ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

16 Μαΐου 2021 · 3 λεπτά

Ο γε­ρω–Δαυ­ΐδ ὁ Καυ­σο­κα­λυ­βί­της, ἂν καί ἦ­ταν φι­λά­σθε­νος, τήν Δευ­τέ­ρα, Τε­τάρ­τη καί Πα­ρα­σκευή δέν ἔ­τρω­γε τί­πο­τε, ἐ­νῶ κά­θε 15 μέ­ρες οὔ­τε καί τήν Πέμ­πτη. Ἔ­κα­νε δη­λα­δή τρι­ή­με­ρο ἀ­νά δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες. Ἔ­ζη­σε 95 χρό­νια καί ὥς τό τέ­λος του ἔ­κα­νε με­τά­νοι­ες.  

Ο γε­ρω–Δη­μή­τριος ὁ Ἁ­γι­ο­παυ­λί­της ἦ­ταν Ἀν­τι­πρό­σω­πος τῆς Μο­νῆς. Ὅ­ταν ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­νε μέ τά πό­δια Δάφ­νη–Κα­ρυ­ές, ἔ­λε­γε δε­κα­τρεῖς φο­ρές τούς χαι­ρε­τι­σμούς τῆς Πα­να­γί­ας ἀπ᾿ ἔ­ξω. 

Ο πα­πα–Δη­μή­τρης ὁ Γρη­γο­ρι­ά­της ἦ­ταν ἐ­νά­ρε­τος καί λει­τουρ­γοῦ­σε κά­θε μέ­ρα, ἄν καί εἶ­χε ὑ­περ­με­γέ­θη κή­λη πού τόν δυ­σκό­λευ­ε πο­λύ. Τόν ἐ­ξέ­λε­ξαν Ἡ­γο­ύ­με­νο, ἀλ­λά πα­ρη­τή­θη τῆς ἡ­γου­με­νί­ας, ἐ­πει­δή τόν ἐμ­πό­δι­ζε στό νά λει­τουρ­γῆ κά­θε μέ­ρα. 

Ο γε­ρω–Δη­μή­τριος ὁ Γρη­γο­ρι­ά­της γεν­νή­θη­κε στήν Μεσ­ση­νί­α τό ἔ­τος 1930. Στήν Μο­νή Γρη­γο­ρί­ου κοι­νο­βί­α­σε τό 1953. Ἦ­ταν ὑ­πό­δειγ­μα τε­λε­ί­ας ὑ­πα­κο­ῆς στόν Ἡ­γο­ύ­με­νο, ἀλ­λά καί σέ ὅ­λους το­ύς ἀ­δελ­φο­ύς. Τό πρό­σω­πό του ἦ­ταν χα­ρι­έ­στα­το, εἰ­ρη­νι­κό καί φω­τει­νό.    

Ἦ­ταν τε­λε­ί­ως ἀ­γράμ­μα­τος, με­γά­λος ἀ­γω­νι­στής, πο­λύ ἁ­πλός καί τα­πει­νός, ἅ­γιος ἄν­θρω­πος. Κάποτε τόν ρώ­τη­σαν οἱ πα­τέ­ρες πῶς νά νι­κή­σουν τόν ἐ­γω­ϊ­σμό καί το­ύς ἀ­πάν­τη­σε: «Δέν ξέ­ρω τί εἶ­ναι αὐ­τό τό πρᾶγ­μα. Ρω­τῆστε τόν Ἡ­γο­ύ­με­νο». 

Ὅ­λη τή νύ­χτα ἀ­γρυ­πνοῦ­σε. Οἱ πα­τέ­ρες πού ἔ­με­ναν στά δι­πλα­νά κελ­λιά τόν ἄ­κου­γαν νά κά­νη με­τά­νοι­ες, νά προ­σε­ύ­χε­ται καί, ὅ­ταν ὁ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κός δέν ξυ­πνοῦ­σε στήν ὥ­ρα του, πή­γαι­νε αὐ­τός καί τόν  φώ­να­ζε. 

Κάποτε τόν ρώ­τη­σαν, πό­σα κομ­πο­σχο­ί­νια κά­νει, καί ἀ­πάν­τη­σε: «Καμ­μιά σα­ραν­τα­ριά». Ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε ὅ­τι ἔ­κα­νε ἐ­νε­νῆν­τα κομ­πο­σχο­ί­ναι, καί μά­λι­στα πρίν ἀπό τήν ἀ­κο­λου­θί­α. 

Κάποια νύ­χτα, ἐ­νῶ ἀ­γρυ­πνοῦ­σε προ­σευ­χό­με­νος, μπῆ­κε μέ­σα στό κελ­λί του μί­α κο­ρο­ύ­λα. Ἀ­φοῦ ἐ­ξέ­τα­σε καί βε­βαι­ώ­θη­κε ὅ­τι δέν ἦ­ταν πει­ρα­σμός, ἀλ­λά ἡ ἁ­γί­α Ἀ­να­στα­σί­α, τήν προ­σκύ­νη­σε καί τήν εἶ­χε σέ με­γά­λη εὐ­λά­βεια. Πη­γα­ί­νον­τας στόν Ἑ­σπε­ρι­νό περ­νοῦ­σε πάν­τα ἀ­πό τό πα­ρεκ­κλή­σι της καί προ­σκυ­νοῦ­σε.  

Στήν ἡ­λι­κί­α τῶν 46 ἐ­τῶν πῆ­γε φα­γη­τό στο­ύς πα­τέ­ρες πού ἔ­σκα­βαν τό ἀμ­πέ­λι καί μα­ζί τους ἦ­ταν καί ὁ Ἡ­γο­ύ­με­νος. Ἐ­νῶ ἔ­τρω­γαν, το­ύς εἶ­πε τό ἑ­ξῆς: «Ὅ­ταν ἐ­κοι­μή­θη ὁ Γέροντάς μου, ὁ πα­πα–Βησ­σα­ρί­ων, ἤ­μουν στό κελ­λί μου, κα­θι­σμέ­νος στό κρεβ­βά­τι καί ἔ­κα­να κομ­πο­σχο­ί­νι. Ἄ­κου­σα μί­α φω­νή: ”Πέθανε ὁ Γέροντάς σου καί θά πε­θά­νουν καί ἄλ­λοι­”. Ἀλ­λά ποι­οί;». Καί ἔ­κα­νε μί­α κί­νη­ση σάν νά μήν ἤ­ξε­ρε, ἀλ­λά ἐν­νο­οῦ­σε τόν ἑ­αυ­τό του.  

Ὕ­στε­ρα ἀ­πό λί­γες μέ­ρες ἀρ­ρώ­στη­σε ἀ­πό σκλή­ρυν­ση κα­τά πλά­κας καί σι­γά–σι­γά πα­ρέ­λυ­ε. Εἶ­χε ἕ­να λα­δο­φά­να­ρο καί κά­θε πρωΐ μέ πολ­λή ἀ­γά­πη πε­ρί­με­νε ἕ­ναν δό­κι­μο γιά νά τόν συ­νο­δε­ύ­η μέ­χρι τό ναό. Πάντα μέ τό δε­ύ­τε­ρο τά­λαν­το κα­τέ­βαι­νε στήν Ἐκ­κλη­σί­α.  

Ἄν καί ἡ ἀ­σθέ­νειά του τόν ἔ­κα­νε νά πα­ρα­λύ­η σι­γά–σι­γά, πάν­τα ἐρ­γα­ζό­ταν ὅ­σο μπο­ροῦ­σε. Ἑ­το­ί­μα­ζε τά κα­λα­θά­κια μέ τά πρό­σφο­ρα, τό νά­μα καί τό ζέ­ον γιά ὅ­λους το­ύς πα­πά­δες πού λει­τουρ­γοῦ­σαν στά πα­ρεκ­κλή­σια, καί τά το­πο­θε­τοῦ­σε στό ἀ­πο­θη­κά­κι τοῦ Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ. Ἀ­πό κεῖ περ­νοῦ­σαν καί τά ἔ­παιρ­ναν οἱ ἱ­ε­ρεῖς γιά νά λει­τουρ­γή­σουν.  

Ὅ­ταν πλέ­ον πα­ρέ­λυ­σε καί κα­θη­λώ­θη­κε στό κρεβ­βά­τι, ἔ­λε­γε συ­νε­χῶς τήν εὐ­χή. Εἶ­χε βά­λει ἕ­να κα­ρο­ύ­λι, ὅ­που πά­νω του γύ­ρι­ζε τό κομ­πο­σχο­ί­νι, καί τρα­βοῦ­σε συ­νέ­χεια λέ­γον­τας τήν εὐ­χή. Σι­γά–σι­γά, ὅ­ταν πλέ­ον δέν μπο­ροῦ­σε νά τρα­βᾶ τό κομ­πο­σχο­ί­νι, κοι­τοῦ­σε τό ρο­λό­ϊ καί σύμ­φω­να μέ τόν δε­ί­κτη τῶν δευ­τε­ρο­λέ­πτων ἔ­λε­γε ρυθ­μι­κά τήν εὐ­χή. 

Ὅ­ταν ὁ μο­να­χός πού τόν βο­η­θοῦ­σε νά πά­η στήν Ἐκ­κλη­σί­α τόν ρώ­τη­σε κά­πο­τε νά κά­νουν πα­ρά­κλη­ση στήν ἁ­γί­α Ἀ­να­στα­σί­α γιά νά τόν κά­νη κα­λά, ἀ­πάν­τη­σε: «Τώ­ρα πρέ­πει νά φύ­γω, για­τί ἐ­κεῖ πά­νω εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα». Καί μά­λι­στα προ­ει­δο­πο­ί­η­σε «θά μέ βρῆτε ἕ­να πρωΐ». Καί πράγ­μα­τι τόν βρῆ­καν ἕ­να πρω­ϊ­νό κε­κοι­μη­μέ­νον μέ πρό­σω­πο φω­τει­νό καί φαι­νό­ταν σάν νά προ­σε­ύ­χε­ται. Ἐ­κοι­μή­θη τό ἔ­τος 1976. 

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα 

 

Σχετικά