ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

29 Οκτωβρίου 2022 · 2 λεπτά

   Ο γε­ρω Τι­μό­θε­ος ὁ Κα­ψα­λι­ώ­της εἶ­χε ἔρ­θει πρό­σφυ­γας ἀ­πό τήν Προῦσ­σα. Ἔ­ζη­σε 67 χρό­νια στό Ὄ­ρος. Πο­τέ δέν βγῆ­κε στόν κό­σμο. Γύ­ρι­σε ὅ­λο τό Ὄ­ρος. Ἔ­ζη­σε σάν που­λά­κι μέ τέ­λεια ξε­νιτεί­α. «Σ᾿ αὐ­τόν τόν κό­σμο», ἔ­λε­γε, «δέν ἔ­χω κα­νέ­να, οὔ­τε φί­λο οὔ­τε συγ­γε­νῆ οὔ­τε γνω­στό». Κα­τά μό­νας ἦ­ταν ἕ­ως οὗ πα­ρῆλ­θε ἀ­πό τόν φθαρ­τό καί μά­ται­ο τοῦ­το κό­σμο. Ἦ­ταν πρᾶ­ος, εἰ­ρη­νι­κός, χα­ρού­με­νος καί εὐ­δι­ά­θε­τος πάν­το­τε. Καί­τοι ἔ­ζη­σε ὅ­λη του τήν ζω­ή στήν μο­να­ξιά, ἦ­ταν ἰ­σορ­ρο­πη­μέ­νος. Τε­λεί­ως ἀ­γράμ­μα­τος. Ὀ­λι­γαρ­κής καί λι­το­δί­αι­τος.  Ἀ­πέ­φευ­γε τήν κα­τά­κρι­ση καί δέν ἀ­σχο­λεῖ­το μέ τούς ἄλ­λους. Τό κυ­ρι­ώ­τε­ρο, εἶ­χε πολ­λή αὐ­το­μεμ­ψί­α, με­γά­λη τα­πεί­νω­ση καί πολ­λή ἁ­πλό­τη­τα. Οἱ κρί­σεις του ἦ­ταν εὔ­στο­χες. Σέ πολ­λούς ἐ­φα­νέ­ρω­νε το­ύς λο­γι­σμούς των. Σέ κά­ποι­ον δό­κι­μο τοῦ εἶ­πε: «Θά πε­ρά­σει ὁ χει­μῶ­νας καί θά φύ­γεις». Σέ ἄλ­λον, χω­ρίς νά τοῦ ἀ­να­φέ­ρη ἐ­κεῖ­νος τί­πο­τε, τοῦ εἶ­πε τί τόν ἀ­πα­σχο­λοῦ­σε καί τόν συμ­βού­λευ­σε κα­ταλ­λή­λως.

   Πα­ρου­σι­α­ζό­ταν σάν γα­στρί­μαρ­γος. Ἔ­λε­γε γιά τόν ἑ­αυ­τό του: «Ἐ­γώ δέν κά­νω γιά τί­πο­τε· μό­νο γιά φα­γη­τό εἶ­μαι πρῶ­τος. Εἶ­μαι βό­δα­ρος, ντίπ χα­ζός, ἀ­γράμ­μα­τος». Ἔ­τρω­γε χόρ­τα ἀ­λά­δω­τα, καί ὅ­ταν τόν ρω­τοῦ­σαν τί ἔ­φα­γε, ἔ­λε­γε “μπρι­ζό­λα”. Πῆ­γε σέ κά­ποι­ο Κελ­λί καί εἶ­πε χα­μο­γε­λών­τας καί κρύ­βον­τας τήν δι­κή του ἄ­σκη­ση: «Δέν βλέ­πω κή­πους. Βάλ­τε νά ἔ­χε­τε ἀ­πό ὅ­λα, νά τρῶ­τε. Φα­γη­τό–ζω­ή, νη­στεί­α–θάνα­τος».

Ὅ­ταν κά­πο­τε ζοῦ­σε σέ μία σπη­λιά κον­τά στόν Ἅ­γιο Παῦ­λο, τοῦ πα­ρου­σι­ά­σθη­κε τή νύ­χτα ὁ δι­ά­βο­λος ἐ­ξα­γρι­ω­μέ­νος καί τοῦ εἶ­πε. «Ἄν δέν εἶ­χε σταυ­ρω­θῆ ὁ Χρι­στός καί ἄν δέν φο­ροῦ­σες τόν σταυ­ρό, νά δῆς τί θά σοῦ ἔ­κα­να».

 Εἶ­πε ὁ γε­ρω Τι­μό­θε­ος: «Τόν λαι­μό σου ἀκόμη καί ἄν τόν κά­νης λε­πτό ἀ­πό τή νη­στεί­α, ὥ­σπου νά περ­νᾶ ἀ­πό σα­κο­ρά­φα, ἄν δέν ἔ­χης ἀ­γά­πη, ὅ­λα χα­μέ­να εἶ­ναι».

«Ὁ Θε­ός τά ἔ­σχα­τα μα­κα­ρί­ζει».

   Εἶ­χε τέ­λος κα­λό καί εἰ­ρη­νι­κό. Τό πρωΐ κοι­νώ­νη­σε. Ἔ­λε­γε συ­χνά, «Πα­να­γί­α μου, Πα­να­γί­α μου», καί με­τά ἀ­παν­τοῦ­σε ὁ ἴ­διος, «δέν ἦρ­θε ἀ­κό­μη ἡ ὥ­ρα». Ξά­πλω­σε γιά λί­γο. Τοῦ εἶ­πε ὁ δι­α­κο­νη­τής του νά τοῦ δώ­ση τήν εὐ­χή του. Ση­κώ­θη­κε καί τοῦ ἔ­δω­σε τό χέ­ρι του, πρᾶγ­μα πού δέν τό συ­νή­θι­ζε ἄλ­λο­τε. Με­τά ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε γιά ἕ­να δε­κά­λε­πτο καί στό τέ­λος ἔ­κα­νε μία βα­θειά ἐκ­πνο­ή καί ἐ­τε­λει­ώ­θη. Ἐ­κοι­μή­θη στίς 13 Νο­εμ­βρί­ου 1989 σέ ἡ­λι­κί­α 90 ἐ­τῶν πε­ρί­που. Στό τέ­λος εἶχε ­μείνει μό­νο δέρμα καί ὀ­στᾶ.

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα    

Σχετικά