ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ι΄. Βαΐα Γεωργιαννάκη–Κωστούλα

10 Μαρτίου 2023 · 17 λεπτά

Ασκητές μέσα στον κόσμο – Μέρος Α’

Γεν­νή­θη­κε στό χω­ριό Ρι­ζο­βού­νι τῆς Λάκ­κας Σου­λί­ου τοῦ νομοῦ Πρε­βέ­ζης, τό 1927. Ἦ­ταν δί­δυ­μη μέ μί­α ἄλ­λη ἀ­δελ­φή, ἡ ὁ­ποί­α ὅμως δέν ἔ­ζη­σε.

Ἡ μη­τέ­ρα της Φω­τει­νή ἔ­φυ­γε καί αὐ­τή πο­λύ νω­ρίς γιά τούς οὐ­ρα­νούς, πέ­φτοντας ἀ­πό μιά ἐ­λιά ὅ­ταν τό βρέ­φος της ἦ­ταν σα­ράντα ἡ­με­ρῶν. Ὁ πα­τέ­ρας της ξα­να­νυμφεύθη­κε καί ἀπέ­κτη­σε ἄλ­λα τρί­α παι­διά.

Ἡ Βά­για σε­βό­ταν πο­λύ τήν μη­τρυιά της. Ὡς με­γα­λύ­τε­ρη πού ἦ­ταν, φρόντι­ζε γι­ά ὅ­λα. Ἦταν μι­κρο­μάν­να καί ἔ­τρε­χε πα­ντοῦ· στά γί­δια ξυ­πό­λυ­τη ἐ­πά­νω στό βου­νό, στά χω­ρά­φια νά σκα­λί­ση, στό δά­σος νά κό­ψη καί νά κου­βα­λή­ση ξύ­λα κ.λ.π. Ἦ­ταν πο­λύ γε­ρό κο­ρί­τσι καί τό­σο φι­λό­τι­μη καί ἐρ­γα­τι­κή πού ἔ­τρε­χε σέ ὅ­λες τίς δου­λει­ές πρώ­τη.

Παντρεύ­τη­κε μι­κρή καί τό 1947 γεν­νή­θη­κε τό πρῶ­το της παι­δί. Συ­νο­λι­κά ἀ­πέ­κτη­σε ἕ­ξι παι­διά. Ἦ­ταν χα­ρού­με­νος ἄν­θρω­πος καί ζωντα­νή γυ­ναῖ­κα ὥστε ὅ­λοι στό χω­ριό τήν θαύ­μα­ζαν.

Ἕ­να ἀ­πό τά παι­διά της ἀρ­ρώ­στη­σε βα­ρειά. Οἱ για­τροί δέν μπο­ροῦ­σαν νά τοῦ προ­σφέ­ρουν καμ­μιά βο­ή­θεια. Ὡς μάν­να πο­νοῦ­σε πο­λύ γι­ά τό παι­δί της καί ἦ­ταν ἕ­τοι­μη καί τήν ζω­ή της νά θυ­σιά­ση. Ἔ­παιρ­νε τό παι­δί στήν πλά­τη καί ἀ­νέ­βαι­νε στά βου­νά καί πή­γαι­νε ὧ­ρες πο­δα­ρό­δρο­μο σέ Μο­να­στή­ρια καί Ἐκ­κλη­σί­ες τῆς πε­ρι­ο­χῆς, γιά νά τό γι­α­τρέ­ψη.

Ζώντας ἔ­τσι κα­θη­με­ρι­νά μέ­σα σ᾽ αὐ­τόν τόν πό­νο, βλέ­πει στόν ὕ­πνο της μιά γυ­ναῖ­κα ἡ ὁ­ποί­α τῆς εἶ­πε: «Νά πά­ρης τό παι­δί σου καί κα­θα­ρά ροῦ­χα καί νά ἔρ­θης στό σπί­τι μου. Ἐ­κεῖ θά κα­τέ­βεις πολ­λά σκα­λο­πά­τια στό ἁ­γί­α­σμα, θά πλύ­νεις τό παι­δί, θά τό ἀλ­λά­ξεις, θά πά­ρεις πα­πᾶ νά λει­τουρ­γή­ση καί τό παι­δί θά γί­νει κα­λά».

Τήν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα εἶ­πε τό ὄ­νει­ρό της στόν σύ­ζυ­γό της ὁ ὁ­ποῖ­ος τήν ἀ­πο­πῆ­ρε καί τήν μά­λω­σε νά μήν πι­στεύ­η σέ ὄ­νει­ρα καί φαντα­σί­ες. Ἡ Βά­για ὅ­μως δέν ἡ­σύ­χα­ζε. Ρώ­τη­σε καί τε­λι­κά ἔ­μα­θε ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μία τέ­τοι­α Ἐκ­κλη­σί­α στό ἀ­πέ­ναντι χω­ριό στούς Κομ­τσιά­δες–Ἀμ­πε­λιά. Πράγ­μα­τι σώ­ζε­ται ὁ μι­κρός να­ός τῆς ἁ­γί­ας Πα­ρα­σκευ­ῆς, μνη­μεῖ­ο τοῦ δεκάτου αἰ­ῶ­νος. Πί­σω ἀ­πό τό να­ό ὑ­πάρ­χει μί­α με­γά­λη σπη­λιά ἀπ᾽ ὅ­που μί­α σκά­λα μέ πολ­λά σκα­λο­πά­τια ὁ­δη­γεῖ στό ἁ­γί­α­σμα τῆς ἁ­γί­ας Πα­ρα­σκευ­ῆς πού τρέ­χει σάν πο­τά­μι. Μό­λις τό ἔμα­θε παίρ­νει τό παι­δί της καί ἀ­νε­βαί­νει στό βου­να­λά­κι τῆς ἁ­γί­ας Πα­ρα­σκευ­ῆς. Ἐ­κεῖ βρῆ­κε τήν σπη­λιά, τά σκα­λο­πά­τια καί τόν τό­πο, ὅ­πως τόν εἶ­χε δεῖ στό ὄ­νει­ρό της. Ἔ­λου­σε τό παι­δί, λει­τούρ­γη­σε τό Ἐκ­κλη­σά­κι καί τό παι­δί ἔ­γι­νε ἀ­μέ­σως κα­λά.

Ἡ σι­δε­ρέ­νια της ὑ­γεί­α ὅ­μως πο­λύ γρή­γο­ρα ἔ­μελ­λε νά γί­νη θρύ­ψα­λα. Κάποτε ἡ Βά­για πῆ­γε στήν βρύ­ση νά πλύ­νη καί λι­πο­θύ­μη­σε. Ἔ­κτο­τε λι­πο­θυ­μοῦ­σε συ­χνά καί ἡ ζω­ή της ἔ­γι­νε μαρ­τύ­ριο. Λι­πο­θυ­μοῦ­σε στό σπί­τι, στήν Ἐκ­κλη­σί­α, στό χω­ρά­φι, στό δρό­μο. Ἔ­χα­νε τε­λεί­ως τίς αἰ­σθή­σεις της, ἔ­πε­φτε κά­τω καί με­τά ἀ­πό λί­γη ὥ­ρα συ­νερ­χό­ταν.

 Τά μι­κρά της παι­διά ζοῦ­σαν καί αὐ­τά τό μαρ­τύ­ριό τους. Ἔ­βλε­παν τήν μάν­να τους νά ὑ­πο­φέ­ρη καί αὐ­τά ἀ­πό πά­νω της ἔκλαιγαν νο­μί­ζοντας ὅ­τι πέ­θα­νε. Πάντο­τε ὅ­μως κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­ταν θά λι­πο­θυ­μοῦ­σε, γι᾿ αὐ­τό τά προ­ει­δο­ποι­οῦ­σε, τά κα­θη­σύ­χα­ζε καί τά ἔ­λε­γε: «Θά ἀρ­ρω­στή­σω, νά μήν φο­βη­θῆ­τε, νά μέ ἀ­φή­σε­τε καί ἐ­γώ θά συ­νέλ­θω μό­νη μου».

 Τί ἦ­ταν αὐ­τό πού πά­θαι­νε; Ἡ θεί­α της πού τήν ἔ­ζη­σε ἀ­πό μι­κρό κο­ρι­τσά­κι, τό ἀ­πο­δί­δει στήν πεῖ­να. Ζοῦ­σε μέ τό­ση φτώ­χεια καί πεῖ­να πού γι­ά τά ση­με­ρι­νά δε­δο­μέ­να εἶ­ναι ἀ­πί­στευ­το. Ἡ οἰ­κο­γέ­νειά της ἦ­ταν ἡ πι­ό φτω­χή στό χω­ριό καί τήν ἴ­δια τήν ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν “φτω­χο­βά­για”.

Ἀλ­λά στό μαρ­τύ­ριο αὐ­τό προ­στέ­θη­κε καί ἕ­να ἄλ­λο ψυ­χι­κό μαρ­τύ­ριο ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους, πι­ό ὀ­δυ­νη­ρό. Στό χω­ριό με­ρι­κοί χαι­ρέ­κα­κοι ἄν­θρω­ποι «προ­σέ­θη­καν ἐ­πί τό ἄλ­γος τῶν τραυ­μά­των»[1] της, ἐ­πι­δί­ω­ξαν δη­λα­δή νά τήν βγά­λουν τρελ­λή γι­ά νά τήν κλεί­σουν σέ τρελ­λο­κο­μεῖ­ο στήν Κέρ­κυ­ρα.

Ἄλ­λοι στό χω­ριό τήν ἀ­πέ­φευ­γαν σάν νά ἦ­ταν λω­βι­α­σμέ­νη καί κο­ρό­ϊ­δευ­αν τά παι­διά της. Μό­νον αὐ­τός πού τά ἔ­ζη­σε μπο­ρεῖ νά κα­τα­λά­βη τί ση­μαί­νουν αὐ­τά γι­ά μί­α τρυ­φε­ρή παι­δι­κή ψυ­χή καί πό­σο ἀ­βά­στα­χτος ἦ­ταν ὁ πό­νος γι­ά μί­α μη­τρι­κή καρ­διά, ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πέ­φε­ρε πε­ρισ­σό­τε­ρο γι­ά τά παι­διά της πα­ρά γι­ά τόν ἑ­αυ­τό της.

Ἀλ­λά ἡ Βά­για ἦ­ταν ἄν­θρω­πος τοῦ Θε­οῦ καί ἄντε­ξε. Σή­κω­σε αὐ­τόν τόν σταυ­ρό πού τῆς ἔ­δω­σε ὁ Κύ­ριος μέ πολ­λή πί­στη, ὑ­πο­μο­νή καί τα­πεί­νω­ση. Πο­τέ δέν γόγ­γυ­ξε, δέν τά ἔ­βα­λε μέ τόν Θε­ό. Τα­πει­νά ἔ­σκυ­βε τό κε­φα­λά­κι της στό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ.

Σάν ἄν­θρω­πος ὧ­ρες–ὧ­ρες λύ­γι­ζε, ἔ­κλαι­γε, πα­ρα­πο­νι­ό­ταν καί πι­κραι­νό­ταν, ἰ­δι­αι­τέ­ρως ὅ­ταν κά­ποι­οι μέ τήν στά­ση τους τήν ἐ­ξου­θέ­νω­ναν καί ἐ­πι­χει­ροῦ­σαν νά τῆς κά­νουν κα­κό. Ἀλ­λά ὁ κα­λός Θε­ός πού εἶ­ναι ὁ Θε­ός τῶν κα­τα­φρο­νε­μέ­νων, τῶν ἀ­δι­κου­μέ­νων καί τῶν πο­νε­μέ­νων, πο­τέ δέν τήν ἄ­φη­σε μό­νη της. Τήν προ­στά­τευ­ε πάντα, τῆς ἔ­δι­νε δύ­να­μη καί κου­ρά­γιο γι­ά νέ­ες δο­κι­μα­σί­ες.

Τό βρά­δυ ἄ­να­βε τό καντη­λά­κι μπρο­στά στό εἰ­κο­νο­στά­σι. Ἀ­φοῦ πρῶ­τα ἔ­βα­ζε τόν μι­κρό γυι­ό της νά κά­νη τόν σταυ­ρό του, τοῦ ἑ­τοί­μα­ζε νά κοι­μη­θῆ, μέ μη­τρι­κή δέ τρυ­φε­ρό­τη­τα τόν κα­λη­νύ­χτι­ζε καί τόν φι­λοῦ­σε. Πή­γαι­νε ὕ­στε­ρα μπρο­στά στίς εἰ­κό­νες καί ἔ­κα­νε τήν προ­σευ­χή της.

«Σ᾽ εὐ­χα­ρι­στῶ, Χρι­στέ μου, Ἀ­φέντη μου. Δο­ξα­σμέ­νο τό ὄ­νο­μά Σου. Πα­να­γί­α μου, φύ­λα­ξε τά παι­διά μου καί ὅ­λον τόν κό­σμο». Στό τέ­λος ἔ­βγα­ζε κι ἕ­ναν ἀ­να­στε­ναγ­μό «ὤ­ϊ, μαν­νού­λα μου». Ὕστερα
ἄρ­χι­ζε νά κά­νη με­τά­νοι­ες στρωτές μέ­χρι κά­τω μέ σταυ­ρούς. Κα­τό­πιν ἔ­σκυ­βε κά­τω τό κε­φά­λι της σι­γο­ψι­θυ­ρί­ζοντας τίς ὑ­πό­λοι­πες ἀ­λά­λη­τες προ­σευ­χές της.

Στήν Ἐκ­κλη­σί­α πή­γαι­νε πάντα ὅ­λες τίς Κυ­ρια­κές καί τίς Ἑ­ορ­τές, καί κρα­τοῦ­σε ὅ­λες τίς ἀρ­γί­ες σχο­λα­στι­κά.

Ὅ­ταν ὁ πα­πᾶς δι­ά­βα­ζε τό Εὐ­αγ­γέ­λιο μπρο­στά στήν Ὡ­ραί­α Πύ­λη, πή­γαι­νε, γο­νά­τι­ζε κά­τω ἀ­πό τό Εὐ­αγ­γέ­λιο καί ἔ­βα­ζε τό πε­τρα­χή­λι πά­νω στό κε­φά­λι της. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­νε ἡ ἀ­νά­γνω­ση τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, φι­λοῦ­σε τό πε­τρα­χή­λι, τό Εὐ­αγ­γέ­λιο καί τό χέ­ρι τοῦ πα­πᾶ μέ πολ­λή εὐ­λά­βεια.

Ἐ­πει­δή λι­πο­θυ­μοῦ­σε καί μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, τῆς ἔ­λε­γαν με­ρι­κές γυ­ναῖ­κες νά στα­μα­τή­ση νά ἐκ­κλη­σι­ά­ζε­ται ἐ­πει­δή τήν ἔ­πια­ναν, ὅ­πως ἔ­λε­γαν, τά κε­ριά, τό λι­βά­νι καί δέν εἶ­χε κα­θα­ρό ἀ­έ­ρα ἀλ­λά αὐ­τή τούς ἀ­παντοῦ­σε:

«Ἐ­μέ­να καί νά μέ σκο­τώ­σε­τε, δέν μπο­ρεῖ κα­νέ­νας νά μέ βγά­λη μέ­σα ἀ­πό τό σπί­τι τοῦ Θε­οῦ, θά πη­γαί­νω καί ἂς πε­θά­νω».

Ἀλ­λά οἱ δο­κι­μα­σί­ες τοῦ Ἰ­ώβ δέν ἔ­χουν τε­λει­ω­μό γιά τήν Βάγια. «Ὅν ἀ­γα­πᾷ Κύ­ριος παι­δεύ­ει, μα­στι­γοῖ δέ πάντα υἱ­όν ὅν πα­ρα­δέ­χε­ται»[2].

Μί­α ἡ­μέ­ρα στό σχο­λεῖ­ο ἕ­να ἀ­πό τά παι­διά της ἔ­παι­ζε μέ μιά μπάλ­λα λε­ρω­μέ­νη καί μο­λύν­θη­κε. Ὅταν ἦρ­θε στό σπί­τι δέν τό εἶ­πε στήν μάν­να του γι­ά νά τό λού­ση, ἀλ­λά ξά­πλω­σε τό βρά­δυ κά­τω στρω­μα­τσά­δα μα­ζί μέ τά ἄλ­λα παι­διά καί τό πρωΐ ξύ­πνη­σαν τά παι­διά της ὅ­λα μέ σπυ­ριά στό κε­φά­λι. Ἀ­πό τήν στε­νο­χώ­ρια της μό­λις τά εἶ­δε, ἔ­πα­θε ἰ­σχυ­ρό νευ­ρι­κό κλο­νι­σμό. Στε­νο­χω­ρή­θη­κε τό­σο πο­λύ πού δέν ἄντε­ξε, ξα­ναρ­ρώ­στη­σε καί γι᾿ αὐ­τό τήν ἔ­στει­λαν στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο. Τά παι­διά της τέ­λος τά ἔ­στει­λαν στήν Ἀ­θή­να στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο Συγ­γροῦ ὅ­που καί θε­ρα­πεύ­τη­καν, ἀλ­λά ὅ­ταν γύ­ρι­σαν στό χω­ριό μέ τά λί­γα μαλ­λά­κια τους ὅ­λοι τά ἀ­πέ­φευ­γαν ἀ­κό­μη καί οἱ συγ­γε­νεῖς γι­ά νά μήν κολ­λή­σουν. Κα­νέ­νας δέν ἄ­νοι­ξε τό σπί­τι τους νά πά­ρη τά παι­διά πα­ρά μό­νο μί­α ξα­δέλ­φη της (τοῦ Θω­μᾶ Χρη­στιᾶ ἡ μάν­να) τά πῆ­ρε καί τά φρόντι­σε μέ ἀ­γά­πη ὥ­σπου νά ἔρ­θη ἡ μάν­να τους.

Νέ­α ὅ­μως φουρ­τού­να ξε­σπά­ει ἐ­πά­νω της. Εἶ­χε γεν­νη­θῆ καί τό τέ­ταρ­το παι­δί της, ἡ Ἑ­λε­νί­τσα. Θά ἦ­ταν μέ­χρι δύ­ο χρό­νων. Ἡ μάν­να ἔ­λει­πε καί πά­λι ἄρ­ρω­στη στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο. Ἡ Φω­τει­νή, ἡ με­γά­λη ἀ­δελ­φή πού θά ἦ­ταν καί αὐ­τή 5–6 χρό­νων, ἐ­κτε­λοῦ­σε χρέ­η μάν­νας, νοι­κο­κυ­ρᾶς καί φρόντι­ζε καί τήν μι­κρή. Ἐ­κεῖ πού τό εἶ­χε στήν κού­νια καί τό κου­νοῦ­σε, αὐ­τό ἔ­κλαι­γε συ­νέ­χεια. Τό τά­ϊ­σε ἀλ­λά αὐ­τό πά­λι ἔ­κλαι­γε. Τέ­λος στα­μά­τη­σε τό κλά­μα καί νό­μι­σε ὅ­τι τό μω­ρό ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε. Ἀρ­γό­τε­ρα ἦρ­θε ἡ νου­νά τῆς Ἑ­λε­νί­τσας γι­ά νά δῆ τί κά­νει˙ τό κοι­τά­ζει, τό πιά­νει ἀλ­λά τό μι­κρό εἶ­χε πε­θά­νει. Σάν ἀγ­γε­λου­δά­κι ἔ­φυ­γε γι­ά τούς οὐ­ρα­νούς.

Ἀ­φοῦ τήν θά­ψα­νε, ἀρ­γό­τε­ρα πῆ­γε ὁ σύ­ζυ­γός της νά πα­ρα­λά­βη τήν Βά­για ἀ­πό τήν Ἡ­γου­με­νί­τσα. Μέ τά πό­δια πῆ­γε καί μέ τά πό­δια γύ­ρι­σαν στό χω­ριό, βου­νό–βου­νό ἡ­μέ­ρες πο­δα­ρό­δρο­μο. Στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο τήν εἶ­χαν πε­ρι­ποι­η­θῆ. Ἔ­φα­γε λί­γο κα­λό φα­γά­κι καί πῆ­ρε ἐ­πά­νω της, ὅ­ταν δέ γύ­ρι­σε στό χω­ριό ἦ­ταν πο­λύ ὄ­μορ­φη, ὅ­πως τούς φά­νη­κε. Αὐ­τή ὅ­μως μέ ἀ­γω­νί­α καί ἀ­νη­συ­χί­α ζη­τοῦ­σε νά δῆ τό παι­δί. Ὁ πα­τέ­ρας τήν ξε­γε­λοῦ­σε προ­σπα­θώντας νά μήν τῆς πῆ τό δυ­σά­ρε­στο καί θλι­βε­ρό ἀλ­λά τῆς ἔ­λε­γε ὅ­τι εἶ­ναι στούς παπ­ποῦ­δες στήν Φι­λιπ­πιά­δα. Ἔ­τρε­ξε ἐ­κεῖ ὅπου ἔ­μα­θε τήν ἀ­λή­θεια ὅ­τι πέ­θα­νε ἡ Ἑ­λε­νί­τσα, καί εἶ­πε: «Ἄ! κα­λά τό εἶ­χα δεῖ ἐ­γώ στόν ὕ­πνο ὅ­τι πέ­θα­νε τό παι­δί μου καί σεῖς μέ ξε­γε­λά­σα­τε!».

Τήν ἔ­κλαι­γε ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα. Καί ὅ­ταν τῆς ἔ­λε­γαν φτά­νει πι­ά, πέ­ρα­σαν τό­σα χρό­νια, ἀ­παντοῦ­σε: «Ἡ μάν­να πο­τέ δέν ξε­χνά­ει τό παι­δί της ὅ­σα χρό­νια καί ἂν πε­ρά­σουν».

Πα­ρά τίς τό­σες με­γά­λες φουρ­τοῦ­νες πού εἶ­χε πε­ρά­σει στήν ζω­ή της, δέν ἤ­θε­λε νά δεί­χνη τόν πό­νο της καί ἔ­κρυ­βε μέ­σα της τόν με­γά­λο σταυ­ρό πού σή­κω­νε. Δέν ἤ­θε­λε νά τήν λυ­ποῦνται καί νά τήν πα­ρη­γο­ροῦν γι᾽ αὐ­τό καί συμ­με­τεῖ­χε σ᾽ ὅ­λες τίς χα­ρές καί τίς λύ­πες τοῦ χω­ριοῦ.

Στούς γά­μους πή­γαι­νε πάντο­τε πρώ­τη μέ τό δῶ­ρο της. Ὅταν τῆς ἔ­λε­γαν, «βρέ Γι­ώρ­γαι­να, τί τό θέ­λεις ἐ­σύ τό δῶ­ρο, φτω­χειά γυ­ναῖ­κα, ἐ­σέ­να κα­νέ­νας δέν σέ πα­ρε­ξη­γεῖ», τό­τε αὐ­τή ἔ­λε­γε: «Ὄ­χι, ἡ φτώ­χεια, φτώ­χεια καί ὁ γά­μος, γά­μος. Εἶ­ναι ὑ­πο­χρέ­ω­ση, ἐ­γώ ἂς μήν ἔ­χω νά φά­ω, τό δῶ­ρο μου θά τό πά­ω καί θά τούς εὐ­χη­θῶ».

Καί ὄ­χι μό­νο πή­γαι­νε ἀλ­λά καί ἔ­σερ­νε πρώ­τη τόν χο­ρό καί τρα­γου­δοῦ­σε. Χό­ρευ­ε πο­λύ ὡ­ραῖ­α, τούς πα­ρα­δο­σια­κούς χο­ρούς τοῦ χω­ριοῦ καί ὅ­λοι δέν πί­στευ­αν στά μά­τια τους, πῶς μί­α γυ­ναῖ­κα μέ τό­σα βά­σα­να εὕρι­σκε τό κου­ρά­γιο καί νι­κοῦ­σε τόν ἑαυ­τό της.

Ἐ­πί­σης τῆς ἄ­ρε­σαν πο­λύ οἱ γι­ορ­τές πού γί­νο­νταν στό Σχο­λεῖ­ο. Πή­γαι­νε μέ λα­χτά­ρα νά ἀ­κού­ση τά παι­διά πού ἔ­λεγαν τά ποι­ή­μα­τα στίς Ἐ­θνι­κές Ἑ­ορ­τές, πού ἔπαι­ζαν τά δρά­μα­τα καί τρα­γου­δοῦ­σαν.

Ὅ­λη της ὅ­μως ἡ ψυ­χή καί ἡ καρ­διά ἦ­ταν δο­σμέ­νη στήν Ἐκ­κλη­σί­α, στίς γι­ορ­τές καί στά πα­νη­γύ­ρια πού γί­νονταν στά δι­ά­φο­ρα ἐ­ξωκ­κλή­σια τοῦ χω­ριοῦ: Στήν Πα­να­γί­α στό Κα­στρί, στήν ἁ­γί­α Μα­ρί­να, στήν ἁ­γί­α Πα­ρα­σκευ­ή, στήν ἁ­γί­α Σο­φί­α, στόν προ­φή­τη Ἠ­λί­α, στήν Πα­να­γιά τοῦ Λα­πό­βου, στόν ἅ­γιο Δη­μή­τριο στήν Φι­λιπ­πιά­δα κ.ἄ.

Ἐ­κεῖ ὅ­μως ὅ­που ἔ­λαμ­πε ἀ­πό χα­ρά ἦ­ταν τά Χρι­στού­γεν­να, στήν γι­ορ­τή τοῦ γυι­οῦ της, καί τήν Μ. Ἑ­βδο­μά­δα, ὅ­ταν ἄρ­χι­ζε τίς ἑ­τοι­μα­σί­ες γι­ά τήν Λα­μπρή, τό Πά­σχα.

Κάποιο ἔτος ἔ­στει­λε τόν μι­κρό της γυι­ό νά κό­ψη κόκ­κι­να τρι­αντά­φυλ­λα ἀ­πό τίς τρι­αντα­φυλ­λι­ές γι­ά νά τά πᾶ­νε στόν Ἐ­πι­τά­φιο τήν Με­γά­λη Πα­ρα­σκευή. Πη­γαί­νο­ντας γιά τήν Ἐκκλησία ὁ μι­κρός ἀ­πό ἀ­φέ­λεια τά μύ­ρι­σε. Τό­τε ἀ­μέ­σως τοῦ δί­νει μί­α–δυ­ό στά χέ­ρια καί τοῦ λέ­γει: «Μήν τά μυ­ρί­ζης, παι­δί μου, δέν κά­νει. Θά τά πᾶ­με στόν Χρι­στό τά τρι­αντά­φυλ­λα καί πρέ­πει νά εἶ­ναι ἀ­μύ­ρι­στα, κα­θα­ρά καί ἁ­γνά. Γρή­γο­ρα, πέ­τα­ξέ τα καί τρέ­ξε νά κό­ψης ἄλ­λα».

Καί στόν Ἐ­πι­τά­φιο ἂν δέν περ­νοῦ­σαν τρεῖς φο­ρές σταυ­ρω­τά κά­τω ἀ­πό τό τρα­πέ­ζι μπου­σου­λώ­ντας τά παι­διά της γι­ά νά πά­ρουν εὐ­λο­γί­α, δέν τά ἄ­φη­νε νά βγοῦ­ν ἔ­ξω ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α.

Ἦ­ταν στορ­γι­κή καί πο­λύ τρυ­φε­ρή μάν­να για­τί εἶ­χε πο­νέ­σει πο­λύ γι­ά τά παι­διά της. Γι᾽ αὐ­τά μέ χα­ρά ἐστε­ρεῖ­το τά πάντα, μό­νο ἤ­θε­λε νά τά ἔ­χη κοντά της.

Ἡ αὐ­το­θυ­σί­α της ἦ­ταν με­γά­λη. Ὅ­ταν τήν πή­γαι­ναν στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο, κα­θό­ταν λί­γο και­ρό, μό­λις δέ δυ­νά­μω­νε λί­γο καί ἔ­νι­ω­θε τόν ἑ­αυ­τό της κα­λύ­τε­ρα, δέν μπο­ροῦ­σε κα­νέ­νας νά τήν κρα­τή­ση μέ­σα, οὔ­τε για­τροί οὔ­τε νο­σο­κό­μες. «Θά φύ­γω», ἔ­λε­γε, «θά πά­ω στά παι­διά μου, μ᾽ ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη». Ἔφευγε καί ἐρ­χό­ταν ἀ­πό τήν Φι­λιπ­πιά­δα μέ τά πό­δια. Νύ­χτα ἔ­φτα­νε, χτύ­πα­γε νά τῆς ἀ­νοί­ξου­ν καί τή νό­μι­ζαν φάντα­σμα.

Ἐ­κεῖ ὅ­μως πού ξε­πέ­ρα­σε τε­λεί­ως τόν ἑ­αυ­τό της ἦ­ταν ἡ μέ­ρι­μνά της γι­ά τά κο­ρί­τσια της. Προ­αι­σθα­νό­ταν τόν θά­να­τό της καί ζοῦ­σε μέ­ρα–νύ­χτα σχε­δόν μέ τήν μνή­μη τοῦ θα­νά­του. Ἤ­θε­λε προ­τοῦ πε­θά­νη νά ἔ­χη τα­κτο­ποι­ή­σει τά προι­κιά τῶν κο­ρι­τσι­ῶν.

«Ὅ­ταν κλεί­σω τά μά­τια μου», ἔ­λε­γε, «θέ­λω τά παι­διά τῆς Βά­γιας νά τά ἔ­χουν ὅ­λα, νά μή τούς λεί­πη τί­πο­τα». Εἶ­χε πο­λύ φι­λό­τι­μο καί με­γά­λη λε­πτό­τη­τα μέ εὐ­αι­σθη­σί­α στίς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις της. Ἔ­τσι μ᾽ αὐ­τήν τήν ἀ­γω­νί­α καί τήν μέ­ρι­μνα εἶ­χε κα­τα­δι­κά­σει τόν ἑ­αυ­τό της σχε­δόν σέ ἀ­σι­τί­α γι­ά νά μπο­ρέ­ση νά κά­νη λί­γες οἰ­κο­νο­μί­ες γι­ά τά παι­διά της. Τῆς εἶ­χαν βγά­λει μί­α συντα­ξού­λα ὡς ἄρ­ρω­στη πού ἦ­ταν. Μό­λις ἔ­παιρ­νε τήν συντα­ξού­λα της πή­γαι­νε κατ᾽ εὐ­θεῖ­αν καί ἀ­γό­ρα­ζε νή­μα­τα. Κα­θό­ταν ὕ­στε­ρα ὧ­ρες καί χτυ­ποῦ­σε στόν ἀρ­γα­λει­ό γι­ά νά ὑ­φά­νη τά προι­κιά τῶν κο­ρι­τσιῶν της πού καί χορ­τᾶ­τος νά εἶ­ναι κα­νείς δέν ἀντέ­χει καί πο­λύ.

Ἡ Βαΐα σέ ἡλικία 35 ἐτῶν

Τά χέ­ρια της δού­λευ­αν πάντα ἀ­στα­μά­τη­τα. Στόν δρό­μο πού πή­γαι­νε γι­ά τό χω­ρά­φι, κρα­τοῦ­σε τίς γί­δες καί συγ­χρό­νως ἔ­πλε­κε καί καμ­μιά φα­νέλ­λα ἢ ἔ­γνε­θε μέ τήν ρό­κα της.

Ἂν καί ἦ­ταν πο­λύ φτω­χειά, εἶ­χε πο­λύ κα­λή καρ­διά καί ἀ­γα­ποῦ­σε νά δί­νη ἐ­λε­η­μο­σύ­νες ὅ­σο μπο­ροῦ­σε. Πάντα ἀπ᾽ αὐ­τά πού εἶ­χε πρῶ­τα ξε­χώ­ρι­ζε ἕ­να με­ρί­διο καί τό ἔ­στελ­νε σέ δι­ά­φο­ρες οἰ­κο­γέ­νει­ες, καί ἂς εἶ­χε αὐ­τή με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­νάγ­κη ἀπ᾽ αὐ­τές. Εἶ­χαν ἕ­να μι­κρό χω­ρα­φά­κι κά­τω ἀ­πό τό Κα­στρί τό Μο­να­στή­ρι, ὅ­που φύ­τευ­αν ὅ­λα τά κα­λο­και­ρι­νά. Πή­γαι­νε νά τά πο­τί­ση μί­α ὥ­ρα δρό­μο μέ τό ἄ­λο­γο. Μά­ζευ­ε τά κη­πευ­τι­κά καί μέ­χρι νά τά πά­η στό σπί­τι της τά πε­ρισ­σό­τε­ρα τά μοί­ρα­ζε ἐ­λε­η­μο­σύ­νη. Ἦ­ταν ἀ­γράμ­μα­τη, ὅ­μως δί­δα­σκε πράτ­του­σα καί προ­σπα­θοῦ­σε νά με­τα­δώ­ση στά παι­διά της τό πνεῦ­μα τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης. Μί­α φο­ρά κρε­μά­στη­κε μί­α γί­δα τους ἐ­κεῖ πού βο­σκοῦ­σε στά βρά­χια, ἀλ­λά πρό­λα­βε ὁ γεί­το­νας καί τήν ἔ­σφα­ξε. Τό­τε παίρ­νει σχε­δόν τήν μι­σή γί­δα, τήν βά­ζει σ᾽ ἕ­να σακ­κί καί τήν πη­γαί­νει σέ μί­α ξα­δέλ­φη τοῦ συ­ζύ­γου της. Ἡ γυ­ναῖ­κα αὐ­τή πο­λύ συ­χνά τήν πρό­σβαλ­λε καί τήν πί­κραι­νε μέ τήν στά­ση της, δι­ό­τι ἤ­θε­λε νά ἀ­να­κα­τεύ­ε­ται στά οἰ­κο­γε­νεια­κά της. Ἐ­κεί­νη τό­τε συγ­κι­νή­θη­κε καί ἄλ­λα­ξε συ­μπε­ρι­φο­ρά.

Ἐ­κεῖ ὅ­μως πού ἦ­ταν ὑ­πέ­ρο­χη, ἦ­ταν ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μέ τούς ἄλ­λους. Ὅ­λους στό χω­ριό τούς ἀ­γα­ποῦ­σε καί συ­νή­θι­ζε πρώ­τη αὐ­τή, σάν νά ἦ­ταν μι­κρό­τε­ρη, νά χαι­ρε­τᾶ.

Ἦ­ταν ντυ­μέ­νη πάντα στά μαῦ­ρα ἀ­πό τά τριά­ντα της χρό­νια. Εἶ­χε ἐ­πά­νω της μί­α πη­γαί­α γλυ­κειά εὐ­γέ­νεια, μέ σε­βα­σμό πρός τούς ἄλ­λους καί εὐ­λά­βεια στά θεῖα.

Τε­λευ­ταῖ­α ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πό λευ­χαι­μί­α. Συ­χνά ἔ­κα­νε ἐμ­ε­τούς. Ὅ,τι ἔ­τρω­γε τό ἔ­βγα­ζε καί ἡ κοι­λιά της πρη­ζό­ταν. Αὐ­τό φαί­νε­ται τό εἶ­χε χρό­νια πού τήν βα­σά­νι­ζε καί ἐ­πη­ρέ­α­ζε καί τήν ὅ­λη ὑ­γεί­α της γι᾿ αὐτό εἶ­χε με­γά­λη ἀ­δυ­να­μί­α στόν ὀρ­γα­νι­σμό της. Τήν ἔστει­λαν πρῶ­τα στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο τῆς ἁ­γί­ας Ὄλ­γας στή Ν. Ἰ­ω­νί­α. Ὕ­στε­ρα νο­ση­λεύ­τη­κε στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο τοῦ ἁ­γί­ου Σάβ­βα στήν Ἀ­θή­να. Οἱ για­τροί τῆς εἶ­χαν πεῖ νά πη­γαί­νη κά­θε ἕ­ξι μῆ­νες γι­ά ἐ­ξε­τά­σεις, νά τρώ­η κα­λά, νά ξε­κου­ρά­ζε­ται καί νά μή στε­νο­χω­ρι­έ­ται. Μό­λις ὅ­μως γύ­ρι­ζε στό σπί­τι ρι­χνό­ταν στίς δου­λει­ές τοῦ σπι­τιοῦ, στά ζῶ­α, στά χω­ρά­φια, στήν σπο­ρά, στό θέ­ρος, στό νοι­κο­κυ­ριό. Ἡ ἀρ­ρώ­στια ὅ­μως μέ­σα της δού­λευ­ε σι­γά–σι­γά καί τήν ἐ­ξα­σθέ­νι­ζε ὅ­λο καί πε­ρισ­σό­τε­ρο.

Ἐ­κτός ἀ­πό τίς πολ­λές ἀρ­ρώ­στι­ες καί τά βά­σα­νά της ἡ Βά­για εἶ­χε καί πό­λε­μο ἀ­πό τόν δι­ά­βο­λο. Μιά ἡ­μέ­ρα κα­τά τό με­ση­μέ­ρι εἶ­δε ὀ­φθαλ­μο­φα­νῶς τόν δι­ά­βο­λο πού πῆ­γε νά τήν γκρε­μί­ση κά­τω ἀ­πό τό ἄ­λο­γο, ἀλ­λά ἡ Πα­να­γί­α τήν ὁ­ποί­α ἐ­πι­κα­λέ­στη­κε τήν προ­στά­τευ­σε. Ἐ­κεῖ κοντά ἦ­ταν ἕ­να ἐ­ξωκ­κλή­σι τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Ἐ­λε­ού­σας. Γι᾿ αὐ­τό καί σ᾿ ὅ­λη τήν ζω­ή της, ὅ­ταν περ­νοῦ­σε ἀ­πό ἐ­κεῖ­νο τό ση­μεῖ­ο, ξε­πέ­ζευ­ε ἀ­πό τό ἄ­λο­γο, πή­γαι­νε ἀ­πό εὐ­γνω­μο­σύ­νη νά ἀ­νά­ψη τά καντή­λια καί νά εὐ­χα­ρι­στή­ση τήν Πα­να­γί­α.

Γι­ά τε­λευ­ταί­α φο­ρά πῆ­γε στήν Πα­να­γί­α στό Κα­στρί, τόν Δε­κα­πενταύ­γου­στο. Με­τά τόν Ἑ­σπε­ρι­νό ἔ­πια­σε ἀ­πό τό χέ­ρι τόν γυι­ό της καί ρω­τοῦ­σε: «Δέν μοῦ λές, παι­δί μ᾽, ὅ­λα αὐ­τά ἐ­δῶ πού δεί­χνουν ψη­λά στούς τοί­χους τά κά­ναν στούς Ἁ­γί­ους; Τό­σα μαρ­τύ­ρια καί βα­σα­νι­στή­ρια!». Κοί­τα­ζε τά πα­ρα­στα­τι­κά μαρ­τύ­ρια τῶν Ἁ­γί­ων κά­νοντας τόν σταυ­ρό της καί ἔ­λε­γε ὡς συ­νή­θως. «Μέ­γας Κύ­ρι­ε, Μέ­γας Κύ­ρι­ε, ἥ­μαρ­τον, Χρι­στέ μου». Ποι­ός ξέ­ρει τί αἰ­σθα­νό­ταν ἡ ψυ­χή της! Τούς συμ­πο­νοῦ­σε για­τί καί ἡ δι­κή της ἡ ζω­ή ἦ­ταν ἕ­να συ­νε­χές μαρ­τύ­ριο.

Ὕ­στε­ρα ἀ­πό μι­σό χρό­νο ἔμ­παι­νε καί ἡ ἴ­δια στό τε­λευ­ταῖ­ο στά­διο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου της. Οἱ ἐ­με­τοί συ­νέ­χεια αὐ­ξά­νονταν καί αὐ­τή εἶ­χε γί­νει ἀ­δύ­να­τη σάν φτε­ρό, ὥ­σπου μί­α ἡ­μέ­ρα τοῦ Μαρ­τί­ου φώ­να­ξαν τόν τα­ξιτ­ζῆ τοῦ χω­ριοῦ, ἕ­να πο­νό­ψυ­χο ἄν­θρω­πο, τόν Τά­κη Μη­λι­ώ­νη, γι­ά νά τήν πά­η στήν Ἀ­θή­να στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο.

Κοί­τα­ζε γύ­ρω–γύ­ρω σάν νά τά ἔ­βλε­πε γι­ά τε­λευ­ταί­α φο­ρά καί ἔ­λε­γε: «Θά γυ­ρί­σω πί­σω ζωντα­νή;». Μᾶλ­λον ἔ­δι­νε κου­ρά­γιο μό­νη της στόν ἑ­αυ­τό της δι­ό­τι τό ἤ­ξε­ρε πο­λύ κα­λά ὅ­τι θά ἀ­να­χω­ροῦ­σε γι­ά τόν οὐ­ρα­νό. Γι᾽ αὐ­τό καί πο­λύ και­ρό πρίν εἶ­χε πε­ρά­σει καί εἶ­χε χαι­ρε­τή­σει τό σό­ϊ της.

Στήν Ἀ­θή­να πού τήν πῆ­γε ὁ τα­ξιτ­ζῆς, μό­νη της καί ἀ­συ­νό­δευ­τη συ­νάντη­σε καί πά­λι τήν ἀ­πο­νιά, ὅ­μως τώ­ρα γι­ά τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Κα­νέ­να σπί­τι συγ­γε­νι­κό δέν ἄ­νοι­ξε νά τήν δε­χτῆ γι­ά λί­γο, νά ζε­στα­θῆ ἡ ψυ­χού­λα τῆς πο­λύ­πα­θης Βά­γιας. Ὁ τα­ξιτ­ζῆς τήν πῆ­γε ἀ­πό κα­λω­σύ­νη, μέ δι­κή του πρω­το­βου­λί­α, στό Λα­ϊ­κό Νο­σο­κο­μεῖ­ο στό Γου­δί, ἄ­γνω­στη σέ ἀ­γνώ­στους καί τήν ἔβα­λαν σ᾽ ἕ­να διά­δρο­μο σέ ρά­ντζο.

Τό­τε εἰ­δο­ποι­ή­θη­κε ὁ γυι­ός της καί πῆ­γε στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο νά τήν δῆ. Ὁ για­τρός τοῦ εἶ­πε ὅ­τι πρέ­πει νά κά­νη ἐγ­χεί­ρη­ση καί τοῦ ζή­τη­σε 50.000 δρχ. Τό πο­σό ἦ­ταν πο­λύ με­γά­λο καί δέν εἶ­χαν νά δώ­σουν τό­σα χρή­μα­τα, γι᾽ αὐτό ἡ ἐγ­χεί­ρη­ση δέν ἔγι­νε. Ἔ­ζη­σε μί­α ἑ­βδο­μά­δα μό­νο καί ἐ­κοι­μή­θη. Ἐ­κεῖ ἄ­φη­σε τό χι­λι­ο­βα­σα­νι­σμέ­νο κορ­μά­κι της ἐ­νῶ ἡ ψυ­χού­λα της φτε­ρού­γι­σε καί πέ­τα­ξε ἀ­νά­λα­φρη στούς οὐ­ρα­νούς, στο­λι­σμέ­νη μέ τό στε­φά­νι τῆς πί­στε­ως, τῆς τα­πει­νώ­σε­ως καί τῆς ὑ­πο­μο­νῆς. Στα­μά­τη­σε πι­ά γι᾽ αὐ­τήν ὁ πό­νος, ἡ θλί­ψη καί ὁ στε­ναγ­μός, πού ἦ­ταν οἱ πι­ό ἀ­γα­πη­μέ­νοι σύντρο­φοί της σ᾽ ὅ­λη της τήν ζω­ή. Ἐκοι­μή­θη στίς 10 Μαρ­τί­ου τοῦ 1974, σέ ἡ­λι­κί­α 47 ἐ­τῶν.

Ἡ κη­δεί­α ἔ­γι­νε στό χω­ριό. Ὅ­λες οἱ καρ­διές συ­μπό­νε­σαν τήν πιό φτω­χή, τήν πιό πο­νε­μέ­νη, τήν πιό βα­σα­νι­σμέ­νη καί τήν πιό ἀ­γα­πη­μέ­νη γυ­ναῖ­κα τοῦ χω­ριοῦ. Κα­νέ­νας δέν εἶ­χε οὔ­τε τό πα­ρα­μι­κρό πα­ρά­πο­νο ἐνα­ντί­ον της.

Ὁ πα­πᾶς τοῦ χω­ριοῦ, πού πο­τέ δέν μι­λοῦ­σε σέ κη­δεῖ­ες, μί­λη­σε στήν κη­δεί­α τῆς Βά­γιας καί εἶ­πε πολ­λά ἐ­παι­νε­τι­κά γι᾽ αὐτήν.

Ἡ πα­ρου­σί­α της ἔ­χει μεί­νει ἀ­ξέ­χα­στη. Γι­ά πολ­λά χρό­νια οἱ γυ­ναῖ­κες τοῦ χω­ριοῦ, ὅ­ταν συ­ναντοῦ­σαν τά παι­διά της, ρω­τοῦ­σαν: «Ἄ, παι­δά­κι μου, σύ εἶ­σαι τό παι­δί τῆς Βά­γιας;», καί ἔ­κλαι­γαν.

Ἡ Βά­για ὅσο ζοῦ­σε με­ρι­κές φο­ρές μι­λοῦ­σε λί­γο πα­ρά­ξε­να, προ­έ­λε­γε κά­ποι­α πράγ­μα­τα τά ὁ­ποῖ­α ὕ­στε­ρα ἀ­πό χρό­νια γί­νο­νταν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί τό­τε θυ­μοῦ­νταν τά λό­για της.

Ἀρ­κε­τό και­ρό πρίν ἀ­πό τόν θά­να­τό της εἶ­χε κά­τι προ­αι­σθαν­θῆ καί γι᾽ αὐ­τό εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­πό τό σό­ϊ της νά τούς χαι­ρε­τή­ση. «Φεύ­γω, ἐ­γώ θά φύ­γω θά πά­ω νά ἀντα­μώ­σω τήν για­γιά μας, τί θέ­λε­τε νά τῆς πῶ;».

Μί­α ἑ­βδο­μά­δα πρίν πά­η γι­ά τό Νο­σο­κο­μεῖ­ο στήν Ἀ­θή­να, πῆ­γε στήν ἀ­δελ­φή της τήν Ἀ­θη­νᾶ  πού ἐργαζόταν στίς ἐ­λι­ές στό χω­ρά­φι, καί τῆς λέ­ει ἡ Ἀ­θη­νᾶ: «Για­τί ἔ­κα­νες τό­σο κό­πο καί ἦρ­θες ἐ­δῶ κά­τω στό χω­ρά­φι;», καί τῆς ἀ­παντά­ει: «Ἔ, πῶς νά μήν ἔρ­θω νά χαι­ρε­τή­σω τήν ἀ­δερ­φή μου; Ἀ­θη­νᾶ, γι­ά μέ­να πά­ει, τε­λεί­ω­σε τό πα­νη­γύ­ρι, σέ μιά βδο­μά­δα θά πε­θά­νω».

Ὅ­ταν ἕ­να ἀ­πό τά παι­διά της ἦ­ταν μι­κρό, εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­πό τό χω­ριό ἕ­νας Δε­σπό­της. Στό σπί­τι ἐ­κεῖ πού ἔτρω­γα­ν καί τό παι­δά­κι πι­ό πέ­ρα ἔ­παι­ζε, ση­κώ­νε­ται καί λέ­γει σέ ἕ­να συγ­γε­νῆ της: «Ἄχ, βρέ Σταῦ­ρε, νά μοῦ ἔ­δι­νε καί ἐ­μέ­να ὁ Θε­ός ἕ­να ἀ­πό τά παι­διά μου νά γί­νη ἄν­θρω­πος δι­κός του, ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νος στήν Ἐκ­κλη­σί­α».

Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α της καί ἡ εὐ­χή της ἔ­γι­ναν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.Ὕ­στε­ρα ἀ­πό χρό­νια τό παι­δί της αὐ­τό ἐ­πέ­λε­ξε τήν μο­να­χι­κή ζω­ή.

Σέ κά­ποι­ο συγ­γε­νῆ της μί­α φο­ρά εἶ­χε πεῖ: «Ὅ­ταν βγῆς στήν σύντα­ξη θά χω­ρί­σεις», καί πράγ­μα­τι χώ­ρι­σε καί ἔ­λε­γε μέ θαυ­μα­σμό ὅ­τι εἶ­χε χά­ρι­σμα ἡ Βά­για.

Σ᾽ ἕ­να ἀ­πό τά παι­διά της πού τήν εἶ­χε πι­κρά­νει πο­λύ, ἐ­πει­δή καί πο­λύ τό ἀ­γα­ποῦ­σε, ἐ­πά­νω στόν πό­νο της τοῦ εἶ­χε πεῖ: «Δέν θέ­λω νά βγά­λης τό ὄ­νο­μά μου καί οὔ­τε τό ὄ­νο­μα Βά­για νά ἀ­κού­σης».

Πράγ­μα­τι αὐ­τός στήν κό­ρη του δέν ἔ­δω­σε τό ὄνο­μα τῆς μάν­νας του ἀλ­λά καί ὅ­ταν ἦ­ταν κα­λε­σμέ­νος στά βα­φτί­σια τῆς κό­ρης τοῦ ἀ­δελ­φοῦ του ξαφ­νι­κά μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­ταν ἄρ­χι­σε τό μυ­στή­ριο, ὁ γυι­ός του κά­τι ἔ­πα­θε σάν πυ­ρε­τό, σάν ρῖ­γος, τόν ἔ­βγα­λαν ἔ­ξω καί τόν πῆ­γα­ν στόν για­τρό. Ὅ­ταν γύ­ρι­σε, τό μυ­στή­ριο εἶ­χε τε­λει­ώ­σει καί δέν εἶ­χε ἀ­κού­σει τό ὄ­νο­μα Βά­για πού ἔ­δω­σαν στό κο­ρι­τσά­κι. Καί τό­τε θυ­μή­θη­κε τήν πρόρ­ρη­ση τῆς μάν­νας του.

Ὁ Θε­ός νά ἀ­να­παύ­ση τήν ψυ­χή τῆς πο­λύ­πα­θης Βά­γιας στήν βα­σι­λεί­α Του, χα­ρί­ζοντάς της ἀντί τῶν προ­σκαί­ρων θλί­ψε­ων πού ὑ­πέ­μει­νε τήν αἰ­ώ­νιον ζω­ήν. Ἀ­μήν.

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

 

ΤΟ ΤΑΜΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ. Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ.

Ἡ Δ΄ Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις.

Νομίζει ἑαυτὴν εὐτυχῆ γενομένη ὄργανον, δι᾿ οὗ τὸ Ἔθνος ἐκπληροῖ τὸ πλέον ἐφετὸν τῶν χρεῶν του, δη­λα­δὴ τὸ νὰ ἀναπέμψῃ τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὸν Θε­όν, Ὅστις ἔδειξε τοσαῦτα θαύματα διὰ νὰ τὸ σώσῃ.

 Κατὰ συνέπειαν, ἡ Δ΄  Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις ψηφίζει:

Α΄. Ὅταν ἡ τοπικὴ περιφέρεια τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ καθέ­δρα τῆς Κυβερνήσεώς της κατασταθῶσιν ὁρι­στι­κῶς, οἱ δὲ οἰκονομικοὶ πόροι τοῦ κράτους τὸ ἐπιτρέ­ψω­σιν, ἡ Κυβέρνησις θέλει διατάξει νὰ ἐγερθῇ εἰς τὴν κα­θέ­δραν εἷς Ναὸς ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ Σωτῆρος.

 

(ΑΡΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑΣ, τόμος 4ος. Δ΄ ἐν Ἄργει Ἐθνικὴ Συνέλευσις 1828-1829,

-Δεύτερος τῶν Ἐθνοσυνελεύσεων, σελ. 116)

Ὅταν οἱ ὑπεύ­θυ­νοι ἐνθυ­μη­θοῦν νά πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν τό λη­σμο­νη­μένο καί ἀνεκ­πλή­­ρω­το τάμα τοῦ Ἔθ­νους καί ἀρχίση ἡ ἀνοικο­δό­μη­ση τοῦ Ναοῦ, τά ἔσοδα ἀπό τήν διάθεση τοῦ παρόντος βι­­βλί­­ου θά διατεθοῦν γιά ἕνα λιθαράκι στό Ναό τοῦ Σω­τῆ­ρος μας Χριστοῦ.

 

[1]. Ψαλμ. ξη΄, 27.

[2]. Πα­ροιμ. γ΄, 12.

Σχετικά

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ι΄. Βαΐα Γεωργιαννάκη–Κωστούλα · Ε.Ρω.