ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

H ΠΑΡΑΚΟΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΙΣ ΘΕΙΕΣ ΕΝΤΟΛΕΣ Γ΄

30 Ιανουαρίου 2012 · 5 λεπτά

H ΠΑΡΑΚΟΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΙΣ ΘΕΙΕΣ ΕΝΤΟΛΕΣ ΚΑΤΑ           ΤΟΥΣ ΒΙΒΛΙΚΟΥΣ ΚΑΙ MΕΤΑΒΙΒΛΙΚΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ.

 

Κού­τσι­κου Κων­σταν­τί­νου

Στρα­τι­ω­τι­κοῦ – Θε­ο­λό­γου

 

3. Ἡ Πα­ρα­κο­ὴ τοῦ ἀν­θρώ­που  στὴ Και­νὴ Δι­α­θή­κη

 

Ὁ με­τα­πτω­τι­κὸς ἄν­θρω­πος, ἔ­χον­τας ἀ­πο­λέ­σει τὸ ἀρ­χαῖ­ο κάλ­λος του ὡς συ­νέ­πει­α γιὰ τὴν πα­ρα­κο­ή του στὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ,  κλεί­νε­ται στὸν ἑ­αυ­τό του καὶ πε­ρι­βάλ­λε­ται πλέ­ον μὲ τὸ μαν­δύ­α τῆς μο­να­ξιᾶς καὶ τῆς κα­χυ­πο­ψί­ας. Πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­μως τῆς πτώ­σης  καὶ τὴν ἀ­μαύ­ρω­ση τῆς κατ’ εἰ­κό­να Θε­οῦ δη­μι­ουρ­γί­ας του, δὲν κα­τα­στρέ­φε­ται τε­λεί­ως ἡ εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ σὲ αὐ­τὸν, ἀλ­λὰ δι­α­τη­ρεῖ­ται τὸ στοι­χεῖ­ο τῆς ἀ­γά­πης ἂν καὶ σὲ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο βαθ­μό. Πα­ρό­τι ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ἐμ­πε­ρι­έ­χει ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ὕ­παρ­ξη τὴν ἀ­γά­πη μέ­σα της, ἀ­δυ­να­τεῖ ἀ­πὸ μό­νη της νὰ φτά­σει στὴν τε­λεί­ω­ση ὡς πρό­σω­πο καὶ στὴν ἀ­νεύ­ρε­ση τοῦ ἀ­πο­λε­σθέν­τος τρό­που τῆς προ­πτω­τι­κῆς ὕ­παρ­ξης καὶ ζω­ῆς.

Στὸ τέλ­μα στὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ­δη­γή­θη­κε ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­δει­χνε ὅ­τι φαι­νο­με­νι­κὰ δὲν ὑ­πάρ­χει γυ­ρι­σμὸς καὶ ὅ­τι τὰ πάν­τα ὁ­δη­γοῦν­ται σὲ ἕ­να τέ­λος δυ­σά­ρε­στο γιὰ ὅ­λο τὸ ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος. Ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­δει­χνε νὰ ἀ­δυ­να­τεῖ ἀ­πὸ μό­νος του νὰ σώ­σει τὸν ἑ­αυ­τὸ του, ἐρ­χό­με­νος σὲ κοι­νω­νί­α μὲ τὸ Θε­ὸ ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ. Φά­νη­κε πρὸς στιγ­μὴ ὅ­τι θὰ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε ὁ διά­βο­λος, ὁ ἐ­πι­νο­η­τὴς καὶ εἰ­ση­γη­τὴς τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Ὅ­μως ὁ πάν­σο­φος Θε­ὸς γνω­ρί­ζον­τας ἐκ τῶν προ­τέ­ρων τὸ τί θὰ συμ­βεῖ, ἐ­πεμ­βαί­νει δυ­να­μι­κὰ στὴν ἀν­θρώ­πι­νη ἱ­στο­ρί­α μὲ τὴν ἐ­ναν­θρώ­πη­ση  τοῦ Μο­νο­γε­νοῦς Του Υἱ­οῦ καὶ Λό­γου, ἀ­να­τρέ­πον­τας ὅ­λες τὶς συ­νέ­πει­ες τῆς πτώ­σης γιὰ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση τὶς ὁποῖες ἐ­πι­φορ­τί­στη­κε ὁ ἄν­θρω­πος λό­γω τῆς πα­ρα­κο­ῆς τῶν πρω­το­πλά­στων. Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα ποὺ προ­κύ­πτει ἐ­δῶ εἶ­ναι: Για­τί συ­νέ­χι­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι νὰ ἀ­πει­θοῦν καὶ νὰ ἐ­ναν­τι­ώ­νον­ται στὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ καὶ με­τὰ τὴν ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Λό­γου; Τί ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τοὺς ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ νὰ πα­ρα­κού­σου­νε ἀ­κό­μα καὶ τὸν Υἱ­ὸ τοῦ Θε­οῦ ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ­σα στὸν ἀ­πέ­ραν­το ὠ­κε­α­νὸ τῆς ἀ­γά­πης Τοῦ θέ­λη­σε νὰ ἀ­να­στή­σει τὸν πα­ρα­πε­σόν­τα ἄν­θρω­πο ὄ­χι μὲ κά­ποιο ἄλ­λο μέ­σο, ‘’ἀλ­λὰ δι’ ἑ­αυ­τοῦ’’, ὥ­στε νὰ τι­μή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ νὰ δο­ξά­σει τὸ ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος μὲ τὴν ἐ­ξο­μοί­ω­σή Του κα­τὰ τὸ ἀν­θρώ­πι­νο μέ­ρος;

Ἡ ἀ­πάν­τη­ση δί­νε­ται ἀ­πὸ τὸν ἅ­γι­ο Ἰ­ω­άν­νη Δα­μα­σκη­νό, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὑ­πο­γραμ­μί­ζει ὅ­τι ὁ Λό­γος κα­τὰ τὴν ἐ­ναν­θρώ­πι­σή του ἐ­πι­φορ­τί­σθη­κε ὅ­λα τὰ φυ­σι­κὰ καὶ ἀ­δι­ά­βλη­τα πά­θη τοῦ ἀν­θρώ­που, για­τί πῆ­ρε ὁ­λό­κλη­ρο τὸν ἄν­θρω­πο καὶ μα­ζὶ ὅ­λα ὅ­σα ἀ­νή­κουν σὲ αὐ­τόν, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α. Αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι φυ­σι­κή, οὔ­τε σπάρ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ δη­μι­ουρ­γὸ, ἀλ­λὰ ἀποτέλεσε  τὴ σπο­ρὰ τοῦ Δια­βό­λου ἑ­κού­σι­α μὲ τὴν προ­αί­ρε­ση στὸ αὐ­τε­ξού­σι­ό μας, χω­ρὶς νὰ μᾶς κρα­τᾶ μὲ τὴ βί­α «αὔ­τη γὰρ οὐ φυ­σι­κὴ ἐ­στιν οὐ­δὲ ὑ­πὸ τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ ἡ­μῖν ἐν­σπα­ρεῖ­σα, ἀλλ’ ἐκ τῆς τοῦ Δια­βό­λου ἐ­πι­σπο­ρᾶς ἐν τῇ ἡ­με­τέ­ρᾳ, αὐ­τε­ξου­σί­ῳ προ­αι­ρέ­σει ἑ­κου­σί­ως συ­νι­στα­μέ­νη, οὐ βί­α ἡ­μῶν κρα­τοῦ­σα»[1].  Μὲ ἄλ­λα λό­γι­α ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ καὶ με­τὰ τὴν ἐ­ναν­θρώ­πι­ση τοῦ Υἱ­οῦ νὰ εἶ­ναι ἱ­κα­νὸς νὰ ἁ­μαρ­τή­σει, μὲ τὴ δι­α­φο­ρὰ ὅ­τι τώ­ρα ἔ­χει τὴ δυ­να­τό­τη­τα καὶ τὴ δύ­να­μη νὰ ἀν­τι­στα­θεῖ στὶς προ­κλή­σεις τοῦ Δια­βό­λου καὶ με­τα­νο­ών­τας εἰ­λι­κρι­νὰ νὰ ἀ­νυ­ψω­θεῖ ξα­νὰ πρὸς τὸ Θε­ό, στὴ δο­ξα­σμέ­νη τε­λεί­ω­ση σὲ σχέ­ση μὲ τὴ θεί­α ζω­ή. Ὑ­πὸ τὶς πα­ρα­πά­νω προ­ϋ­πο­θέ­σεις κα­τα­νο­εῖ­ται σω­στὰ ὁ ρό­λος τῆς ἐ­λεύ­θε­ρης βού­λη­σης ἢ τοῦ αὐ­τε­ξου­σί­ου κα­τὰ τὴν ὀρ­θό­δο­ξη θε­ο­λο­γί­α.

Ἡ θε­ο­λο­γί­α βλέ­πει τὸ αὐ­τε­ξού­σι­ο ὡς τὴν πε­ρι­ο­χή της μὴ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τας. Ἡ κα­λὴ ἢ ἡ κα­κὴ ἀλ­λοί­ω­ση τῶν  ὄν­των ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὸ αὐ­τε­ξού­σι­ο. Ἑ­πο­μέ­νως στὸ ζή­τη­μα τοῦ κα­κοῦ καὶ τῆς σω­τη­ρί­ας ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι ἐ­ξαρ­τη­μέ­νος ἀ­πὸ τὰ ὅ­ρι­α τῆς κτι­στό­τη­τας, μὲ προ­ω­θη­τι­κὴ δύ­να­μη τὸ αὐ­τε­ξού­σι­ο[2].

Ὁ Χρι­στὸς δι­ὰ τῶν πα­ρα­βο­λῶν καὶ τῆς προ­σω­πι­κῆς στά­σης ζω­ῆς δί­δα­ξε ποιὸς εἶ­ναι ὁ δρό­μος ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν, ἀ­να­και­νί­ζον­τας τὸν πα­λαι­ὸ ἁ­μαρ­τω­λὸ ἄν­θρω­πο δι­ὰ τοῦ σταυ­ροῦ καὶ τῆς ἀ­να­στά­σε­ώς Του μὲ τὴ χά­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου πνεύ­μα­τος. Πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς τῆς βι­ω­μα­τι­κῆς  ἐμ­πει­ρί­ας τοῦ μυ­στη­ρί­ου τῆς ἐ­ναν­θρώ­πι­σης τοῦ Υἱ­οῦ καὶ Λό­γου τοῦ Θε­οῦ, οἱ ἄν­θρω­ποι ὄ­χι μό­νο πα­ρά­κου­σαν τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Κυ­ρί­ου τό­σο γιὰ εἰ­λι­κρι­νῆ πί­στη καὶ ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη στὸ πρό­σω­πό Του ὅ­σο καὶ με­τα­ξύ τους, ἀλ­λὰ ἐ­πι­δί­ω­ξαν τὴν θα­να­τι­κὴ κα­τα­δί­κη Του, ἐ­πι­λέ­γον­τας νὰ ἀ­θω­ώ­σουν ἕ­ναν λη­στὴ ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸ Χρι­στὸ, ποὺ τό­σο εἶ­χαν λα­τρέ­ψει, ὅ­ταν ὁ Ρω­μαῖ­ος δι­οι­κη­τὴς Πόν­τι­ος Πι­λά­τος τοὺς ζή­τη­σε νὰ δι­α­λέ­ξουν ποιὸν ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν νὰ ἀ­θω­ώ­σει[3].

Τὸ αὐ­τε­ξού­σι­ό του ἀν­θρώ­που εἶ­ναι ἀ­σθε­νὲς καὶ ὡς ἐκ τού­του τὸ ἔρ­γο τῆς ζω­ο­ποι­ή­σε­ως ἔ­πρε­πε νὰ προ­έλ­θει ἀ­πὸ τὸν ζω­ο­ποι­ὸ δηλαδὴ ἀ­πὸ τὸν ἄ­κτι­στο Λό­γο ὁ ὁ­ποῖ­ος συ­νε­χί­ζει νὰ ζω­ο­ποι­εῖ καὶ νὰ ἀ­πο­λυ­τρώ­νει τὸν ἄν­θρω­πο ἀλ­λὰ καὶ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ κτί­ση. Ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χει ἀ­νάγ­κη νὰ ἀ­να­στη­θεῖ, νὰ ξε­φύ­γει ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια τοῦ ἅ­δη καὶ νὰ ἀ­νυ­ψω­θεῖ πρὸς τοὺς οὐ­ρα­νούς. Αὐ­τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σε τὸ κεν­τρι­κὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα τῆς σω­τη­ρι­ο­λο­γι­κῆς καὶ ἀν­θρω­πο­λο­γι­κῆς βά­σης τοῦ Μ. Ἀ­θα­να­σί­ου στὸν ἀ­γώ­να του κα­τὰ τοῦ Ἀ­ρει­α­νι­σμού[4].

Ἡ πα­ρα­κο­ὴ ὡς συ­νέ­πει­α τῆς ἀλ­λοί­ω­σης τοῦ ‘’κὰτ΄εἰ­κό­να’’ τοῦ ἀν­θρώ­που μπο­ρεῖ πλέ­ον νὰ με­τα­τρα­πεῖ σὲ ὑ­πα­κο­ὴ καὶ τά­ση γιὰ ἕ­νω­ση μὲ τὸ Θε­ὸ ἀρ­κεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὴ καὶ εἰ­λι­κρι­νὴς ἐ­πι­θυ­μί­α γιὰ ἐ­πα­νέν­τα­ξη στὴν κοι­νό­τη­τα τῶν πι­στῶν ἀν­θρώ­πων. Ἡ ἐ­ναν­θρώ­πι­ση τοῦ Λό­γου ἔ­δω­σε τὴ δυ­να­τό­τη­τα ξα­νὰ στοὺς ἀν­θρώ­πους γιὰ θε­ρα­πεί­α τοῦ ‘’κατ’ εἰ­κό­να’’ καὶ  γιὰ πο­ρεί­α  αὐ­τῶν πρὸς τὸ μα­ται­ω­θὲν ‘’καθ’ ὁ­μοί­ω­ση’’ καὶ τὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν. Σὲ κα­μι­ὰ ὅ­μως πε­ρί­πτω­ση αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος πλέ­ον δὲν πα­ρα­βαί­νει τὸ λό­γο τοῦ Θε­οῦ, δὲν ἁ­μαρ­τά­νει ἢ ὅ­τι οἱ ὁ­ποι­εσ­δή­πο­τε πρά­ξεις  ποὺ δι­α­πράτ­τει τε­λοῦν ὑ­πὸ ἄ­φε­ση. Ὁ ἄν­θρω­πος μπο­ρεῖ ἀ­κό­μα νὰ πα­ρα­κού­σει τὸ Θε­ὸ μὲ τὶς ἴ­διες κα­τα­στρο­φι­κὲς συ­νέ­πει­ες γιὰ αὐ­τὸν, ἀλ­λὰ τώ­ρα ἔ­χει τὴ δύ­να­μη νὰ ἀν­τι­στα­θεῖ στὶς δυ­νά­μεις τοῦ δια­βό­λου, τοῦ πει­ρα­σμοῦ καὶ τῆς φθο­ρᾶς. Ἡ βι­ω­μα­τι­κὴ καὶ μυ­στι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς στη­ρί­ζε­ται στὴ βί­ω­ση τῆς ἐν Χρι­στῷ ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως τοῦ Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, μὲ τὴν ἔν­νο­α ὅ­τι ὁ Χρι­στὸς με­τα­δί­δει στοὺς ἀν­θρώ­πους τὸ  ἄ­κτι­στο φῶς, τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­λεῖ­ται ὁ κα­θέ­νας νὰ οἰ­κει­ο­ποι­η­θεῖ προ­σω­πι­κὰ μὲ τὴ χά­ρη καὶ τὴ δύ­να­μη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­το­ς[5].

 

 

 


[1] Ιωάννου Δαμασκηνού, ΄΄Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως΄΄, Μετάφραση και σχόλια Ν. Ματσούκα, Θεσσαλονίκη 2004, σσ. 307-309

 

[2] Νίκου  Α. Ματσούκα,΄΄Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β’ ΄΄, Θεσσαλονίκη 2006, σσ. 524-526

[3] Μτ 27,11-26.  Μκ 15,2-15. Λκ 23,3-5,13-25. Ιω 18,33-19,16

[4] Κατά Αρειανών λόγος 1, 43, PG 26, 101Β

[5] Γ. Μαντζαρίδου, Μέθεξις Θεού, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 104