ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

21 Μαΐου 2022 · 3 λεπτά

 

     Ο γε­ρω–Δα­μα­σκη­νός ὁ Κομ­πο­σχοι­νᾶς, ἀ­πό τήν Κα­λύ­βη τῆς Ἀ­να­λή­ψε­ως τῆς Κου­τλου­μου­σια­νῆς Σκή­της τοῦ Ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­νος, ἦ­ταν ἀ­κτή­μων. Στό Κελ­λί του εἶ­χε μό­νο τίς κου­βέρ­τες πού σκε­πα­ζό­ταν, τά ροῦ­χα του, λί­γα τρό­φι­μα καί μαλ­λί γιά νά πλέ­κη κομ­πο­σχοί­νια. Αὐ­τό ἦ­ταν τό ἐρ­γό­χει­ρό του. 

Ἀρ­χι­κά ἔ­κα­νε στήν ἔ­ρη­μο στά Κα­του­νά­κια δύ­ο χρό­νια σέ κά­ποι­ον γε­ρω–Ἰ­σί­δω­ρο, ἔ­πει­τα ἦρ­θε στό Κου­τλου­μού­σι καί ὕ­στε­ρα πῆ­ρε τό Κα­λύ­βι στήν Σκή­τη τοῦ Ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­νος, ὅ­που ἔ­μει­νε σ᾿ ὅ­λη του τήν ζωή. Τόν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό τόν πῆ­ραν στό Κου­τλου­μού­σι, ὅ­που ἐ­κοι­μή­θη καί ἐ­τά­φη. 

Τίς νύ­χτες ἄ­να­βε τήν λάμ­πα καί ἔ­κα­νε ἀ­γρυ­πνία­. Ἔ­λε­γε τήν εὐ­χή, ἔ­κα­νε με­τά­νοι­ες καί, ὅ­ταν τόν πο­λε­μοῦ­σε ὁ ὕ­πνος, ἔ­πλε­κε κομ­πο­σχο­ί­νι. Τήν πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­γρυ­πνί­α τήν περ­νοῦ­σε μέ με­τά­νοι­ες. Τό πα­ρά­θυ­ρό του ἦ­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πό τό Κα­λύ­βι τοῦ γέ­ρον­τος Πα­ϊ­σί­ου καί ὅ­λη νύ­χτα φαι­νό­ταν τό φῶς. Κά­ποι­α φο­ρά πού συ­ναν­τή­θη­καν, τόν ρώ­τη­σε ὁ γε­ρω–Πα­ΐ­σιος: «Κα­λά, ἐ­σύ δέν κοι­μᾶ­σαι κα­θό­λου τίς νύ­χτες;». Ἔ­κτο­τε ἔ­βα­λε ἕ­να ὕ­φα­σμα στό πα­ρά­θυ­ρό του, γιά νά μή φαί­νε­ται τό φῶς καί ἔ­κρυ­βε τήν  πνευ­μα­τι­κή του ἐρ­γα­σί­α. 

Ἦ­ταν ἀ­σκη­τής. Ἔ­κα­νε συ­νε­χῶς ἐ­νά­τες. Ἡ μέ­ση του ἦ­ταν πο­λύ λε­πτή. Γύ­ρι­ζε δύο φο­ρές ἡ ζώ­νη του. Τό στο­μά­χι του σά νά μήν ὑ­πῆρ­χε. Τόν Δε­κα­πεν- τα­ύ­γου­στο προ­σπα­θοῦ­σε νά μήν τρώ­γη τί­πο­τε ἐ­κτός τοῦ Σω­τῆ­ρος. Ὅ­ταν ἦ­ταν στό Κου­τλου­μο­ύ­σι, προ­τι­μοῦ­σε νά δι­α­βά­ζη στήν τρά­πε­ζα, γιά νά ἐγ­κρα­τε­ύ­ε­ται στό φα­γη­τό χω­ρίς νά τόν βλέ­πουν. Εἶ­χε μπρο­στά στό σπί­τι του μί­α μου­ριά. Κάποιες φορές ἔ­τρω­γε κα­νέ­να μοῦ­ρο καί χα­λοῦ­σε τήν ἐ­νά­τη. Γι᾽ αὐ­τό θέ­λη­σε νά τήν κό­ψη, ἀλ­λά τόν ἐμ­πό­δι­σε ὁ γε­ρω–Πα­ΐ­σιος. Στήν  ἀν­το­χή  στήν ὀρ­θο­στα­σί­α  ἦ­ταν ἄ­φθα­στος. Στήν πα­νή­γυ­ρη τοῦ ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­νος ἔμ­παι­νε ἀ­πό βρα­δίς στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί σάν  κολώ­να στε­κό­ταν ἀ­κί­νη­τος, πάν­τα ὄρ­θιος στό στα­σί­δι του μέ­χρι τό πρωΐ. Οὔ­τε ἔ­ξω ἔ­βγαι­νε οὔ­τε κα­θό­ταν κα­θό­λου. Ἐ­νῶ ἔ­κα­νε τό­ση ἄ­σκη­ση, αὐ­το­μεμ­φό­ταν λέ­γον­τας ὅ­τι εἶ­ναι «κρα­σο­πα­τέ­ρας», για­τί με­ρι­κές φο­ρές ἔ­πι­νε κρα­σί. 

Ζοῦ­σε βί­ον ἡ­συ­χα­στι­κό, ἁ­πλό καί ἀ­πράγ­μο­να. Δέν ἔ­βα­ζε κῆ­πο καί σπά­νια μα­γεί­ρευ­ε. Νε­ρό τό κα­λύ­βι του δέν εἶ­χε. Πή­γαι­νε μέ τό κα­νά­τι καί ἔ­παιρ­νε ἀ­πό τό ἁ­γί­α­σμα τοῦ Ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­νος. 

Ἦ­ταν πο­λύ ἐ­λε­ή­μων. Ἀ­πό τό ἐρ­γο­χει­ρά­κι του ἔ­κα­νε καί ἐ­λε­η­μο­σύ­νες. Πή­γαι­νε στά γε­ρον­τά­κια καί τούς ψώ­νι­ζε φα­γώ­σι­μα, πα­πού­τσια, ροῦ­χα. Ἔ­δι­νε χρή­μα­τα στόν τσαγ­κά­ρη στίς Κα­ρυ­ές καί τοῦ ἔ­λε­γε νά φτει­ά­χνη πα­πο­ύ­τσια καί νά τά δί­νη σέ ἄ­το­μα πού εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη, ἀλ­λά νά μήν τούς ἀ­πο­κα­λύ­πτη ποι­ός τά κά­νει εὐ­λο­γί­α. Ὅ­ποι­ος τήν ἡ­μέ­ρα τῆς ἑ­ορ­τῆς του πή­γαι­νε νά τοῦ εὐ­χη­θῆ, τοῦ ἔ­δι­νε καί 300 δραχ­μές γιά νά φά­η κά­τι, ἐ­πει­δή δέν ἔ­κα­νε τρά­πε­ζα. 

Ὅ­ταν ἔ­κα­νε Λει­τουρ­γί­ες στό Κα­λύ­βι του, ἔ­ψαλ­λε πολ­λά Ἀ­πο­λυ­τί­κια, ὅ­σων Ἁ­γί­ων εὐ­λα­βεῖ­το, καί ζη­τοῦ­σε νά δι­α­βά­σουν 3–5 Ἀ­πο­στό­λους καί Εὐ­αγ­γέ­λια. Στό τέ­λος ἔ­δι­νε στόν ἱ­ε­ρέ­α κομ­πο­σχο­ί­νια. 

Ὅ­ταν ἀρ­ρώ­σται­νε, κα­τέ­φευ­γε στόν ἅ­γιο Παν­τε­λε­ή­μο­να γιά βο­ή­θεια. Δέν ἤ­θε­λε για­τρό οὔ­τε νά βγῆ ἔ­ξω. Φο­βό­ταν μή­πως πε­θά­νη ἔ­ξω ἀπ᾽ τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. «Ποῦ ξέ­ρεις, εὐ­λο­γη­μέ­νε, τέ­τοι­ος πού εἶ­μαι», ἔ­λε­γε μέ τα­πεί­νω­ση. 

Ἔ­λε­γε: «Ἡ Ἑλ­λά­δα εἶ­ναι τό βα­σί­λει­ον τοῦ Χρι­στοῦ καί τῆς Πα­να­γί­ας. Ἅ­μα χα­θῆ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, θά χα­θῆ καί ἡ Ἑλ­λά­δα». 

Στήν λι­τα­νεί­α τοῦ Ἄ­ξι­όν Ἐ­στι ἔ­παιρ­νε τό βά­θρο πού ἀ­κουμ­ποῦ­σαν τήν Εἰ­κό­να. Μᾶλ­λον τό ἔ­κανε ἀ­πό τα­πεί­νω­ση.  Δέν ἐ­πε­δί­ω­κε  νά παίρ­νη τήν Εἰκό­να ὡς ἀ­νά­ξιος ἀλ­λά τό βά­θρο, κα­ί­τοι ἦ­ταν βα­ρύ, ἐνῶ ὁ ἴ­διος ἦταν πο­λύ κα­τα­βε­βλη­μέ­νος καί ἡ δι­α­δρο­μή ἀρ­κε­τά με­γά­λη.

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα 

Σχετικά