ON AIR — ERO — RadioFrequency
Enomeni RomiosiniEnomeni RomiosiniCENTER FOR UNITY AND STUDY -
PROMOTING OUR VALUES
IMPORTANT
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

ΜΕΓ. ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ–ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ

21 January 2012 · 11 min read

ΜΕΓ. ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ–ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ

 

Α. Ἡ Μεγάλη Σαρακοστή, ὡς πνευματικὸ ταξίδι.

 

Ἡ Με­γά­λη Σα­ρα­κο­στὴ εἶ­ναι ἕ­να πνευ­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι, ποὺ προ­ο­ρι­σμὸς του εἶ­ναι τὸ ΠΑΣΧΑ ἡ «ἑ­ορ­τὴ τῶν ἑ­ορ­τῶν». Ἡ σχέ­ση τῆς Μεγ. Σα­ρα­κο­στῆς καὶ τοῦ ΠΑΣΧΑ ἀ­πο­κα­λύ­πτει, ὅ­πως θὰ δοῦ­με πα­ρα­κά­τω, κά­τι πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸ γιὰ τὴ ζω­ὴ καὶ τὴν πί­στη μας.

Πά­σχα ἢ Φά­σχα στὰ Ἑ­βρα­ϊ­κὰ ση­μαί­νει πέ­ρα­σμα ἢ δι­ά­βα­ση. Ἦ­ταν γιὰ τοὺς Ἑ­βραί­ους ἡ με­γά­λη ἐ­κεί­νη μέ­ρα τῆς ἐ­ξό­δου, ἀ­πὸ τὴ γῆ τῆς δου­λεί­ας, τὴ γῆ τῆς Αἰ­γύ­πτου, στὴ γῆ τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, στὴ γῆ τῆς Ἐ­παγ­γε­λί­ας. Τὸ «πέ­ρα­σμα τῆς Ἐ­ρυ­θρᾶς Θα­λάσ­σης» ἔ­γι­νε μὲ τὸ μο­να­δι­κὸ ἐ­κεῖ­νο θαῦ­μα ποὺ «ἔ­κα­νε» ὁ Μω­ϋ­σῆς, χτυ­πών­τας τὴ ρά­βδο του κά­θε­τα ἐ­πά­νω στὰ ὕ­δα­τα τῆς θά­λασ­σας. Τό­τε, ἕ­νας ἰ­σχυ­ρὸς Δυ­τι­κός ἄ­νε­μος χώ­ρι­σε τὰ νε­ρά, τὰ ὁ­ποῖ­α ἄ­νοι­ξαν θαυ­μα­τουρ­γι­κά, καὶ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε στε­ρε­ὸ μο­νο­πά­τι. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ πέ­ρα­σαν ὅ­λοι οἱ Ἰσ­ρα­η­λί­τες διὰ ξη­ρᾶς, μέ­χρι καὶ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο. Τό­τε ὁ Μω­ϋ­σῆς χτύ­πη­σε ξα­νὰ τὴ θά­λασ­σα, αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ὁ­ρι­ζόν­τια (δηλ. χα­ράσ­σον­τας ἐπ᾿ αὐ­τῆς Σταυ­ρὸ) καὶ ἔ­κλει­σαν τὰ νε­ρά, πνί­γον­τας το­ύς Αἰ­γυ­πτί­ους ποὺ εἶ­χαν ἐν τῷ με­τα­ξὺ μπεῖ μέ­σα στὴ θά­λασ­σα μὲ τὰ ἅρ­μα­τά τους.

Γιὰ τοὺς Χρι­στια­νοὺς τὸ Πά­σχα εἶ­ναι πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ μί­α γι­ορ­τή. Πο­λὺ ἀ­νώ­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­μνη­ση ἑ­νὸς γε­γο­νό­τος ποὺ πέ­ρα­σε. Εἶ­ναι ἡ ἀρ­χὴ μιᾶς νέ­ας ἐ­πο­χῆς γιὰ τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα. Ἐ­πο­χῆς χα­ρᾶς, Χά­ρι­τος, Θεί­ου ἐ­λέ­ους καὶ Θε­ϊ­κῆς υἱ­ο­θε­σί­ας. Ὁ κά­θε Χρι­στια­νός, ποὺ βί­ω­σε, αὐ­τὴ τὴν Ἀ­να­στά­σι­μη νύ­χτα, τὴ Σω­τή­ριο, τὴ φω­ταυ­γῆ καὶ λαμ­προ­φό­ρο, ἔ­στω καὶ μί­α φο­ρά, ποὺ γεύ­τη­κε αὐ­τὴ τὴ μο­να­δι­κὴ χα­ρά, τὸ ξέ­ρει αὐ­τό.

Ἀλ­λὰ για­τί αὐ­τὴ ἡ χα­ρά; Για­τί ψέλ­νου­με στὴν Ἀ­να­στά­σι­μη λει­τουρ­γί­α «νῦν πάν­τα πε­πλή­ρω­ται φω­τός, οὐ­ρα­νὸς τε καὶ γῆ καὶ τὰ κα­τα­χθό­νια;». Μὲ ποι­ὰ ἔν­νοι­α ἑ­ορ­τά­ζου­με «θα­νά­του τὴν νέ­κρω­σιν, Ἅ­δου τὴν κα­θαί­ρε­σιν, ἄλ­λης βι­ο­τῆς τῆς αἰ­ω­νί­ου ἀ­παρ­χὴν…», δηλ. τὴν κα­τάρ­γη­ση τοῦ θα­νά­του καὶ τὴν ἀρ­χὴ μιᾶς ἄλ­λης αἰ­ώ­νιας καὶ ἀ­νέ­σπε­ρης ζω­ῆς;

Σὲ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς ἐ­ρω­τή­σεις ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι: «Ἡ νέ­α ζω­ή», ἡ ὁ­ποί­α πρὶν ἀ­πὸ δύο­ χι­λιά­δες χρό­νια πε­ρί­που «ἀ­νέ­τει­λεν ἐκ τοῦ τά­φου» καὶ προ­σφέρ­θη­κε σὲ μᾶς ὅ­λους, ποὺ πι­στεύ­ου­με στὸν Χρι­στό. Μᾶς δό­θη­κε τὴν μέ­ρα ποὺ βα­πτι­σθή­κα­με, τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ γί­να­με νέ­α μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας Του. Μὲ τὴν τρι­πλῆ κα­τά­δυ­ση καὶ ἀ­νά­δυ­ση μέ­σα στὸ νε­ρὸ τοῦ Βα­πτί­σμα­τος, ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα «συ­νε­τά­φη­μεν (οὖν) αὐ­τῷ διὰ τοῦ Βα­πτί­σμα­τος εἰς τὸν θά­να­τον, ἵ­να ὥ­σπερ ἠ­γέρ­θη Χρι­στὸς ἐκ νε­κρῶν, διὰ τῆς δό­ξης τοῦ Πα­τρός, οὕ­τω καὶ ἡ­μεῖς ἐν και­νό­τη­τι ζω­ῆς πε­ρι­πα­τή­σω­μεν». (Ρωμ. στ’ 4), δηλ. μὲ τὸ Βά­πτι­σμά μας συν­τα­φή­κα­με μὲ τὸν Χρι­στὸ (δηλ. θά­ψα­με τὸν «πα­λαι­ὸ» ἑ­αυ­τό μας) καὶ σὺν–ἀ­να­στη­θή­κα­με μα­ζί Του, γιὰ νὰ ζή­σου­με μί­α και­νούρ­για ζω­ή, τὴ ζω­ὴ τοῦ Χρι­στοῦ. Αὐ­τὸ θέ­λει νὰ πεῖ τὸ «ἐν και­νό­τη­τι ζω­ῆς πε­ρι­πα­τή­σω­μεν» ποὺ λέ­ει ὁ Ἀπ. Παῦ­λος.

Ἔ­τσι τὸ Πά­σχα πα­νη­γυ­ρί­ζου­με τὴν Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ, ὡς γε­γο­νός, ποὺ ἔ­γι­νε καὶ γί­νε­ται καὶ τώ­ρα ἀ­κό­μη γιά μᾶς. Εἶ­ναι τὸ γε­γο­νὸς ποὺ ἄλ­λα­ξε τὴ φύ­ση τοῦ θα­νά­του καὶ τὸν ἔ­κα­νε «πέ­ρα­σμα» στὴ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ, με­τα­μορ­φώ­νον­τας τὴ δρα­μα­τι­κό­τε­ρη τρα­γω­δί­α, τὸν θά­να­το, σὲ αἰ­ώ­νιο θρί­αμ­βο, σὲ ζω­ὴ αἰ­ώ­νια μὲ τὸ ἀ­να­στη­μέ­νο καὶ δο­ξα­σμέ­νο σῶ­μα μας. Δι­ό­τι, ὁ Χρι­στὸς μὲ τὸν θά­να­το καὶ τὴν Ἀ­νά­στα­σή Του, πά­τη­σε (δηλ. νί­κη­σε) τὸν θά­να­το (πρβλ. «θα­νά­τῳ θά­να­τον πα­τή­σας»), γιὰ νὰ μπο­ροῦ­με νὰ τὸν νι­κή­σου­με κι ἐ­μεῖς τὴν «Ἐ­σχά­τη Ἡ­μέ­ρα». Ἔ­τσι ὁ θά­να­τος δὲν εἶ­ναι πιὰ ἡ ἀ­φύ­σι­κη τρα­γι­κὴ κα­τά­λη­ξη τῆς ζω­ῆς κά­θε ἀν­θρώ­που.

Ὁ θά­να­τος γί­νε­ται τώ­ρα, μί­α «προ­σω­ρι­νὴ κα­τά­στα­ση», ποὺ θὰ δώ­σει τὴ θέ­ση της στὴν αἰ­ώ­νια ἀ­να­στη­μέ­νη ζω­ή. Ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι πλέ­ον «ὁ πρω­τό­το­κος τῶν νε­κρῶν». Δηλ. ὁ πρῶ­τος ποὺ βγῆ­κε Ἀ­να­στάς ἀ­πὸ τὴν κοι­λί­α τοῦ Ἅ­δη. Ὅ­πως Ἐ­κεῖ­νος καὶ κά­θε ἄν­θρω­πος θὰ ἀ­να­στη­θεῖ μὲ ἕ­να νέ­ο «δο­ξα­σμέ­νο σῶ­μα». Ἀ­κρι­βῶς γι᾿ αὐ­τὸ στὸ τέ­λος τοῦ Ὄρ­θρου τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως –στὸν Κα­τη­χη­τι­κὸ Λό­γο τοῦ Ἁγ. Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Χρυ­σο­στό­μου– λέ­με θρι­αμ­βευ­τι­κά: «Ἀ­νέ­στη Χρι­στὸς καὶ ζω­ὴ πο­λι­τεύ­ε­ται (δηλ. ἐ­πι­κρα­τεῖ ἡ ζω­ή). Ἀ­νέ­στη Χρι­στὸς καὶ οὐ­δεὶς νε­κρὸς ἐν τῷ μνή­μα­τι», δηλ. ἀ­να­στή­θη­κε ὁ Χρι­στὸς καὶ δὲν θὰ μεί­νει πλέ­ον κα­νεὶς μέ­σα στὸν τά­φο, στὴν κα­τά­στα­ση τοῦ θα­νά­του.

Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ποὺ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νε­ται καὶ φα­νε­ρώ­νε­ται μὲ τὴ ζω­ὴ τῶν ἀ­να­ρίθ­μη­των Ἁ­γί­ων, Ὁ­σί­ων καὶ Μαρ­τύ­ρων της. Οἱ Ἅ­γιοι, οἱ Ὅ­σιοι καὶ οἱ Μάρ­τυ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἔ­δω­σαν χω­ρὶς γογ­γυ­σμὸ τὴ ζω­ή τους γιὰ τὸν Χρι­στὸ εἴ­τε μὲ τὸ μαρ­τύ­ριο τοῦ αἵ­μα­τος, εἴ­τε μὲ τὸ μαρ­τύ­ριο τῶν δα­κρύ­ων μὲ προ­ο­πτι­κὴ νὰ σὺν–ἀ­να­στη­θοῦν μα­ζί Του.

Ἐ­μεῖς τώ­ρα, πῶς ζοῦ­με αὐ­τὴν τὴν πί­στη; Εἶ­ναι καὶ γιὰ μᾶς δι­κή μας ἐμ­πει­ρί­α; Μή­πως χά­νου­με καὶ προ­δί­νου­με πο­λὺ συ­χνά, αὐ­τὴ τὴ νέ­α ζω­ή, πού λά­βα­με ὡς δῶ­ρο κα­τὰ τὸ Βά­πτι­σμά μας; Μή­πως στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ζοῦ­με σὰν νὰ μὴν ἀ­να­στή­θη­κε ὁ Χρι­στὸς; Σὰν νὰ μὴν ἔ­χει νό­η­μα γιὰ μᾶς αὐ­τὸ τὸ μο­να­δι­κὸ γε­γο­νὸς; Αὐ­τὸ δὲν πρέ­πει νὰ μᾶς προ­βλη­μα­τί­σει σο­βα­ρὰ;

Ὅ­λα αὐ­τὰ ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ἀ­δυ­να­μί­ας μας νὰ ζοῦ­με μὲ «πί­στη, ἀ­γά­πη καὶ ἐλ­πί­δα» στὸ ἐ­πί­πε­δο ποὺ μᾶς ἀ­νέ­βα­σε ὁ Χρι­στός, ὅ­ταν μᾶς συ­νέ­στη­σε: «Ζη­τεῖ­τε πρῶ­τον τὴν Βα­σι­λεί­αν τοῦ Θε­οῦ καὶ τὴν Δι­και­ο­σύ­νην Αὐ­τοῦ καὶ ταῦ­τα πάν­τα (δηλ. τὰ ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­θὰ) προ­στε­θή­σε­ται ὑ­μῖν», δηλ. νὰ ζη­τοῦ­με πρῶ­τα ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα τὴ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ καὶ τὴν ἁ­γι­ό­τη­τα (τὴν Δι­και­ο­σύ­νη τοῦ Θε­οῦ). Ἁ­πλού­στα­τα ἐ­μεῖς ξε­χνᾶ­με ὅ­λα αὐ­τά, για­τί εἴ­μα­στε τό­σο ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νοι, εἴ­μα­στε τό­σο βυ­θι­σμέ­νοι στὶς κα­θη­με­ρι­νὲς ἔ­γνοι­ες μας. Ξε­χνᾶ­με τὸ οὐ­σι­ω­δέ­στε­ρο, ποὺ εἶ­ναι νὰ πραγ­μα­το­ποι­οῦ­με τὸν σκο­πὸ τῆς ζω­ῆς μας, τὸ “καθ᾿ ὁ­μοί­ω­σιν”. Γιὰ νὰ τὸ ἐ­πι­τύ­χου­με, πρέ­πει νὰ ἐ­πι­δι­ώ­κουμ­ε συ­νε­χῶς νὰ κά­νου­με πνευ­μα­τι­κὴ πρό­ο­δο.

Μέ­σα σ᾿ αὐ­τὴ τὴ λη­σμο­σύ­νη, τὴν ἀ­στο­χί­α καὶ τὴν ἀ­πο­τυ­χί­α, ἡ ζω­ὴ μας γί­νε­ται ξα­νὰ «πα­λαι­ά», εὐ­τε­λὴς καὶ τε­λι­κὰ χω­ρὶς ση­μα­σί­α. Γί­νε­ται ἕ­να τα­ξί­δι χω­ρὶς νό­η­μα, γιὰ ἕ­να τέρ­μα χω­ρὶς νό­η­μα. Κα­τα­φέρ­νου­με νὰ ξε­χνᾶ­με ἀ­κό­μα καὶ τὸν θά­να­το. Τε­λι­κά, ἐν­τε­λῶς αἰφ­νι­δι­α­στι­κά, μέ­σα στὶς «ἀ­πο­λαύ­σεις τῆς ζω­ῆς», μᾶς ἔρ­χε­ται τρο­μα­κτι­κός, ἀ­να­πό­φευ­κτος καὶ πα­ρά­λο­γος, ὁ θά­να­τος.

Μπο­ρεῖ κα­τὰ και­ροὺς νὰ πα­ρα­δε­χό­μα­στε τὶς ποι­κί­λες ἁ­μαρ­τί­ες μας (ἂν βε­βαί­ως ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με κά­ποι­α λά­θη μας καὶ κά­ποι­ες ἀ­στο­χί­ες μας) καὶ νὰ τὶς ἐ­ξο­μο­λο­γού­μα­στε, ὅ­μως ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­με νὰ μὴν ἀ­να­φέ­ρου­με τὴν ζω­ὴ μας σ᾿ ἐ­κεί­νη τὴ νέ­α ζω­ὴ ποὺ ὁ Χρι­στὸς μᾶς ἀ­πο­κά­λυ­ψε καὶ μᾶς ἔ­δω­σε, μὲ τὴν σάρ­κω­σή Του, τὴ ζω­ή Του, τὴ Σταύ­ρω­σή Του καὶ τὴν Ἀ­νά­στα­σή Του. Μή­πως ζοῦ­με πολ­λὲς φο­ρὲς πραγ­μα­τι­κὰ σὰν νὰ μὴν ἦρ­θε πο­τὲ ὁ Χρι­στός; Σὰν νὰ μὴν μᾶς ἔ­δω­σε ἕ­να νέ­ο πρό­τυ­πο ζω­ῆς καὶ μί­α νέ­α ὑ­πέ­ρο­χη αἰ­ώ­νια προ­ο­πτι­κὴ στὴν Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ; Ἐ­κεῖ, ὅ­που δὲν θὰ ὑ­πάρ­χει πό­νος, λύ­πη, στε­ναγ­μὸς ἢ ἀ­σχή­μια, ἀλ­λὰ φῶς, ὀ­μορ­φιά, αἰ­ώ­νια χα­ρά, ἀ­γά­πη καὶ ἀ­πό­λαυ­ση τοῦ προ­σώ­που τοῦ Θε­οῦ, ἐ­κεῖ ποὺ θὰ ὑ­πάρ­χει: «Ὁ ἦ­χος ὁ ἀ­κα­τά­παυ­στος ἑ­ορ­τα­ζόν­των καὶ ἡ ἀ­πέ­ραν­τος ἡ­δο­νή, τῶν κα­θο­ρών­των τοῦ Σοῦ προ­σώ­που τὸ κάλ­λος τὸ ἄρ­ρη­τον» (βλ. εὐ­χὴ ἀ­πὸ τὴ Λει­τουρ­γί­α τοῦ Μεγ. Βα­σι­λεί­ου).

Αὐ­τὴ, λοι­πόν, εἶ­ναι ἡ μό­νη κατ᾿ ἐ­ξο­χὴν ἁ­μαρ­τί­α (ἀ­στο­χί­α). Ἡ ἁ­μαρ­τί­α τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν, ἡ ἀ­πί­στευ­τη θλί­ψη καὶ τρα­γω­δί­α ὅ­λων τῶν κατ᾿ ὄ­νο­μα Χρι­στια­νῶν. Τὸ νὰ ξε­χα­σθοῦν ἀ­πὸ τὶς μέ­ρι­μνες καὶ τὶς ἀ­πο­λαύ­σεις τῆς ἐ­πί­γειας ζω­ῆς καὶ νὰ χά­σουν τὴ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Στὴ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ, ἡ θέ­α καὶ μό­νο τοῦ Θε­οῦ θὰ εἶ­ναι ἡ ὑ­πέρ­τα­τη ἡ­δο­νὴ καὶ εὐ­τυ­χί­α τῶν σε­σω­σμέ­νων. Ἀν­τί­θε­τα, γιὰ ὅ­σους δὲν ἀ­γά­πη­σαν τὸν Θε­ὸ καὶ δὲν ἔ­κα­ναν τὸ θέ­λη­μά Του καὶ γιὰ ὅ­σους Τὸν πο­λέ­μη­σαν ἐν­συ­νεί­δη­τα, ἡ ἴ­δια πα­ρου­σί­α καὶ ἡ θέ­α τοῦ Θε­οῦ, θὰ εἶ­ναι ἕ­νας συ­νε­χὴς ἔ­λεγ­χος.

Ἂν τὸ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με αὐ­τό, τό­τε μπο­ροῦ­με νὰ κα­τα­λά­βου­με τί εἶ­ναι τὸ Πά­σχα γιὰ τὴ ζω­ή μας καὶ για­τί χρει­ά­ζε­ται τὴ Με­γά­λη Σα­ρα­κο­στή. Τό­τε θὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ κα­τα­λά­βου­με, ὅ­τι ἡ Λει­τουρ­γι­κὴ Πα­ρά­δο­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ ὅ­λος ὁ κύ­κλος τῶν Ἀ­κο­λου­θι­ῶν της, ὑ­πάρ­χουν γιὰ νὰ μᾶς βο­η­θή­σουν νὰ ξα­να­βροῦ­με τὸ ὅ­ρα­μα καὶ τὴν γεύ­ση αὐ­τῆς τῆς νέ­ας ζω­ῆς, ποὺ τό­σο εὔ­κο­λα χά­νου­με καὶ προ­δί­δου­με. Ὕ­στε­ρα νὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ με­τα­νο­ή­σου­με καὶ νὰ ξα­να­γυ­ρί­σου­με στὴν Ἐκ­κλη­σί­α.

 

Πῶς ὁ Χρι­στια­νὸς θὰ μπο­ρέ­σει νὰ ἀ­πο­κτή­σει μι­κρὴ γεύ­ση τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ.

 

Τὸ με­γά­λο πρό­βλη­μα τοῦ σύγ­χρο­νου Χρι­στια­νοῦ εἶ­ναι, πὼς θὰ μπο­ρέ­σει νὰ ἀ­γα­πή­σει καὶ νὰ ἐ­πι­θυ­μή­σει κά­τι πού δὲν ξέ­ρει; Πῶς θὰ μπο­ρέ­σει νὰ βά­λει πά­νω ἀ­πὸ κά­θε τι ἄλ­λο στὴν ζω­ή του, κά­τι ποὺ δὲν ἔ­χει δεῖ καὶ δὲν ἔ­χει χα­ρεῖ; Πῶς θὰ μπο­ρέ­σει νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει τὴ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ, γιὰ τὴν ὁ­ποί­α δὲν ἔ­χει ἰ­δέ­α; Μό­νο μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α καὶ τὰ Μυ­στή­ριά της μπο­ρεῖ ὁ Χρι­στια­νὸς νὰ ἔ­χει μί­α γεύ­ση τῆς νέ­ας αὐ­τῆς ζω­ῆς.

Ἡ λα­τρεί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἦ­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ καὶ εἶ­ναι ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα, ἡ εἴ­σο­δος καὶ ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μας μὲ τὴ νέ­α ζω­ὴ τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ. Μέ­σα ἀ­πὸ τὴ Λει­τουρ­γι­κή της ζω­ὴ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­πτει σκι­ω­δῶς, τὶς ὑ­περ­κό­σμι­ες πραγ­μα­τι­κό­τη­τες, ποὺ δύ­σκο­λα μπο­ρεῖ ἄν­θρω­πος νὰ πε­ρι­γρά­ψει, ποὺ ὅ­πως λέ­ει ὁ Ἀπ. Παῦ­λος, «ὀ­φθαλ­μὸς οὐκ εἶ­δε καὶ οὗς οὐκ ἤ­κου­σε καὶ ἐ­πὶ καρ­δί­αν ἀν­θρώ­που οὐκ ἀ­νέ­βη, ἃ ἡ­τοί­μα­σεν ὁ Θε­ὸς τοῖς ἀ­γα­πῶ­σιν αὐ­τὸν». (Κορ. β΄ 9).

Στὸ κέν­τρο αὐ­τῆς τῆς Λει­τουρ­γι­κῆς ζω­ῆς, καρ­διὰ καὶ με­σου­ρά­νη­μά της, σὰν ἥ­λιος ποὺ οἱ ἀ­χτῖ­νες του δι­α­περ­νοῦν τὸ κά­θε τι, εἶ­ναι τὸ Πά­σχα. Τὸ Πά­σχα εἶ­ναι ἡ πόρ­τα ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὴν ὑ­πέρ­λαμ­πρη Βα­σι­λεί­α τοῦ Χρι­στοῦ. Εἶ­ναι ἡ πρό­γευ­ση τῆς αἰ­ώ­νιας χα­ρᾶς ποὺ μᾶς πε­ρι­μέ­νει, ἡ δό­ξα τῆς νί­κης ποὺ πλημ­μυ­ρί­ζει ὅ­λη τὴν κτί­ση, δι­ό­τι «νι­κή­θη­κε ὁ θά­να­τος».

 

Πά­σχα, τὸ Κέν­τρο τῆς Λει­τουρ­γι­κῆς ζω­ῆς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

 

Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ λα­τρεί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι ὀρ­γα­νω­μέ­νη γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ Πά­σχα. Ἔ­τσι ὁ “Λει­τουρ­γι­κὸς χρό­νος”, δηλ. ἡ δι­α­δο­χὴ τῶν Ἐ­πο­χῶν καὶ τῶν ἑ­ορ­τῶν τοῦ ἔ­τους, γί­νε­ται ἕ­να τα­ξί­δι, ἕ­να προ­σκύ­νη­μα στὸ Πά­σχα. Τὸ Πά­σχα εἶ­ναι τὸ Τέ­λος, ὅ­λων αὐ­τῶν ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦν τὰ «πα­λαι­ὰ» καὶ ἡ Ἀρ­χὴ τῆς «νέ­ας ζω­ῆς». Εἶ­ναι μί­α συ­νε­χὴς «δι­ά­βα­ση» ἀ­πὸ τὸν κό­σμο τοῦ­το, στὴ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ.

 

Ἀ­γῶ­νας γιὰ τὴν ἀ­πάρ­νη­ση τοῦ «πα­λαι­οῦ» ἀν­θρώ­που.

 

Παρ᾿ ὅ­λα αὐ­τὰ ἡ «πα­λαι­ὰ ζω­ή», ἡ ζω­ὴ τῆς «ἁ­μαρ­τί­ας» τῆς αὐ­το­νο­μή­σε­ως ἀ­πὸ τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ ξε­πε­ρα­σθεῖ καὶ νὰ ἀλ­λά­ξει. Ὁ Χρι­στια­νὸς «σάρ­κα φο­ρῶν καὶ τὸν κό­σμον οἰ­κῶν» ἀν­τι­με­τω­πί­ζει σὰν μί­α ἰ­σχυ­ρὴ «πρό­κλη­ση» τὴ  «νέ­α ζω­ὴ» ποὺ δί­δα­ξε ὁ Χρι­στός. Δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου εὔ­κο­λο νὰ ἀ­παρ­νη­θεῖ τὸν τρό­πο ζω­ῆς ποὺ τοῦ προ­σφέ­ρε­ται ἀ­πὸ τὸν κό­σμο. Ἕ­να κό­σμο γε­μᾶ­το μὲ τὶς κα­θη­με­ρι­νὲς φρον­τί­δες, τὸ κυ­νή­γι τῆς κα­ρι­έ­ρας καὶ τοῦ χρή­μα­τος, μὲ τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση πολ­λῶν ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν καὶ ἀ­πο­λαύ­σε­ων καὶ τὴν ἀ­σφά­λεια ποὺ αὐ­τὰ τοῦ πα­ρέ­χουν. Εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ δε­χθεῖ ἕ­να ἄλ­λο ἰ­δα­νι­κὸ ζω­ῆς ποὺ ἀ­παι­τεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρη προ­σπά­θεια, προ­σο­χή, αὐ­το­έ­λεγ­χο, ὑ­πα­κο­ὴ στὸ Θέ­λη­μα καὶ στὶς Ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ. Ἂν ὁ κό­σμος μὲ ὅ­λα τὰ «μέ­σα» του μᾶς φω­νά­ζει “μὴν ἀ­νη­συ­χεῖς γιὰ τί­πο­τα, ἔ­σω ἀ­μέ­ρι­μνος καὶ χα­ρού­με­νος, φρόν­τι­σε νὰ κα­λο­περ­νᾶς” (to have a nice time) δηλ. ἀ­κο­λοῦ­θα τὸν «εὐ­ρὺ καὶ εὔ­κο­λο δρό­μο», τὴν «εὐ­ρεί­αν ὁ­δὸ τὴν ἀ­πά­γου­σαν εἰς τὴν ἀ­πώ­λειαν», πό­σο δύ­σκο­λο καὶ ἐ­ξω­πραγ­μα­τι­κὸ εἶ­ναι ὁ Χρι­στια­νὸς νὰ δι­α­λέ­ξει τὸν «στε­νὸ, δύ­σκο­λο καὶ ἀ­νη­φο­ρι­κὸ δρό­μο» ποὺ τοῦ προ­τεί­νει ὁ Χρι­στός, μὲ μό­νη τὴν ὑ­πό­σχε­ση ὅ­τι θὰ τὸν ὁ­δη­γή­σει στὴν ἀ­λη­θι­νὴ καὶ μό­νι­μη εὐ­τυ­χί­α; Ἄ­ρα­γε αὐ­τὸς δὲν ἦ­ταν ὁ λό­γος πού ἔ­κα­νε τοὺς Ἀ­πο­στό­λους, ὅ­ταν ἄ­κου­σαν τὴ δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Χρι­στοῦ, νὰ ρω­τή­σουν ἀ­πελ­πι­σμέ­να: «Τὶς ἄ­ρα­γε δύ­να­ται σω­θῆ­ναι;». (Ματθ. ιθ΄ 26).

 

Ἡ Με­γά­λη Σα­ρα­κο­στή, χεῖ­ρα βο­η­θεί­ας καὶ Σχο­λὴ με­τα­νοί­ας.

 

Ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὴ τὴ δύ­σκο­λη στιγ­μὴ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἡ Με­γά­λη Σα­ρα­κο­στή, ὡς «χεῖ­ρα βο­η­θεί­ας» ποὺ ἁ­πλώ­νει σὲ μᾶς ἡ Ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ Μεγ. Σα­ρα­κο­στὴ εἶ­ναι καὶ τὸ «Σχο­λεῖ­ο τῆς με­τα­νοί­ας», ποὺ θὰ μᾶς δώ­σει δύ­να­μη νὰ ζή­σου­με τὸ Πά­σχα, ὄ­χι σὰν μί­α ἁ­πλὴ εὐ­και­ρί­α νὰ φᾶ­με, νὰ πι­οῦ­με καὶ νὰ δι­α­σκε­δά­σου­με, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως ὡς τὸ τέ­λος τοῦ «πα­λαι­οῦ κό­σμου» ποὺ ὑ­πῆρ­χε μέ­σα μας. Ὡς ἡ εἴ­σο­δός μας στὸν «νέ­ο κό­σμο» τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ.

 

Β. Ἡ Με­γά­λη Σα­ρα­κο­στή, ὡς ἀ­να­νέ­ω­ση τοῦ Βα­πτί­σμα­τός μας.

 

Στὴν Ἀρ­χαί­α Ἐκ­κλη­σί­α, ὁ βα­σι­κὸς σκο­πὸς τῆς Σα­ρα­κο­στῆς ἦ­ταν νὰ προ­ε­τοι­μα­στοῦν οἱ «Κα­τη­χού­με­νοι» δηλ. οἱ ὑ­πο­ψή­φιοι νέ­οι Χρι­στια­νοὶ γιὰ τὸ Βά­πτι­σμα, ποὺ ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ γί­νον­ταν στὴ διά­ρκεια τῆς Ἀ­να­στά­σι­μης Θεί­ας λει­τουρ­γί­ας. Οἱ Κα­τη­χού­με­νοι ποὺ ἐ­βα­πτί­ζον­το, φο­ροῦ­σαν λευ­κοὺς χι­τῶ­νες κα­τὰ τὸ Βά­πτι­σμα καὶ ἐ­πέ­στρε­φαν στὰ σπί­τια τους μὲ ἀ­ναμ­μέ­νες λαμ­πά­δες. Αὐ­τὸ τὸ θέ­α­μα ἦ­ταν μί­α ἠ­χη­ρὴ μαρ­τυ­ρί­α Χρι­στοῦ, μέ­σα στὸν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κὸ κό­σμο.

Ἀλ­λὰ καὶ τώ­ρα, ποὺ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α δὲν βα­πτί­ζει πιὰ τοὺς Χρι­στια­νοὺς σὲ με­γά­λη ἡ­λι­κί­α καὶ ὁ θε­σμὸς τῆς Κα­τη­χή­σε­ως ἔ­χει ἀ­το­νή­σει ἕ­ως καὶ ἐ­κλεί­ψει, τὸ βα­σι­κὸ νό­η­μα τῆς Σα­ρα­κο­στῆς πα­ρα­μέ­νει τὸ ἴ­διο. Τὸ πέ­ρα­σμα ἀ­πὸ τὴν «πα­λαι­ὰ» στὴν «και­νὴ» ζω­ή, στὴ νέ­α ζω­ὴ τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ. Για­τί ἂν καὶ εἴ­μα­στε Βα­πτι­σμέ­νοι, ἐ­κεῖ­νο ποὺ χά­νου­με καὶ συ­νε­χῶς προ­δί­νου­με μέ­σα στὸν κό­σμο, εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ ποὺ λά­βα­με στὸ Βά­πτι­σμα: Τὴ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, τὴν υἱ­ο­θε­σί­α τοῦ Θε­οῦ. Τὸ προ­νό­μιο νὰ εἴ­μα­στε κα­τὰ χά­ρη «τέ­κνα Θε­οῦ» καὶ νὰ θέ­λου­με νὰ ζοῦ­με συ­νε­χῶς κον­τά Του.

Ἔ­τσι τὸ Πά­σχα πρέ­πει νὰ εἶ­ναι γιὰ μᾶς ἡ ἐ­πι­στρο­φή, ποὺ κά­θε χρό­νο κά­νου­με στὴν ἀρ­χι­κή μας ὑ­πό­σχε­ση, στὴν ἀ­να­νέ­ω­ση τοῦ Βα­πτί­σμα­τός μας. Ἑ­πο­μέ­νως ἡ Σα­ρα­κο­στὴ εἶ­ναι ἡ προ­ε­τοι­μα­σί­α μας γι᾿ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­στρο­φή. Ἡ ἀρ­γὴ ἀλ­λὰ ἐ­πί­μο­νη προ­σπά­θειά μας νὰ πραγ­μα­το­ποι­ή­σου­με τε­λι­κὰ τὴ δι­κή μας «δι­ά­βα­ση», τὸ δι­κό μας «Πά­σχα», τὸ δι­κό μας πέ­ρα­σμα στὴ νέ­α «ἐν Χρι­στῷ» ζω­ή.

 

Γ. Τα­ξί­δι, προ­σκύ­νη­μα καὶ χαρ­μο­λύ­πη.

 

Ἡ Μεγ. Σα­ρα­κο­στὴ εἶ­ναι ἕ­να τα­ξί­δι πνευ­μα­τι­κό, μὲ ἀ­να­με­νό­με­νο τέρ­μα, τὸ Πά­σχα. Τὸ Πά­σχα εἶ­ναι τὸ τέρ­μα τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ μας προ­σκυ­νή­μα­τος. Κα­θὼς κά­νου­με τὰ πρῶ­τα βή­μα­τα στὴ «χαρ­μο­λύ­πη» τῆς Μεγ. Σα­ρα­κο­στῆς βλέ­που­με μα­κριά, πο­λὺ μα­κριὰ τὸν προ­ο­ρι­σμό μας. Εἶ­ναι τὸ ὅ­ρα­μα, ἡ πρό­γευ­ση τοῦ Πά­σχα, ποὺ κά­νει τὸν κό­πο τῆς νη­στεί­ας καὶ τὴ λύ­πη τῆς Με­γά­λης Σα­ρα­κο­στῆς χα­ρά, φῶς, καὶ τὴ δι­κή μας προ­σπά­θεια μί­α «πνευ­μα­τι­κὴ ἄ­νοι­ξη». Ἡ δυ­σκο­λί­α τοῦ «στε­νοῦ καὶ ἀ­νη­φο­ρι­κοῦ» δρό­μου με­γά­λη, ἡ νη­στεί­α (σω­μα­τι­κὴ καὶ πνευ­μα­τι­κὴ) ἀρ­κε­τὰ κου­ρα­στι­κή. Ἡ νύ­χτα φαί­νε­ται σκο­τει­νὴ καὶ με­γά­λη, ἀλ­λὰ σὲ ὅ­λο τὸ μῆ­κος τοῦ δρό­μου, μί­α μυ­στι­κὴ καὶ ἀ­κτι­νο­βό­λα αὐ­γὴ φαί­νε­ται νὰ λάμ­πει στὸν ὁ­ρί­ζον­τα. Εἶ­ναι τὸ Ἀ­να­στά­σι­μο Φῶς. Ἡ χα­ρὰ τῆς Λαμ­πρῆς ἡ­μέ­ρας τοῦ Πά­σχα, ἡ εἴ­σο­δός μας στὴ δό­ξα τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ.

 

«Μὴν κα­ται­σχύ­νης ἡ­μᾶς ἀ­πὸ τῆς προσ­δο­κί­ας ἡ­μῶν, Φι­λάν­θρω­πε!». A M H N               

                                                              

                                                               Χρῆ­στος Σπ. Χρι­στο­δού­λου

                                                                 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

2. Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ, π.  Ἀ­λε­ξάν­δρου Σμέ­μαν,

 (Ἐκ­δό­σεις “ΑΚΡΙΤΑΣ”)

Related reading