ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

15 Οκτωβρίου 2022 · 7 λεπτά

    Έἶ­πε ὁ Γέ­ρων Σω­φρό­νιος, ὁ μα­θη­τής τοῦ ὁ­σί­ου Σι­λουα­νοῦ: «Δέν εἶ­μαι οὔ­τε Ἕλ­λην οὔ­τε Ρῶσ­σος, εἶ­μαι Ἁ­γι­ο­ρεί­της».

«Ἔ­χω 60 χρό­νια πού φο­ρῶ τά ρά­σα. Πάν­το­τε, ὅ­ταν συ­ναν­τῶ Ὀρ­θό­δο­ξο Χρι­στια­νό ἤ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε ἄν­θρω­πο, βά­ζω τό κε­φά­λι μου κά­τω ἀ­πό τά πό­δια του». (Δη­λα­δή ἐ­τα­πεί­νω­νε τόν ἑ­αυ­τό του, θε­ω­ρών­τας ὅ­τι εἶ­ναι κα­τώ­τε­ρος ἀ­πό τόν ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε)

«Θε­ο­λο­γί­α εἶ­ναι τό πε­ρι­ε­χό­με­νο τῶν προ­σευ­χῶν μας».

«Κά­θε ἐμ­πα­θής λο­γι­σμός συν­δέ­ε­ται μέ τήν ὕ­λην καί πάν­το­τε ἔ­χει μία μορ­φή, ἕ­να εἶ­δος· ἂν αὐ­τό τό εἶ­δος δέν τό δέ­χε­ται ἡ καρ­δί­α μας, τό πά­θος στα­μα­τᾶ. Ἀλ­λά κά­πο­τε στάς ἀρ­χάς ἡ μά­χη πρέ­πει νά εἶ­ναι σῶ­μα μέ σῶ­μα».

   «Ὁ γε­ρω Σι­λουα­νός ἔ­λε­γε, ἀλ­λά ἦ­ταν ἀ­πα­θής: “Ἐ­άν μᾶς ἐ­νο­χλῆ λο­γι­σμός, ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε ἐ­λεύ­θε­ροι νά ἀ­πο­βάλ­λου­με τόν λο­γι­σμόν αὐ­τόν καί νά ἔ­χου­με τόν νοῦν μας σέ ἄλ­λο πρᾶγ­μα”. Δέν ὑ­πῆρ­χε αἰχ­μα­λω­σί­α λο­γι­σμῶν στόν γε­ρω Σι­λουα­νό. Ἐρ­χό­ταν λο­γι­σμός κα­κός καί αὐ­τός σκε­φτό­ταν ἄλ­λο πρᾶγ­μα. Αὐ­τός τό μπο­ροῦ­σε. Ἐ­νῶ ἄλ­λοι εἶ­ναι σάν δοῦ­λοι».

«Τό νά γί­νη κα­νε­ίς μέ τήν συ­νει­δη­τή κα­τά­στα­ση (συνειδητά) πι­στός Χρι­στια­νός, αὐ­τό εἶ­ναι βα­θύ­τε­ρο τοῦ πα­ρόν­τος αἰ­ῶ­νος. Ἐ­μεῖς οἱ Χρι­στια­νοί εὑ­ρι­σκό­με­θα σέ με­γά­λο πό­λε­μο».

«Οἱ Πα­τέ­ρες τοῦ Δ’ αἰ­ῶ­νος μᾶς ἄ­φη­σαν με­ρι­κές προ­φη­τεῖ­ες, ὅ­τι δη­λα­δή στά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἡ σω­τη­ρί­α θά εἶ­ναι συν­δε­δε­μέ­νη μέ τήν βα­θεῖ­αν θλῖ­ψιν».

«Πρέ­πει κα­νε­ίς νά ἀ­πο­φα­σί­ση νά πε­ρά­ση ἀ­πό το­ύς πει­ρα­σμο­ύς, ὁ­μο­ί­ους πρός το­ύς πει­ρα­σμο­ύς τῶν πρώ­των αἰ­ώ­νων. Ὅ­λοι οἱ μάρ­τυ­ρες τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ ἐ­σφά­γη­σαν. Ὡς ἐκ το­ύ­του  πρέ­πει νά εἴ­μα­στε ὅ­λοι ἕ­τοι­μοι νά ὑ­πο­με­ί­νω­με τό πᾶν».

«Ἡ με­γα­λύ­τε­ρη κα­τα­στρο­φή στόν κό­σμο σή­με­ρα γί­νε­ται ἀ­πό τήν ἐ­πι­στή­μη τῆς ψυ­χο­λο­γί­ας. Δι­ό­τι ἡ ἐ­πι­στή­μη αὐ­τή δέν μπο­ρεῖ νά ἔ­χη τήν βά­ση τῆς ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως τοῦ Θε­οῦ· ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι “κατ᾿ εἰ­κό­να καί καθ᾿ ὁ­μο­ί­ω­σιν Θε­οῦ”».

«Νά μή ζη­τοῦ­με νά ξε­χά­σου­με τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα γύ­ρω μας, ἀλ­λά σέ κά­θε πε­ρί­πτω­ση νά ἐ­νερ­γοῦ­με καί νά ἀν­τι­δροῦ­με μέ τό πνεῦ­μα τοῦ Χρι­στοῦ».

«Ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε ἀ­πό μᾶς καί ὁ­ποι­α­δή­πο­τε στιγμή ἔ­χου­με ἀ­πό­λυ­τον ἀ­νάγ­κην νά μήν ἀ­πο­μα­κρυν­θῆ ἀ­πό μᾶς ἡ χά­ρις τοῦ Χρι­στοῦ, ἡ χά­ρις τοῦ Ἁ­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος, πού ἀ­πο­κτᾶ­ται μέ πό­νο. Προ­σευ­χόμα­στε πρωΐ, προ­σευ­χό­μα­στε τό βρά­δυ, προ­σευ­χόμα­στε κά­θε στιγμή, ὁ­πό­τε ἔ­χο­υμε τήν δυ­να­τό­τη­τα νά ποῦ­με: “Κύριε, μή μέ ξε­χά­σης, μήν ἀ­πο­μα­κρυν­θῆς· Κύριε, βο­ή­θη­σόν με­”».

«Εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νά δι­α­βά­ζου­με τό Εὐ­αγ­γέ­λιο, αὐ­τό τό μο­να­δι­κό βι­βλί­ο. Τότε τό πνεῦ­μα μας δη­μι­ουρ­γεῖ­ται σύμ­φω­να μέ τόν λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Ὁ νοῦς μας συ­νη­θί­ζει νά ζῆ σύμ­φω­να μέ τόν λό­γο τοῦ Θε­οῦ, καί ὅ­ταν ζοῦ­με ἀρ­κε­τά χρό­νια μέ αὐ­τήν τήν ἐ­πι­θυ­μί­αν, νά ζή­σου­με σύμ­φω­να μέ τό πνεῦ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, τό­τε ἀ­νε­παι­σθή­τως ἀρ­χί­ζο­υμε νά σκε­πτώ­μα­στε ἐν τῷ Πνε­ύ­μα­τι τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τή ἡ μέ­θο­δος, νά ἐ­νερ­γοῦ­με δη­λα­δή μέ τήν δύ­να­μιν τοῦ Θε­οῦ σέ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε πε­ρί­πτω­ση, σύμ­φω­να μέ τό πνεῦ­μα τοῦ Χρι­στοῦ καί τάς ἐν­το­λάς, θά μᾶς κά­νει νά συ­νη­θί­σουμε νά ἀν­τι­δρᾶ ὁ νοῦς μας καί ἡ καρ­δί­α μας στά πράγ­μα­τα, ὅ­πως τό θέ­λει ὁ Χρι­στός. Εἶ­ναι κα­τα­πλη­κτι­κό νά σκέ­φτε­ται ὁ μι­κρός ἄν­θρω­πος ὅ­πως ὁ δη­μι­ουρ­γός αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου».

«Ἐάν ἀρ­χί­σου­με νά σκε­πτώμα­στε εἰς αὐ­τήν τήν ζω­ήν κα­τά τόν τρό­πο πού μᾶς λέ­γει ὁ Χρι­στός, μπα­ί­νο­με ἀ­νε­παι­σθή­τως εἰς τήν σφαῖ­ραν τοῦ θε­ί­ου νο­ός καί ἀ­πο­κτοῦ­με ἐ­πί­γνω­σιν τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ, ἡ ὁ­πο­ί­α εἶ­ναι ἡ αἰ­ώ­νιος ζωή».

«Πῶς γί­νε­ται ὁ πι­στε­ύ­ων εἰς τόν Χρι­στόν νά μήν πε­θά­νη; Ποι­ός δέν πέ­θα­νε; Ἐάν ἐ­μεῖς θά συ­νε­χί­σουμε νά ζοῦ­με μέ τό πνεῦ­μα τῶν ἐν­το­λῶν, ὅ­ταν πε­θάνουμε,  αὐ­τός ὁ χω­ρι­σμός τῆς ψυ­χῆς μας δέν ἀ- ­φαι­ρεῖ ἀ­πό τήν ψυ­χή τήν χά­ριν τοῦ Θε­οῦ. Καί ἡ ψυ­χή κα­τό­πιν δέν κα­τα­λα­βα­ί­νει ὅ­τι πέ­θα­νε, ἀλ­λά περ­νᾶ διά μέ­σου τοῦ θα­νά­του, ἤ ὅ­πως λέ­γει τό Εὐ­αγ­γέ­λιο ἐκ τοῦ θα­νά­του εἰς τήν ζω­ήν».

«Τό δύ­σκο­λο στήν δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι τό  ὅ­τι, ὅ­ταν  προ­σπα­θή­σου­με  νά ζή­σου­με  σύμφω­να μέ τόν λό­γον τοῦ Χρι­στοῦ, οἱ πό­νοι μας, τά πα­θή­μα­τά μας αὐ­ξά­νουν. Καί ἐ­μεῖς οἱ Χρι­στια­νοί ζοῦ­με μέ με­γα­λύ­τε­ρο πό­νο ἀ­πό το­ύς ἄλ­λους πού δέν πι­στε­ύ­ουν. Καί ἐ­άν δέν ὑ­πῆρ­χε Ἀ­νά­στα­σις καί πέ­ραν τοῦ τά­φου ζωή, θά ἤ­μα­σταν ἐ­λε­ει­νό­τε­ροι πάν­των, δι­ό­τι κα­νέ­νας  στόν κό­σμο δέν πο­νεῖ τό­σο βα­θιά καί τό­σο  πο­λύ ὅ­πως ὁ Χρι­στια­νός».

«Ὅ­ταν ἐ­μεῖς μπα­ί­νου­με μέ­σα στήν Χρι­στι­α­νι­κήν ζω­ήν, ὅ­λος ὁ κό­πος, ὅ­λη ἡ ἄ­σκη­σή μας εἶ­ναι νά ἀν­τι­δροῦ­με μέ τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ ἀ­κό­μη καί στο­ύς ἐ­χθρο­ύς μας. Αὐ­τό εἶ­ναι τό μαρ­τύ­ριο τοῦ Χρι­στια­νοῦ».

«Ἡ ση­με­ρι­νή ζωή γιά μᾶς εἶ­ναι κά­θε στιγμή ἡ κρί­σις τοῦ Θε­οῦ. Ὁ­πό­τε, ἐ­άν κά­να­με σύμ­φω­να μέ τάς ἐν­το­λάς τοῦ Χρι­στοῦ, ἔρ­χε­ται ἡ χά­ρις τοῦ Ἁ­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος, ὅ­ταν ὅ­μως πα­ρα­βα­ί­νου­με, ἔ­στω καί ὀ­λί­γον τόν νό­μον τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ, μᾶς ἐγκα­τα­λε­ί­πει ὁ Θε­ός καί πα­θα­ί­νου­με αὐ­τήν τήν ἐγ­κα­τά­λει­ψιν πού οἱ ἄλ­λοι δέν γνω­ρί­ζουν, οὔ­τε κἄν κα­τα­λα­βα­ί­νουν τί θά πεῖ ἐγ­κα­τά­λει­ψις ἀ­πό τόν Θε­όν».

«Τό ἀν­θρώ­πι­νον πνεῦ­μα εἶ­ναι εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ. Δέν μπο­ρεῖ νά στα­μα­τή­ση τό πνεῦ­μα μας μέ­χρις ὅ­του φθά­σου­με τήν τε­λει­ό­τη­τα».

«Δέν σκε­πτό­μα­στε ἐ­μεῖς νά ἀλ­λά­ξου­με τόν κό­σμο. Ἐ­μεῖς σκε­πτόμα­στε νά λά­βου­με τήν δύ­να­μιν ἀ­πό τόν Θε­όν  νά ἀν­τι­δροῦ­μεν εἰς ὅ­λας τάς περιπτώσεις μέ ἀ­γά­πη».

«Ὅ­ταν ἔρ­χε­ται ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ, ἡ­μεῖς ἤ­δη ἀ­πό ἐ­δῶ ζοῦ­με τήν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα».

«Ἄν­θρω­πος, ὁ ὁ­ποῖ­ος δέν ἔ­χει πνεῦ­μα Θε­οῦ, δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­γα­πᾶ το­ύς ἐ­χθρο­ύς. Αὐ­τός ἀν­τι­δρᾶ μέ βί­α∙ ὁ Χρι­στια­νός ὅμως δι­α­φο­ρε­τι­κά».

«Τό  κυ­ρι­ώ­τε­ρο πρᾶγ­μα  εἶ­ναι νά  ἀ­πο­κτή­σου­με τήν χά­ριν τοῦ Ἁ­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος, ἡ ὁ­πο­ί­α θά ἀλ­λά­ξει τήν ζωή μας, πρῶ­τα μέ­σα μας, ὄ­χι ἀπ᾿ ἔ­ξω. Θά ζή­σου­με στό ἴ­διο σπί­τι, με­τα­ξύ τῶν ἰ­δί­ων ἀν­θρώ­πων, ἀλ­λά ἡ ζωή μας θά εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή. Τοῦ­το ὅ­μως εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον, ἐ­άν ἐ­μεῖς δέν βρί­σκο­υμε και­ρό νά προ­σευ­χώ­μα­στε μέ ζῆ­λο, μέ κλά­μα, μέ πό­νο· νά ζη­τοῦ­με τήν εὐ­λο­γί­αν τοῦ Θε­οῦ ἀ­πό τό πρωΐ, ὥ­στε τό πνεῦ­μα αὐ­τό τῆς προ­σευ­χῆς νά μᾶς ὁ­δη­γῆ ὅ­λην τήν ἡ­μέ­ραν».

«Ὅ­ποι­ος δέν θέ­λει τόν Σταυ­ρόν του, δέν μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι ἄ­ξιος τοῦ Χρι­στοῦ ἤ νά εἶ­ναι μα­θη­τής Αὐ­τοῦ. Τά βά­θη τοῦ Θε­ί­ου ὄν­τος ἀ­νο­ί­γον­ται στόν Χρι­στια­νό, πρό παν­τός ὅ­ταν εἶ­ναι ἐ­σταυ­ρω­μέ­νος ἐξ αἰ­τί­ας Αὐ­τοῦ.  Προ­σπα­θοῦ­με νά κά­νου­με ὅ,τι εἶ­πε ὁ Χρι­στός, καί βρί­σκου­με τόν ἑ­αυ­τό μας ἐ­πά­νω στόν Σταυ­ρό, ὁ ὁ­ποῖ­ος Σταυ­ρός εἶ­ναι ἡ κα­θέ­δρα τῆς ἀ­λη­θι­νῆς Θε­ο­λο­γί­ας, ὅ­πως εἶ­πε ἕ­νας Ἐ­πί­σκο­πος».

«Ἡ δι­ά­κρι­σις τῶν λο­γι­σμῶν εἶ­ναι ὁ στέ­φα­νος τῆς πο­λυ­χρο­νί­ου ἀ­σκή­σε­ως. Στήν ἀρχή γιά νά ἀ­πο­φύ­γου­με το­ύς πει­ρα­σμο­ύς ρω­τᾶ­με το­ύς Πνευ­μα­τι­κο­ύς. Σέ ἕ­ναν Πνευ­μα­τι­κόν εἶ­ναι εὐ­κο­λώ­τε­ρο νά δι­α­κρί­νη, ὄ­χι μό­νο λό­γῳ τῆς ἐμ­πει­ρί­ας του, ἀλ­λά καί τῆς θέ­σε­ώς του. Ἐ­κε­ί­νη τήν στιγ­μήν δέν πο­λε­μᾶ­ται ἀ­πό τό πά­θος, καί ὡς ἐκ το­ύ­του εἶ­ναι δι­α­τε­θει­μέ­νος χω­ρίς πά­θος νά δι­α­κρί­νη ἀ­πό ποῦ προ­έρ­χε­ται ὁ λο­γι­σμός».

«Ἡ με­γά­λη τρα­γω­δί­α τοῦ Χρι­στι­α­νι­κοῦ λα­οῦ εἶ­ναι πού δέν δύ­ναν­ται νά βροῦν Πνευ­μα­τι­κό. Δέν μπο­ροῦ­με νά ποῦ­με ὅ­τι καί μεῖς (ὁ λα­ός) εἴ­με­θα ἀ­θῶ­οι. Καί ἐκ μέ­ρους μας (τοῦ λα­οῦ) ὑ­πάρ­χει κά­τι πού πα­ρεμ­πο­δί­ζει τήν ἐμ­φά­νι­ση Πνευ­μα­τι­κῶν, δι­ό­τι οἱ ἄν­θρω­ποι ἀν­θί­σταν­ται στά λό­για τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ».

«Ἡ κο­σμι­κή ζωή ἐ­πη­ρε­ά­ζει κα­θέ­ναν ἀ­πό ἐ­μᾶς καί τό νά δι­α­κρί­νης αὐ­τό εἶ­ναι με­γά­λη ἐ­πι­στή­μη. Ἀλ­λά ὅ­ποι­ος ἐ­γνώ­ρι­σε πῶς ἐ­νερ­γεῖ ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ, ἀρ­χί­ζει νά κα­τα­λα­βα­ί­νη ἀ­μέ­σως. Ὁ γέ­ρων Σι­λουα­νός ἔ­λε­γε ”κα­τά τήν γεῦ­σι­ν”.  Ὅ­ποι­ος ἔ­χει γευθῆ τήν  χά­ριν τοῦ Θε­οῦ  καί συ­νή­θι­σε μέ τήν  χά­ριν τοῦ Θε­οῦ, ἔ­χει αὐ­τήν τήν γεῦ­σιν».

«Ἡ πεῖ­ρα τῶν αἰ­ώ­νων ἀ­πέ­δει­ξε ὅ­τι, ἐ­άν ἕνα παι­δί ἔ­χη ἀ­να­τρο­φή πνευ­μα­τι­κή ἀ­πό τήν οἰ­κο­γέ­νεια, ἀ­πό τήν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α, μπο­ρεῖ νά δε­χθῆ τήν χά­ρι τοῦ Θε­οῦ σέ τέ­τοι­ο  βαθμό, πού μό­νον οἱ τέ­λει­οι ἔ­χουν».

«Πάντως, ὅ­ταν ἔ­χου­με μῖ­σος, ὅ­ταν κα­τα­κρί­νου­με το­ύς ἄλ­λους, ὅ­ταν εἴ­μα­στε ἀ­χά­ρι­στοι καί γιά τήν ζωή μας καί ὅ­λα τά βλέ­που­με στρα­βά, βέ­βαι­α ἀ­πό τόν ἐ­χθρό εἶ­ναι, δι­ό­τι, ἄν τά βλέ­πα­με μέ τά μά­τια τῆς χά­ρι­τος, τό­τε ὁ ἄν­θρω­πος, λέ­νε οἱ πα­τέ­ρες, ζῆ στόν κό­σμο σάν νά ὑ­πάρ­χη μό­νο ὁ Θε­ός καί αὐ­τός».

«Ὁ Χρι­στός στά πά­θη του δέν ἔ­βλε­πε το­ύς ἀν­θρώ­πους τί τοῦ κά­νουν, ἀλ­λά ἔ­βλε­πε μό­νο τόν Πα­τέ­ρα. Καί ἄν ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χη πάν­το­τε αὐ­τήν τήν στά­ση ἀ­πέ­ναν­τι τοῦ Θε­οῦ, δέν ἐ­ρε­θί­ζε­ται, οὔ­τε δί­νει με­γά­λη ση­μα­σί­α στό ποι­ός τοῦ κά­νει τό ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε κα­κό. Πίνει τό πο­τή­ριο, συ­σταυ­ρώ­νε­ται μέ τόν Χρι­στό καί σκέ­φτε­ται μό­νο τόν Πα­τέ­ρα».

«Ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ζωή ἔ­ξω ἀ­πό τόν Χρι­στόν φα­ί­νε­ται ἄ­νο­στη, πλη­κτι­κή, μα­ύ­ρη. Καί ὅ­ταν γευ­θῆ καί τήν χά­ριν καί τήν γνῶ­σιν τοῦ Χρι­στοῦ ὁ ἄν­θρω­πος, ἔ­πει­τα ἔρ­χε­ται ἡ ἔμ­πνευ­σις, πού δέν τόν ἐγ­κα­τα­λε­ί­πει οὔ­τε στά πα­θή­μα­τα οὔ­τε στίς ἀρ­ρώ­στι­ες οὔ­τε στήν δό­ξα».

   Ἐ­πι­σκέ­φθη­κε τόν γέ­ρον­τα Σω­φρό­νιο μία γυ­ναῖ­κα ἀ­πό τήν Ἑλ­λά­δα. Χω­ρίς νά τήν γνω­ρί­ζη τήν ρώ­τη­σε: «Δι­ά­βα­σες τόν βί­ο τοῦ πο­λυ­ά­θλου Ἰώβ; Νά τόν δι­α­βά­σης κα­λά, για­τί καί σύ θά πε­ρά­σεις πολ­λά». Πράγ­μα­τι δι­έ­γνω­σε τό πρό­βλη­μά της καί μέ­χρι σή­με­ρα περ­νᾶ μαρ­τύ­ρια ἀ­πό τήν κό­ρη της.

   Συμ­βο­ύ­λευ­σε νέ­ο μοναχό πού ἡ­σύ­χα­ζε μό­νος του: «Ἄν δέν πο­νᾶ ἡ καρ­διά σου γιά τόν κό­σμο, μήν κά­θε­σαι στήν ἔ­ρη­μο μό­νος σου. Ἡ­συ­χί­α δέν εἶ­ναι νά κά­θε­σαι καί νά με­λε­τᾶς μό­νος σου. Πρέ­πει νά πο­νᾶ ἡ καρ­διά σου καί νά αἰ­σθά­νε­σαι τε­λευ­ταῖ­ος. Το­ύς του­ρί­στες πού ἔρ­χον­ται μήν το­ύς δι­ώ­χνης. Εἶ­ναι σάν τά μι­κρά παι­διά πού ἔρ­χον­ται νά βροῦν λί­γη χα­ρά. Νά προ­σε­ύ­χε­σαι γι᾿ αὐ­το­ύς. Πιό πολ­λά θά κερ­δί­σεις ἀ­πό τήν προ­σευ­χή πα­ρά ἀ­πό τήν ἡ­συ­χί­α».             

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα    

Σχετικά