ε­τί­α. Φύ­γα­με νω­ρίς το ε­πό­με­νο πρω­ί γι­α μι­α αρ­κε­τά δύ­σκο­λη δι­α­δρο­μή. Πε­ρά­σα­με α­πό έ­να α­τε­λεί­ω­το δά­σος, κα­τε­βή­κα­με μι­α ε­πι­κίν­δυ­νη πλα­γι­ά αρ­κε­τών χι­λι­ο­μέ­τρων, και να μπρο­στά μας έ­νας χεί­μα­ρος με κόκ­κι­νο θω­λό νε­ρό. Φαι­νό­ταν α­πό πού έ­πρε­πε να πε­ρά­σου­με, αλ­λά δύ­ο – τρεις χω­ρι­κοί, με τα κά­ρα τους, μας α­πέ­τρε­ψαν. Πε­ρί­με­ναν έ­να τρα­κτέρ γι­α να πε­ρά­σουν με τα κά­ρα. Πε­ρι­μέ­να­με κι ε­μείς. Με­τά α­πό ώ­ρες φά­νη­κε το τρα­κτέρ μ’ έ­ναν ο­δη­γό γύ­ρω στα 30, που μας πέ­ρα­σε ό­λους. Α­πό ευ­γέ­νει­α προ­τεί­να­με να του δώ­σου­με με­ρι­κά ευ­ρώ. Αρ­νή­θη­κε χα­μο­γε­λώ­ντας. Με κά­ποι­α σπα­στά γαλ­λι­κά και ε­γκαρ­δι­ό­τη­τα μας εί­πε ό­τι συ­μπα­θεί τους Γάλ­λους γι­α­τί έ­χει θεί­ο που ερ­γά­ζε­ται στη Μασ­σα­λί­α. Κά­ποι­α στι­γμή του έ­δει­ξαν ε­μέ­να λέ­γο­ντας, «αυ­τός ε­κεί εί­ναι Έλ­λη­νας», κι ε­κεί­νος, α­φού έ­λαμ­ψε το πρό­σω­πό του, εν­θου­σι­α­σμέ­νος φώ­να­ξε στα ελληνικά: «αυ­τός εί­ναι α­δελ­φός μου. Ε­σείς δεν ξέ­ρε­τε τις ρί­ζες μας». Εγώ χαμογέλασα. Εκείνος α­νέ­βη­κε γρή­γο­ρα στο τρα­κτέρ και έ­φυ­γε βι­α­στι­κά, κι­νώ­ντας το δε­ξί του χέ­ρι, μέ­χρι που χά­θη­κε στον ο­ρί­ζο­ντα. Οι άλλοι σάστισαν. Τι να εν­νο­ού­σε; Τι σή­μαι­νε ε­κεί­νο το: «Ε­σείς δεν ξέ­ρε­τε τις ρί­ζες μας»;  Κα­νείς τους δεν έ­παιρ­νε όρ­κο.

Αρ­γά, λί­γο με­τά τη δύ­ση του η­λί­ου, μπή­κα­με στο κε­φα­λο­χώ­ρι που εί­χα­με προ­γραμ­μα­τί­σει. Οι Γάλ­λοι φαί­νε­ται πως ή­ξε­ραν πολ­λά. Ο ε­πι­κε­φα­λής δι­ά­βα­ζε τα χαρ­τι­ά του και μας ε­ξη­γού­σε. Πή­γα­με κα­τ’ ευ­θεί­αν σ’ έ­να μι­κρό ξε­νο­δο­χεί­ο που δεν ή­ταν χά­νι. Κα­θα­ρό, νοι­κο­κυ­ρε­μέ­νο, με ευ­γε­νι­κό προ­σω­πι­κό, που σί­γου­ρα εί­χε τε­λει­ώ­σει κά­ποι­α σχε­τι­κή με το ε­πάγ­γελ­μα σχο­λή, α­φού μι­λού­σαν γαλ­λι­κά ή αγ­γλι­κά και ή­ξε­ραν κα­λά τη δου­λει­ά τους. Με­τά την τα­κτο­ποί­η­ση μας στα δω­μά­τι­α, κα­τε­βή­κα­με γι­α φα­γη­τό και κα­τά τη δι­άρ­κει­α του σερ­βι­ρί­σμα­τος ο ε­πι­κε­φα­λής της συ­ντρο­φι­άς μας ρώ­τη­σε τον σερ­βι­τό­ρο α­πό πού θα μπο­ρού­σε να τη­λε­φω­νή­σει. Ο σερ­βι­τό­ρος έ­φε­ρε έ­να α­σύρ­μα­το τη­λέ­φω­νο στο τρα­πέ­ζι κι ο δι­κός μας ά­νοι­ξε το μπλο­κά­κι του και χτύ­πη­σε έ­ναν τοπικό α­ρι­θμό, λέ­γο­ντάς μας: «Παίρ­νω στο κινητό του τον πρώ­ην τα­χυ­δρό­μο της πε­ρι­ο­χής. Τώ­ρα εί­ναι συ­ντα­ξι­ού­χος. Αν εί­ναι κα­λά θα ε­πι­κοι­νω­νή­σει». Το τη­λέ­φω­νο στην άλ­λη ά­κρη φαί­νε­ται να χτύ­πη­σε αρ­κε­τές φο­ρές χω­ρίς α­πά­ντη­ση. Ο δι­κός μας ό­μως ε­πέ­με­νε. Κά­ποι­α στι­γμή φά­νη­κε να α­πα­ντά μι­α φω­νή. Α­ντάλ­λα­ξαν οι δυ­ο τους με­ρι­κές κου­βέ­ντες και το τη­λε­φώ­νη­μα τε­λεί­ω­σε. Με­τά πλη­ρο­φο­ρη­θή­κα­με ό­τι ο πρώ­ην τα­χυ­δρό­μος θα μας δε­χό­ταν στο σπί­τι του αρ­γά το ε­πό­με­νο βρά­δυ. Σε ε­ρώ­τη­σή μου, αν τον ή­ξε­ραν προ­σω­πι­κά α­πό πριν, η α­πά­ντη­ση ή­ταν αρ­νη­τι­κή. Κα­νείς α­πό τη συ­ντρο­φι­ά δεν τον ή­ξε­ρε. Κά­ποι­οι άλ­λοι εί­χαν πλη­ρο­φο­ρη­θεί αρ­κε­τά γι’ αυ­τόν και έ­δω­σαν στους δη­μο­σι­ο­γρά­φους της C­r­o­ix τις πληροφορίες.

Η ε­πό­με­νη μέ­ρα δεν περ­νού­σε. Ό­λοι πε­ρί­με­ναν να νυ­χτώ­σει. Οι ώ­ρες έ­φευ­γαν πο­λύ αρ­γά εί­τε με συ­ζή­τη­ση εί­τε με ο­ρι­σμέ­να σχό­λι­α γι­α την προ­η­γού­με­νη μέ­ρα εί­τε με με­ρι­κά α­να­πά­ντη­τα ε­ρω­τή­μα­τα πά­νω στα προ­η­γού­με­να συμ­βά­ντα. Δύ­ο – τρεις έ­κο­ψαν βόλ­τες στην πλα­τεί­α και στη γέ­φυ­ρα που συ­νέ­δε­ε τις δύ­ο ό­χθες στο το­πι­κό πο­τά­μι. Αυ­τά ή­ταν τα μό­να ση­μεί­α που συ­γκέ­ντρω­ναν εν­δι­α­φέ­ρον. Ό­λοι ρο­κα­νί­ζα­με τον χρό­νο. Φά­γα­με βρα­δυ­νό και κα­τά τις 10, μι­α η­λι­κι­ω­μέ­νη κυ­ρί­α μας ζή­τη­σε στη ρε­σε­ψι­όν. Ση­κω­θή­κα­με και πλη­σι­ά­σα­με. Μι­α γε­λα­στή κυ­ρί­α γύ­ρω στα 75 μας κα­λω­σό­ρι­σε στα γαλ­λι­κά και με­τά α­πό κά­ποι­ες ο­δη­γί­ες, μας εί­πε να την α­κο­λου­θή­σου­με με α­πο­στά­σεις σε τρεις ο­μά­δες. Ξε­κι­νή­σα­με με μι­α κα­τα­σκό­τει­νη νύ­χτα. Ε­λά­χι­στα φώ­τα στους δρό­μους κι ε­κτός α­πό δύ­ο – τρεις βι­α­στι­κούς πε­ρα­στι­κούς δεν συ­να­ντή­σα­με ψυ­χή. Με­τά α­πό με­ρι­κά λε­πτά στον μι­κρό δρό­μο πί­σω α­πό το δη­μο­τι­κό σχο­λεί­ο πε­ρά­σα­με μι­α αυ­λό­πορ­τα, κά­να­με τον γύ­ρω του σπι­τι­ού κι α­πό μι­α πί­σω πόρ­τα μπή­κα­με σε έ­να ευ­ρύ­χω­ρο σα­λό­νι που ο­δη­γού­σε α­πό ε­σω­τε­ρι­κή σκά­λα σε ε­πά­νω ό­ρο­φο. Κα­τά την το­πι­κή συ­νή­θει­α βγά­λα­με στο πλά­ι της σκά­λας τα πα­πού­τσι­α μας και αρ­χί­σα­με να α­νε­βαί­νου­με τα σκα­λι­ά.

Η κυ­ρί­α μπρο­στά, μας ο­δή­γη­σε σ’ έ­να με­γά­λο δω­μά­τι­ο, στο βά­θος του ο­ποί­ου πά­νω στο κρε­βά­τι α­να­κα­θι­σμέ­νος έ­νας γέ­ρο­ντας πε­ρί­που 75 ε­τών μας χαι­ρέ­τη­σε στα γαλ­λι­κά πο­λύ ε­γκάρ­δι­α. Ή­ταν ο συ­ντα­ξι­ού­χος τα­χυ­δρό­μος. Στην αρ­χή μας σύ­στη­σε την κυ­ρί­α. Ή­ταν η δί­δυ­μη α­δελ­φή του η Ελ­πί­δα. Με­τά εί­χε έ­ναν σύ­ντο­μο χα­μη­λό­φω­νο δι­ά­λο­γο με τον ε­πι­κε­φα­λής της συ­ντρο­φι­άς, γι­α να βε­βαι­ω­θεί γι­α το ποι­οι εί­μα­στε,  και στη συ­νέ­χει­α ζή­τη­σε συ­στά­σεις γι­α τον κα­θέ­να.

 

 

 

Αρχαίος ελληνικός ναός στην Olba            Εθνικό πάρκο με ελάφια στο Uludağ

 

Στον Έλ­λη­να στα­μά­τη­σε. Ρώ­τη­σε αν θρη­σκεύ­ει. Κι ό­ταν ε­κεί­νος του α­πά­ντη­σε ό­τι εί­ναι θε­ο­λό­γος, συ­γκι­νή­θη­κε. «Μή­πως εί­σαι και κλη­ρι­κός», ρώ­τη­σε. «Ό­χι» εί­πα, «εί­μαι λα­ϊ­κός,  δι­δά­σκω στην εκ­παί­δευ­ση». Η δι­κή του α­πά­ντη­ση μας ξά­φνι­α­σε. Δεν πε­ρι­μέ­να­με κά­τι τέ­τοι­ο. «Ε­γώ δεν εί­μαι θε­ο­λό­γος, εί­πε, αλ­λά εί­μαι κλη­ρι­κός. Το ορ­θό­δο­ξο ό­νο­μά μου εί­ναι π. Μω­ϋ­σής και το ό­νο­μα του τα­χυ­δρό­μου, που εί­ναι τουρ­κι­κό, εί­ναι E­m­in. C­e­y­da λεν την α­δελ­φή μου, την Ελ­πί­δα. Συ­ντα­ξι­ο­δο­τή­θη­κα ως τα­χυ­δρό­μος πριν πέ­ντε χρό­νι­α, α­φού ερ­γά­στη­κα συ­νε­χώς γι­α σα­ρά­ντα πέ­ντε χρό­νι­α σε πολ­λές πε­ρι­ο­χές ε­δώ στον νό­το. Ι­ε­ρέ­ας εί­μαι α­πό τα τρι­ά­ντα μου και συ­νε­χί­ζω να εί­μαι μέ­χρι να κλεί­σω τα μά­τι­α μου. Δεν σκέ­φτο­μαι το θά­να­το. Συλ­λο­γί­ζο­μαι μό­νο τι θα γί­νουν οι χρι­στι­α­νοί της πε­ρι­ο­χής». Μας μί­λη­σε πο­λύ ε­γκάρ­δι­α, λες και έ­βλε­πε γνω­στά του πρό­σω­πα.

Ά­νοι­ξε την καρ­δι­ά του και μί­λη­σε γι­α ώ­ρες, λες και πε­ρί­με­νε α­πό και­ρό την ευ­και­ρί­α να με­τα­κε­νώ­σει τις ε­μπει­ρί­ες και την ι­στο­ρί­α της ζω­ής του σε αν­θρώ­πους που θα τον κα­τα­λά­βαι­ναν. Α­να­φέρ­θη­κε σε γε­γο­νό­τα, σε πρό­σω­πα, σε οι­κο­γέ­νει­ες, σε α­ρι­θμούς. Στα γύ­ρω χω­ρι­ά σε μι­α α­κτί­να 100-150 χι­λι­ο­μέ­τρων έ­χει κα­τα­με­τρή­σει πε­ρί­που 200 χρι­στι­α­νι­κές οι­κο­γέ­νει­ες και κά­που 50 με­μο­νω­μέ­νους χρι­στι­α­νούς. Οι τε­λευ­ταί­οι άν­δρες ή γυ­ναί­κες εί­τε εί­ναι μό­νοι τους, υ­πε­ρή­λι­κες, εί­τε ζουν σε μι­κτούς γά­μους. Στην πε­ρι­ο­χή του τα τε­λευ­ταί­α χρό­νι­α υ­πάρ­χει μι­α σι­ω­πη­ρή α­νο­χή των μου­σουλ­μά­νων στην ύ­παρ­ξη των χρι­στι­α­νών. Φυ­σι­κά οι χρι­στι­α­νοί ζουν α­θό­ρυ­βα και α­πο­φεύ­γουν να προ­κα­λούν και να­ δη­μι­ουρ­γούν ε­ντά­σεις.

Έ­λε­γε, έ­λε­γε, έ­λε­γε κι ε­μείς α­κού­γα­με. Ή­ταν μι­α νύ­χτα φορ­τω­μέ­νη με ε­μπει­ρί­ες που άλ­λα­ζαν καρ­δι­ές. Σχε­δόν χα­ρά­μα­τα άρ­χι­σε ο π. Μω­ϋ­σής να κου­ρά­ζε­ται. Η α­δελ­φή του μας πα­ρα­κά­λε­σε να στα­μα­τή­σου­με. Ο παπ­πούς εί­χε πε­ρά­σει πρό­σφα­τα μι­α βρογ­χο­πνευ­μο­νί­α κι ή­ταν θαύ­μα πώς ά­ντε­ξε τό­σες ώ­ρες. Ή­ταν τέσ­σε­ρις τα ξη­με­ρώ­μα­τα. Ση­κω­θή­κα­με. Τον πλη­σί­α­σα και του ζή­τη­σα να φι­λή­σω το χέ­ρι του. Μου το έ­δω­σε και με ευ­λό­γη­σε με χα­μό­γε­λο. Το ί­δι­ο έ­κα­νε και στα υ­πό­λοι­πα μέ­λη της συ­ντρο­φι­άς. Τον α­πο­χαι­ρε­τή­σα­με και κα­τε­βή­κα­με σι­ω­πη­λοί στο με­γά­λο σα­λό­νι. Δεν φύ­γα­με ό­μως. Η κυ­ρί­α Ελ­πί­δα μας κρά­τη­σε. Εί­χε ε­τοι­μά­σει πρω­ι­νό γι­α ό­λους και πα­ρα­κά­λε­σε να μεί­νου­με μέ­χρι να αρ­χί­σει κί­νη­ση στους δρό­μους. Μεί­να­με ώς τις 8 το πρω­ί α­μί­λη­τοι, κι ύ­στε­ρα πά­λι δύ­ο-δύ­ο, και με α­πό­στα­ση με­τα­ξύ μας, φύ­γα­με γι­α το ξε­νο­δο­χεί­ο.­

Σε δύ­ο ώ­ρες ε­γκα­τα­λεί­πα­με το ό­μορ­φο κε­φα­λο­χώ­ρι με κα­τεύ­θυν­ση έ­να άλ­λο χω­ρι­ό κο­ντά στον με­γά­λο χεί­μα­ρο. Ο π. Μω­ϋ­σής μας εί­πε να ε­πι­σκε­φθού­με τον κου­ρέ­α. Ή­ταν έ­νας Κύ­πρι­ος που πα­ντρεύ­τη­κε Τουρ­κά­λα και την έ­κα­νε χρι­στι­α­νή. Οι δι­κοί της τον κυ­νή­γη­σαν, τον έ­δει­ραν, αλ­λά αυ­τός το δι­κό του. Έ­χει αλ­λά­ξει τρεις φο­ρές δι­α­μο­νή σε δι­ά­φο­ρες πε­ρι­ο­χές και τε­λι­κά βρή­κε την η­συ­χί­α του στο χω­ρι­ό που πη­γαί­να­με. Η δι­α­δρο­μή ή­ταν σχε­τι­κά εύ­κο­λη αν ε­ξαι­ρέ­σει κα­νείς την πα­ρέμ­βα­ση ε­νός καρ­φι­ού. Περ­νού­σα­με α­πό έ­να χω­ρι­ό, ό­που δί­πλα σε σταυ­ρο­δρό­μι χτι­ζό­ταν μι­α δι­ό­ρο­φη οι­κο­δο­μή. Α­πό το ξε­κα­λού­πω­μα του μπε­τόν έ­να α­πεί­θαρ­χο καρ­φί πε­τά­χτη­κε στο δρό­μο κι ε­μείς α­πρό­σε­χτοι το πα­τή­σα­με. Η αλ­λα­γή της ρε­ζέρ­βας κρά­τη­σε λί­γο, αλ­λά ή­ταν ευ­και­ρί­α να πι­ού­με έ­ναν κα­λό κα­φέ στο α­πέ­να­ντι κα­φε­νεί­ο και να ρω­τή­σου­με α­πό πού θα πά­με στο χω­ρι­ό που μας εν­δι­έ­φε­ρε. Ο κα­φετ­ζής έ­βγα­λε έ­να ά­δει­ο κου­τί τσι­γά­ρων και στο πί­σω μέ­ρος μας σχε­δί­α­σε τη δι­α­δρο­μή. Ό­ταν φύ­γα­με και α­κο­λου­θή­σα­με τον «χάρ­τη», κα­τα­λά­βα­με πό­σο μας βο­ή­θη­σε το καρ­φί. Αν δε στε­κό­μα­σταν και δε ρω­τού­σα­με, σί­γου­ρα θα εί­χα­με μπερ­δευ­τεί.

Φτά­σα­με α­πό­γευ­μα και κα­τευ­θυν­θή­κα­με στο κέ­ντρο του χω­ρι­ού. Ή­ταν μι­α κυ­κλι­κή πλα­τεί­α με βρύ­ση, με­γά­λα δέν­δρα και πα­γκά­κι­α. Κά­ποι­οι γέ­ρο­ντες κου­βέ­ντι­α­ζαν α­μέ­ρι­μνα. Το τζιπ στα­μά­τη­σε σε μι­α ά­κρη. Κα­τε­βή­κα­με, και με τα μά­τι­α α­να­ζη­τού­σα­με το κου­ρεί­ο. Δεν φαι­νό­ταν που­θε­νά. Ο ε­πι­κε­φα­λής μας, πλη­σί­α­σε μι­α πα­ρέ­α γε­ρό­ντων που του χα­μο­γέ­λα­σαν και, στο ε­ρώ­τη­μά του γι­α τον κου­ρέ­α, του έ­δει­ξαν την κα­τεύ­θυν­ση σε έ­ναν πλά­γι­ο δρό­μο. Α­φή­σα­με το τζιπ και με τα πό­δι­α βα­δί­σα­με προς το ση­μεί­ο που μας έ­δει­ξαν. Στο πρώ­το στε­νό δε­ξι­ά φά­νη­κε το κου­ρεί­ο με τρεις καλλιγραφικές ε­πι­γρα­φές. Μί­α στα τουρ­κι­κά, μί­α στα αγ­γλι­κά και μί­α στα ελ­λη­νι­κά. Βρή­κα­με τον κου­ρέ­α. Ή­ταν έ­να πα­λη­κά­ρι γύ­ρω στα 40, που κα­θό­ταν έ­ξω α­πό το κου­ρεί­ο του και ά­κου­γε α­πό έ­να ρα­δι­ο­φω­νά­κι κυπριακά από το ΡΙΚ.

Πή­ρα την πρω­το­βου­λί­α να τον «δι­α­κό­ψω». «Έ­χεις χρό­νο γι­α συ­γκι­νή­σεις πα­τρι­ώ­τη;» του εί­πα. Πε­τά­χτη­κε όρ­θι­ος, μ’ α­γκά­λι­α­σε και ρώ­τη­σε. «Έλ­λαδίτης ε­δώ, πώς βρέ­θη­κε;­». Αυ­τό ή­ταν. Έ­γι­νε άλ­λος άν­θρω­πος. Ο Κυ­ρι­ά­κος α­πό τη Λε­με­σό θυ­μή­θη­κε ποι­ος εί­ναι. Μπή­κα­με ό­λοι στο κου­ρεί­ο και άρ­χι­σαν οι συ­στά­σεις. Το πρώ­το πρά­γμα που δή­λω­σε ή­ταν γι­α το βρά­δυ. «Εί­στε φι­λο­ξε­νού­με­νοί μας. Η Δέ­σποι­να θα ε­τοι­μά­σει τα πά­ντα». Α­μέ­σως πή­ρε στο τη­λέ­φω­νο τη σύ­ζυ­γό του και με λί­γες κου­βέ­ντες έ­δω­σε τα νέ­α και τις ε­ντο­λές γι­α την ε­τοι­μα­σί­α. Προ­σπά­θη­σα να το α­πο­φύ­γω, αλ­λά ή­ταν α­δύ­να­το. Βι­ά­στη­κε να κλεί­σει το μα­γα­ζί. Μας πή­ρε γι­α να μας πά­ει στο ξε­νο­δο­χεί­ο που εί­χα­με κλεί­σει και στη συ­νέ­χει­α, μας πή­γε σ’ έ­να κέ­ντρο δί­πλα σε νε­ρό­μυ­λους και μας κέ­ρα­σε ό,τι ε­πι­θυ­μού­σε ο κα­θέ­νας μας.

Το βρά­δυ στο σπί­τι του έ­γι­νε πα­νη­γύ­ρι. Η συ­ζυ­γός του, μι­α ευ­γε­νι­κή κο­πέ­λα γύ­ρω στα 30 και τα δύ­ο παι­δι­ά τους, ο Ά­ντρος και ο Χρή­στος γι­όρ­τα­ζαν πρα­γμα­τι­κά την ε­πί­σκε­ψή μας. Και το τρα­πέ­ζι, μι­α παν­δαι­σί­α γεύ­σε­ων, με τρί­α δι­α­φο­ρε­τι­κά πι­ά­τα, ζι­βα­νί­α (κυ­πρι­α­κό τσί­που­ρο) και κρα­σί του ΚΕ­ΟΣ. Μά­θα­με, και τι δε μά­θα­με; Ο Κυ­ρι­ά­κος μας εί­πε τις πε­ρι­πέ­τει­ές του. Δύ­ο φο­ρές πή­γε φυ­λα­κή γι­α θρη­σκευ­τι­κούς λό­γους, ε­νώ ξύ­λο δεν θυ­μά­ται πό­σες φο­ρές έ­φα­γε α­πό φα­να­τι­κούς, αλ­λά κι α­π’ τα πε­θε­ρι­κά του. Τε­λι­κά την έ­κλε­ψε την E­s­ma, που ε­πι­θυ­μού­σε  να βα­πτι­στεί γρή­γο­ρα, και η ί­δι­α ζή­τη­σε να πά­ρει το ό­νο­μα της Πα­να­γί­ας. Έ­γι­νε Δέ­σποι­να κι εί­ναι το κα­μά­ρι της γει­το­νι­άς και του χω­ρι­ού. Αυ­τές οι τέσ­σε­ρις ψυ­χές α­να­κά­λυ­ψαν στο χω­ρι­ό ε­πτά α­κό­μη χρι­στι­α­νούς κι αυ­τοί μα­κρυ­νής ελ­λη­νι­κής κα­τα­γω­γής. Συ­να­ντώ­νται συ­χνά, ψάλ­λουν, δι­α­βά­ζουν θρη­σκευ­τι­κά βι­βλί­α και τις με­γά­λες γι­ορ­τές ή πη­γαί­νουν ή φέρ­νουν τον π. Μω­ϋ­σή και τους κοι­νω­νεί.

Φύ­γα­με πο­λύ αρ­γά. Ο Κυ­ρι­ά­κος μας πή­γε μέ­χρι το ξε­νο­δο­χεί­ο. Ε­κεί­νη τη νύ­χτα δεν κοι­μή­θη­κε κα­νείς μας. Ό­λοι σκε­φτό­μα­σταν ε­κεί­νη την ευ­λο­γη­μέ­νη οι­κο­γέ­νει­α σ’ έ­να τό­πο που α­γά­πη­σαν, πα­ρό­τι αρ­χι­κά δεν τους α­γά­πη­σε. Ό­μως η πί­στη και η α­γά­πη τους έ­κα­ναν το θαύ­μα. Ο Κυ­ρι­ά­κος κι η οι­κο­γέ­νει­ά του ή­ταν «στο­λί­δι γι­α το χω­ρι­ό». Έ­τσι τους χα­ρα­κτή­ρη­σε αυ­θόρ­μη­τα η σύ­ζυ­γος του ξε­νο­δό­χου, ό­ταν το πρω­ί ε­τοι­μα­ζό­μα­σταν να α­να­χω­ρή­σου­με.

Η α­να­χώ­ρη­σή μας ή­ταν συγ­κι­νη­τι­κή. Τρεις Ρω­μι­οί και μι­α Τουρ­κά­λα που έ­γι­νε Δέ­σποι­να, μας ξε­προ­βό­δι­σαν δα­κρυ­σμέ­νοι μέ­χρι τα τε­λευ­ταί­α σπί­τι­α κι α­πό ‘κει δε στα­μά­τη­σαν να χαι­ρε­τούν, με υ­ψω­μέ­να τα χέ­ρι­α, μέ­χρι που μας έ­χα­σαν στη στρο­φή του δρό­μου. Οι Γάλ­λοι α­πό­ρη­σαν. Με ρω­τού­σαν αν έτ­σι γί­νε­ται παν­τού, ό­ταν κι ό­που συ­ναν­τών­ται Έλ­λη­νες. Α­πάν­τη­σα με μι­σό­λο­γα κι έ­στρε­ψα τη συ­ζή­τη­ση στη μο­να­ξι­ά του ξε­νη­τε­μέ­νου, που ό­ταν βλέ­πει δι­κούς του ξε­χνά τις α­πο­στά­σεις, τα βά­σα­να, τη σκλη­ρό­τη­τα γύ­ρω του και θέ­λει να γι­ορ­τά­σει. Το τρα­πέ­ζι, ο δι­ά­λο­γος, η κοι­νω­νί­α των προ­σώ­πων κι ο α­πο­χαι­ρε­τι­σμός εί­ναι α­να­τά­σεις ψυ­χής και υ­πέρ­βα­ση κάθε πι­κρί­ας της ζωής.

Οι ε­πό­με­νοι προ­ο­ρι­σμοί δεν δι­έ­φε­ραν και πο­λύ α­πό τους προ­η­γού­με­νους. Ο ε­πι­κε­φα­λής της συν­τρο­φι­άς μας εί­χε ή­δη ε­πι­κοι­νω­νή­σει και έ­κλει­σε τις ε­πό­με­νες συ­ναν­τή­σεις μας. Σε μι­α μι­κρή κω­μό­πο­λη έ­πρε­πε να συ­ναν­τή­σου­με τον Δή­μαρ­χό της, κρυπτοχριστιανό, γυι­ό ορ­θό­δοξου ι­ε­ρέ­α, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή. Ο Δήμαρχος μας πε­ρί­με­νε και μας φι­λο­ξέ­νη­σε στο σπί­τι του. Μας μί­λη­σε γι­α δι­κά του πρό­βλή­μα­τα κι ά­φη­σε να δι­α­φα­νεί μι­α πί­στη α­νά­μει­κτη με συγ­κλο­νι­στι­κή υ­πο­μο­νή γι­α κα­λύ­τε­ρες μέ­ρες. Στην μι­κρή πό­λη του κα­τοι­κού­σαν πολ­λές ψυ­χές και γι­α τα θρη­σκευ­τι­κά τους κα­θή­κον­τα έ­φερ­ναν τώρα ι­ε­ρέ­α α­πό αρκετά μα­κρυ­ά.

Κά­που αλ­λού, σ’ έ­να χω­ρι­ό μέ­σα σε πυ­κνό δά­σος, που γι­α να το βρού­με, το ψά­χνα­με έ­να α­πό­γευ­μα, συ­ναν­τή­σα­με έ­ναν α­νά­πη­ρο ζω­γρά­φο, που τα δυ­ο του πό­δι­α «α­χρη­στεύ­τη­καν» στη φυ­λα­κή, ε­πει­δή έ­κρυ­βε δι­ω­κό­με­νους χρι­στι­α­νούς. «Τώ­ρα», μας εί­πε, «η­ρέ­μη­σαν τα πράγ­μα­τα. Άλ­λο­τε η ζω­ή μας ή­ταν μαρ­τύ­ρι­ο». Στο πρό­σω­πό του εί­δα­με έ­ναν  κα­λο­συ­νά­το άν­θρω­πο, διαρκώς γε­λα­στό, με αι­σι­ο­δο­ξί­α και χι­ού­μορ. Ό­ταν ση­κω­θή­κα­με λί­γο πριν α­πό τη  δύ­ση του η­λί­ου γι­α να φύ­γου­με, άρ­χι­σε να γε­λά. «Και πού να πά­τε;» μας λέ­ει. «Το δά­σος εί­ναι κα­τα­σκό­τει­νο, θα χα­θή­τε». Αναγκαστικά μεί­να­με ε­κεί, μα­ζί με την οι­κο­γέ­νει­ά του. Κι η έκ­πλη­ξη ήρ­θε ό­ταν σκο­τεί­νι­α­σε έ­ξω και χτύ­πη­σε η πόρ­τα. Εί­χε φρον­τί­σει να ει­δο­ποι­ή­σει -έχουν κι εκεί κινητά- ό­λους τους χρι­στι­α­νούς και σε μια ώ­ρα γέ­μι­σε το σπί­τι ψυ­χές. Ό­λοι ήρ­θαν με τα φα­γη­τά τους. Η νοι­κο­κυ­ρά έ­στρω­σε στο πά­τω­μα πο­λύ­χρω­μα κι­λί­μι­α, α­πό πά­νω λευ­κά τρα­πε­ζο­μάν­τη­λα, α­ρα­δι­ά­στη­καν τα πι­ά­τα κι πι­α­τέ­λες, γέμισαν τα ποτήρια με σπιτικό κρασί, στρω­θή­κα­με γύ­ρω στους πε­νήν­τα σταυ­ρο­πό­δι, μου ζή­τη­σαν να κά­νω προ­σευ­χή και με­τά το «Χρι­στέ ο Θε­ός η­μών, ευ­λό­γη­σον την βρώ­σιν καί πό­σιν των δού­λων…» σταυ­ρο­κο­πή­θη­καν ό­λοι κι έ­λαμ­ψαν τα πρό­σω­πά τους. Μεί­να­με ε­κεί ό­λη τη νύχ­τα. Οι πι­ο πολ­λοί κα­τα­λά­βαι­ναν τα ελ­λη­νι­κά. Τους μί­λη­σα κι α­πάν­τη­σα σε ε­ρω­τή­σεις τους. Εί­πα δυ­ο λό­γι­α γι­α την ελ­πί­δα, γι­α την ε­σω­τε­ρι­κή ει­ρή­νη και γι­α το νό­η­μα της ζω­ής. Ό­ταν το πρω­ί ε­τοι­μα­στή­κα­με ν’ α­να­χω­ρή­σου­με μας αγ­κά­λι­α­σαν ό­λους και μας α­πο­χαι­ρέ­τη­σαν δα­κρυ­σμέ­νοι. Τρεις – τέσ­σε­ρις α­κό­μη συγ­κι­νή­σεις σε ε­πό­με­νες στά­σεις και το ο­δοι­πο­ρι­κό μας πή­γαι­νε να κλεί­σει.

Ο σκο­πός του τα­ξι­δι­ού εί­χε ου­σι­α­στι­κά ε­πι­τευ­χθεί. Α­πό δω και πέ­ρα το τα­ξί­δι θα γι­νό­ταν λι­γά­κι του­ρι­στι­κό.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σελεύκεια: Πανοραμική άποψη                                             Σελεύκεια: Η Αγία Σοφία έρημη

Έ­πρε­πε να α­φή­σου­με τα δυ­τι­κά της ο­ρο­σει­ράς του Ταύ­ρου, την Τρα­χεί­α Κι­λι­κί­α και να κα­τε­βού­με στα πα­ρά­λι­α. Ευ­τυ­χώς, ό­πως μας πλη­ρο­φό­ρη­σαν, οι δρό­μοι προς το νό­το ή­ταν πο­λύ κα­λοί. Αν φθά­να­με στη S­i­l­i­f­ke (Σε­λεύ­κει­α) θα τε­λεί­ω­νε η τα­λαι­πω­ρεί­α μας. Βέ­βαι­α η Σε­λεύ­κει­α ή­ταν αρ­κε­τά μα­κρυ­ά. Χρει­ά­στη­καν έ­ξι ώ­ρες τα­ξί­δι γι­α να δού­με τα τεί­χης της α­πό τα δυ­τι­κά και να μπού­με στο κέ­ντρο. Μι­α πό­λη πάνω στον Κα­λύ­καν­δο πο­τα­μό, τό­πο α­γί­ων και μαρ­τύ­ρων, με ελ­λη­νι­στι­κά και βυ­ζα­ντι­νά κά­στρα.

Α­πό ε­δώ μπαί­νου­με σε του­ρι­στι­κή πε­ρι­ο­χή, με σύγ­χρο­νους με­γά­λους δρό­μους και το τα­ξί­δι μας προς την Μερ­σί­να δεν θα εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό μι­α ώ­ρα. Ο πα­ρα­λι­α­κός δρό­μος συν­δυ­ά­ζει θέ­α­μα, ά­νε­ση και α­σφά­λει­α.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μερσίνα: Άποψη της πόλης                                               Μερσίνα: Άποψη του λιμένος

 

Δε­ξι­ά η θά­λασ­σα της Με­σο­γεί­ου και α­ρι­στε­ρά οι κα­τά­φυ­τοι λό­φοι και τα βου­νά προ­σφέ­ρουν μι­α ε­ντυ­πω­σι­α­κή ει­κό­να. Η πό­λη εί­ναι και­νούρ­γι­α. Ι­δρύ­θη­κε το 1832, αλ­λά α­πό τις α­να­σκα­φές που έ­γι­ναν το 1947 βρέ­θη­καν κτί­σμα­τα αρ­χαί­ας πό­λης που κα­λύ­πτουν μί­α με­γά­λη χρο­νι­κή πε­ρί­ο­δο α­πό την 7η ώς τη 2η χι­λι­ε­τί­α π.Χ. Φθά­σα­με κα­τά τις 2.30΄ το με­ση­μέ­ρι, κα­τά­κο­ποι, αλ­λά χα­ρού­με­νοι γι­α­τί ε­πι­τέ­λους τε­λει­ώ­σε η τα­λαι­πω­ρί­α των βου­νών, με τους δύ­σκο­λους δρό­μους, το υ­ψό­με­τρο, την υ­γρα­σί­α και τους ε­πι­κίν­δυ­νους χει­μά­ρους. Η Μερ­σί­να τα τε­λευ­ταί­α εί­κο­σι χρό­νι­α έ­χει α­να­πτυ­χθεί του­ρι­στι­κά και α­ξι­ο­ποί­η­σε σε ε­ντυ­πω­σι­α­κό βα­θμό της φυ­σι­κές ο­μορ­φί­ες των πα­ρα­λί­ων της. Ο πλη­θυ­σμός της ξε­περ­νά σή­με­ρα τις 220.000 κα­τοί­κους.

Ξε­κου­ρα­στή­κα­με στη Μερ­σί­να μέ­χρι το α­πό­γευ­μα και λί­γο πριν α­πό τη δύ­ση του η­λί­ου ξε­κι­νή­σα­με γι­α τον ε­πό­με­νο προ­ο­ρι­σμό μας, την Ταρ­σό.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ταρσός: Εμπορικός πεζόδρομος                                           Ταρσός: Το πάρκο «Απόστολος Παύλος»

 

Η δι­α­δρο­μή εί­ναι πε­ρί­που 30΄ λε­πτά. Ε­δώ συ­να­ντού­με την ι­στο­ρί­α α­πό την ε­πο­χή του Στρά­βω­να, που την θε­ω­ρεί σπου­δαι­ό­τε­ρη α­πό την Α­θή­να και την Α­λε­ξάν­δρει­α. Κα­τά τους ι­στο­ρι­κούς πρέ­πει να χτί­στη­κε α­πό τον βα­σι­λι­ά των Ασ­συ­ρί­ων Σεν­να­χη­ρείμ γύ­ρω στο 680 π.Χ. με σκο­πό να την κα­τα­στή­σει φρού­ρι­ο του βα­σι­λεί­ου του στο νό­το. Στα χρό­νι­α του  Στρά­βω­να, η φι­λο­λο­γι­κή και φι­λο­σο­φι­κή της σχο­λή έ­γι­νε πε­ρι­ζή­τη­τη α­πό σπου­δα­στές τού τό­τε γνω­στού κό­σμου, α­φού πλή­θος δι­δα­σκά­λων ό­πως οι στω­ι­κοί φι­λό­σο­φοι Α­ντί­πα­τρος και Αρ­χέ­δη­μος, οι δύ­ο Α­θη­νό­δω­ροι, οι γραμ­μα­τι­κοί Αρ­τε­μί­δω­ρος και Δι­ό­δω­ρος, αλ­λά και ο τρα­γι­κός ποι­η­τής Δι­ο­νυ­σί­δης την προ­τί­μη­σαν γι­α να δι­δά­ξουν.

Εί­ναι ε­πί­σης γνω­στό ό­τι υ­πήρ­ξε πα­τρί­δα του Α­πο­στό­λου Παύ­λου, α­φού α­πό πο­λύ ε­νω­ρίς ε­γκα­τα­στά­θη­κε ε­δώ ι­ου­δα­ϊ­κή κοι­νό­τη­τα, που α­να­πτύ­χθη­κε και αυ­ξή­θη­κε τα­χύ­τα­τα. Έ­τσι ε­ξη­γεί­ται η πλού­σι­α ελ­λη­νι­κή παι­δεί­α που α­πέ­κτη­σε ο Σαύ­λος κα­τά τη νε­α­νι­κή του η­λι­κί­α και ε­πί­σης οι α­κρι­βείς γνώ­σεις του γι­α την ελ­λη­νι­κή κο­σμο­γο­νί­α, θε­ο­γο­νί­α και θε­ο­λο­γί­α.

Η Ταρ­σός, με­τά τις πρό­σφα­τες α­να­σκα­φές α­πό Γάλ­λους αρ­χαι­ο­λό­γους, α­πέ­κτη­σε ι­δι­αί­τε­ρη ση­μα­σί­α, α­φού α­να­δεί­χθη­κε το πο­λύ­μορ­φο ι­στο­ρι­κό της πα­ρελ­θόν α­πό την ελ­λη­νι­κή, ελ­λη­νι­στι­κή, ρω­μα­ϊ­κή και βυ­ζα­ντι­νή πε­ρί­ο­δο. Σε συν­δυ­α­σμό με την πλού­σι­α σε α­γρο­τι­κά προ­ϊ­ό­ντα πε­ρι­ο­χή α­να­πτύ­χθη­κε τα­χύ­τα­τα. Η πό­λη ρυ­μο­το­μή­θη­κε ορ­θο­λο­γι­κά και οι με­γά­λες λε­ω­φό­ροι την προ­έ­βα­λαν με την πλέ­ον σύγ­χρο­νη ό­ψη. Σή­με­ρα εί­ναι κέ­ντρο ε­μπο­ρί­ου, σύγ­χρο­νων βι­ο­τε­χνι­ών και έ­ντο­νης του­ρι­στι­κής κί­νη­σης κα­θ’ ό­λη τη δι­άρ­κει­α του έ­τους. Δύ­ο χι­ο­νο­δρο­μι­κά κέ­ντρα στον δι­πλα­νό Ταύ­ρο, λει­τουρ­γούν πε­ρί­που τέσ­σε­ρις μή­νες το χει­μώ­να. Ε­πι­πλέ­ον η εγ­γύ­τη­τα προς  τη θάλασ­σα δι­ευ­κο­λύ­νει την ε­πί­σκε­ψή της α­πό το ε­ξω­τε­ρι­κό και βέ­βαι­α την α­νά­πτυ­ξη του ε­ξα­γω­γι­κού ε­μπο­ρί­ου. Ο ση­με­ρι­νός πλη­θυ­σμός της Ταρ­σού, κα­τά κα­νό­να γε­ωρ­γο-κτη­νο­τρο­φι­κός και α­στι­κός, α­νέρ­χε­ται σε 216.382 κα­τοί­κους (α­πο­γρα­φή του 2000).

Ο ε­πό­με­νος προ­ο­ρι­σμός μας, με­τά την Ταρ­σό, ή­ταν τα Ά­δα­να (A­d­a­na). Η α­πό­στα­ση εί­ναι σχε­τι­κά μι­κρή, γύ­ρω στα 37 χι­λι­ό­με­τρα, με έ­ναν υ­πέ­ρο­χο δρό­μο, που μας ο­δή­γη­σε σύ­ντο­μα στην με­γά­λη πό­λη.

Τα Ά­δα­να εί­ναι χτι­σμέ­να δί­πλα στον πο­τα­μό Σάρ­ρο (S­e­y­h­an). Κα­τά την πα­ρά­δο­ση πρώ­τος οι­κι­στής τους ή­ταν ο μυ­θι­κός Ά­δα­νος. Η πλη­θυ­σμι­α­κή α­νά­πτυ­ξή της πε­ρι­ο­χής συν­δέ­ε­ται αρ­χι­κά με τη δυ­να­στεί­α των Σε­λευ­κι­δών και αρ­γό­τε­ρα με την Βυ­ζα­ντι­νή Αυ­το­κρα­το­ρί­α. Στις αρ­χές του προ­η­γού­με­νου αι­ώ­να το 15% των κα­τοί­κων ή­ταν αρ­με­νι­κής κα­τα­γω­γής. Με την ά­νο­δο ό­μως των Νε­ο­τούρ­κων και τις σφα­φές που α­κο­λού­θη­σαν (1909), στην πρώ­τη φά­ση ε­σφά­γη­σαν 70.000 Αρ­μέ­νι­οι και στη δεύ­τε­ρη άλ­λες 30.000 Αρ­μέ­νι­οι και άλ­λοι χρι­στι­α­νοί. Το 1918 την πό­λη και τα πε­ρί­χω­ρα κα­τέ­λα­βε γαλ­λι­κό εκ­στρα­τευ­τι­κό ά­γη­μα που έ­μει­νε στην πε­ρι­ο­χή μέ­χρι τη μι­κρα­σι­α­τι­κή κα­τα­στρο­φή.

Η γε­ω­γρα­φι­κή θέ­ση των Α­δά­νων κά­νει την πό­λη ση­μα­ντι­κό κέ­ντρο ε­μπο­ρί­ου και βι­ο­μη­χα­νί­ας. Ο δρό­μος προς βορ­ρά μέ­σα α­πό τις Κι­λί­κι­ες Πύ­λες ο­δη­γεί στην Καπ­πα­δο­κί­α και α­πό ε­κεί στην Ά­γκυ­ρα. Ο δρό­μος πρός νό­το κα­τευ­θύ­νε­ται προς τη Συ­ρί­α και α­πό ε­κεί σ’ ό­λη τη Μέ­ση Α­να­το­λή. Ε­δώ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε έ­να α­πό τα με­γα­λύ­τε­ρα υ­δρο­η­λε­κτρι­κά ερ­γο­στά­σι­α της Τουρ­κί­ας, γι­α να α­κο­λου­θή­σει στη συ­νέ­χει­α η ε­γκα­τά­στα­ση πλή­θους βι­ο­μη­χα­νι­κών μο­νά­δων πα­ρα­γω­γής υ­φα­σμά­των, τρο­φί­μων και οι­κο­δο­μι­κών υ­λι­κών.

Άδανα: Πάρκο αναψυχής                       Άδανα: Κυκλοφοριακή συμφόρηση Τα Ά­δα­να εί­ναι κέ­ντρο ε­μπο­ρί­ας, δι­α­κί­νη­σης και ε­πε­ξερ­γα­σί­ας του βάμ­βα­κος και βέ­βαι­α, κέ­ντρο ε­ξα­γω­γι­κού ε­μπο­ρί­ου των προ­ϊ­ό­ντων του. Η πό­λη στο­λί­ζε­ται με λα­μπρά κτί­ρι­α και ε­ντυ­πω­σι­α­κούς κοι­νό­χρη­στους χώ­ρους, ό­πως πάρ­κα, γή­πε­δα και υ­παί­θρι­α θέ­α­τρα. Δι­α­θέ­τει σύγ­χρο­νο με­τρό γι­α τις κα­θη­με­ρι­νές με­τα­κι­νή­σεις του πλη­θυ­σμού της, α­ε­ρο­δρό­μι­ο με τα­κτι­κές πτή­σεις πρός ό­λα τα ση­μεί­α της ε­πι­κρά­τει­ας και α­ντα­πο­κρί­σεις που κα­τα­λή­γουν στην Α­θή­να και την Θεσ­σα­λο­νί­κη. Σή­με­ρα εί­ναι η πέ­μπτη με­γα­λύ­τε­ρη πό­λη της Τουρ­κί­ας, με πλη­θυ­σμό 1.300.000 κα­τοί­κους.Με­τά τα Ά­δα­να το τέ­λος του τα­ξι­δί­ου εί­ναι η Α­λε­ξαν­δρέτ­τα (I­s­k­e­n­d­e­r­un), πρω­τεύ­ου­σα του νο­μού Χα­τά­ι. Εί­ναι μι­α ό­μορ­φη πό­λη που ι­δρύ­θη­κε α­πό τον Μ. Α­λέ­ξαν­δρο ή κά­ποι­ον α­πό τους στρα­τη­γούς του, κο­ντά στα μέ­ρη, ό­που οι Μα­κε­δό­νες συ­νέ­τρι­ψαν τα περ­σι­κά στί­φη, το 333 π.Χ. στη μά­χη της Ισ­σού. Οι Έλ­λη­νες την ο­νό­μα­σαν «Μι­κρή Α­λε­ξάν­δρει­α», ο­νο­μα­σί­α α­πό την ο­ποί­α και προ­ήλ­θε το ό­νο­μα Α­λε­ξαν­δρέτ­τα. Η πό­λη α­νή­κε στη Συ­ρί­α και μά­λι­στα ως αυ­τό­νο­μη ε­παρ­χί­α της, την πε­ρί­ο­δο 1925-1938. Το 1939 προ­σαρ­τή­θη­κε στην Τουρ­κί­α α­πό την ε­πι­κυ­ρί­αρ­χη Γαλ­λί­α, αν και η πλει­ο­ψη­φί­α των κα­τοί­κων της ή­ταν α­ρα­βι­κής κα­τα­γω­γής. Στη συ­νέ­χει­α η Τουρ­κί­α, με την τα­κτι­κή των πλη­θυ­σμι­α­κών με­τα­κι­νή­σε­ων, άλ­λα­ξε τη σύν­θε­ση του πλη­θυ­σμού και αλ­λοί­ω­σε την πρω­το­γε­νή της σύν­θε­ση.Στο πρώ­το μας τα­ξί­δι, πριν α­πό 45 χρό­νι­α, το κα­λο­καί­ρι του ’­63, η Α­λε­ξαν­δρέτ­τα ή­ταν μι­α με­σο­α­στι­κή πό­λη με στε­νά δρο­μά­κι­α και α­ξι­ο­ποι­η­μέ­νο μό­νον έ­να μι­κρό τμή­μα της πα­ρα­λί­ας της. Τό­τε ο πλη­θυ­σμός της δεν ξε­περ­νού­σε τις 60.000 κα­τοί­κους. Στην εί­σο­δο της πό­λης ο Έλ­λη­νας ε­πι­σκέ­πτης, μπαί­νο­ντας α­πό το Βορ­ρά, συ­να­ντού­σε μά­ντρες με υ­λι­κά οι­κο­δο­μών, συ­νερ­γεί­α αυ­το­κι­νή­των και μι­κρά ε­λαι­ο­τρι­βεί­α. Η έκ­πλη­ξη του ό­μως ή­ταν τα ο­νό­μα­τα των ι­δι­ο­κτη­τών με ελ­λη­νι­κά γράμ­μα­τα. Στο έ­να έ­γρα­φε «Μάρ­μα­ρα – πλα­κά­κι­α Γι­ου­σούφ Μυ­λω­νά­κης», πι­ο κά­τω «Συ­νερ­γεί­ο αυ­το­κι­νή­των – Ι­σμα­ήλ Ρα­σι­δά­κης» και δί­πλα «Ε­λαι­ο­τρι­βεί­α – Αρσ­λάν Γου­με­νά­κης». Με την ί­δι­α ει­κό­να α­κο­λου­θού­σε η συ­νέ­χει­α. Έ­νας ο­λό­κλη­ρος δρό­μος θύ­μι­ζε Κρή­τη, αλ­λά μό­νο στα ε­πώ­νυ­μα, α­φού τα μι­κρά ο­νό­μα­τα ή­ταν τουρ­κι­κά. Ί­σως αρ­γό­τε­ρα μα­θαί­να­με τι συ­νέ­βαι­νε.Ο κα­θη­γη­τής μας, με τη βοήθεια του τότε βοηθού και σήμερα Ομότιμου Καθηγητή Χρήστου Κρικώνη, εί­χαν προ­νο­ή­σει γι­α ό­λα. Έ­κα­ναν κρά­τη­ση σ’ έ­να μι­κρό, κα­λό ξε­νο­δο­χεί­ο, και ο έ­μπει­ρος ο­δη­γός μας μας ο­δή­γη­σε κα­τ’ ευ­θεί­αν στην πόρ­τα του. Έ­νας ευ­τρα­φής ψη­λός κύ­ρι­ος με έ­να α­τέ­λει­ω­το χα­μό­γε­λο μας πε­ρί­με­νε. Μό­λις ά­νοι­ξε η πόρ­τα του λε­ω­φο­ρεί­ου, πλη­σί­α­σε κο­ντά μας, μας χαι­ρέ­τη­σε σε ά­ψο­γα ελ­λη­νι­κά και φώ­να­ξε: «Κα­λώς ο­ρί­σα­τε». «Σας πε­ρι­μέ­νω α­πό το πρω­ί». «Ήρ­θα­τε ε­πι­τέ­λους». «Το ξε­νο­δο­χεί­ο μου εί­ναι δι­κό σας». Αυ­τή ή­ταν η με­γά­λη μας έκ­πλη­ξη. Το βρά­δυ τις ί­δι­ας μέ­ρας μας πε­ρί­με­νε και μι­α δεύ­τε­ρη. Στην τα­ρά­τσα του ξε­νο­δο­χεί­ου εί­χε ε­τοι­μα­στεί έ­να με­γά­λο τρα­πέ­ζι σε σχή­μα Π, γι­α έ­να ε­ξαι­ρε­τι­κό δεί­πνο που μας πρό­σφε­ρε ο ι­δι­ο­κτή­της του. Κα­θή­σα­με ε­λα­φρά σφι­γμέ­νοι. Κά­τι συ­νέ­βαι­νε.Στην κε­φα­λή του τρα­πε­ζι­ού κά­θη­σε ο κα­θη­γη­τής μας – Θε­ός σχω­ρέσ΄ τον.  Ένας αλησμόνητος δάσκαλος, με πλούσια καρδιά, ατέλειωτη καλοσύνη και κυρίως απλότητα και διακριτική ευγένεια. Ή­ταν ο Ι­ω­άν­νης Α­να­στα­σί­ου –  δί­πλα του έ­να κά­θι­σμα κε­νό, και δί­πλα του ο ξε­νο­δό­χος. Σε λί­γο μπή­κε μι­α κυ­ρί­α που κά­θη­σε α­νά­με­σα στον κα­θη­γη­τή και τον ξε­νο­δό­χο. Από τον τρόπο άνεσης κα­τα­λά­βα­με, ότι ή­ταν η σύ­ζυ­γός του ξε­νο­δό­χου. Ήρ­θαν οι σερ­βι­τό­ροι, γέ­μι­σε το τρα­πέ­ζι α­γα­θά, κά­τι εί­πε ψι­θυ­ρι­στά ο κα­θη­γη­τής και έ­κα­νε νό­η­μα να ση­κω­θού­με γι­α προ­σευ­χή. Ό­λοι κό­βα­με με το έ­να μά­τι το ζεύ­γος γι­α να δού­με αν θα κά­νουν «σταυ­ρό». Έ­κα­ναν και μά­λι­στα ορ­θό­δο­ξο. Κα­θή­σα­με. Η κυ­ρί­α όρ­θι­α, μας κα­λω­σό­ρι­σε το ί­δι­ο ελ­λη­νι­κά, με κρη­τι­κή προ­φο­ρά. Μας εί­πε γι­α τη συ­γκί­νη­ση και τη χα­ρά της και ρώ­τη­σε αν εί­χα­με μα­ζί μας Κρη­τι­κούς. Εί­χα­με τρεις, που ση­κώ­θη­καν και χαι­ρέ­τη­σαν, με φω­τι­σμέ­να τα πρό­σω­πά τους. Κά­θη­σε ε­κεί­νη και ση­κώ­θη­κε ο σύ­ζυ­γος, γι­α να λύ­σει α­πο­ρί­ες μας.   Αλεξανδρέττα: Άποψη της παραλίας                   Αλεξανδρέττα: Το ξενοδοχείο του «Κρητικού»

Μας εί­πε, λοι­πόν, πως η Α­λε­ξαν­δρέτ­τα έ­χει αρ­κε­τές χι­λιά­δες Έλ­λη­νες, που προ­έρ­χον­ται α­πό την Κρή­τη. Το ε­ρώ­τη­μα ή­ταν· τί συ­νέ­βη; Έ­τσι μά­θα­με ό­τι στην Κρή­τη στα δύ­σκο­λα χρό­νια των τουρ­κι­κών δι­ωγ­μών των χρι­στια­νών, πολ­λοί Κρή­τες εί­χαν βί­αι­α ε­ξισ­λα­μι­στεί και στην αν­ταλ­λα­γή των πλη­θυ­σμών, ε­πει­δή κα­κώς θε­ω­ρή­θη­καν Τούρ­κοι, προ­ω­θή­θη­καν πε­ρι­φρο­νη­τι­κά στα πα­ρά­λια της Μι­κράς Α­σί­ας, στην Α­λε­ξαν­δρέτ­τα, νο­τι­ό­τε­ρα, στο Χα­μι­δι­έ της Συ­ρί­ας και σε δύ­ο χω­ριά κον­τά στην Τρί­πο­λη της Λι­βύ­ης. Α­πό τό­τε τους έ­μει­νε η «ρε­τσι­νιά». Τους ο­νό­μα­σαν Τουρ­κο­κρη­τι­κούς. Τα χρό­νια ή­ταν δύ­σκο­λα γι­α τους πρώ­τους, τους πα­τε­ρά­δες τους. Έ­ζη­σαν πε­ρι­φρό­νη­ση και σκλη­ρή ζω­ή.Με­τά τον Β΄ Πα­γκό­σμι­ο Πό­λε­μο, η νέ­α γε­νει­ά άρ­χι­σε να εν­δι­α­φέ­ρε­ται γι­α τις ρί­ζες της. Πολ­λοί τα­ξί­δε­ψαν στην Κρή­τη. Βρή­καν παπ­πού­δες, θεί­ους και ε­ξα­δέλ­φι­α. Βα­πτί­στη­καν χρι­στι­α­νοί. Πα­ντρεύ­τη­καν Κρη­τι­κι­ές κι εί­τε έ­μει­ναν γι­α πά­ντα ε­κεί, εί­τε ήρ­θαν με τις γυ­ναί­κες τους ε­δώ γι­α να συ­νε­χί­σουν με δύ­ο ο­νό­μα­τα, έ­να ψεύ­τι­κο κι έ­να α­λη­θι­νό, ορ­θό­δο­ξο. «Κι ε­γώ σ’ αυ­τούς τους δεύ­τε­ρους α­νή­κω. Το πρώ­το ό­νο­μά μου ήταν Τουρ­χάν και το χρι­στι­α­νι­κό μου εί­ναι Μα­νώ­λης. Η γυ­ναί­κα μου εί­ναι βέ­ρα Κρη­τι­κι­ά, α­τούρ­κευ­τη. Το ό­νο­μά της εί­ναι Βαγ­γε­λι­ώ και έ­χει κι έ­να ψεύ­τι­κο. Την «δη­λώ­σα­με» ως Αρ­ζού».«Στην Α­λε­ξαν­δρέτ­τα οι Ρω­μι­οί κρα­τούν την οι­κο­νο­μί­α. Εί­ναι έ­μπο­ροι, εί­ναι ε­πι­στή­μο­νες, εί­ναι ναυ­τι­κοί. Έ­χουν ε­πτά κι­νη­μα­το­γρά­φους και φέρ­νου­με ται­νί­ες ελ­λη­νι­κές. Ο Πα­πα­μι­χα­ήλ, η Βου­γι­ου­κλά­κη, η Βούρ­τση, ο Ξαν­θό­που­λος, ο Ζερ­βός, ο Η­λι­ό­που­λος και ο Φω­τό­που­λος μα­ζεύ­ουν χι­λι­ά­δες κό­σμο. Κι οι τα­βέρ­νες μας εί­ναι ε­πί­σης γε­μά­τες, κά­θε βρά­δυ».Φύ­γα­με τό­τε, το ’­63 γε­μά­τοι σκέ­ψεις και συ­γκι­νή­σεις. Ο Κρη­τι­κός εί­χε πε­ρά­σει μη­νύ­μα­τα στις καρ­δι­ές ό­λων μας. Το ό­νο­μά του έ­μει­νε στη μνή­μη μας, α­κό­μη και το ξε­νο­δο­χεί­ο του με το ελ­λη­νι­κό ό­νο­μα «ΜΕ­ΣΟ­ΓΕΙ­ΟΣ», που ο ί­δι­ος το έ­λε­γε· «Το ξε­νο­δο­χεί­ο του Κρη­τι­κού». «Μη ξε­χά­σε­τε» μας εί­πε, ό­ταν τον α­πο­χαι­ρε­τού­σα­με «ό­τι το Ξε­νο­δο­χεί­ο μου εί­ναι δι­κό σας».Στο προπερ­συ­νό τα­ξί­δι εί­χα­με άλ­λες εκ­πλή­ξεις. Μπαί­νο­ντας στην Α­λε­ξαν­δρέτ­τα τα πά­ντα εί­χαν αλ­λά­ξει. Ού­τε μά­ντρες με οι­κο­δο­μι­κά υ­λι­κά, ού­τε ε­λαι­ο­τρι­βεί­α, ού­τε βέ­βαι­α κι­νη­μα­το­γρά­φοι. Μι­α σύγ­χρο­νη πό­λη, α­πό­λυ­τα του­ρι­στι­κή, με έ­να ε­ντυ­πω­σι­α­κό λι­μά­νι και δύ­ο μα­ρί­νες γε­μά­τες με θα­λα­μη­γούς. Προ­σπά­θη­σα να θυ­μη­θώ πού πε­ρί­που πρέ­πει να ή­ταν «το ξε­νο­δο­χεί­ο του Κρη­τι­κού». Ή­ταν α­δύ­να­το. Γι­α σχε­δόν μι­α ώ­ρα κό­βα­με κύ­κλους και βρι­σκό­μα­σταν πά­ντα στο ί­δι­ο ση­μεί­ο. Τε­λι­κά σκέ­φτη­κα να ρω­τή­σω. Στα­μά­τη­σε το αυ­το­κί­νη­το μπρο­στά σ’ έ­να ξε­νο­δο­χεί­ο. Μπή­κα στη ρε­σε­ψι­όν και α­πευ­θύν­θη­κα στα γαλ­λι­κά στον υ­πάλ­λη­λο. «Μή­πως ξέ­ρε­ται πού εί­ναι το ξε­νο­δο­χεί­ο του Κρη­τι­κού»; Ο υ­πάλ­λη­λος γέ­λα­σε και με ρώ­τη­σε σε σπα­στά ελ­λη­νι­κά. «Εί­στε Κρη­τι­κός»; Κού­νη­σα αρ­νη­τι­κά το κε­φά­λι μου και ε­κεί­νος πο­λύ ευ­γε­νι­κά μου εί­πε ό­τι εί­ναι το τρί­το ξε­νο­δο­χεί­ο στην ί­δι­α σει­ρά με­τά το δι­κό τους, που ή­ταν ε­πί­σης Κρη­τι­κού.Πλη­σι­ά­σα­με, αλ­λά το πα­ρά­δο­ξο ή­ταν ό­τι το κτή­ρι­ο δεν ή­ταν αυ­τό που γνώ­ρι­σα το 1963. Εί­μα­σταν έ­τοι­μοι να φύ­γου­με, ό­ταν εί­δα στην πρό­σο­ψη την ελ­λη­νι­κή ε­πι­γρα­φή· «ΜΕ­ΣΟ­ΓΕΙ­ΟΣ». «Ε­δώ εί­μα­στε» εί­πα στους δι­κούς μου, και το τζιπ πλη­σί­α­σε και έ­σβη­σε τη μη­χα­νή. Α­μέ­σως κα­τευ­θύν­θη­κα στη ρε­σε­ψι­όν, ό­που στε­κό­ταν μι­α νε­α­ρή κο­πέ­λα. Ευ­γε­νι­κά ζή­τη­σα να δω το ι­δι­ο­κτή­τη. Μου έ­δει­ξε έ­ναν κύ­ρι­ο γύ­ρω στα 55 σε μι­α πο­λυ­θρό­να που έ­πι­νε το τσά­ι του. Πλη­σί­α­σα, χαι­ρέ­τη­σα και δι­α­κιν­δυ­νεύ­ο­ντας γκά­φα, τον ρώ­τη­σα στα ελ­λη­νι­κά· «Μή­πως εί­στε ο γυι­ός του Μα­νώ­λη»; Στο ε­ρώ­τη­μά μου πε­τά­χτη­κε όρ­θι­ος. «Γνω­ρί­ζα­τε τον πα­τέ­ρα μου»; ρώ­τη­σε. Με­τά την α­πά­ντη­σή μου, άλ­λα­ξε η α­τμό­σφαι­ρα. Φώ­να­ξα μέ­σα τη συ­ντρο­φί­α μας. Τους σύ­στη­σα κι άρ­χι­σε μι­α α­να­δρο­μή στο πα­ρελ­θόν γι­α να μά­θω κά­ποι­α πρά­γμα­τα που δεν ή­ξε­ρα. Ο Μα­νώ­λης εί­χε πε­θά­νει πριν α­πό ε­πτά χρό­νι­α. Η μη­τέ­ρα του η κυ­ρί­α Ευ­αγ­γε­λί­α ζού­σε, κα­λά στην υ­γεί­α της, κι αυ­τός, ο Σί­φης, με την α­δελ­φή του την Α­ση­μί­να, λί­γο μι­κρό­τε­ρή του, κρα­τού­σαν το ξε­νο­δο­χεί­ο. Η «ΜΕ­ΣΟ­ΓΕΙ­ΟΣ» που ή­ξε­ρα γκρε­μί­στη­κε πριν εν­νέ­α χρό­νι­α και χτί­στη­κε το νέ­ο δε­κα­ό­ρο­φο ξε­νο­δο­χεί­ο που έ­χει το ί­δι­ο ό­νο­μα και σε ο­λό­κλη­ρη την Α­λε­ξαν­δρέτ­τα οι ντό­πι­οι το ξέ­ρουν ως «Το ξε­νο­δο­χεί­ο του Κρη­τι­κού». Οι ί­δι­οι τα­ξι­δεύ­ουν χρό­νο πα­ρά χρό­νο στην Κρή­τη. Ο Σί­φης πα­ντρεύ­τη­κε Κρη­τι­κι­ά κι έ­χει δύ­ο γυι­ούς κι η Α­ση­μί­να πα­ντρεύ­τη­κε ντό­πι­ο που τον πή­γε πρώ­τα στην Κρή­τη και τον βά­φτη­σε. Σή­με­ρα έ­χει μί­α κό­ρη κι έ­ναν γυι­ό. Μεί­να­με ε­κεί το βρά­δυ. Μας έ­κα­ναν έ­να εν­τυ­πω­σια­κό τρα­πέ­ζι, ό­που εί­μα­σταν η συν­τρο­φιά των ε­πτά κι ο­λό­κλη­ρη η οι­κο­γέ­νεια με ε­πι­κε­φα­λής της κυ­ρί­α Ευ­αγ­γε­λί­α. Στο τρα­πέ­ζι η οι­κο­δέ­σποι­να πρό­στα­ξε γι­α προ­σευ­χή και τα παι­διά εί­παν το «Πά­τερ η­μών» και το «Δι΄ ευ­χών». Η κυ­ρί­α Ευ­αγ­γε­λί­α ζή­τη­σε να ξα­να­θυ­μή­σω τη συ­νάν­τη­ση στο τρα­πέ­ζι του ’­63. Θύ­μη­σα αρ­γά-αρ­γά ό­σα κράτησα α­πό τα λό­για του μα­κα­ρι­στού συ­ζύ­γου της και κυ­ρί­ως ε­κεί­να που σφρά­γι­σαν την μνή­μη μου. Ε­κεί­νη θυ­μή­θη­κε και βούρ­κω­σε. Έ­κα­νε το σταυ­ρό της και χα­μο­γέ­λα­σε. Σε μια στιγ­μή έ­γνε­ψε το με­γά­λο εγ­γο­νό της, τον Μα­νω­λιό, κι ε­κεί­νος ση­κώ­θη­κε, βγή­κε και σε λί­γο ε­πέ­στρε­ψε με μια κρη­τι­κιά λύ­ρα. Τρά­βη­ξε λί­γο πιο πί­σω το κά­θι­σμά του, έ­βα­λε το έ­να πό­δι πά­νω στο άλ­λο, α­κούμ­πη­σε τη λύ­ρα του στο γόνατο, και σε λί­γο ο α­έ­ρας της Α­λε­ξαν­δρέτ­τας μυρώ­θη­κε με ρι­ζί­τι­κα και νο­σταλ­γι­κές μαν­τι­νά­δες. Το τρα­πέ­ζι έ­κλει­σε με ξε­ρο­τή­γα­να. Αυ­τοί οι Κρη­τι­κοί εί­ναι πα­ρά­ξε­νοι. Ό­που κι αν πά­νε κου­βα­λούν μα­ζί τους και τις γλύ­κες τους.Λί­γο αρ­γό­τε­ρα, α­πό το πα­ρά­θυ­ρο του δω­μα­τί­ου μου, έ­βλε­πα την φω­τι­σμέ­νη Α­λε­ξαν­δρέτ­τα, ο­λό­τε­λα αλ­λα­γμέ­νη, με σχε­δόν δι­πλά­σι­ο πλη­θυ­σμό α­πό τό­τε που την πρω­το­α­ντί­κρυ­σα. Μι­α συριακή πόλη εκεί στην ά­κρη της Με­σο­γεί­ου, που έγινε τούρ­κι­κη. Σ’ αυτή την πόλη ζουν αρ­κε­τοί Κρήτες, πι­στοί χρι­στι­α­νοί που δίνουν νό­η­μα στη ζω­ή και τη σύγχρονη ι­στο­ρί­α της. Το πρω­ί ε­τοι­μα­ζό­μα­σταν γι­α α­να­χώ­ρη­ση. Ο ε­πι­κε­φα­λής μας με τη βο­ή­θει­α του Σί­φη πή­γαν και πα­ρέ­δω­σαν το αυτοκίνητό μας στο το­πι­κό γρα­φεί­ο της ε­ται­ρεί­ας που μας νοί­κι­α­σε το τζιπ στην Ατ­τά­λει­α. Στις 10 π.μ. με δύ­ο αυ­το­κί­νη­τα ξε­κι­νή­σα­με γι­α το α­ε­ρο­δρό­μι­ο, α­πό ό­που σε μί­α πε­ρί­που ώ­ρα πε­τά­ξα­με γι­α την Ατ­τά­λει­α.Το τα­ξί­δι εί­χε τε­λει­ώ­σει. Έ­να πλή­θος ε­μπει­ρι­ών σφρά­γι­σε τις καρ­δι­ές ό­λων. Οι ξέ­νοι έ­μει­ναν ά­φω­νοι μπρο­στά στις πε­ρι­πέ­τει­ες των δι­κών μας σ’ αυ­τή τη μα­τω­μέ­νη γη. Φύ­γα­με με πλήθος ατελείωτων σκέψεων. Η Μι­κρά Α­σί­α πίσω μας… πο­ρεύ­ε­ται στο παρόν και θυ­μά­ται το παρελθόν της. Θυ­μά­ται και νο­σταλ­γεί. Νο­σταλ­γεί και πι­στεύ­ει. Πι­στεύ­ει και ελ­πί­ζει σε κα­λύ­τε­ρες μέ­ρες, ό­ταν οι κρυ­πτο­χρι­στι­α­νοί θα α­πο­τι­νά­ξουν το «κρυ­πτο» και θα εί­ναι ε­λεύ­θε­ροι να δο­ξο­λο­γούν τον Θε­όν τους.

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΚΡΥΠΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ ΣΤΗΝ ΚΙΛΙΚΙΑ · Ε.Ρω.