ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Ἡ ἕκτη δημιουργική ἡμέρα κατά τήν Ἁγία Γραφή καί ἡ θεωρία τῆς ἐξελίξεως

12 Φεβρουαρίου 2026 · 11 λεπτά

Ὁ­μι­λί­α π. Ἀ­θα­να­σί­ου Μυ­τι­λη­ναί­ου

Ἡ ἕ­κτη δη­μι­ουρ­γι­κή ἡ­μέ­ρα ἀ­να­φέ­ρε­ται εἰς τήν δη­μι­ουρ­γί­αν τῶν χερ­σαί­ων ζώ­ων καί τήν δη­μι­ουρ­γί­αν τοῦ ἀν­θρώ­που. Λέ­ει τό ἱ­ε­ρό κεί­με­νο (Γέν. 1,24-25): «Καί εἶ­πεν ὁ Θε­ός· ἐ­ξα­γα­γέ­τω ἡ γῆ ψυ­χήν ζῶ­σαν κα­τά γέ­νος, τε­τρά­πο­δα καί ἑρ­πε­τά καί θη­ρί­α τῆς γῆς κα­τά γέ­νος. καί ἐ­γέ­νε­το οὕ­τως· καί ἐ­ποί­η­σεν ὁ Θε­ός τά θη­ρί­α τῆς γῆς κα­τά γέ­νος, καί τά κτή­νη κα­τά γέ­νος αὐ­τῶν καί πάν­τα τά ἑρ­πε­τά τῆς γῆς κα­τά γέ­νος αὐ­τῶν· καί εἶ­δεν ὁ Θε­ός, ὅ­τι κα­λά». Καί με­τά ταῦ­τα προ­χω­ρεῖ στήν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ ἀν­θρώ­που. Βλέ­που­με ἐ­δῶ τόν Θε­όν σέ μι­ά και­νούρ­για δη­μι­ουρ­γι­κή πρά­ξη νά λέ­γει ἡ γῆ νά ἐ­ξα­γά­γει ψυ­χήν ζῶ­σαν «κα­τά γέ­νος» πού νά ἀ­πο­τε­λεῖ­ται αὐ­τή ἡ ψυ­χή ἡ ζῶ­σα ἀ­πό τε­τρά­πο­δα, ἀ­πό ἑρ­πε­τά καί θη­ρί­α. Βέ­βαι­α, ἐ­πει­δή πάν­το­τε εἶ­ναι δη­μώ­δης ἡ ἔκ­θε­σις τῶν ὅ­σων πε­ρι­γρά­φει ὁ ἱ­ε­ρός συγ­γρα­φεύς, γιά αὐ­τόν τόν λό­γο θά λέ­γα­με ὅ­τι τά τε­τρά­πο­δα εἶ­ναι τά οἰ­κι­α­κά ζῶ­α, τά θη­ρί­α δέν εἶ­ναι τά θη­ρί­α τοῦ δά­σους ἀλ­λά ἁ­πλῶς ἐ­κεῖ­να πού δέν εἶ­ναι οἰ­κι­α­κά, καί τά ἑρ­πε­τά -τά γνω­στά μας ἑρ­πε­τά- ἐ­κεῖ­να τά ὁ­ποῖ­α ἤ δέν ἔ­χουν πό­δια ἤ ἔ­χουν μι­κρά πό­δια πού δί­δε­ται ἡ ἐν­τύ­πω­σις ὅ­τι ἕρ­πουν ἐ­πί τῆς γῆς.

Συ­νε­πῶς, ἔ­χου­με ἐ­δῶ τρεῖς κα­τη­γο­ρί­ες: Τά οἰ­κι­α­κά ζῶ­α, ἤ­τοι τά ἐ­ξη­με­ρω­μέ­να ζῶ­α, τά ζῶ­α τά ὁ­ποῖ­α δέν εἶ­ναι ἐ­ξη­με­ρω­μέ­να, καί τά ἑρ­πε­τά, τά ὁ­ποῖ­α βε­βαί­ως δέν ἐ­ξη­με­ροῦν­ται. Ἔ­τσι κλεί­νει μέ τήν δη­μι­ουρ­γί­α τῶν ζώ­ων, τήν ἕ­κτην ἡ­μέ­ραν κλεί­νει τό ζω­ι­κό βα­σί­λει­ο. Θά ‘θε­λα μό­νο, ἀ­να­φε­ρό­με­νοι στήν ἕ­κτη δη­μι­ουρ­γι­κή ἡ­μέ­ρα, πού ἔ­χου­με τήν δη­μι­ουρ­γί­α τῶν ζώ­ων τῶν χερ­σαί­ων, νά προ­σέ­ξου­με τό ση­μεῖ­ο ἐ­κεῖ­νο στό ὁ­ποῖ­ο ὁ ἱ­ε­ρός συγ­γρα­φέ­ας, ὁ Μω­υ­σῆς, ἀ­να­φέ­ρει τήν φρά­ση «κα­τά γέ­νος» πέν­τε φο­ρές! Τί ση­μαί­νει αὐ­τό; Ἄς μοῦ ἐ­πι­τρα­πεῖ νά πῶ τήν ἔκ­φρα­ση, ὡς νά ἐ­γνώ­ρι­ζε τί θά ἐ­γί­νε­το κά­πο­τε εἰς τούς ἀν­θρώ­πους, τί θε­ω­ρί­ες θά ἐ­πι­κρα­τοῦ­σαν, καί τρό­πον τι­νά δι­α­σφα­λί­ζει μέ τήν φρά­ση «κα­τά γέ­νος» πού ἀ­να­φέ­ρει στό ἱ­ε­ρό κεί­με­νο τήν ἀ­πάν­τη­ση γιά ἐ­κεῖ­να τά ὁ­ποῖ­α θά ἐ­λέ­γον­το ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους, γιά νά τούς δώ­σει ἀ­πο­στο­μω­τι­κή ἀ­πάν­τη­ση ὅ­τι ἐ­κεῖ­να τά ὁ­ποῖ­α ἰ­σχυ­ρί­ζε­στε καί ἔ­χε­τε σάν θε­ω­ρί­ες δέν εἶ­ναι σω­στά. Πρό­κει­ται γιά τήν θε­ω­ρί­α τῆς ἐ­ξε­λί­ξε­ως, πού ὁ­πωσ­δή­πο­τε εἶ­ναι μι­ά θε­ω­ρί­α ἡ ὁ­ποί­α ξε­πέ­ρα­σε στήν δι­α­τύ­πω­σή της τά 100 χρό­νι­α, καί ἡ ἀ­πάν­τη­ση πού παίρ­νει βρί­σκε­ται στήν φρά­ση τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς «κα­τά γέ­νος, ὅ­τι δη­λα­δή δέν ἔ­χου­με ἐ­ξέ­λι­ξη, δι­ό­τι ὁ Θε­ός δη­μι­ουρ­γεῖ τά γέ­νη. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ ἀ­πάν­τη­σις.

Ὅ­ταν λέ­με θε­ω­ρί­α τῆς ἐ­ξε­λί­ξε­ως τί ἐν­νο­οῦ­με; Κα­ταρ­χάς, πρέ­πει νά σᾶς πῶ ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος, ὁ ὁ­ποῖ­ος τήν δι­ε­τύ­πω­σε εἶ­ναι ὁ Darwin, ὁ Δαρ­βί­νος, Ἄγ­γλος, Κά­ρο­λος Δαρ­βί­νος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­ζη­σε τόν πε­ρα­σμέ­νο αἰ­ῶ­να καί δι­ε­τύ­πω­σε τήν θε­ω­ρί­α του σέ ἕ­να βι­βλί­ο πού τό ἐ­ξέ­δω­κε τό 1859 μέ τόν τί­τλο: Ἡ κα­τα­γω­γή τῶν εἰ­δῶν ἐ­πί τῇ βά­σει τῆς φυ­σι­κῆς ἐ­πι­λο­γῆς. Ὁ Δαρ­βί­νος ἦ­το ἕ­νας φυ­το­τε­χνι­κός καί ζω­ο­τε­χνι­κός. Δέν ἦ­το ἀ­κρι­βῶς ἐ­πι­στή­μων. Ἀλ­λά ἕ­νας τε­χνι­κός, ἕ­νας ζω­ο­τε­χνι­κός καί φυ­το­τε­χνι­κός. Ἔ­κα­νε πολ­λά τα­ξί­δια, ἰ­δί­ως στήν Νό­τι­α Ἀ­με­ρι­κή. Εἶ­χε πα­ρα­τη­ρη­τι­κό­τη­τα. Εἶ­χε ἕ­να ἀ­γρό­κτη­μα. Ἔ­κα­νε πα­ρα­τη­ρή­σεις στά κου­νέ­λια, πού εἶ­χε στό ἀ­γρό­κτη­μά του, καί ἄρ­χι­σε νά σκέ­πτε­ται με­ρι­κά πράγ­μα­τα, πού βε­βαί­ως πάν­το­τε ἐ­τί­θεν­το εἰς τόν ἄν­θρω­πο. Ὅ­λη αὐ­τή ἡ ποι­κι­λί­α τῶν ζων­τα­νῶν ὀρ­γα­νι­σμῶν ἔ­χει κα­νέ­να σύν­δε­σμο με­τα­ξύ της; Ἔ­χου­με ὅ­λα αὐ­τά τά ζῶ­α. Αὐ­τά τά ζῶ­α πῶς ὑ­πάρ­χουν; Ὑ­πάρ­χουν αὐ­το­τε­λῶς ἤ ὑ­πάρ­χει κά­ποια σχέ­σις με­τα­ξύ των; Ὁ Δαρ­βί­νος, λοι­πόν, ἄρ­χι­σε νά κά­νει μι­ά κα­τά­τα­ξη τῶν πραγ­μά­των καί νά προ­σπα­θεῖ νά βρεῖ μιά ἄ­κρη, γιά νά ἀ­παν­τή­σει στό θέ­μα αὐ­τό. Πα­ρα­τή­ρη­σε, λοι­πόν, ὁ Δαρ­βί­νος τό ἑ­ξῆς, ὅ­τι μέ­σα στήν φύ­ση ἀ­νά­με­σα στά ζῶ­α ὑ­πάρ­χει ἕ­νας ἀ­γῶ­νας ὑ­πάρ­ξε­ως.

Ἕ­να μι­κρό πα­ρά­δειγ­μα, μι­ά πού ὁ ἄν­θρω­πος ἦ­ταν ζω­ο­τέ­χνης, εἶ­χε ἐ­κτρο­φεῖ­ο κου­νε­λιῶν στό κτῆ­μα του. Πα­ρα­τή­ρη­σε, λοι­πόν, καί τό πα­ρα­τη­ροῦ­με καί ἐ­μεῖς ὅ­τι μι­ά κου­νέ­λα μπο­ρεῖ νά κά­νει δέ­κα κου­νε­λά­κια. Τά κου­νε­λά­κια αὐ­τά δέν ἔ­χουν ὅ­λα τήν ἴ­δια σω­μα­τι­κή κα­τα­σκευ­ή. Δη­λα­δή, ὅ­λα κου­νε­λά­κια εἶ­ναι, ἀλ­λά τό ἕ­να μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι πι­ό δυ­να­μω­μέ­νο καί τό ἄλ­λο νά εἶ­ναι πι­ό ἀ­σθε­νι­κό. Αὐ­τά τά δέ­κα κου­νε­λά­κια δι­α­θέ­τουν μι­ά ἄλ­φα, βή­τα, γάμ­μα, δέλ­τα ζω­τι­κό­τη­τα καί ἐ­νερ­γη­τι­κό­τη­τα. Ὅ­ταν ἡ κου­νέ­λα δι­α­θέ­τει ἄς ποῦ­με ὀ­κτώ μα­στούς- πα­ρά­δειγ­μα τώ­ρα λέ­ω-ἐ­νῷ τά κου­νε­λά­κια εἶ­ναι δέ­κα, δύ­ο κου­νε­λά­κια δέν πρέ­πει νά θη­λά­σουν. Τά δύ­ο αὐ­τά κου­νε­λά­κια, πού δέν πρέ­πει νά θη­λά­σουν, κατ’ ἀ­νάγ­κη θά εἶ­ναι τά πι­ό ἀ­σθε­νι­κά, δι­ό­τι δέν θά ἔ­χουν τήν δύ­να­μη, για­τί τά ἄλ­λα θά ἔ­χουν τήν δύ­να­μη καί θά ὁρ­μή­σουν στούς μα­στούς τῆς μά­νας των καί θά ἀρ­χί­σουν νά θη­λά­ζουν. Θά πρέ­πει αὐ­τά τά δύ­ο πού θά μέ­νουν ἀ­πέ­ξω, καί τό βλέ­που­με αὐ­τό, νά πᾶ­νε νά βγά­λουν τά ἀν­τί­στοι­χα δύ­ο, γιά νά πᾶ­νε αὐ­τά νά θη­λά­σουν. Ἐ­κεῖ­να τά ὁ­ποῖ­α βγῆ­καν, μέ τήν ὄ­ρε­ξη πού δι­α­θέ­τουν, θά πᾶ­νε νά βγά­λουν τώ­ρα ἄλ­λα δύ­ο, καί ἔ­τσι γί­νε­ται ἕ­νας ἀ­γῶ­νας νά θη­λά­σουν. Αὐ­τό τό πα­ρα­τή­ρη­σε ὁ ζω­ο­τέ­χνης Δαρ­βί­νος. Σκέ­φτη­κε, ὅ­μως, ὅ­πως κά­θε κα­λός ζω­ο­τέ­χνης, αὐ­τό νά τό προ­λά­βει καί νά πεῖ: Ἡ κου­νέ­λα μου γέν­νη­σε δέ­κα, ἐ­γώ ἔ­χω ὀ­κτώ μα­στούς στήν κου­νέ­λα, τί θά κά­νω; Θά πά­ρω ἐ­γώ τά δυό κου­νε­λά­κια τά πι­ό ἀ­δύ­να­τα, τά ὁ­ποῖ­α ἐ­γώ θά τά δι­α­λέ­ξω, θά τά ἐ­πι­λέ­ξω, προ­σέξ­τε τί λέ­ξη εἶ­πα, θά τά ἐ­πι­λέ­ξω, θά κά­νω ἐ­πι­λο­γή. Θά τά πά­ρω αὐ­τά τά δύ­ο, ἄ­χρη­στα εἶ­ναι, θά τά πε­τά­ξω. Αὐ­τή εἶ­ναι μι­ά τε­χνη­τή ἐ­πι­λο­γή. Καί εἶ­πε ὁ Δαρ­βί­νος: Αὐ­τό πού κά­νω ἐ­γώ, τήν τε­χνη­τή ἐ­πι­λο­γή, μπο­ρεῖ νά τήν κά­νει ἡ ἴ­δια ἡ φύ­σις, καί λέ­γε­ται φυ­σι­κή ἐ­πι­λο­γή.

Αὐ­τή ἡ φυ­σι­κή ἐ­πι­λο­γή πῶς γί­νε­ται; Γί­νε­ται μέ τόν ἀ­γῶ­να πε­ρί ὑ­πάρ­ξε­ως. Εἶ­ναι δη­λα­δή ἕ­νας ἀ­γῶ­νας νά ὑ­πάρ­ξεις. Ὁ ἀ­γῶ­νας γιά νά ὑ­πάρ­ξω ἐ­πι­βάλ­λει νά ἔ­χω χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά πού νά εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα καί τε­λει­ό­τε­ρα ἀ­πό τό δι­πλα­νό μου, τό ἀ­δελ­φά­κι μου. Ἀλ­λά ὅ­ταν ἐ­γώ ἔ­χω κά­ποια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά κα­λύ­τε­ρα, δυ­να­τό­τε­ρα ἀ­πό τό ἀ­δελ­φά­κι μου, -ἐ­δῶ τώ­ρα ἔ­κα­νε τό λά­θος ὁ Δαρ­βί­νος, για­τί σᾶς εἶ­πα δέν ἦ­ταν ἐ­πι­στή­μων, ἦ­ταν ζω­ο­τέ­χνης,- ἐ­γώ θά με­τα­βι­βά­σω τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά πού ἔ­χω στούς ἀ­πο­γό­νους μου, ἐ­γώ ἐ­πέ­ζη­σα, ἔ­χω λοι­πόν ἀ­πο­κτή­σει κά­ποιες δυ­να­τό­τη­τες. Τίς δυ­να­τό­τη­τές μου τώ­ρα ἐ­γώ τίς με­τα­βι­βά­ζω στούς ἀ­πο­γό­νους μου. Οἱ ἀ­πό­γο­νοί μου εἶ­ναι βελ­τι­ω­μέ­νοι σέ σχέ­ση μέ μέ­να, καί τά ἐγ­γό­νια μου εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο βελ­τι­ω­μέ­να. Ἀ­πό βελ­τί­ω­ση σέ βελ­τί­ω­ση μέ αὐ­τήν τήν ἐ­πι­λο­γή πού γί­νε­ται ἀ­πό τόν ἀ­γῶ­να πε­ρί ὑ­πάρ­ξε­ως ἀρ­χί­ζει τό κά­θε ζῶ­ο νά ἀ­πο­κτά­ει καί κά­ποιες ἰ­δι­ό­τη­τες πού δέν τίς εἶ­χε ὁ πρό­γο­νός του καί τίς ὁ­ποῖ­ες κλη­ρο­δο­τεῖ στούς ἐ­πι­γό­νους. Καί ἔ­τσι, εἶ­πε ὁ Δαρ­βί­νος, μέ τόν τρό­πο αὐ­τό ἔ­χου­με τήν δη­μι­ουρ­γί­α νέ­ων εἰ­δῶν. Ἀλ­λά, πε­ριτ­τό νά σᾶς πῶ, ὅ­τι ἡ ὅ­λη ὑ­πό­θε­ση ἔ­χει μι­ά ἀ­φέ­λει­α. Για­τί ὁ Δαρ­βί­νος δέν ἐ­γνώ­ρι­ζε πολ­λά πράγ­μα­τα. Δέν ἐ­γνώ­ρι­ζε δη­λα­δή τούς κλη­ρο­νο­μι­κούς πα­ρά­γον­τες, δέν ἐ­γνώ­ρι­ζε ἐ­κεῖ­να τά ὁ­ποῖ­α ἤ­δη εἶ­χε ἀ­να­κα­λύ­ψει ὁ Mendel, δέν ἐ­γνώ­ρι­ζε τί­πο­τα, τί­πο­τα, τί­πο­τα ἀ­πό ὅ­λα αὐ­τά, καί ἔ­βγα­λε αὐ­τά τά χον­δρι­κά συμ­πε­ρά­σμα­τα, τά ὁ­ποῖ­α πε­ριτ­τό νά σᾶς πῶ ὅ­τι προ­σε­βλή­θη­σαν, καί κά­ποιο και­ρό ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ Δαρ­βί­νου πῆ­γε στήν ἄ­κρη.

Ὅ­ταν λέ­με ἐ­ξέ­λι­ξη τί ἐν­νο­οῦ­με; Ἔ­χο­με δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις ἐ­ξε­λί­ξε­ως. Ἡ μι­ά πε­ρί­πτω­σις εἶ­ναι ὅ­ταν βλέ­που­με νά ἔ­χου­με τήν δη­μι­ουρ­γί­α τῶν ὄν­των εἴ­τε στό φυ­τι­κό βα­σί­λει­ο εἴ­τε στό ζω­ι­κό βα­σί­λει­ο ἀ­πό τά ἀ­τε­λέ­στε­ρα εἰς τά τε­λει­ό­τε­ρα. Στά φυ­τά τί ἔ­χου­με; Πρῶ­τα ἔ­χου­με τήν πό­α- ἄς ποῦ­με τό χορ­τά­ρι, τά ἀ­τε­λῆ φυ­τά, τά ἄ­ξυ­λα φυ­τά, τά ἄ­κορ­μα φυ­τά. Με­τά τί ἔ­χου­με; Ἔ­χου­με τά ξυ­λώ­δη φυ­τά, μέ πλή­ρεις καρ­πούς, σω­στούς, κα­νο­νι­κούς. Ἀ­πό τά ἀ­τε­λέ­στε­ρα στά τε­λει­ό­τε­ρα φυ­τά. Νά, λοι­πόν, μι­ά ἐ­ξέ­λι­ξις. Ἡ πρώ­τη, λοι­πόν, μορ­φή ἐ­ξε­λί­ξε­ως εἶ­ναι ὅ­τι πᾶ­με ἀ­πό τά ἀ­τε­λέ­στε­ρα στά τε­λει­ό­τε­ρα. Τό θέ­μα εἶ­ναι σα­φές, ὅ­τι στήν Ἁ­γί­α Γρα­φή ἐ­κτί­θε­ται αὐ­τή ἡ ἐ­ξέ­λι­ξις. Δέν ἐν­νο­οῦ­σε αὐ­τήν ὁ Δαρ­βί­νος. Οὔ­τε ἐν­νο­οῦν αὐ­τήν τήν ἐ­ξέ­λι­ξη οἱ ἐ­ξε­λι­κτι­κοί. Ἀλ­λά, πῶς μπο­ρεῖ νά περ­νῶ ἀ­πό τά ἀ­τε­λέ­στε­ρα στά τε­λει­ό­τε­ρα; Ὁ Θε­ός δη­μι­ουρ­γεῖ, ἤ ὑ­πάρ­χει κά­ποιος ἄλ­λος πα­ρά­γων ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι ἔ­ξω ἀ­πό τόν Θε­όν πού δη­μι­ουρ­γεῖ; Καί ποιός εἶ­ναι αὐ­τός ὁ πα­ρά­γων; Ἀλ­λά βλέ­που­με, ὅ­μως, ὅ­τι ὁ Θε­ός ὅ­πως δη­μι­ουρ­γεῖ δέν περ­νά­ει ἀ­πό τό ἕ­να γέ­νος στό ἄλ­λο. Ἡ θε­ω­ρί­α ὅ­μως τῆς ἐ­ξε­λί­ξε­ως κι­νεῖ­ται μέ τήν δευ­τέ­ρα ἔν­νοι­α τῆς ἐ­ξε­λί­ξε­ως, δη­λα­δή πῶς θά δι­και­ο­λο­γή­σω, πῶς θά ἑρ­μη­νεύ­σω τό πέ­ρα­σμα ἀ­πό τό ἕ­να ζῶ­ο στό ἄλ­λο ζῶ­ο. Αὐ­τό λέ­γε­ται θε­ω­ρί­α τῆς ἐ­ξε­λί­ξε­ως καί ὄ­χι ὅ­πως ἐ­κτί­θεν­ται μέ­σα στό βι­βλί­ο τῆς γε­νέ­σε­ως, ὅ­τι περ­νά­ω ἀ­πό τά ἀ­τε­λέ­στε­ρα εἰς τά τε­λει­ό­τε­ρα ὄν­τα.

Ἕ­να εἶ­ναι ἀ­λη­θές. Ἡ ἀ­δυ­να­μί­α τῆς θε­ω­ρί­ας νά ἐ­ξη­γή­σει τό πῶς ἔ­χου­με τό πέ­ρα­σμα ἀ­πό τό ἕ­να γέ­νος στό ἄλ­λο γέ­νος. Πῶς μπο­ροῦ­με νά δι­και­ο­λο­γή­σου­με τήν σύν­δε­ση τῶν γε­νῶν; Δη­λα­δή μέ ἄλ­λα λό­γι­α εἶ­ναι αὐ­τό πού λέ­νε «Θε­ω­ρί­α». Τί θά πεῖ θε­ω­ρί­α; Θε­ω­ρί­α θά πεῖ ἕ­να ἐ­πι­στη­μο­νι­κό πι­στεύ­ω. Ἡ θε­ω­ρί­α δέν εἶ­ναι ἐ­πι­στη­μο­νι­κή ἀ­λή­θει­α, στη­ρί­ζε­ται σέ με­ρι­κές πα­ρα­τη­ρή­σεις, ἀλ­λά οὐ­δέ­πο­τε, ὅ­μως, εἶ­ναι ἐ­πι­στη­μο­νι­κή ἀ­λή­θει­α. Ἀ­πό ποῦ ξε­κι­νά­ει; Ξε­κι­νά­ει ἀ­πό μι­ά εἰ­κα­σί­α, ἀ­πό μι­ά φαν­τα­σί­α, ἀ­πό μι­ά δι­αί­σθη­ση τοῦ ἐ­πι­στή­μο­νος. Κα­τό­πιν, κά­νει μι­ά ὑ­πό­θε­ση, χτί­ζει μι­ά θε­ω­ρί­α καί προ­σπα­θεῖ νά τήν ἀ­πο­δεί­ξει μέ τά δε­δο­μέ­να τῶν πα­ρα­τη­ρή­σε­ων πού ἔ­χει ἤ τῆς δι­αι­σθή­σε­ως πού δι­α­θέ­τει. Ἐ­άν τά δε­δο­μέ­να αὐ­τά ἐ­πα­λη­θεύ­σουν τήν θε­ω­ρί­α, ἀλ­λά τήν ἐ­πα­λη­θεύ­ουν ἐν παν­τί τό­πῳ καί χρό­νῳ, ἀ­πό ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε ὁ­που­δή­πο­τε, τό­τε ἡ θε­ω­ρί­α αὐ­τή ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γί­νε­ται ἐ­πι­στη­μο­νι­κή ἀ­λή­θει­α, καί πιά δέν χω­ρά­ει τί­πο­τα, εἶ­ναι ἀ­λή­θει­α ἐ­πι­στη­μο­νι­κή. Ἀλ­λά, ἐ­άν εἶ­ναι ἐ­πι­στη­μο­νι­κή θε­ω­ρί­α, τό­τε δύ­να­ται νά ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ ἀ­πό μι­ά ἄλ­λη θε­ω­ρί­α τε­λει­ό­τε­ρη. Καί πράγ­μα­τι ἔ­χουν πε­ρά­σει ἀ­πό τό 1859 123 ἕ­ως 124 χρό­νι­α μέ­χρι σή­με­ρα- πού ἔ­χου­με τήν θε­ω­ρί­α τοῦ Δαρ­βί­νου- καί ὑ­πῆρ­ξαν ἐ­πο­χές πού ξε­χά­στη­κε καί ξα­νάρ­θε πά­λι στήν ἐ­πι­φά­νει­α, πού δεί­χνει ὅ­τι δέν εἶ­ναι ἐ­πι­στη­μο­νι­κή ἀ­λή­θει­α! Συ­νε­πῶς, δέν μπο­ροῦ­με νά λέ­με ὅ­τι ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἔ­χου­με τήν κα­τα­γω­γή τῶν εἰ­δῶν κα­τά ἐ­ξε­λι­κτι­κό τρό­πο. Ἐ­δῶ μά­λι­στα, ἕ­νας κα­θη­γη­τής ξέ­νος ἔ­λε­γε τά ἑ­ξῆς: Εἶ­ναι ἤ δέν εἶ­ναι κα­νείς ὀ­πα­δός τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς ἐ­ξε­λί­ξε­ως ὄ­χι γιά λό­γους πού προ­έρ­χον­ται ἐκ τῆς φυ­σι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας, ἀλ­λά ἀ­να­λό­γως τῶν φι­λο­σο­φι­κῶν του γνω­μῶν. Τί θά πεῖ αὐ­τό; Ἐ­δῶ προ­σέξ­τε! Ἐ­δῶ θά ρί­ξου­με μι­ά μα­τιά στήν ἱ­στο­ρί­α τῶν πραγ­μά­των. Τό ξέ­ρε­τε ὅ­τι ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ Δαρ­βί­νου εἶ­ναι μι­ά θε­ω­ρί­α πού πο­τέ δέν ἔπια­σε τό θέ­μα ἄν­θρω­πος; Οὐ­δέ­πο­τε ὁ Δαρ­βί­νος δι­ε­κή­ρυ­ξε ὅ­τι δέν πι­στεύ­ει εἰς τόν Θε­όν; Τό­τε πε­ρί τί­νος πρό­κει­ται;

Νά σᾶς πῶ πε­ρί τί­νος πρό­κει­ται: Ὅ­ταν δι­ε­τυ­πώ­θη ἡ θε­ω­ρί­α τοῦ Δαρ­βί­νου, ὑ­πῆρ­χε ὁ ὑ­λι­σμός* πού με­σου­ρα­νοῦ­σε τόν πε­ρα­σμέ­νο αἰ­ῶ­να. Ἐ­πει­δή δέ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε ὁ ὑ­λι­σμός τόν πε­ρα­σμέ­νο αἰ­ῶ­να, ὅ­ταν εἶ­δε τήν θε­ω­ρί­α τοῦ Δαρ­βί­νου γαν­τζώ­θη­κε ἀ­πό τήν θε­ω­ρί­α τοῦ Δαρ­βί­νου, για­τί λέ­τε; Καί προ­χώ­ρη­σε πα­ρα­πέ­ρα ἀ­πό τήν θε­ω­ρί­α ὅ­πως τήν δι­α­τύ­πω­σε ὁ Δαρ­βί­νος. Για­τί λέ­τε; Γιά νά ἀ­πο­δεί­ξει ὅ­τι, ἄν ὁ ἄν­θρω­πος κα­τά­γε­ται ἀ­πό τόν πί­θη­κο καί ὁ πί­θη­κος ἀ­πό τό πα­ρα­πέ­ρα ζῶ­ο καί ἀ­πό τό πα­ρα­πέ­ρα καί φθά­νου­με σέ ἕ­να μο­νο­κύτ­τα­ρο ὀρ­γα­νι­σμό καί ὁ μο­νο­κύτ­τα­ρος ὀρ­γα­νι­σμός ἔ­γι­νε μό­νος του ἀ­πό τήν νε­κρά ὕ­λη κα­τά τήν αὐ­τό­μα­το γέ­νε­ση, τό­τε δέν ὑ­πάρ­χει Θε­ός! Καί ἅ­μα δέν ὑ­πάρ­χει Θε­ός, τό­τε δέν ἔ­χου­με νά δώ­σου­με λο­γα­ρια­σμό γιά τίς πρά­ξεις μας σέ κα­νέ­ναν. Νά τό πῶ ἔ­τσι ἁ­πλά; Πο­λύ ἁ­πλά: Τό­τε εἶ­ναι πε­ριτ­τό νά πι­στεύ­ω ὅ­τι ὑ­πάρ­χει κό­λα­σις καί πα­ρά­δει­σος. Ἐ­κεῖ­νο πού ἐ­νο­χλεῖ τόν ἄν­θρω­πο εἶ­ναι αὐ­τή ἡ με­τα­φυ­σι­κή θέ­σις ὅ­τι ὑ­πάρ­χει Κρί­σις, ὑ­πάρ­χει κό­λα­σις καί πα­ρά­δει­σος. Ἄν ὑ­πάρ­χει κό­λα­σις, πρέ­πει νά πεί­σω τόν ἑ­αυ­τό μου ὅ­τι δέν ὑ­πάρ­χει, καί γιά νά πῶ δέν ὑ­πάρ­χει κό­λα­σις θά πῶ ὅ­τι δέν ὑ­πάρ­χει Θε­ός. Ἀλ­λά πό­τε θά τό πῶ αὐ­τό; Θά τό πῶ ὅ­ταν δέν θά θέ­λω νά ἀλ­λά­ξω τήν ζω­ή μου, δι­ό­τι ὑ­πάρ­χουν δύ­ο θέ­σεις. Ἤ θά ἀλ­λά­ξω τήν ζω­ή μου ἀ­πέ­ναν­τι στόν Θε­ό καί θά συμ­μορ­φω­θῶ μέ τό θέ­λη­μά Του ἤ θά πῶ δέν ὑ­πάρ­χει ὁ Θε­ός καί θά μεί­νω στό δι­κό μου τό θέ­λη­μα. Ἕ­να ἀ­πό τά δύ­ο. Ἐ­άν προ­τι­μή­σω τε­λι­κά νά πῶ ὅ­τι δέν ὑ­πάρ­χει ὁ Θε­ός, τό­τε ὁ­πωσ­δή­πο­τε τήν ἔ­χω ἀ­νάγ­κη τήν θε­ω­ρί­α τῆς ἐ­ξε­λί­ξε­ως, γιά νά ὑ­πο­στη­ρί­ξω ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος κα­τά­γε­ται ἀ­πό τόν πί­θη­κο καί συ­νε­πῶς γιά νά πῶ ὅ­τι δέν ὑ­πάρ­χει ὁ Θε­ός. Στήν ἐ­πο­χή μας δέν με­σου­ρα­νεῖ ὁ θε­ω­ρη­τι­κός ὑ­λι­σμός, ὁ θε­ω­ρη­τι­κός ὑ­λι­σμός με­σου­ρά­νη­σε τόν πε­ρα­σμέ­νο αἰ­ῶ­να. Ἀλ­λά, στόν αἰ­ῶ­να μας ἔ­χου­με τούς καρ­πούς τοῦ ὑ­λι­σμοῦ πού θε­με­λι­ώ­θη­κε θε­ω­ρη­τι­κά τόν πε­ρα­σμέ­νο αἰ­ῶ­να, καί ζοῦ­με τούς καρ­πούς. Δη­λα­δή, σή­με­ρα ἔ­χου­με τήν ὑ­λι­στι­κή ζω­ή, τόν ὑ­λι­στι­κό τρό­πο τοῦ σκέ­πτε­σθαι. Καί ἐ­πει­δή ὑ­πάρ­χουν συ­στή­μα­τα- πεῖ­τε κοι­νω­νι­κά, πεῖ­τε φι­λο­σο­φι­κά, τά ὁ­ποῖ­α ἔ­χουν ὑ­λι­στι­κή βά­ση, ἀρ­νοῦν­ται τόν Θε­ό, ἀ­ναμ­φι­σβή­τη­τα ἔ­χουν πά­ρα πο­λύ με­γά­λη ἀ­νάγ­κη γιά νά στη­ρι­χθοῦν δῆ­θεν θε­ω­ρη­τι­κά ἀ­πό τήν θε­ω­ρί­α τῆς ἐ­ξε­λί­ξε­ως.

Γιά αὐ­τόν τόν λό­γο τά τε­λευ­ταῖα χρό­νι­α ξα­να­βγῆ­καν ἀ­πό τό μου­χλι­α­σμέ­νο χρο­νον­τού­λα­πο αὐ­τές οἱ μου­χλι­α­σμέ­νες πραγ­μα­τι­κά θε­ω­ρί­ες, φρε­σκα­ρί­στη­καν, ξα­να­τυ­πώ­θη­καν σέ και­νούρ­για βι­βλί­α μέ και­νούρ­γιο χαρ­τί ἰ­λου­στρα­σιόν, θε­ω­ρί­ες πού βά­λα­νε καί σκί­τσα κλπ., κλπ.. Καί τίς τρι­γυ­ρί­ζουν σάν τήν τε­λευ­ταί­α λέ­ξη τῆς στή­λης, για­τί ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη νά στη­ρι­χθοῦν. Ἡ θε­ω­ρί­α τῆς ἐ­ξε­λί­ξε­ως αὐ­τήν τήν στιγ­μή, ὅ­πως προ­σφέ­ρε­ται, μᾶλ­λον μπερ­δεύ­ει τά πράγ­μα­τα πα­ρά τά ἐ­ξη­γεῖ. Ἔ­χω ἕ­να και­νούρ­γιο ἄρ­θρο πού ἀ­να­φέ­ρε­ται στό ση­μεῖ­ο αὐ­τό καί λέ­γει ὅ­τι ἡ θε­ω­ρί­α τῆς ἐ­ξε­λί­ξε­ως ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρα προ­βλή­μα­τα πα­ρά ἔ­λυ­σε. Καί αὐ­τήν τήν στιγ­μή πα­ρα­μέ­νει πάν­το­τε μι­ά θε­ω­ρί­α μέ τά πά­ρα πολ­λά ἀ­δύ­να­τά της ση­μεῖ­α, χω­ρίς νά μπο­ρεῖ νά ἐ­ξη­γή­σει βα­σι­κά τί­πο­τε ἀ­πό κεῖ­να τά ὁ­ποῖ­α ἀ­πα­σχο­λοῦν τόν ἄν­θρω­πο. Καί, ὅ­μως, προ­σφέ­ρε­ται σάν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή ἀ­λή­θει­α ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος κα­τά­γε­ται ἀ­πό τόν πί­θη­κο. Κα­νείς δέν μπό­ρε­σε νά τό ἀ­πο­δεί­ξει αὐ­τό! Για­τί ἀ­πο­τε­λεῖ, ξα­να­λέ­ω ἄλ­λη μι­ά φο­ρά, μι­ά ἐ­πι­στη­μο­νι­κή θε­ω­ρί­α. Τί­πο­τε ἄλ­λο. Δέν εἶ­ναι ἐ­πι­στη­μο­νι­κή ἀ­λή­θει­α! Πα­ρα­μέ­νει ἕ­να πρό­βλη­μα, πρό­βλη­μα ἄ­λυ­το, πού ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή μας τό λύ­νει ἔ­τσι: Τό κά­θε γέ­νος ἔ­τυ­χε ἰ­δι­αι­τέ­ρας δη­μι­ουρ­γι­κῆς ἐκ μέ­ρους τοῦ Θε­οῦ πρά­ξε­ως. Γι’ αὐ­τό δέν δι­στά­ζει νά γρά­φει ὁ ἱ­ε­ρός συγ­γρα­φεύς, ὁ Μω­υ­σῆς, συ­νε­χῶς καί συ­νε­χῶς ὅ­τι ὁ Θε­ός ἔ­κα­νε ἐ­κεῖ­νο καί ἐ­κεῖ­νο καί ἐ­κεῖ­νο, γιά καθετί «κα­τά γέ­νος», «κα­τά γέ­νος», «κα­τά γέ­νος». Ἔ­τσι, προ­κει­μέ­νου νά ὑ­πο­στη­ρι­χθεῖ ἡ ἀ­πι­στί­α, προ­κει­μέ­νου νά κτυ­πη­θεῖ τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο, νά κτυ­πη­θεῖ ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή, νά κτυ­πη­θεῖ ὁ Θε­ός, -οἱ ἄν­θρω­ποι δυ­στυ­χῶς δέν ἔ­χουν μέ­σα τους τι­μι­ό­τη­τα,- δυ­στυ­χῶς, βά­ζουν ὑ­πη­ρέ­τρι­α τήν ἐ­πι­στή­μη στίς ποι­κί­λες σκο­πι­μό­τη­τες γιά νά σερ­βί­ρουν τό ψεῦ­δος. Ἄς προ­σέ­χου­με, λοι­πόν, στά σερ­βι­ρι­ζό­με­να ψεύ­δη, γιά νά μπο­ρέ­σου­με πραγ­μα­τι­κά νά μά­θου­με καί νά γνω­ρί­σου­με τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί τήν ἀ­λη­θι­νή ἐ­πι­στή­μη.

* Ὑ­λι­σμός εἶ­ναι τό σύ­στη­μα ἐ­κεῖ­νο τό φι­λο­σο­φι­κό πού ἀ­πορ­ρί­πτει τήν ἔν­νοι­α τοῦ Θε­οῦ καί συ­νε­πῶς τήν Δη­μι­ουρ­γί­α, δέ­χε­ται τήν ὕ­λη αἰ­ω­νί­α, αὐ­θύ­παρ­κτον καί αὐ­το­δη­μι­ουρ­γοῦ­σα.

 

περιοδικό “ΡωμΝιός”, τεύχος 33

Σχετικά

Ἡ ἕκτη δημιουργική ἡμέρα κατά τήν Ἁγία Γραφή καί ἡ θεωρία τῆς ἐξελίξεως · Ε.Ρω.