ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Μια Παράξενη Εξίσωση

29 Απριλίου 2021 · 7 λεπτά

Του π. Δημητρίου Μπόκου

 

Ἕ­να σφύ­ριγ­μα ἀ­κού­στη­κε, οἱ πόρ­τες ἔ­κλει­σαν καὶ ὁ ἠ­λε­κτρι­κὸς ἄρ­χι­σε νὰ κυ­λᾶ νω­χε­λι­κὰ πά­νω στὶς ρά­γες. Σὲ λί­γο ἔ­τρε­χε ἀ­κά­θε­κτος σὰν μα­κρὺ ἑρ­πε­τό, με­τα­το­πί­ζον­τας ἀ­δι­ά­κο­πα τὸ ἀν­θρώ­πι­νο φορ­τί­ο, κα­θὼς τὰ βα­γό­νια ἔ­γερ­ναν ἐ­λα­φρὰ μέ­σα στὸ ἀ­τέ­λει­ω­το τράν­ταγ­μά τους.

Ὁ Χά­ρης στη­ρι­ζό­ταν γε­ρὰ στὸ κά­θι­σμα, ὅ­που μιὰ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα εἶ­χε προ­λά­βει νὰ κα­θί­σει πρὶν ἀ­π’ αὐ­τόν. Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­φε­ρε τὴν τσάν­τα της ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο στὰ γό­να­τα, γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­σφά­λεια, ἔ­βγα­λε τὰ γάν­τια της καὶ τά ’­ρι­ξε μέ­σα. Ὁ Χά­ρης κοί­τα­ζε ἀ­δι­ά­φο­ρα ἔ­ξω, μὰ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν ἔ­χα­νε καμ­μιά της κί­νη­ση. Πρό­σε­ξε τὴ βέ­ρα της, ἦ­ταν παν­τρε­μέ­νη. Τὸ ντύ­σι­μό της ἦ­ταν κομ­ψό. Ἔ­βγα­λε τὸ πα­κέ­το μὲ τὰ χαρ­το­μάν­τη­λα καὶ κρά­τη­σε ἕ­να στὸ χέ­ρι της.

Ὁ κό­σμος μπαι­νό­βγαι­νε ἀ­δι­ά­κο­πα σὲ κά­θε στά­ση, ὁ δι­ά­δρο­μος γέ­μι­σε ἀ­σφυ­κτι­κά. Ὁ Χά­ρης στρι­μώ­χτη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἀ­κουμ­ποῦ­σε σχε­δὸν τώ­ρα στὸ πλευ­ρὸ τῆς κυ­ρί­ας.

Ὁ συρ­μὸς χώ­θη­κε σ’ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ τοῦ­νελ τῆς γραμ­μῆς. Ἡ σκο­τει­νὴ δι­α­δρο­μὴ ἦ­ταν πο­λὺ σύν­το­μη, ὁ μη­χα­νο­δη­γὸς δὲν ἄ­να­ψε κὰν τὰ φῶ­τα. Ὅ­μως, τὰ λι­γο­στὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα τοῦ σκο­τα­διοῦ ποὺ με­σο­λά­βη­σαν, ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα “Χ” γιὰ τὸν Χά­ρη.

–  Μὴ σπρώ­χνε­τε ἔ­τσι! φώ­να­ξε ξαφ­νι­κὰ καὶ ἔ­γει­ρε πρὸς τὰ μπρός, κά­νον­τας πὼς πέ­φτει καὶ ἀ­κουμ­πών­τας σχε­δὸν στὴν τσάν­τα, ποὺ λι­κνι­ζό­ταν μι­σά­νοι­χτη πά­νω στὰ πό­δια τῆς νε­α­ρῆς γυ­ναί­κας.

–  Μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, κυ­ρί­α! εἶ­πε στὴ γυ­ναί­κα, κα­θὼς ἀ­να­σή­κω­νε τὸ κορ­μί του, ἐ­νῶ τὸ μα­κρὺ ὄ­χη­μα βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὴ σή­ραγ­γα ξα­να­φω­τι­ζό­ταν.

–  Δὲν πει­ρά­ζει! εἶ­πε ἐ­κεί­νη χα­μο­γε­λών­τας εὐ­γε­νι­κὰ καὶ ἀ­να­κά­θι­σε στὴ θέ­ση της.

Σχε­δὸν ἀ­μέ­σως ὁ Χά­ρης ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­νοί­γει δρό­μο πρὸς τὴν πόρ­τα. Σ’ ἕ­να-δυ­ὸ λε­πτὰ ὁ συρ­μὸς στα­μά­τη­σε καὶ ὁ Χά­ρης βγῆ­κε. Μὰ ἀν­τὶ νὰ φύ­γει, ξα­ναμ­πῆ­κε στὸ τε­λευ­ταῖ­ο βα­γό­νι. Ἐ­δῶ ἦ­ταν πιὸ ἀ­ραι­οὶ οἱ ἐ­πι­βά­τες. Ἔ­ψα­ξε μὲ τὸ βλέμ­μα του γιὰ λί­γο καὶ βρῆ­κε αὐ­τὸν ποὺ ζη­τοῦ­σε.

–  Γειά! εἶ­πε καὶ βο­λεύ­τη­κε δί­πλα του. Πῶς πῆ­γε;

–  Ὡς συ­νή­θως! γέ­λα­σε ὁ ἄλ­λος.

Κοι­τά­χτη­καν συ­νω­μο­τι­κά.

–  Γιὰ νὰ δοῦ­με τί πι­ά­σα­με.

Ὁ Ἄ­ρης πα­ρου­σί­α­σε τὴ δι­κή του συρ­μα­γιά. Ὁ Χά­ρης ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη του τὸ μι­κρὸ δερ­μά­τι­νο μαῦ­ρο πορ­το­φό­λι, ποὺ ψά­ρε­ψε μὲ μα­ε­στρί­α ἀ­πὸ τὴν τσάν­τα τῆς νε­α­ρῆς γυ­ναί­κας τὴν ὥ­ρα ποὺ “ἔ­πε­φτε”. Μέ­τρη­σαν στὰ πε­τα­χτὰ τὶς εἰ­σπρά­ξεις τους. Τρί­α πε­νην­τά­ρι­κα, πέν­τε εἰ­κο­σά­ρι­κα, δυ­ὸ δε­κά­ρι­κα, κά­τι ψι­λά. Κον­τὰ τρι­α­κό­σια εὐ­ρώ.

Κα­θό­λου ἄ­σχη­μα!

Μὴν πά­ει τὸ μυα­λό σας βέ­βαι­α πὼς ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με μὲ τί­πο­τε μα­φι­ό­ζους. Ἀν­τί­θε­τα, οἱ φί­λοι μας θά ’­θε­λαν νὰ περ­νι­οῦν­ται μᾶλ­λον γιὰ πο­λὺ κα­θὼς πρέ­πει νε­α­ροί. Φοι­τη­τὲς στὴν ἴ­δια σχο­λή, γνω­ρί­στη­καν ἐ­δῶ καὶ ἕ­να χρό­νο. Ταί­ρια­ξαν σὲ πολ­λὰ κι ἔ­γι­ναν σχε­δὸν ἀ­χώ­ρι­στοι. Ἡ φι­λο­σο­φί­α τους ἁ­πλή. Εὐ­θυ­γραμ­μι­σμέ­νη πά­νω στὸ μο­τί­βο τῆς ἐ­πο­χῆς: Ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι ὡ­ραί­α καὶ δὲν πά­ει νὰ χά­νε­ται ἀ­νεκ­με­τάλ­λευ­τη. Ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι γιὰ νὰ τὴ ζεῖς, φί­λε μου, ὄ­χι νὰ τὴν κοι­τᾶς ἀ­πὸ μα­κριά.

Μὰ ἔ­λα ποὺ καμ­μιὰ φο­ρὰ σοῦ τὴ φέρ­νει πι­σώ­πλα­τα. Ἀ­πὸ τὴ μιὰ σὲ προ­κα­λεῖ μὲ ἀ­κα­τα­μά­χη­τα θέλ­γη­τρα, κι ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη δὲν σοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νὰ τ’ ἀγ­γί­ξεις. Σοῦ βά­ζει ἕ­να κό­στος ἀ­πα­γο­ρευ­τι­κό.

Καὶ οἱ δυ­ὸ φί­λοι μας ἤ­θε­λαν νὰ τὴ χα­ροῦν τὴ ζω­ή. Μὰ κά­πο­τε τε­λεί­ω­νε τὸ πα­ρα­δά­κι. Τί μπο­ροῦ­σαν νὰ κά­μουν τό­τε;

Τὸ σκέ­φτη­καν ἀ­πὸ ’­δῶ, τὸ σκέ­φτη­καν ἀ­πὸ ’­κεῖ, κα­τέ­λη­ξαν πὼς θά ’­πρε­πε, σὲ τέ­τοι­α πε­ρί­πτω­ση, ν’ ἀρ­χί­ζουν τὴ δρά­ση. Ἔ­τσι λοι­πὸν οἱ φί­λοι μας ἔ­γι­ναν ἀ­τσί­δες στὸ ξά­φρι­σμα. Ὄ­χι γιὰ με­γά­λα πράγ­μα­τα βέ­βαι­α. Ἔ­τσι γιὰ νὰ ἐ­νι­σχύ­ουν λί­γο τὸν προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό τους. Καὶ μό­νο ὅ­ταν τὸ πράγ­μα ἦ­ταν σί­γου­ρο. Χω­ρὶς με­γά­λο ρί­σκο.

Ἔ­ξυ­πνα παι­διά!

Ὁ ἠ­λε­κτρι­κὸς ἔ­κο­ψε τα­χύ­τη­τα, πλη­σί­α­ζε σὲ στά­ση. Ἀ­πέ­ναν­τί τους φά­νη­κε ἡ κο­ρυ­φὴ ἑ­νὸς βυ­ζαν­τι­νοῦ θό­λου καὶ σὲ δευ­τε­ρό­λε­πτα ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ἐκ­κλη­σί­α πρό­βα­λε μπρο­στά τους. Αὐ­θόρ­μη­τα ὁ Χά­ρης ἔ­κα­με τὸν σταυ­ρό του. Ὁ Ἄ­ρης γέ­λα­σε.

–  Μπά! Εἶ­σαι καὶ θρη­σκευ­ό­με­νος βλέ­πω.

–  Ὄ­χι βέ­βαι­α! Ἀλ­λὰ πι­στεύ­ω στὸν Θε­ό.

–  Τί σό­ι πί­στη εἶ­ναι τό­τε αὐ­τή; Δὲν βλέ­πω νὰ δι­α­φέ­ρεις σὲ τί­πο­τε ἀ­πὸ μέ­να.

–  Μπο­ρεῖ νὰ κά­νω ὅ,τι κά­νω, ἀλ­λὰ στὸν Θε­ὸ πι­στεύ­ω. Ἐ­σὺ δὲν πι­στεύ­εις δη­λα­δή;

–  Καὶ βέ­βαι­α ὄ­χι! Δὲν πι­στεύ­ω. Καὶ νο­μί­ζω πὼς εἶ­μαι πιὸ ἐν­τά­ξει ἀ­πὸ σέ­να. Ἡ ζω­ή μου εἶ­ναι σύμ­φω­νη μὲ τὴ θε­ω­ρί­α μου.

Ὁ συρ­μὸς στα­μά­τη­σε ἐν­τε­λῶς, ὁ Ἄ­ρης ση­κώ­θη­κε νὰ βγεῖ, ἡ κου­βέν­τα τους κό­πη­κε ἐ­κεῖ.

Ὁ Χά­ρης ἔ­μει­νε λί­γο μπερ­δε­μέ­νος. Δὲν ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ὁ Ἄ­ρης ἦ­ταν ἄ­θε­ος. Μὰ κι ὁ ἴ­διος τί εἴ­δους πί­στη ἔ­λε­γε πὼς εἶ­χε; Ξε­χα­σμέ­νη ἐν­τε­λῶς καὶ στρι­μωγ­μέ­νη σὲ κά­ποι­α γω­νί­α τοῦ μυα­λοῦ του μό­νο. Ἄ­σχε­τη μὲ τὴ ζω­ή του.

…Οἱ καμ­πά­νες χτύ­πη­σαν πέν­θι­μα μέ­σα στὴ νύ­χτα. Κοί­τα­ξε τὸ ρο­λό­ι του. Κόν­τευ­ε ἕν­τε­κα. Ρού­φη­ξε τὴν τε­λευ­ταί­α γου­λιὰ ἀ­π’ τὸ πο­τό του καὶ ση­κώ­θη­κε.

–  Ἐ­γὼ πά­ω! εἶ­πε στὴν πα­ρέ­α του. Τό ’­χω τά­ξι­μο, Με­γά­λη Πέμ­πτη κά­θε χρό­νο, νὰ προ­σκυ­νά­ω τὸν Σταυ­ρό. Τώ­ρα τὸν ἔ­χουν ἤ­δη βγά­λει, γι’ αὐ­τὸ χτυ­πῆ­σαν οἱ καμ­πά­νες.

–  Ἔ­λα, βρὲ Χά­ρη, μὴ βι­ά­ζε­σαι, ὅ­λοι θὰ πᾶ­με! πε­τά­χτη­κε ἡ Βού­λα κι ἔ­φε­ρε τὸ βλέμ­μα της ἕ­να γύ­ρο στοὺς ἄλ­λους. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι, παι­διά;

–  Ναί, βέ­βαι­α! συμ­φώ­νη­σαν ὅ­λοι. Ἑ­βραῖ­οι εἴ­μα­στε καὶ δὲν θὰ πᾶ­με; Τέ­τοι­α μέ­ρα σή­με­ρα!

Στὴν ἐκ­κλη­σί­α ὁ συ­νω­στι­σμὸς ἦ­ταν με­γά­λος. Τὸ πλῆ­θος ἔ­φτα­νε μέ­χρι ἔ­ξω. Εὐ­τυ­χῶς τὰ με­γά­φω­να ἦ­ταν ἀ­νοι­χτὰ καὶ οἱ ψαλ­μω­δί­ες ἀ­κού­γον­ταν ὣς πέ­ρα, σκορ­πί­ζον­τας ρί­γη στὶς καρ­δι­ές.

« Ἐ­ξέ­δυ­σάν με τὰ ἱ­μά­τιά μου καὶ ἐ­νέ­δυ­σάν με χλα­μύ­δα κοκ­κί­νην…».

Ὁ Χά­ρης καὶ ἡ πα­ρέ­α του προ­σπά­θη­σαν σι­γὰ-σι­γὰ νὰ προ­χω­ρή­σουν, μὰ μὲ τὴν πί­ε­ση τοῦ πλή­θους χώ­ρι­σαν. Σπρῶ­ξε ἀ­πὸ ’­δῶ, σπρῶ­ξε ἀ­πὸ ’­κεῖ, κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ Χά­ρης ἔ­φτα­σε μπρο­στὰ στὸν Σταυ­ρό, πού ’­ταν στη­μέ­νος στὴ μέ­ση τῆς ἐκ­κλη­σί­ας. Ὁ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νος αἱ­μό­φυρ­τος, θύ­μα τῆς αἰ­ώ­νιας ἀ­γά­πης του, μὰ θε­ϊ­κὰ γα­λή­νιος, ἦ­ταν ἐμ­πρός του. Κά­νον­τας μὲ βιά­ση τὸν σταυ­ρὸ του ὁ Χά­ρης ἔ­σκυ­ψε νὰ τὸν ἀ­σπα­στεῖ.

Μὰ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ τὸ κε­φά­λι του τσούγ­κρι­σε μ’ ἕ­να ἄλ­λο κε­φά­λι, ποὺ ἔ­σκυ­ψε κι ἐ­κεῖ­νο νὰ ἀ­σπα­στεῖ τὰ πό­δια τοῦ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου.

–  Σόρ­ρυ! μουρ­μού­ρι­σε αὐ­θόρ­μη­τα ὁ Χά­ρης, μὰ κα­θὼς ἀ­να­ση­κώ­θη­κε καὶ εἶ­δε τὸν ἄλ­λο, ἔ­μει­νε μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτό.

Δί­πλα του στε­κό­ταν ὁ Ἄ­ρης.

–  Ἐ­σὺ ἐ­δῶ; ρώ­τη­σε σι­γα­νά.

–  Για­τί ὄ­χι;

–  Μὰ τί δου­λειὰ ἔ­χεις ἐ­δῶ;

Δὲν πρό­λα­βαν νὰ συ­νε­χί­σουν. Πί­σω τους σπρώ­χνον­ταν νὰ προ­σκυ­νή­σουν. Τὸ ἀν­θρώ­πι­νο κύ­μα τοὺς ὁ­δή­γη­σε πρὸς τὴν πλα­ϊ­νὴ πόρ­τα. Βγῆ­καν ἔ­ξω καὶ κά­θι­σαν στὰ σκα­λιὰ τῆς ἐκ­κλη­σί­ας.

–  Ἐ­σὺ εἶ­σαι ποὺ λὲς πὼς δὲν πι­στεύ­εις; ἄρ­χι­σε ὁ Χά­ρης. Ἔ­τσι πα­ρι­στά­νω κι ἐ­γὼ τὸν ἄ­θε­ο.

–  Κι ἐ­σὺ ποὺ πι­στεύ­εις, τί πε­ρισ­σό­τε­ρο κά­νεις ἀ­πὸ μέ­να; Τί σοῦ στοι­χί­ζει ἡ πί­στη σου; Τέ­τοι­ος πι­στὸς εἶ­μαι κι ἐ­γώ! ἀ­πάν­τη­σε ὁ Ἄ­ρης.

–  Πι­στεύ­ω καὶ τὸ ἐν­νο­ῶ! εἶ­πε ὁ Χά­ρης.

–  Ἀμ­φι­βάλ­λω. Στὴν πρά­ξη εἶ­σαι σὰν κι ἐ­μέ­να. Δὲν εἶ­δα νὰ δι­στά­ζεις νὰ κά­νεις ὅ,τι κι ἐ­γώ.

–  Αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια. Κά­νω πολ­λὰ πράγ­μα­τα ἀν­τί­θε­τα στὴν πί­στη μου.

–  Βλέ­πεις; Ἡ πί­στη σου εἶ­ναι μό­νο μιὰ ἄ­χρη­στη ἰ­δέ­α στὸ μυα­λό σου. Νε­κρὸ πράγ­μα, ποὺ δὲν ἀγ­γί­ζει τὴ ζω­ή σου.

–  Κα­λὰ κι ἐ­σὺ ποὺ δὲν πι­στεύ­εις, τί θὲς ἐ­δῶ;

–  Ἄ, νὰ σοῦ πῶ, φί­λε μου! Εἶ­πα πὼς δὲν πι­στεύ­ω στὸν Θε­ό, μὰ ὄ­χι πὼς δὲν μ’ ἀ­ρέ­σει καὶ τί­πο­τε ἀ­π’ τὴ θρη­σκεί­α. Οἱ γι­ορ­τές της εἶ­ναι τό­σο ὄ­μορ­φες, ἰ­δι­αί­τε­ρα τοῦ­τες τὶς μέ­ρες. Ἡ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα γα­λη­νεύ­ει, ἀ­να­κου­φί­ζει, σα­γη­νεύ­ει ὅ­σο τί­πο­τε ἄλ­λο. Δὲν θά ’­πρε­πε νὰ χα­θοῦν αὐ­τὰ πο­τὲ ἀ­π’ τὴ ζω­ή μας. Θὰ γί­νει τό­σο ἄ­νο­στη καὶ πε­ζὴ ἂν τῆς λεί­ψουν! Θὰ βου­λι­ά­ξου­με στὴ ρου­τί­να.

–  Ἔ­χεις δί­κιο! Μι­λᾶ­με γιὰ θαυ­μά­σιο πο­λι­τι­σμὸ αἰ­ώ­νων μὲ βα­θει­ὲς ρί­ζες στὴ ζω­ή μας.

–  Ἀ­κρι­βῶς! Μιὰ πο­λι­τι­στι­κὴ κλη­ρο­νο­μιὰ ποὺ ὀ­μορ­φαί­νει τὴ ζω­ή μας. Μᾶς εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη καὶ πρέ­πει νὰ τὴν κρα­τή­σου­με, φί­λε μου. Μὰ ὄ­χι τὸν Θε­ὸ καὶ τὶς ἐν­το­λές του. Μό­νο αὐ­τὰ τὰ πα­νέ­μορ­φα ἔ­θι­μα. Γιὰ νὰ ζοῦ­με κα­λύ­τε­ρα τὴ ζω­ή μας. Να φτιάχνει λίγο η ψυχολογία μας. Να σπάζει η καθημερινή μας ρουτίνα. Αὐ­τὸ δὲν κυ­νη­γᾶ­με ἄλ­λω­στε;

–  Ναί, μὰ αὐ­τὸ δὲν βγά­ζει που­θε­νά.

–  Τί θὲς νὰ πεῖς;

–  Νά, μὲ τὸ νὰ ζοῦ­με κά­ποι­ες κα­λὲς στιγ­μές, δὲν λύ­νου­με τὸ πρό­βλη­μα.

–  Ἔ­γι­νες καὶ φι­λό­σο­φος τώ­ρα!

–  Ὄ­χι βέ­βαι­α, μὰ κά­ποι­α πράγ­μα­τα εἶ­ναι τό­σο κα­θα­ρά. Μπο­ρεῖ ν’ ἀ­νε­βαί­νει ἡ ψυ­χο­λο­γί­α σου μ’ ὅ­λα αὐ­τά, ὅ­μως καὶ πά­λι εἶ­σαι μό­νος. Ἀ­νί­σχυ­ρος μπρο­στὰ στὸ ἕ­να καὶ μο­να­δι­κό σου πρό­βλη­μα: Τὸν θά­να­το. Αὐ­τόν, ποὺ τὸν νι­κά­ει μό­νο ὁ Θε­ός. Τί βγαί­νει μὲ τὸ νὰ ξε­γε­λᾶς προ­σω­ρι­νὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου; Ἡ ἄ­θε­η θρη­σκεί­α σου δὲν μοῦ λέ­ει τί­πο­τε!

–  Καὶ σὺ ποὺ πι­στεύ­εις, ἀλ­λὰ ζεῖς σὰν ἐ­μέ­να, ἄ­θε­ος, τί κα­λύ­τε­ρο κά­νεις;

–  Ὁ­μο­λο­γῶ πὼς τί­πο­τε.

–  Ἰ­σο­πα­λί­α λοι­πόν. Εἴ­μα­στε πά­τσι.

–  Δυ­ὸ μη­δε­νι­κὰ δη­λα­δή.

–  Ἐ­σὺ κο­ρο­ϊ­δεύ­εις τὸν Θε­ό, ἐ­γὼ τὸν ἀ­γνο­ῶ. Ἡ πί­στη σου ἀ­ξί­ζει ὅ­σο καὶ ἡ δι­κή μου ἀ­πι­στί­α.

–  Δυ­στυ­χῶς. Ὁ­πό­τε;

–  Εἴ­μα­στε καὶ οἱ δυ­ὸ μιὰ κω­μω­δί­α!

–  Γιὰ γέ­λια καὶ γιὰ κλά­μα­τα!

Οἱ δυ­ὸ φί­λοι σώ­πα­σαν γι’ ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα.

Ὁ κό­σμος ἀ­ραί­ω­σε. Οἱ πολ­λοὶ προ­σκύ­νη­σαν, ἔ­φυ­γαν, κα­τὰ τὴ στρα­βή τους συ­νή­θεια. Ἡ ψαλ­μω­δί­α κόν­τευ­ε νὰ τε­λει­ώ­σει.

Ὁ Ἄ­ρης καὶ ὁ Χά­ρης, σὰ νά ’­ταν συ­νεν­νο­η­μέ­νοι, ξα­ναμ­πῆ­καν στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Κά­θι­σαν στὰ τε­λευ­ταῖ­α στα­σί­δια.

Ἀ­πέ­ναν­τί τους ὑ­ψω­νό­ταν, ἐ­πι­βλη­τι­κὸς μέ­σα στὸν πό­νο του, ὁ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νος. Πα­ρὰ τὴν ἔ­σχα­τη ἀ­δυ­να­μί­α του, μιὰ παν­το­δύ­να­μη γο­η­τεί­α ξε­χυ­νό­ταν ἀ­π’ τὴ μορ­φή του, τοὺς αἰχ­μα­λώ­τι­ζε. Ἔ­νι­ω­θαν, μὲ τὴν καρ­διὰ πι­ό­τε­ρο πα­ρὰ μὲ τὸ μυα­λό τους, πὼς ἡ ἀ­λή­θεια βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ.

Σ’ αὐ­τὸν ποὺ πέ­θαι­νε ἀ­πὸ ἀ­γά­πη, γιὰ νὰ ζή­σουν αὐ­τοί. Πῶς μπο­ροῦ­σαν νά ’­ναι τό­σο ἀ­δι­ά­φο­ροι γι’ αὐ­τόν;

Χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βουν, οἱ δυ­ὸ φί­λοι ἀ­φέ­θη­καν στὴ γο­η­τεί­α του. Ὁ ἀ­δύ­να­μος καὶ παν­σθε­νουρ­γὸς συ­νά­μα Χρι­στὸς τοὺς τρα­βοῦ­σε κον­τά του.

Τὸ εἶ­χε ἄλ­λω­στε προ­βλέ­ψει:

«Ἐ­ὰν ὑ­ψω­θῶ ἐκ τῆς γῆς, πάν­τας ἑλ­κύ­σω πρὸς ἐ­μαυ­τόν».

Σχετικά