ON AIR — ERO — RadioFrequency
Enomeni RomiosiniEnomeni RomiosiniCENTER FOR UNITY AND STUDY -
PROMOTING OUR VALUES
IMPORTANT
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

26 August 2022 · 6 min read

­   Όταν ὁ Γέ­ρον­τας Πορ­φύ­ριος, ὁ προ­ο­ρα­τι­κός, βρι­σκό­ταν ἀ­κό­μα στά Καλ­λί­σια, τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε ἕ­νας φι­λο­μό­να­χος νέ­ος, ἔ­χον­τας ἀ­κού­σει πολ­λά γιά τό προ­ο­ρα­τι­κό καί δι­ο­ρα­τι­κό του χά­ρι­σμα. Βρῆ­κε τήν πόρ­τα ἀ­νοι­χτή, μπῆ­κε στό Ἐκ­κλη­σά­κι, ἄ­να­ψε κε­ρί, προ­σκύ­νη­σε καί κά­θη­σε σέ ἕ­να στα­σί­δι. Σέ λί­γο ἀ­κού­στη­καν ἀρ­γά βή­μα­τα. Εἶ­δε ἕ­ναν Γέ­ρον­τα νά κρα­τᾶ ἕ­να βι­βλι­α­ρά­κι στό χέ­ρι του καί νά βγα­ί­νη ἔ­ξω ἀ­πό τό Μο­νύ­δριο. Ἀ­κο­λού­θη­σε μέ λα­χτά­ρα. Ὅ­ταν ὁ Γέ­ρον­τας τόν ἀν­τι­λή­φθη­κε, γύ­ρι­σε νά δῆ ποι­ός εἶ­ναι, καί γιά μία στιγ­μή τόν ἐ­ξέ­τα­σε σι­ω­πη­λός. Ἔ­πει­τα ἔ­σκυ­ψε τό κε­φά­λι του καί κά­τι ψι­θύ­ρι­ζε. Ὁ νέ­ος τοῦ ἔ­βα­λε με­τά­νοι­α. Τοῦ λέ­γει ὁ Γέ­ρον­τας:

–Ἐ­σύ μοιά­ζεις πο­λύ μέ τόν πα­τέ­ρα σου.

–Γέ­ρον­τα, ποῦ τόν ξέ­ρε­τε τόν πα­τέ­ρα μου;

–Νά, τώ­ρα τόν βλέ­πω.

   Στήν συ­νέ­χεια κά­θη­σαν ἔ­ξω στά βρα­χά­κια καί ὁ Γέ­ρον­τας παίρ­νον­τας ἕ­να ξυ­λά­κι στό χέ­ρι του ἔ­κα­νε ἕ­να σχε­δι­ά­γραμ­μα ἁ­πλό στό χῶ­μα. Ἐ­ξή­γη­σε: «Αὐ­τό εἶ­ναι τό χω­ριό σου, ἀ­πό δῶ περ­νᾶ δρό­μος, ἐ­δῶ ὑ­πῆρ­χε μία Ἐκ­κλη­σί­α πα­λαι­ά, ὅ­που εἶ­ναι θαμ­μέ­να ἅ­για Λεί­ψα­να».

   Ἐν συ­νε­χεί­ᾳ ἀ­πό κά­ποι­α ἀ­φορ­μή εἶ­πε ὅ­τι τό βα­φτι­στι­κό του ὄ­νο­μα ἦ­ταν Εὐ­άγ­γε­λος, πώς μι­κρός δι­ά­βα­σε τόν βί­ο τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Κα­λυ­βί­του καί ξε­κί­νη­σε γιά μο­να­χός. Ἀ­νέ­φε­ρε γιά τήν ζω­ή του στά Καυ­σο­κα­λύ­βια ὅ­τι ἀ­γω­νι­ζό­ταν μέ αὐ­τα­πάρ­νη­ση με­γά­λη. Τό χει­μῶ­να δέν πλη­σί­α­ζε στήν φω­τιά.

Κά­ποι­α φο­ρά τόν ἔ­στει­λαν οἱ Γε­ρον­τά­δες του νά κό­ψη πουρ­νά­ρια γιά τόν φοῦρ­νο. Στόν δρό­μο σκόν­τα­ψε, χτύ­πη­σε στό πό­δι του καί ἄρ­χι­σε νά τρέ­χη αἷ­μα. Ἄν καί σ᾽ ὅ­λον τόν δρό­μο ἔ­λε­γε τήν εὐ­χή, με­τά τό χτύ­πη­μα τήν ἔ­λε­γε δυ­να­τώ­τε­ρα, χω­ρίς νά ἀ­νη­συ­χῆ ἀ­πό τά αἵ­μα­τα πού ἔ­τρε­χαν.Ἀ­νέ­φε­ρε ὅ­τι ἐ­κεῖ στά Καλ­λί­σια συ­ναν­τοῦ­σε ἕ­ναν βο­σκό. Κά­ποι­α φο­ρά τοῦ ἀ­πε­κά­λυ­ψε δι­ά­φο­ρα προ­σω­πι­κά του, ἐ­κεῖ­νος συγ­κλο­νί­στη­κε καί με­τά ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε.

   Ἄλ­λη φο­ρά ἔ­λα­βε πλη­ρο­φο­ρί­α καί πῆ­γε σ᾽ ἕ­να Νο­σο­κο­μεῖ­ο τῆς Ἀ­θή­νας ὅ­που συ­νάν­τη­σε ἕ­ναν ἀ­σθε­νῆ. Τοῦ εἶ­πε: «Ξέ­ρεις για­τί ἀρ­ρώ­στη­σες; Θυ­μᾶ­σαι  τό­τε πού βρέ­θη­κες σέ δύ­σκο­λη θέ­ση, εἶ­χες κά­νει ἕ­να τά­μα καί δέν τό ἐκ­πλή­ρω­σες. Νά ἐκ­πλη­ρώ­σης τό  τά­μα σου καί θά γί­νεις κα­λά».

   Ἄλ­λη φο­ρά δι­η­γή­θη­κε ὁ ἴ­διος: «Εἴ­χα­με πά­ει στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος μέ κά­ποι­ον μο­να­χό. Στήν Κε­ρα­σιά εἴ­δα­με ἕ­να ὡ­ραῖ­ο Κελ­λί, ἀ­να­και­νι­σμέ­νο καί ἀ­σβε­στω­μέ­νο. Μοῦ λέ­γει ὁ μο­να­χός: “Ὡ­ραῖ­ο Κελ­λί”. Τοῦ λέ­γω: “Σ᾽ ἀ­ρέ­σει; Ἅ­μα σ᾽ ἀ­ρέ­ση, νά πᾶς με­τά ἀ­πό τό­σον και­ρό νά τό πά­ρης”. Σέ τό­σο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα αὐ­τός πού τό ἀ­να­καί­νι­σε ἔ­φυ­γε».

   Κά­ποι­α φο­ρά ὁ γέ­ρον­τας Πορ­φύ­ριος περ­νοῦ­σε ἀ­πό ἕ­να δρό­μο, καί μία μπουλ­ντό­ζα ἔ­σκα­βε. Εἶ­πε νά προ­σέ­ξουν, δι­ό­τι ἐ­κεῖ, σέ ἕ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο ση­μεῖ­ο πού τούς τό ἔ­δει­ξε καί σέ τό­σο βά­θος, βρί­σκε­ται ἕ­νας Σταυ­ρός θαμ­μέ­νος· νά προ­σέ­ξουν νά μήν τόν σπά­σουν. Ἔ­σκα­ψαν προ­σε­κτι­κά καί πράγ­μα­τι βρῆ- καν τόν Σταυ­ρό. Ὁ χα­ρι­σμα­τοῦ­χος Γέ­ρον­τας ἔβλε­πε καί κά­τω ἀ­πό τήν ἐ­πι­φά­νεια τῆς γῆς.

   Ὁ γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ ὁ Κα­ρυ­ώ­της κά­ποι­α χρο­νιά ἀ­νέ­βη­κε στόν Ἄ­θω­να γιά τήν πα­νή­γυ­ρη τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως, καί ὕ­στε­ρα κα­τέ­βαι­νε μέ τά ζῶ­α τῆς Λαύ­ρας. Εἶ­χαν πε­ρισ­σέ­ψει ψω­μιά καί θά πή­γαι­νε νά τά μοι­ρά­ση στά Καυ­σο­κα­λύ­βια. Στήν Κε­ρα­σιά, στό Κελ­λί τοῦ Ἁ­γί­ου Δη­μη­τρί­ου πού ἔ­ζη­σε ὁ Χα­τζη–Γε­ώρ­γης, στήν βρύ­ση εἶ­δε ἕ­ναν ἄ­γνω­στο γι᾿ αὐ­τόν Γέ­ρον­τα, τόν π. Πορ­φύ­ριο, νά κά­θε­ται. Ἐ­κεῖ­νος τόν φώ­να­ξε μέ τ᾽ ὄ­νο­μά του. «Ἔ­λα δῶ, μω­ρέ Ἰ­ω­σήφ. Ἐ­σύ ἀ­σχο­λεῖ­σαι μέ δέν­δρα σάν καί μέ­να. Ἔ­τσι πρέ­πει νά εἶ­ναι ὁ μο­να­χός. Ἐρ­γα­τι­κός καί φι- λόπονος καί ὄ­χι νά κοι­μᾶ­ται καί νά λέ­η ὅ­τι κά­νει νο­ε­ρά προ­σευ­χή».

   Σέ δύ­ο Μο­να­στή­ρια τούς εἶ­πε πό­σες πη­γές ὑ­πό­γει­ες ἔ­χουν, πό­σο νε­ρό ἔ­χει ἡ κά­θε μί­α καί τί λο­γῆς εἶ­ναι τό νε­ρό. Ὅ­ταν ἀργότερα ἔ­κα­ναν γε­ώ­τρη­ση, τά βρῆ­καν ὅ­λα, ὅ­πως τά εἶ­χε προ­εί­πει ὁ σύγ­χρο­νος προ­φή­της, γέ­ρον­τας Πορ­φύ­ριος.

   Κά­ποι­ος ρώ­τη­σε τόν Γέ­ρον­τα ἄν πρέ­πη νά κά­νη ἡ μη­τέ­ρα του ἐγ­χεί­ρη­ση, για­τί εἶ­χε σο­βα­ρό πρό­βλη­μα καί δυ­να­τούς πό­νους στό στο­μά­χι. Ἀ­πάν­τη­σε: «Πρέ­πει νά ἀ­πο­φεύ­γη τήν στε­νο­χώ­ρια. Ἄν κά­νη ἐγ­χεί­ρη­ση καί στε­νο­χω­ρι­έ­ται, πά­λι θά ἀρ­ρω­στή­σει».

   Τόν ρώ­τη­σε κά­ποι­ος πῶς νά προ­χω­ρή­ση στήν εὐ­χή καί στήν πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, καί ἀ­πάν­τη­σε: «Πρέ­πει νά ἀ­γα­πή­σου­με τόν Χρι­στό. Τό κα­τα­λα­βαί­νεις; Ὅ­,τι καί νά κά­νου­με, νη­στεῖ­ες, ἀ­γρυ­πνί­ες, ἐ­λε­η­μο­σύ­νες, με­τά­νοι­ες, ἂν δέν ἀ­γα­πή­σου­με τόν Χρι­στό, δέν σω­ζό­μα­στε».

   Στήν ἐ­ρώ­τη­ση πῶς θ᾽ ἀ­πο­κτή­σου­με συ­ναί­σθη­ση τῆς θεί­ας Κοι­νω­νί­ας, συ­νέ­στη­σε νά δι­α­βά­ζου­με μέ  προ­σο­χή τήν ἀ­κο­λου­θί­α τῆς θεί­ας Με­τα­λή­ψε­ως καί ἀ­πήγ­γε­λε ἀπ᾽ ἔ­ξω ἕ­να με­γά­λο μέ­ρος τῆς εὐ­χῆς «Ἀ- πό ρυ­πα­ρῶν χει­λέ­ων» μέ πολ­λή εὐ­λά­βεια, συναί­σθηση, πο­λύ κα­θα­ρά καί το­νι­σμέ­να.

   Ὁ γέ­ρων πα­πα–Ἀ­κά­κιος τῶν Πα­χω­μαί­ων πή­γαι­νε στήν Ἀ­θή­να γιά τό ἐρ­γό­χει­ρό του. Ὅ­ταν συ­ναν­τοῦ­σε τόν π. Πορ­φύ­ριο, τόν ἔ­λεγ­χε λέ­γον­τάς του: «Τί κα­λό­γε­ρος εἶ­σαι ἐ­σύ πού μέ­νεις στήν Ἀ­θή­να; Νά γυ­ρί­σης στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος». Ἐ­κεῖ­νος δέν ἀν­τι­δροῦ­σε στούς ἐ­λέγ­χους, ἀλ­λά μέ τα­πεί­νω­ση ἀ­παν­τοῦ­σε: «Ἔ­χεις δί­και­ο, π. Ἀ­κά­κι­ε, θά γυ­ρί­σω».

   Σέ κά­ποι­ον οἰ­κο­γε­νειά­ρχη πού τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε με­τα­ξύ ἄλ­λων τοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἡ μι­κρή του κό­ρη ἔ­χει πρό­βλη­μα μέ τήν κοι­λιά της. Ὁ πα­τέ­ρας ἀ­πάν­τη­σε ὅ­τι δέν ἔ­χει κα­νέ­να πρό­βλη­μα. Ὁ Γέ­ρον­τας ἐπέμενε: «Ἔ­χει». Με­τά ἀ­πό λί­γα χρό­νια τῆς ἔ­κα­ναν ἐγ­χεί­ρη­ση καί ἔ­βγα­λαν μία με­γά­λη κύ­στη.

   Κά­ποι­ος μο­να­χός ἤ­θε­λε νά φύ­γη ἀ­πό τό Μο­να­στή­ρι του καί πῆ­γε στά Καυ­σο­κα­λύ­βια νά πῆ τόν λο­γι­σμό του στόν γέ­ρον­τα Πορ­φύ­ριο. Ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἀ­νέ­φε­ρε τό ἑ­ξῆς πε­ρι­στα­τι­κό, πού εἶ­χε συμ­βῆ πα­λαιά στήν Δι­ο­νυ­σί­ου: «Ἦ­ταν ἕ­νας μο­να­χός ἐξ ἐγ­γά­μων, πού ἦρ­θε γιά μο­να­χός, ἐ­πει­δή ἡ γυ­ναῖ­κα του τόν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε. Κά­ποι­οι πα­τέ­ρες τόν πεί­ρα­ζαν καί αὐ­τός δέν ἄν­τε­ξε καί πῆ­γε μό­νος του σέ Κελ­λί. Τήν πρώ­τη μέ­ρα ἔ­κα­νε προ­σευ­χή καί ἔ­στρω­σε τρα­πέ­ζι νά φά­η. Μία μύ­γα ὅ­μως πε­τοῦ­σε καί τόν ἐ­νω­χλοῦ­σε. Αὐ­τός θύ­μω­σε καί προ­σπα­θοῦ­σε νά τήν σκο­τώ­ση. Ἔ­χυ­σε τό πιά­το μέ τό φα­γη­τό καί τό­τε κα­τά­λα­βε ὅ­τι δέν φταῖ­νε οἱ πα­τέ­ρες πού τόν πεί­ρα­ζαν, ἀλ­λά ἡ αἰ­τί­α ἦ­ταν μέ­σα του. Τα­πει­νώ­θη­κε, ἐ­πέ­στρε­ψε στό Μο­να­στή­ρι, ἔ­κα­νε ὑ­πο­μο­νή καί ἐ­κοι­μή­θη ἐν με­τα­νοί­ᾳ στήν με­τά­νοι­ά του».

   Συμ­βού­λευ­ε ὁ π. Πορ­φύ­ριος κά­ποι­ον Πνευ­μα­τι­κό: «Ὅ­ταν ἐ­ξο­μο­λο­γῆς κά­ποι­ον, νά προ­σεύ­χε­σαι μέ­σα σου συ­νέ­χεια λέ­γον­τας τήν εὐ­χή γιά αὐ­τό τό ἄ­το­μο. Μή σκέ­φτε­σαι τό­σο, τί θά τόν συμ­βου­λεύ­σεις ὅ­σο τό νά κά­νης τήν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη πολ­λή προ­σευ­χή γι᾿ αὐ­τόν. Δι­ό­τι ἡ ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση εἶ­ναι μυ­στή­ριο καί, ὅ­ταν τοῦ δι­α­βά­σης τήν εὐ­χή, θά φύ­γει εἰ­ρη­νι­κός, γε­μᾶτος χά­ρι ἀ­πό τόν Θε­όν».

   Ἔ­λε­γε γιά τό χά­ρι­σμά του: «Αὐ­τό πού ἔ­χω, παι­δί μου, δέν εἶ­ναι δι­κό μου, εἶ­ναι τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­πως π.χ. σοῦ δί­νει κά­ποι­ος ἕ­να μο­λύ­βι. Μπο­ρεῖς νά πῆς ὅ­τι εἶ­ναι δι­κό σου καί νά ὑ­πε­ρη­φα­νευ­θῆς; Ὄ­χι, δι­ό­τι ἄλ­λος σοῦ τό ἔ­δω­σε. Ἔ­τσι καί στά χα­ρί­σμα­τα. Ὁ Θε­ός τά δί­νει. Χρει­ά­ζε­ται πο­λλή τα­πεί­νω­ση. Ἄν δέν τα­πει­νω­θῆς, τό­τε κα­λύ­τε­ρα εἶ­ναι νά στό πά­ρη ὁ Θε­ός, δι­ό­τι ἀλ­λοι­ῶς θά πέ­σεις σέ πλά­νη».

   Κά­πο­τε ἐ­πι­σκέ­φθη­κε τήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Σταυ­ρο­νι­κή­τα καί εἶ­πε στούς πα­τέ­ρες: «Ἐ­κεῖ ὑ­πάρ­χει λί­γο νε­ρό, ἔρ­χε­ται ἀ­πό κεῖ καί κα­τα­λή­γει ἐ­κεῖ. Ἐ­πί­σης καί ἀ­πό κεῖ ἔρ­χε­ται λί­γο νε­ρό». Πράγ­μα­τι ἔ­τσι ἦ­ταν. Οὔ­τε καί οἱ πα­τέ­ρες τά γνώ­ρι­ζαν, ἀλ­λά τά δι­α­πί­στω­σαν ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων.

«Ἀ­γά­πη­σε τούς ἀ­δελ­φούς σου», εἶ­πε ὁ γέ­ρον­τας Πορ­φύ­ριος σέ κά­ποι­ον πού κα­τέ­κρι­νε τούς συγ­κοι­νοβιά­τες του.

Γέ­ρον­τας τόν ρώ­τη­σε ἄν πρέ­πη νά ἀ­να­λά­βη Ἡ­γού­με­νος σέ μο­να­στή­ρι πού τόν κα­λοῦ­σαν. Ἀ­πάν­τη­σε: «Ἄν δέν ἔ­ζη­σες στήν ὑ­πα­κο­ή, νά μήν ἀ­να­λά­βης».

Ἦ­ταν δύ­ο ἀ­δέλ­φια στά Καυ­σο­κα­λύ­βια, ὁ π. Ἀν­τώ­νιος καί ὁ π. Ἱ­ε­ρό­θε­ος. Ὁ π. Ἱ­ε­ρό­θε­ος ἐ­θε­ω­ρεῖ­το ἀ­πό το­ύς πα­τέ­ρες ἐ­νά­ρε­τος μο­να­χός, ἐ­νῶ τόν π. Ἀν­τώ­νιο δέν τόν εἶ­χαν σέ ἐ­κτί­μη­ση. Ὁ γε­ρω–Πορ­φύ­ριος ὅ­μως κρί­νον­τας ὄ­χι ἀν­θρώ­πι­να ἀλ­λά μέ τό χά­ρι­σμα πού εἶ­χε, ἔ­βλε­πε τόν π. Ἀν­τώ­νιο μέ­σα σέ φῶς.

   Ὅ­ταν ἐ­κοι­μή­θη στό Λα­ϊ­κό Νο­σο­κο­μεῖ­ο ὁ π. Ἀ­θα­νά­σιος Σταυ­ρο­νι­κη­τια­νός (Σκλή­ρης), ἦ­ταν πα­ρών ὁ π. Πορ­φύ­ριος, ἡ ἀ­δελ­φή τοῦ π. Ἀ­θα­να­σί­ου καί ὁ κ. Πα­να­γι­ώ­της Δρο­σί­της. Ἐ­νῶ οἱ ἄλ­λοι δέν κα­τά­λα­βαν τί­πο­τε, ὁ π. Πορ­φύ­ριος σή­κω­σε τά μά­τια  του πρός τά πά­νω καί πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τήν ὁ­λό­φω­τη πο­ρεί­α τῆς ψυ­χῆς τοῦ π. Ἀ­θα­να­σί­ου.

   Ὁ γέ­ρον­τας Πορ­φύ­ριος, μέ τό χά­ρι­σμα πού τοῦ ἔ­δω­σε ὁ Θε­ός, δό­ξα­σε τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί τήν Ἐκ­κλη­σί­α μας, βο­ή­θη­σε ἀ­να­ρίθ­μη­τα πλή­θη ἀν­θρώπων πού σή­με­ρα τόν πι­στεύ­ουν ὡς Ἅ­γιο καί τόν ἐ­πι­κα­λοῦν­ται.

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

Related reading