ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

30 Σεπτεμβρίου 2022 · 9 λεπτά

   Ο γε­ρω Συ­με­ών ὁ Γρη­γο­ρι­ά­της γεν­νή­θη­κε στήν Πάτρα τό ἔ­τος 1922. Ἔ­μει­νε ὀρ­φα­νός ἀ­πό τήν γέν­νη­σή του. Ἡ μη­τέ­ρα του ἐ­κοι­μή­θη μό­λις τόν γέν­νη­σε καί ὅ­ταν ἔ­γι­νε πέν­τε ἐ­τῶν ἔ­χα­σε καί τόν πα­τέ­ρα του. Τόν ἀ­νέ­λα­βαν κά­ποι­οι συγ­γε­νεῖς του καί σέ ἡ­λι­κί­α 17 ἐ­τῶν ἦρ­θε νά μο­νά­ση στήν Μο­νή Γρη­γο­ρί­ου, ὅ­που ἔ­ζη­σε 60 χρό­νια μέ­χρι τήν κο­ί­μη­σή του.

   Πέρασε ἀ­πό πολ­λά δι­α­κο­νή­μα­τα. Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κός, κη­που­ρός, μά­γει­ρας, μάγ­κι­πας, τρα­πε­ζά­ρης, κο­ναξῆς καί δα­σι­κός. Τό τε­λευ­ταῖ­ο του δι­α­κό­νη­μα γιά πολ­λά χρό­νια ἦ­ταν τό πιό τα­πει­νό καί ἄ­ση­μο. Σκού­­πι­ζε τό καλ­ντε­ρί­μι ἀ­πό τόν Ἀρ­σα­νᾶ μέ­χρι τήν Μο­νή καί μά­ζευ­ε τίς κο­πρι­ές τῶν ζώ­ων. Ἦ­ταν ζω­σμέ­νος μέ ἕ­να τσου­βά­λι νά­ϋ­λον στήν μέ­ση γιά πο­διά, φο­ροῦ­σε ἀντί γιά σκοῦ­φο μία κάλ­τσα καί πά­νι­να ἤ λα­στι­χέ­νια ὑ­πο­δή­μα­τα μπα­λω­μέ­να. Ὅ­λη τήν ἡ­μέ­ρα χει­μῶ­να–κα­λο­κα­ί­ρι ὑ­πο­μο­νε­τι­κά σκο­ύ­πι­ζε σι­ω­πη­λός, σο­βα­ρός καί μουρ­μο­ύ­ρι­ζε συ­νε­χῶς προ­σευ­χές.

   Ἄν καί ἦ­ταν ὀ­λι­γο­γράμ­μα­τος καί δι­ά­βα­ζε συλ­λα­βι­στά, εἶ­χε μά­θει ἀπ᾿ ἔ­ξω το­ύς χαι­ρε­τι­σμο­ύς τῆς Πα­να­γί­ας, τοῦ Σταυ­ροῦ, τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου, τῶν Εἰ­σο­δί­ων καί τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου. Ὅ­ταν τόν χαι­ρε­τοῦ­σαν αὐ­τός δέν ἀν­τα­πέ­δι­δε. Ἄν ὁ ἄλ­λος ἐ­πέ­με­νε τοῦ ἔ­λε­γε μέ προ­σποι­η­τή αὐ­στη­ρό­τη­τα: «Μή μέ δι­α­κό­πτης, λέ­ω το­ύς Χαι­ρε­τι­σμο­ύς».

   Ἕ­να ἀ­ξι­ο­πρό­σε­κτο ση­μεῖ­ο στήν ἄ­ση­μη ἐρ­γα­σί­α τοῦ γε­ρω–Συ­με­ών ἦ­ταν καί τό ἑ­ξῆς: Ἄν τόν ἐ­παι­νοῦ­σες γιά τήν τε­λει­ό­τη­τα μέ τήν ὁ­πο­ί­α σκο­ύ­πι­ζε τό καλ­ντε­ρί­μι ἀ­παν­τοῦ­σε μέ με­γά­λη σο­βα­ρό­τη­τα: «Μά βέ­βαι­α! Δέν εἶ­ναι δυ­να­τόν νά γί­νη ἀλ­λοι­ῶς. Σήμερα θά ἔλ­θει ἡ Βα­σί­λισ­σα τῶν Οὐ­ρα­νῶν· (ἤ ὁ Δε­σπό­της Χρι­στός· ἤ ὁ μέ­γας Ἱ­ε­ράρ­χης Νι­κό­λα­ος· ἤ ὁ μέ­γας Στρα­τάρ­χης τοῦ Χρι­στοῦ Γε­ώρ­γιος κ.ο.κ.)», ἀ­να­φέ­ρον­τας τά ὀ­νό­μα­τα τοῦ Χρι­στοῦ, τῆς Πα­να­γί­ας ἤ τοῦ Ἁ­γί­ου, τῶν ὁ­πο­ί­ων τήν ἱ­ε­ρά μνή­μη ἑ­τοι­μάζονταν νά ἑ­ορ­τά­σου­ν. Ἔ­τσι στό ἀν­θρώ­πι­νο καί εὐ­τε­λές ἔρ­γο του ὁ γε­ρω–Συ­με­ών ἔ­δι­νε ἕ­να πο­λύ ὑψη­λό καί ἱ­ε­ρό νό­η­μα, μί­α θε­ο­λο­γι­κή χροιά.

   Οἱ φλέ­βες τῶν πο­δι­ῶν του εἶ­χαν κα­τα­στρα­φῆ, ἦ­ταν πο­λύ δι­ωγ­κω­μέ­νες καί τά πό­δια του πάν­τα πο­λύ πρη­σμέ­να. Εἶ­χε πο­λύ δυ­να­το­ύς πό­νους. Πα­ρά ταῦ­τα οὐ­δέ­πο­τε πα­ραπο­νιόταν. Γε­λοῦ­σε βλέ­πον­τας τά κα­τε­στραμ­μέ­να ἀ­πό τήν ὑ­περ­βο­λι­κή κα­τα­πό­νη­ση πό­δια του. Ἐν το­ύ­τοις δέν ἐν­νο­οῦ­σε νά στα­μα­τή­ση τό πο­λύ­ω­ρο δι­α­κό­νη­μά του, οὔ­τε ἀ­νέ­κο­πτε τήν προ­θυ­μί­α μέ τήν ὁ­πο­ί­α ἔ­τρε­χε νά ὑ­πη­ρε­τῆ ὅ­λους, ὡς βο­η­θός τοῦ μάγ­κι­πα, ἤ τοῦ δο­χει­ά­ρη, ἤ ὅ­ποι­ου ἄλ­λου εἶ­χε ἀ­νάγ­κη. Ἐρ­γα­ζό­ταν τίς πιό πολ­λές ὧ­ρες ἀπ᾿ ὅ­λους, πάν­τα μέ ὄ­ρε­ξη καί μο­να­δι­κή αὐ­το­θυ­σί­α.

   Ὅ­ταν ἤ­θε­λε νά πλύ­νη τά πό­δια του, γιά νά μή κου­ρά­ζη κα­νέ­ναν, ἔρ­ρι­χνε νε­ρό μέ τό λά­στι­χο πά­νω τους καί τά ἔ­τρι­βε μέ τήν σκο­ύ­πα βο­ύρ­τσα πού εἶ­χε γιά νά σκου­πί­ζη.

   Ἔδειχνε ὅ­τι εἶ­χε ἀρ­κε­τά τρω­τά. Θύμωνε, χει­ρο­δι­κοῦ­σε, δέν ἦ­ταν συ­νε­πής στίς ἀ­κο­λου­θί­ες. Ἀλ­λά ὅ­λα αὐ­τά τά ἔ­κα­νε σκό­πι­μα, γιά νά μή τόν ἔ­χουν σέ εὐ­λά­βεια καί νά τόν κρί­νουν αὐ­στη­ρά. Ἔ­τσι το­πο­θε­τοῦ­σε τόν ἑ­αυ­τό του στήν τε­λευ­τα­ί­α θέ­ση καί μέ το­ύς τρό­πους του ἀ­νάγ­κα­ζε καί το­ύς ἄλ­λους νά μή τόν ἔ­χουν σέ καμ­μί­α ὑ­πό­λη­ψη. Τά πε­ρισ­σό­τε­ρα ὅ­μως πε­ρι­στα­τι­κά τῆς ζω­ῆς του φα­νε­ρώ­νουν ἕ­ναν ἄν­θρω­πο δο­σμέ­νο ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά στόν Θεό μέ ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή, μο­να­δι­κή αὐ­το­θυ­σί­α καί εἰ­λι­κρι­νῆ ἀ­γά­πη πρός ὅ­λους, ἔ­στω κι ἄν οἱ ἀ­πό­το­μοι τρό­ποι του ἔ­δει­χναν ὅ­τι δέν εἶ­χε.

   Ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος κά­πο­τε σέ κά­ποι­ους προ­σκυ­νη­τές τῆς Μο­νῆς ντυ­μέ­νους ὄ­χι εὐ­πρε­πῶς, το­ύς μά­λω­σε μέ κά­πως βα­ρει­ές ἐκ­φρά­σεις. Οἱ ἀ­δελ­φοί τῆς Μο­νῆς πού τόν ἄ­κου­σαν ­στε­νο­χω­ρήθηκαν γι᾿ αὐ­τό. Στρέ­φον­τας ὅ­μως τόν λό­γο του πρός το­ύς ἀ­δελ­φο­ύς ἀ­πε­κά­λυ­ψε τήν γε­μά­τη πό­νο καί ἀ­γά­πη καρ­διά του: «Το­ύς βλέ­πω καί πο­νά­ει ἡ ψυ­χή μου γιά τήν κα­τάν­τια τους. Οἱ ἄν­θρω­ποι σή­με­ρα χά­σαν τόν μπο­ύ­σου­λά τους». Τήν στιγμή πού ἔ­λε­γε αὐ­τά τά λό­για, τά μά­τια του ἦ­ταν γε­μᾶ­τα δά­κρυ­α.

   Μέ πο­λλή ἀ­γά­πη δι­α­κο­νοῦ­σε το­ύς ἀ­δελ­φο­ύς, ἔ­στω καί ἄν ἦ­ταν πο­λύ νε­ώ­τε­ροί του. Ὅ­σο κου­ρα­σμέ­νος κι ἄν ἦ­ταν ἀ­πό τό κο­πι­α­στι­κό δι­α­κό­νη­μά του καί τήν με­γά­λη ἡ­λι­κί­α του, θε­ω­ροῦ­σε με­γά­λη ἀ­νά­παυ­ση νά δι­α­κο­νῆ το­ύς ἄλ­λους, νά το­ύς φέρ­νη νε­ρό, ψω­μί, κρα­σί, φα­γη­τό (πού μέ με­γά­λη ἀ­γά­πη εἶ­χε φυ­λαγ­μέ­να γι᾿ αὐ­το­ύς ὅ­ταν λό­γῳ ἐρ­γα­σί­ας ἀ­που­σί­α­ζαν ἀ­πό τήν τρά­πε­ζα). Δι­η­γεῖ­ται νε­ώ­τε­ρος συγ­κοι­νο­βι­ά­της του: «Γυρ­νοῦ­σα ἀ­πό τό βου­νό βρά­δυ στό Μο­να­στή­ρι καί ὅ­λοι ἡ­σύ­χα­ζαν. Μόνο ὁ γε­ρω–Συ­με­ών μέ πε­ρί­με­νε. Μοῦ εἶ­χε κρα­τή­σει φα­γη­τό καί μοῦ ἔ­κα­νε πα­ρέ­α. Φρόν­τι­ζε νά μοῦ ἔ­χη καί δε­ύ­τε­ρη με­ρί­δα καί μέ δι­α­κο­νοῦ­σε μέ πολ­λή ἀ­γά­πη. Μέ συγ­κι­νοῦ­σε ἡ ἀ­γά­πη του».

   Μία ἀ­πό τίς φρον­τί­δες τοῦ γε­ρω–Συ­με­ών ἦ­ταν καί τά ζῶ­α τῆς Μο­νῆς. Πο­νοῦ­σε καί ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν γιά τά μου­λά­ρια πού κο­πία­ζαν συ­νέ­χεια με­τα­φέ­ρον­τας ξύ­λα, κη­που­ρι­κά ἤ δι­ά­φο­ρα ὑ­λι­κά γιά τίς ἀ­νάγ­κες τῆς Μο­νῆς. Ἄ­να­βε τά καν­δή­λια τοῦ πα­ρεκ­κλη­σί­ου τοῦ ἁ­γί­ου Μο­δέ­στου, προ­στά­του τῶν ζώ­ων, πού βρισκόταν στόν Ἀρ­σα­νᾶ τῆς Μο­νῆς, ἀ­κό­μη καί μέ ἀν­τί­ξο­ες και­ρι­κές συν­θῆ­κες. Προ­σευ­χόταν συ­νε­χῶς στόν Ἅ­γιο νά φυ­λά­η τά ζῶ­α ὑ­γι­ῆ. Ὑ­πέ­φε­ρε πο­λύ, ὅ­ταν τά ἔ­βλε­πε νά πά­σχουν. Ἡ ἀ­γά­πη του ὅ­μως ἐ­πε­κτε­ινόταν καί στά ἄλ­λα ζων­τα­νά, γά­τες ἤ που­λιά πού ὑ­πῆρ­χαν στήν Μο­νή. Ἡ σχέ­ση του ὅ­μως μέ τά ζῶ­α δέν εἶ­χε καμ­μί­α ὁ­μοι­ό­τη­τα μέ τίς «ζωολατρικές» τά­σεις πολ­λῶν συγ­χρό­νων. Ἔ­λε­γε κά­πο­τε σέ κά­ποι­ο ἀ­δελφό τῆς Μο­νῆς: «Τί χρει­ά­ζον­ται τό­σα γα­τιά; Νά τά δι­ώ­ξε­τε». Ὁ ἀ­δελ­φός τόν  ρώ­τη­σε τό­τε για­τί τά τα­ΐ­ζει, ἀ­φοῦ δέν τά θέ­λει. «Τί νά κά­νω, νά τά ἀ­φή­σω νά ψο­φή­σουν;», ἦ­ταν ἡ ἀ­πάν­τη­ση τοῦ γε­ρω–Συ­με­ών. Οὐ­δέ­πο­τε τά ἄγ­γι­ζε, οὔ­τε ἔ­χα­νε μά­ται­α τόν χρό­νο του ἀ­σχο­λο­ύ­με­νος μέ αὐ­τά. Τά προ­σέ­φε­ρε ὅ­μως τήν ἀ­πα­ρα­ί­τη­τη τρο­φή. Γι᾿ αὐ­τό τά ζῶ­α τόν ἀ­γα­ποῦ­σαν καί ὅ­ταν τόν ἔ­βλε­παν ἔ­τρε­χαν πί­σω του.

   Κάποτε ἐρ­χό­με­νοι πε­ζοί ἀ­πό τίς Κα­ρυ­ές πρός τήν Μο­νή ὁ γε­ρω Συ­με­ών μα­ζί μέ τόν ἅγιο Κα­θη­γο­ύ­με­νο π. Γε­ώρ­γιο καί τόν π. Ἰ­γνά­τιο ἔ­χα­σαν τόν δρό­μο μέ­σα στό δά­σος. Ἐ­πει­δή ἄρ­χι­σαν νά κου­ρά­ζων­ται, ὁ γε­ρω Συ­με­ών προ­θυ­μο­ποι­ή­θη­κε πα­ρά τά ἑ­βδο­μῆν­τα χρό­νια του νά ση­κώ­ση στόν ὦμο του καί το­ύς τρεῖς ντορ­βά­δες (τοῦ Γέροντα, τοῦ π. Ἰ­γνα­τί­ου καί τόν δι­κό του). Ἐ­κτός αὐ­τοῦ σάν μι­κρό παι­δί ἄρ­χι­σε νά τρέ­χη μπρο­στά τους καί νά το­ύς δε­ί­χνη τόν δρό­μο, μέ­χρις ὅ­του ἔ­φθα­σαν κοντά στό σπί­τι τοῦ δά­σους τῆς Μο­νῆς.

   Ὅ­ταν δι­α­κο­νοῦ­σε στό δά­σος τῆς Μο­νῆς, τήν πα­ρα­μο­νή τῆς ἑ­ορ­τῆς τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου στόν ὁ­ποῖ­ον τι­μᾶ­ται τό Ἐκ­κλη­σά­κι τοῦ Δα­σο­νο­μεί­ου, ἦρ­θαν οἱ πα­τέ­ρες γιά νά κά­νουν τήν πα­νή­γυ­ρη καί ὁ γε­ρω–Συ­με­ών πῆ­γε νά ἑ­τοι­μά­ση τό κέ­ρα­σμα. Ἡ κο­ύ­τα ὅ­μως μέ τά λου­κο­ύ­μια ἦ­ταν γε­μά­τη μυρ­μήγ­κια. Ἔ­τρε­ξε τό­τε ὁ γε­ρω Συ­με­ών στήν εἰ­κό­να τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου καί μέ εὐ­λά­βεια, πί­στη καί οἰ­κει­ό­τη­τα τόν πα­ρε­κά­λε­σε νά δι­ώ­ξη τά μυρ­μήγ­κια. Πῆ­ρε τρί­α λου­κο­ύ­μια τά ἔ­βα­λε σέ ἕ­να πι­α­τά­κι πα­ρα­δί­πλα καί εἶ­πε στά μυρ­μήγ­κια: «Νά φύ­γε­τε γρή­γο­ρα, για­τί ἔ­χε­τε νά κά­νε­τε μέ τόν υἱ­όν τῆς Βρον­τῆς». Σέ λί­γο μα­ζε­ύ­τη­καν ὅ­λα τά μυρ­μήγ­κια ἐ­κεῖ καί ἔ­λε­γε μέ χα­ρά ἀ­στε­ϊ­ζό­με­νος ὁ γε­ρω–Συ­με­ών: «Φο­βή­θη­καν τόν υἱ­όν τῆς Βρον­τῆς».  

   Ὅ­ταν κά­πο­τε ἔ­πρε­πε νά γί­νη ἀλ­λα­γή τοῦ Σταυ­ροῦ στόν κεν­τρι­κό τροῦλ­ο τοῦ Κα­θο­λι­κοῦ τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς, δύ­ο–τρεῖς πα­τέ­ρες χρει­ά­σθη­κε νά ἐρ­γά­ζων­ται ἐ­κεῖ ἐ­πί ἀρ­κε­τή ὥ­ρα μέ κίν­δυ­νο τῆς ζω­ῆς τους. Ὁ γε­ρω–Συ­με­ών τό­τε κλε­ί­σθη­κε στό κελ­λί του καί ἄρ­χι­σε νά κά­νη με­τά­νοι­ες μπρο­στά στά εἰ­κο­νί­σμα­τα μέ­χρι νά τε­λει­ώ­ση ἡ ἐρ­γα­σί­α, πα­ρα­κα­λών­τας τόν Θεό νά φυ­λά­η το­ύς πα­τέ­ρες.

   Ὅ­ταν ἦ­ταν κη­που­ρός βράχη­κε κά­ποι­α ἡ­μέ­ρα τό παν­τε­λό­νι του καί τό ἅ­πλω­σε γιά νά στε­γνώ­ση. Φύσηξε ὅ­μως ἀ­έ­ρας καί τό πῆ­ρε. Ἔ­ψα­ξε καί δέν τό εὕ­ρι­σκε. Πῆ­γε ἀ­μέ­σως στό Ἐκ­κλη­σά­κι τοῦ ἁ­γί­ου  Τρύ­φω­νος καί τόν πα­ρε­κά­λε­σε νά τοῦ φέ­ρη γρή­γο­ρα τό παν­τε­λό­νι, γιά νά μήν κα­τέ­βη στό Μο­να­στή­ρι ὅ­πως ἦ­ταν. Καί πράγ­μα­τι μό­λις βγῆ­κε ἔ­ξω εἶ­δε τό παν­τε­λό­νι του κρε­μα­σμέ­νο στήν θέ­ση του.

   Τόν Αὔ­γου­στο τοῦ 1977 ἐ­πέ­στρε­φε στήν Μο­νή ὁ γέροντας Γε­ώρ­γιος μέ με­ρι­κο­ύς πα­τέ­ρες. Ἔ­πια­σε ὅ­μως ἕ­νας πο­λύ δυ­να­τός μα­ΐ­στρος καί τό κα­ρα­βά­κι πού πλη­σί­α­σε στόν Ἀρ­σα­νᾶ δέν μπο­ροῦ­σε νά πι­ά­ση. Κιν­δύ­νευ­σαν νά πνι­γοῦν. Τά κύ­μα­τα σκέ­πα­σαν τά Ἀρ­σα­νό­σπι­τα καί περ­νοῦ­σαν πά­νω ἀ­πό τόν Ἅ­γιο Μόδεστο. Οἱ πα­τέ­ρες στό Κα­θο­λι­κό ἔ­κα­ναν Πα­ρά­κλη­ση μέ ἀ­γω­νί­α καί προ­σε­ύ­χον­ταν ἀ­πό τήν καρ­διά τους. Ὁ γε­ρω–Συ­με­ών ἔ­πε­σε πρη­νη­δόν μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου καί ἔ­κλαι­γε γο­ε­ρῶς μέ λυγ­μο­ύς πα­ρα­κα­λών­τας τόν Ἅ­γιο νά σώ­ση τόν Γέροντα καί το­ύς πα­τέ­ρες. Ὁ Ἅ­γιος ἔ­κα­νε τό θαῦ­μα του. Πῆ­ραν τό καν­τή­λι τοῦ Ἁ­γί­ου καί μέ δυ­σκο­λί­α ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ δυ­να­τοῦ ἀ­έ­ρα τό ἔρ­ρι­ξαν στήν θά­λασ­σα. Σέ λί­γο ἡ θά­λασ­σα κό­πα­σε καί σώ­θη­καν οἱ πα­τέ­ρες.

   Στίς με­γά­λες πυρ­κα­γι­ές τοῦ 1990, πού ἀ­πο­τε­φρώ­θη­κε με­γά­λο μέ­ρος τοῦ Ἁ­γι­ο­ρε­ί­τι­κου δά­σους, μία­ ὁ­μά­δα ἀ­πό ἀ­δελ­φο­ύς τῆς Μο­νῆς, με­τα­ξύ τῶν ὁ­πο­ί­ων καί ὁ γε­ρω–Συ­με­ών, βρι­σκό­ταν στήν πε­ρι­ο­χή ”ψόφια βό­δια­”, στήν ὁ­πο­ί­α ἐ­κε­ί­νη τήν στιγμή πλη­σί­α­ζε τό μέ­τω­πο τῆς φω­τιᾶς. Στό ση­μεῖ­ο ἐ­κεῖ­νο βρίσκον­ταν ὁ τό­τε ἀρ­χη­γός τοῦ Γ΄ Σώματος Στρα­τοῦ, ὁ τό­τε Ὑ­πουρ­γός Μα­κε­δο­νί­ας–Θρά­κης, πολ­λοί στρα­τι­ῶ­τες, δα­σο­πυ­ρο­σβέ­στες καί μο­να­χοί. Με­τά ἀ­πό ἀ­πό­το­μη ἔ­ξαρ­ση τῆς φω­τιᾶς, μί­α πύ­ρι­νη γλῶσ­σα πέ­ρα­σε ἀ­νά­με­σα ἀ­πό τό συγ­κεν­τρω­μέ­νο πλῆ­θος καί προ­σέ­βα­λε τό ἑ­πό­με­νο τμῆ­μα τοῦ δά­σους. Ἀ­ναγ­κά­σθη­καν τό­τε ὅ­λοι νά φύ­γουν ἀ­πό ἐ­κεῖ. Μόνο ὁ γε­ρω–Συ­με­ών πα­ρέ­μει­νε λέ­γον­τας το­ύς χαι­ρε­τι­σμο­ύς τῆς Πα­να­γί­ας καί δέν θά ὑ­πο­χω­ροῦ­σε ἀ­πό τόν ἤ­δη πλημ­μυ­ρι­σμέ­νο μέ κα­πνο­ύς τό­πο, ἄν δέν τόν τρα­βοῦ­σε μέ βί­α κά­ποι­ος ἀ­δελ­φός.

   Τίς νύ­χτες στό κελ­λί του ἀ­γρυ­πνοῦ­σε ὄρ­θιος, κά­νον­τας με­τά­νοι­ες καί προ­σευ­χές. Εἶ­χε ἁ­πλό­τη­τα παι­δι­κή καί αὐ­θόρ­μη­τα ἐ­πι­κα­λοῦν­ταν μέ ὄ­μορ­φους χα­ρα­κτη­ρι­σμο­ύς το­ύς Ἁ­γί­ους. Π.χ. «Βρέ παλ­λη­κά­ρι μου», ἔ­λε­γε στόν ἅ­γιο Δη­μή­τριο, «σέ πα­ρα­κα­λῶ κά­νε μου τήν χά­ρη».

   Κάποτε τρεῖς προ­σκυ­νη­τές ξε­κί­νη­σαν γιά τόν Ἅ­γιο Θε­ο­λό­γο. Ὁ γε­ρω–Συ­με­ών ἑ­τοι­μα­ζό­ταν κι αὐ­τός, ἀλ­λά το­ύς εἶ­πε νά μήν τόν πε­ρι­μέ­νουν: «Φύγετε καί ἔρ­χο­μαι καί ἐ­γώ». Πε­ρί­που με­τά ἀ­πό μί­α ὥ­ρα πο­ρε­ί­ας ἔ­φθα­σαν καί βρῆ­καν τόν γε­ρω–Συ­με­ών ξα­πλω­μέ­νο δί­πλα στόν δρό­μο πά­νω σ᾿ ἕ­να βρά­χο. Πότε καί ἀ­πό ποῦ πέ­ρα­σε, ἀ­φοῦ δέν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λος δρό­μος;

   Κάποτε ἔ­πε­σε λι­πό­θυ­μος μέ­σα στήν τρά­πε­ζα. Ὁ για­τρός τῆς Μο­νῆς τόν βρῆ­κε ξα­πλω­μέ­νο ὕ­πτιο στό δά­πε­δο. Ἡ πί­ε­σή του ἦ­ταν πο­λύ χα­μη­λή καί ὁ σφιγ­μός του ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νος. Πα­ρά ταῦ­τα, ὅ­ταν συ­νῆλ­θε εἶ­χε πο­λύ εὔ­θυ­μη δι­ά­θε­ση καί δέν δε­χό­ταν καμ­μί­α βο­ή­θεια. Θέλησαν νά φέ­ρουν φο­ρεῖ­ο νά τόν πά­ρουν στό κελ­λί του καί δέν δέ­χθη­κε: «Δέν μπο­ροῦν ὁ Χρι­στός καί ἡ Πα­να­γί­α νά μέ βο­η­θή­σουν;», εἶ­πε μέ βε­βαι­ό­τη­τα· καί κά­νον­τας μί­α προ­σπά­θεια ση­κώ­θη­κε καί πῆ­γε στό κελ­λί του.

   Οὐ­δέ­πο­τε δέ­χθη­κε τήν πα­ρα­μι­κρή βο­ή­θεια καί ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­ση, οὔτε ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό ἀ­πό κα­νέ­ναν.  Οὐ­δέ­πο­τε χρη­σι­μο­πο­ί­η­σε ζῶ­ο. Στό βου­νό ἀ­νέ­βαι­νε μέ τά πό­δια γιά ἄ­σκη­ση πα­ρά τήν ἡ­λι­κί­α του.

   Πα­ρα­κα­λοῦ­σε πάν­το­τε νά πε­θά­νη ὄρ­θιος, γιά νά μή κου­ρά­ση κα­νέ­ναν. Γι᾿ αὐ­τό, ἄν καί πολ­λο­ύς μῆ­νες πρίν ἀ­πό τόν θά­να­τό του ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πό σο­βα­ρή ἀ­σθέ­νεια τῶν σπλάγ­χνων καί ἔ­χα­νε πο­λύ αἷ­μα, ἀ­πέ­φευ­γε νά τό κοι­νο­ποι­ή­ση. Ἡ με­γά­λη ἐ­ξάν­τλη­ση πού εἶ­χε, δέν μπο­ροῦ­σε νά νι­κή­ση τήν παλ­λη­κα­ριά του καί τήν με­γά­λη ἐλ­πί­δα του καί ἐμ­πι­στο­σύ­νη του στόν Χρι­στό καί στήν Πα­να­γί­α, οἱ ὁ­ποῖ­οι, ἄν ἤ­θε­λαν, ὅ­πως ἔ­λε­γε, μπο­ροῦ­σαν νά τόν βο­η­θή­σουν. Μέ αὐ­τήν λοι­πόν τήν ψυ­χι­κή δι­ά­θε­ση πά­λευ­ε ἐ­πί πο­λύ και­ρό, χω­ρίς νά κου­ρά­ζη κα­νέ­ναν. Τε­λι­κά δέν ἄν­τε­ξε· πα­ρα­δό­θη­κε καί μή θέ­λον­τας στο­ύς ἀ­δελ­φούς­ του. Πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ὅ­μως ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α πού εἶ­χε καί πα­ρέ­μει­νε λί­γες μό­νο ἡ­μέ­ρες στό κρεβ­βά­τι. Εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε γιά τίς πε­ρι­ποι­ή­σεις καί εὐ­χό­ταν γιά το­ύς δι­α­κο­νη­τές του.

   Τήν προ­πα­ρα­μο­νή τοῦ θα­νά­του του κά­ποι­ος ἀ­δελ­φός τόν ἐ­ρώ­τη­σε: «Πάτερ Συ­με­ών, ποῦ βρί­σκε­σαι;». Ση­μει­ω­τέ­ον ὅ­τι, λό­γῳ τῆς αἱ­μορ­ρα­γί­ας καί τῆς κα­κῆς αἱ­μα­τώ­σε­ως τοῦ ἐγ­κε­φά­λου, ἔ­χα­νε πο­λύ συ­χνά τόν προ­σα­να­το­λι­σμό του στό χῶ­ρο. Τότε αὐ­τός ἀ­πήν­τη­σε: «Βρί­σκο­μαι στόν Χρι­στό». Ὅ­ταν ὁ  συ­νο­μι­λη­τής του ἐ­πα­νέ­λα­βε τήν ἐ­ρώ­τη­ση κά­πως τρο­πο­ποι­η­μέ­νη: «Ποῦ βρί­σκε­σαι, στήν Ἀ­θή­να ἤ στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη;», ὁ γε­ρω–Συ­με­ών ἀ­πήν­τη­σε: «Εἴ­τε στήν Ἀ­θή­να εἶ­σαι εἴ­τε στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, ση­μα­σί­α ἔ­χει νά εἶ­σαι στόν Χρι­στό». Αὐ­τά ἦ­ταν καί τά τε­λευ­ταῖ­α λό­για του. Τήν ἑ­πο­μέ­νη ἡ­μέ­ρα βυ­θί­στη­κε σέ λή­θαρ­γο καί τά με­σά­νυ­χτα τῆς πα­ρα­μο­νῆς τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀν­δρέ­α (πο­λι­ο­ύ­χου τῆς ἰ­δι­αι­τέ­ρας του πα­τρί­δος) μέ τό πα­λαιό ἡ­με­ρο­λό­γιο, καί τοῦ ἁγ. Σπυ­ρί­δω­νος (τό κα­τά κό­σμον ὄ­νο­μά του) μέ τό νέ­ο ἡ­με­ρο­λό­γιο, πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή του στόν Κύριο, τόν ὁ­ποῖ­ον ἀ­πό μι­κρό παι­δί ἀ­γά­πη­σε καί γιά τόν ὁ­ποῖ­ο μέ πολ­λή αὐ­το­θυ­σί­α ἀ­γω­νί­σθη­κε.    

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα           

Σχετικά