ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

13 Μαΐου 2021 · 3 λεπτά

     Ο γε­ρω–Γε­ρόν­τιος ἔ­γι­νε μο­να­χός στήν Μο­νή Γρη­γο­ρί­ου. Προ­σβλή­θη­κε ἀ­πό φυ­μα­τί­ω­ση καί τόν ἔ­στει­λαν μα­ζί μέ ἄλ­λον ὁ­μοι­ο­πα­θῆ μο­να­χό στό Σα­να­τό­ριο. Ὅ­ταν θε­ρα­πε­ύ­τη­κε ἐ­πέ­στρε­ψε στό Μο­να­στή­ρι, ἀλ­λά κά­ποι­οι πα­τέ­ρες φο­βο­ύ­με­νοι μήν κολ­λή­σουν καί ἄλ­λοι, τοῦ εἶ­παν νά μέ­νη στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη καί νά τοῦ στέλ­νουν ὅ,τι χρει­ά­ζε­ται. Δέν δέ­χθη­κε. Τοῦ πρό­τει­ναν νά πά­η στό Ὄ­ρος ὅ­που θέ­λει καί αὐ­τοί θά τοῦ στέλ­νουν τρό­φι­μα. Ἔ­φυ­γε χω­ρίς νά πά­ρη τί­πο­τε. Ἔ­κα­νε με­ρο­κά­μα­τα καί ζοῦ­σε. Ἔ­κα­νε στόν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο καί στόν Ἅ­γιο Πέτρο. Αὐ­τά ἦ­ταν τά κα­λύ­τε­ρα χρό­νια τῆς κα­λο­γε­ρι­κῆς του. Κοι­νω­νοῦ­σε τα­κτι­κά καί ἦ­ταν χα­ρο­ύ­με­νος ἄν καί δέν εἶ­χε οὔ­τε ἕ­να κον­σερ­βο­κο­ύ­τι νά πί­νη νε­ρό. 

Ἀρ­γό­τε­ρα πῆ­ρε τό Ἰ­βη­ρί­τι­κο Κελ­λί τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου στήν πε­ρι­ο­χή τῆς Κα­ψά­λας. Σέ ὅ­λα τά Κελ­λιά πού ἔ­ζη­σε, ὅ­λα τι­μῶν­ταν στόν ἅ­γιο Νι­κό­λαο­, καί στό τέ­λος κα­τέ­λη­ξε πά­λι στήν με­τά­νοιά του, στήν Μο­νή Γρη­γο­ρί­ου πού τι­μᾶ­ται στόν ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο. 

Τό 1945 ἔ­γι­νε με­γά­λη νε­ρο­ποντή μέ πολ­λές κα­τα­στρο­φές. Ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος βρέ­θη­κε τό­τε στόν δρό­μο πρός Κα­ρυ­ές πε­ζο­πο­ρών­τας. Κα­τά­φε­ρε νά φθά­ση στήν  Μορ­φο­νοῦ καί μπῆ­κε σέ ἕ­να σπι­τά­κι μέ­χρι νά στα­μα­τή­ση ἡ βρο­χή. Τή νύ­χτα, ἐ­νῶ προ­σευ­χό­ταν μέ τό κομ­πο­σχο­ί­νι του, ἄ­κου­σε πο­δο­βο­λη­τά ἀ­λό­γου. Ἄ­νοι­ξε τήν πόρ­τα καί βλέ­πει ἕ­ναν φω­τει­νό κα­βαλ­λά­ρη. Τοῦ εἶ­πε:  

–Ἔ­λα μέ­σα, ἄν­θρω­πέ μου. Ποῦ πᾶς μ᾿ αὐ­τή τήν βρο­χή; 

–Βι­ά­ζο­μαι, για­τί κιν­δυ­νε­ύ­ει τό Μο­να­στή­ρι μου, εἶ­πε καί συ­νέ­χι­σε. 

Τήν ἄλ­λη μέ­ρα ἔ­μα­θε ὅ­τι ἔ­πα­θε με­γά­λη ζη­μιά ἡ Μο­νή Ξε­νο­φῶ­φῶν­τος. Κιν­δύ­νευ­σε ἀ­πό τήν νε­ρο­ποντή, ἡ ὁ­πο­ί­α πα­ρέ­συ­ρε τόν κῆ­πο, τόν κη­που­ρό μα­ζί μέ τό σπι­τά­κι του καί τήν μι­σή Ξε­νο­φων­τι­νή Σκή­τη. Τότε κα­τά­λα­βε ὅ­τι ὁ φω­τει­νός κα­βαλ­λά­ρης ἦ­ταν ὁ Ἅ­γιος Γε­ώρ­γιος πού ἔ­τρε­χε νά βο­η­θή­ση τό Μο­να­στή­ρι πού τι­μᾶ­ται στό ὄ­νο­μά του καί κιν­δύ­νευ­ε. 

Ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος στά­θη­κε σταθ­μός στήν ζωή τοῦ π. Θε­ο­κλή­του Δι­ο­νυ­σι­ά­του. Σέ ἕ­ναν με­γά­λο πει­ρα­σμό πού εἶ­χε ὁ π. Θε­ό­κλη­τος, στά­θη­κε δί­πλα του ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος καί μέ εὐ­λο­γί­α καί προ­τρο­πή τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου Γα­βρι­ήλ ἔ­μει­ναν μα­ζί στόν Μο­νο­ξυ­λί­τη γιά δύ­ο μῆ­νες. Τόν βο­ή­θη­σε, ξε­πέ­ρα­σε τόν πει­ρα­σμό του καί τοῦ δί­δα­ξε, ὅ­πως ὡ­μο­λο­γοῦ­σε ἀρ­γό­τε­ρα ὁ π. Θε­ό­κλη­τος, τή νο­ε­ρά προ­σευ­χή.  

Ἀ­πό τό­τε εἶ­χε σέ πο­λύ με­γά­λη εὐ­λά­βεια τόν γε­ρω–Γε­ρόν­τιο καί ἔ­θε­τε ὑ­πό τήν κρί­ση του τά βι­βλί­α πού ἔ­γρα­φε πρίν τά ἐκ­δώ­ση, καί τόν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε ”ὁ δά­σκα­λός μου”. 

Ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ τίς Λει­τουρ­γί­ες. Με­ρι­κές Κυ­ρια­κές πή­γαι­νε σέ τρεῖς συ­νε­χό­με­νες Λει­τουρ­γί­ες. Στήν Σκή­τη Κου­τλου­μου­σί­ου πού τε­λε­ί­ω­νε νω­ρίς, στόν πα­πα–Ἀρ­σέ­νιο τόν ὀ­δον­τί­α­τρο καί στόν πα­πα–Νι­κό­δη­μο τόν Πνευ­μα­τι­κό πού τε­λε­ί­ω­νε τό με­ση­μέ­ρι. Κάποτε ἔ­βρε­χε πο­λύ καί, ὅ­ταν τόν εἶ­δαν οἱ πα­τέ­ρες νά ἔρ­χε­ται μέ­σα στήν βρο­χή, τοῦ εἶ­παν μέ ἀ­πο­ρί­α: «Κα­λά, γε­ρω–Γε­ρόν­τι­ε, μέ τέ­τοι­α βρο­χή πού πᾶς;». Καί αὐ­τός μέ ἔμ­φα­ση ἀ­πάν­τη­σε: «Ἄ­κου τί λέ­νε! Γιά τήν βρο­χή νά χά­σω τήν Λει­τουρ­γί­α;». Ὅ­ταν κοι­νω­νοῦ­σε ἀλ­λοι­ω­νό­ταν ἐμ­φα­νῶς τό πρό­σω­πό του. 

Ἦ­ταν πο­λύ ἀ­γω­νι­στής καί νή­στευ­ε πο­λύ. Με­ρι­κές μέ­ρες δέν ἔ­τρω­γε τί­πο­τε. Περ­νοῦ­σε μό­νο μέ ἀν­τί­δω­ρο. Στήν Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­χε μί­α φα­νέλ­λα μάλ­λι­νη στό πά­τω­μα, ὅ­που ἔ­κα­νε τίς με­τά­νοι­ές του. Δέν τίς ἄ­φη­νε μέ­χρι τε­λευ­ταῖ­α πού κα­τέ­πε­σε καί δέν μπο­ροῦ­σε νά στα­θῆ στά πό­δια του.  

Κάποτε κρύ­φτη­κε μί­α ὀ­χιά κά­τω ἀ­πό τήν φα­νέλ­λα του καί, ὅ­πως αὐ­τός ἔ­κα­νε τίς με­τά­νοι­ες, ἐ­νω­χλή­θη­κε καί τόν τσίμ­πη­σε. Δέν τα­ρά­χθη­κε κα­θό­λου, οὔ­τε ἔ­τρε­ξε στο­ύς γι­α­τρο­ύς. Πῆ­γε στόν πα­πα–Ἀρ­σέ­νιο, ἀλ­λά ἔ­λει­πε καί γύ­ρι­σε στό Κελ­λί του. Ἄ­φη­σε τόν ἑ­αυ­τό του μέ πί­στη στήν πρό­νοι­α τῆς Πα­να­γί­ας, ἔ­βα­λε λα­δά­κι ἀ­πό τό καν­τή­λι Της καί δέν ἔ­πα­θε τί­πο­τε. Μόνο στε­νο­χω­ρή­θη­κε καί ἔ­λε­γε λυ­πη­μέ­νος ὅ­τι ἔ­κα­νε ἁ­μαρ­τί­α πού σκό­τω­σε τήν ὀ­χιά. 

Εἶ­χε ἕ­να γα­ϊ­δου­ρά­κι καί γιά νά μήν τό κου­ρά­ζη δέν ἀ­νέ­βαι­νε κα­βά­λα πο­τέ του∙ πάν­τα πή­γαι­νε μέ τά πό­δια. Ὅ­ταν ἤ­θε­λε νά ἀλ­λά­ξη τήν φι­ά­λη ὑ­γρα­ε­ρί­ου, φορ­τωνό­ταν αὐ­τός τήν ἄ­δεια φι­ά­λη καί μπρο­στά του πή­γαι­νε τό γα­ϊ­δου­ρά­κι. Ὅ­ταν τόν ρω­τοῦ­σαν για­τί δέν τήν φορ­τώ­νει στό γα­ϊ­δου­ρά­κι, ἀ­παν­τοῦ­σε: «Αὐ­τό θά φέ­ρει τήν γε­μά­τη, νά κου­βα­λά­η καί τήν ἄ­δεια;». Τό θέ­α­μα ἦ­ταν γιά γέ­λια ἀλ­λά ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος ἤ­ξε­ρε τί ἔ­κα­νε καί εἶ­χε τόν σκο­πό του. 

Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι στίς Κα­ρυ­ές τόν εἶ­χαν γιά κα­κο­μο­ί­ρη, γιά κα­λό­γε­ρο ἄ­ση­μο πού ἀ­σχο­λοῦν­ταν μέ τά σκυ­λιά καί τά κο­κό­ρια, τόν εἰ­ρω­νε­ύ­ον­ταν. Ἦταν πε­ρί­γε­λως στο­ύς πολ­λο­ύς, ἀλ­λά στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἦ­ταν ἕ­να μυ­στή­ριο. Εἶ­χε πολ­λές γνώ­σεις καί φα­ί­νε­ται ὅ­τι εἶ­χε σπου­δά­σει, ἀλ­λά κα­νε­ίς δέν ἤ­ξε­ρε τί­πο­τε γιά τήν ζωή του στόν κό­σμο, για­τί πο­τέ δέν μι­λοῦ­σε γιά τόν ἑ­αυ­τό του. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔ­βλε­πε νά γί­νε­ται κά­ποι­α κα­κή ἐ­νέρ­γεια ἐκ μέ­ρους τῆς πο­λι­τε­ί­ας, ἔ­γρα­φε γράμ­μα­τα δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας στο­ύς ἁρ­μο­δί­ους.     

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

Σχετικά

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση · Ε.Ρω.