ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

22 Ιανουαρίου 2012 · 12 λεπτά

ΤΟΥ ΜΑΝΟΛΗ Γ. ΔΡΕΤΤΑΚΗ*

 

«Οὐκ οἴδατε ὅτι μικρὰ ζύμη

τὸ ὅλον φύραμα ζυμοί;».

(Α΄ Κορ. Ε΄, 6)

 


Ἡ  οἰ­κο­νο­μι­κὴ κρί­ση ποὺ ἔ­χει ξε­σπά­σει ἐ­δῶ καὶ δύ­ο σχε­δὸν χρό­νια καὶ κο­ρυ­φώ­θη­κε τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 2009 ξε­κί­νη­σε ἀ­πὸ τὶς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες τῶν ἐ­πι­κε­φα­λῆς χρη­μα­το­πι­στω­τι­κῶν ἱ­δρυ­μά­των καὶ Τρα­πε­ζῶν κύ­ρια στὶς ΗΠΑ καὶ σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες χῶ­ρες τῆς Δυ­τι­κῆς Εὐ­ρώ­πης καὶ ἁ­πλώ­θη­κε σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ βά­ρους ποὺ ἔ­χουν στὴν παγ­κό­σμια οἰ­κο­νο­μί­α οἱ χῶ­ρες αὐ­τές. Δύ­ο εἶ­ναι οἱ κύ­ρι­ες αἰ­τί­ες τῆς κρί­σης αὐ­τῆς: Ἀ­πὸ τὴ μί­α με­ριὰ ἡ ἀ­χα­λί­νω­τη ἀ­πλη­στί­α αὐ­τῶν ποὺ προ­κά­λε­σαν τὴν κρί­ση γιὰ ἐ­πι­δί­ω­ξη με­γά­λων κερ­δῶν ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὶς με­θό­δους ποὺ χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν καὶ τοὺς κιν­δύ­νους ποὺ ἔ­κρυ­βαν καὶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ἡ ἀ­νε­πάρ­κεια ἢ ἡ παν­τε­λὴς ἔλ­λει­ψη ἐ­λέγ­χων ἀ­πὸ ἁρ­μό­δι­ες κρα­τι­κὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες.

Οἱ κοι­νω­νι­κὲς καὶ οἰ­κο­νο­μι­κὲς ἐ­πι­πτώ­σεις τῆς παγ­κό­σμιας αὐ­τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης εἶ­ναι ἄ­νι­σες τό­σο ἀ­νά­με­σα στὰ κρά­τη ὅ­σο καὶ ἀ­νά­με­σα στὶς κοι­νω­νι­κὲς τά­ξεις σὲ κά­θε κρά­τος. Αὐ­τοὶ οἱ ὁ­ποῖ­οι ὑ­πο­φέ­ρουν πε­ρισ­σό­τε­ρο εἶ­ναι οἱ οἰ­κο­νο­μι­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ ἀ­δύ­να­τοι, εἴ­τε πρό­κει­ται γιὰ κρά­τη εἴ­τε γιὰ ἐ­πι­χει­ρή­σεις, οἰ­κο­γέ­νει­ες καὶ ἄ­το­μα, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα οἱ ὑ­πάρ­χου­σες με­γά­λες ἀ­νι­σό­τη­τες νὰ δι­ευ­ρύ­νον­ται καὶ ἡ ἐκ­με­τάλ­λευ­σή τους ἀ­πὸ τοὺς ἰ­σχυ­ροὺς νὰ αὐ­ξά­νε­ται.

Τὰ με­γά­λα προ­βλή­μα­τα ποὺ ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα πρὶν ἀ­πὸ τὴν κρί­ση, δη­λα­δὴ ἡ ἀ­νερ­γί­α, ἡ φτώ­χεια, ἡ πεί­να, ἡ ἀρ­ρώ­στια, ἡ προ­σφυ­γιά, ἡ κα­τα­στρο­φὴ τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος κ.λ.π. ἔ­χουν ἐ­πι­δει­νω­θεῖ ἐ­ξαι­τί­ας της. Οἱ κυ­βερ­νή­σεις πολ­λῶν κρα­τῶν, πολ­λὲς ἐ­πι­χει­ρή­σεις καὶ πολ­λὰ νοι­κο­κυ­ριὰ δυ­σκο­λεύ­ον­ται νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σουν τὰ προ­βλή­μα­τα αὐ­τὰ λό­γῳ τῆς παγ­κο­σμι­ό­τη­τας τῆς κρί­σης καὶ τῆς ἀ­δυ­να­μί­ας ἐ­λέγ­χου τῶν αἰ­τί­ων ποὺ τὴν προ­κά­λε­σαν.

Καὶ οἱ Δι­ε­θνεῖς, ὅ­μως, ὀρ­γα­νι­σμοὶ δὲν ἔ­χουν τὶς δυ­να­τό­τη­τες καὶ τὰ μέ­σα ποὺ χρει­ά­ζον­ται γιὰ νὰ ἁ­πα­λύ­νουν καί, πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο, νὰ ἐ­πι­λύ­σουν τὰ προ­βλή­μα­τα αὐ­τά, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ἡ παγ­κό­σμια ἀλ­λη­λεγ­γύ­η δὲν βρί­σκε­ται στὸ ἐ­πί­πε­δο ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἀ­παι­τεῖ­ται γιὰ τὴν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὴ ἀν­τι­με­τώ­πι­σή τους. Ὁ­ρι­σμέ­να κρά­τη ποὺ ἔ­χουν τὰ μέ­σα καὶ ἀ­να­πτυγ­μέ­νο τὸ αἴ­σθη­μα τῆς δι­ε­θνοῦς ἀλ­λη­λεγ­γύ­ης προ­σφέ­ρουν βο­ή­θεια σὲ φτω­χὰ κρά­τη ποὺ ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν με­γά­λα προ­βλή­μα­τα. Ἡ βο­ή­θεια, ὅ­μως, ποὺ προ­σφέ­ρουν κά­θε ἄλ­λο πα­ρὰ ἐ­παρ­κής εἶ­ναι γιὰ τὴν ἐ­πί­λυ­σή τους. Τὰ με­γά­λα κρά­τη, δυ­στυ­χῶς, δὲν πα­ρέ­χουν τὴν βο­ή­θεια ποὺ τοὺς ἐ­πι­τρέ­πουν οἱ πό­ροι ποὺ δι­α­θέ­τουν.

Οἱ Χρι­στια­νοὶ σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο, μὲ βά­ση τὶς ἀρ­χὲς τῆς πί­στης τους, θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ βο­η­θή­σουν στὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν προ­βλη­μά­των τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης ἂν ἦ­ταν ἑ­νω­μέ­νοι. Δυ­στυ­χῶς αὐ­τὸ δὲν συμ­βαί­νει.

Πα­ρό­λα αὐ­τά, ὁ­ρι­σμέ­νες με­μο­νω­μέ­νες πρω­το­βου­λί­ες καὶ προ­σπά­θει­ες γί­νον­ται ἀ­πὸ τὶς ἐ­πι­μέ­ρους Ἐκ­κλη­σί­ες. Μί­α ἀ­πὸ αὐ­τές, μὲ παγ­κό­σμια ἐμ­βέ­λεια, εἶ­ναι ἡ πρω­το­βου­λί­α καὶ οἱ συ­νε­χεῖς προ­σπά­θει­ες ποὺ κα­τα­βά­λει ὁ Οἰ­κου­με­νι­κὸς Πα­τριά­ρχης γιὰ τὴν προ­στα­σί­α τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος. Ἡ πρω­το­βου­λί­α αὐ­τὴ ἐ­νι­σχύ­ει ἐ­κεί­νους οἱ ὁ­ποῖ­οι μά­χον­ται γιὰ τὴν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὴ ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τοῦ ζω­τι­κοῦ αὐ­τοῦ προ­βλή­μα­τος γιὰ τὴν ἐ­πι­βί­ω­ση τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας. Δυ­στυ­χῶς, ὅ­μως, τὰ οἰ­κο­νο­μι­κὰ συμ­φέ­ρον­τα τῶν ἐ­πι­μέ­ρους –καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα τῶν με­γά­λων καὶ ἰ­σχυ­ρῶν Κρα­τῶν– πα­ρεμ­πο­δί­ζουν στὸ νὰ ὑ­πάρ­ξει οὐ­σι­α­στι­κὴ πρό­ο­δος στὸ θέ­μα αὐ­τό.

 

 

Τό παράδειγμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη θά ἦ­ταν εὐχῆς ἔρ­γο νὰ τὸ μι­μη­θοῦν καὶ ὅλες οἱ Ὀρ­θό­δο­ξες καὶ οἱ ἄλ­λες Ἐκ­κλη­σί­ες καὶ νὰ προ­σπα­θή­σουν νὰ ἐν­στα­λά­ξουν στὶς πο­λι­τι­κὲς ἡ­γε­σί­ες καὶ σὲ ὅ­σους λαμ­βά­νουν ἀ­πο­φά­σεις γιὰ τὶς τύ­χες τῶν λα­ῶν κα­θὼς καὶ στοὺς ἁ­πλοὺς πο­λί­τες τὶς ἀρ­χὲς τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ μὲ πρώ­τη τὴν μὲ κά­θε τρό­πο ἔμ­πρα­κτη ἀ­γά­πη πρὸς τὸν πλη­σί­ον, τὴν ἀλ­λη­λεγ­γύ­η, τὸ σε­βα­σμὸ τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας καὶ τὴν κα­τα­νό­η­ση τοῦ συ­ναν­θρώ­που μας, τὴν κοι­νω­νι­κὴ δι­και­ο­σύ­νη καὶ τὴν ἰ­σό­τη­τα, ὥ­στε οἱ ἀρ­χὲς αὐ­τὲς νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν τὶς κα­τευ­θυν­τή­ρι­ες γραμ­μὲς τῶν προ­γραμ­μά­των ποὺ κα­ταρ­τί­ζον­ται καὶ ὅ­λων τῶν προ­σπα­θει­ῶν κα­τα­βάλ­λον­ται γιὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν συ­νε­πει­ῶν τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης.

Ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­δυ­να­μί­ας τῆς Δι­ε­θνοῦς Κοι­νό­τη­τας νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σει συλ­λο­γι­κὰ τὴν παγ­κό­σμια οἰ­κο­νο­μι­κὴ κρί­ση, τὸ βά­ρος γιὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν ἐ­πι­πτώ­σε­ών της πέ­φτει στοὺς ὤ­μους τῶν κυ­βερ­νή­σε­ων τῶν ἐ­πι­μέ­ρους Κρα­τῶν καὶ ἡ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα τῶν πα­ρεμ­βά­σε­ών τους ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὴ μί­α με­ριὰ ἀ­πὸ τὸ μέ­γε­θος τῶν προ­βλη­μά­των τους καὶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη τῶν μέ­σων ποὺ δι­α­θέ­τουν γιὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­σή τους.

Ὁ ρό­λος ποὺ μπο­ροῦν νὰ παί­ξουν οἱ Χρι­στια­νοὶ γιὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν προ­βλη­μά­των ποὺ ἔ­χουν ἐ­πι­δει­νω­θεῖ ἐ­ξαι­τί­ας τῆς κρί­σης γιὰ τὴ χώ­ρα στὴν ὁ­ποί­α ζοῦν ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πό: (α) Τὸν ἀ­ριθ­μό τους,  ἂν δη­λα­δή, ὁ Χρι­στι­α­νι­σμὸς εἶ­ναι ἡ κύ­ρια θρη­σκεί­α τῆς χώ­ρας, (β) τὸ πό­σοι ἀ­πὸ τοὺς Χρι­στια­νοὺς βι­ώ­νουν τὶς ἀρ­χὲς τῆς πί­στης τους καὶ (γ) τὸ ἂν ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι κα­λὰ ὀρ­γα­νω­μέ­νη καὶ πα­ρεμ­βαί­νει ἐ­νερ­γὰ στὰ κοι­νω­νι­κά, οἰ­κο­νο­μι­κὰ καὶ ἄλ­λα προ­βλή­μα­τα τῆς χώ­ρας.

Δὲν ἔ­χω ἐ­πο­πτεί­α γιὰ τὸ τί κά­νουν οἱ Ἐκ­κλη­σί­ες σὲ ὅ­λα τὰ Κρά­τη τοῦ κό­σμου καὶ οἱ γνώ­σεις μου γιὰ τὸ τί συμ­βαί­νει στὴ χώ­ρα μας εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νες. Δὲν μπο­ρῶ, κα­τὰ συ­νέ­πεια, νὰ κρί­νω καὶ νὰ ἀ­πο­τι­μή­σω τὴ συμ­βο­λὴ τῶν Χρι­στια­νῶν στὰ προ­βλή­μα­τα τῶν χω­ρῶν τους. Ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ θὰ πε­ρι­ο­ρι­στῶ στοὺς Χρι­στια­νοὺς τῆς χώ­ρας μας καὶ μὲ βά­ση τὰ ὅ­σα γνω­ρί­ζω γι᾿ αὐ­τούς.

Πρῶ­τα ἀ­π᾿ ὅ­λα θὰ πρέ­πει νὰ δοῦ­με ποι­ὰ εἶ­ναι σή­με­ρα ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα στὴ χώ­ρα μας ἀ­πὸ ἄ­πο­ψη σύν­θε­σης τοῦ πλη­θυ­σμοῦ της. Πρὶν ἀ­πὸ 30 πε­ρί­που χρό­νια ὁ πλη­θυ­σμὸς τῆς Ἑλ­λά­δας ἦ­ταν πο­λὺ ὁ­μοι­ο­γε­νής. Ἡ συν­τρι­πτι­κὴ πλει­ο­νό­τη­τά του ἦ­ταν Χρι­στια­νοὶ Ὀρ­θό­δο­ξοι, ἐ­λά­χι­στοι ἀ­νῆ­καν σὲ ἄλ­λα δόγ­μα­τα καὶ οἱ μου­σουλ­μά­νοι ἀν­τι­προ­σώ­πευ­αν ἕ­να πο­λὺ μι­κρὸ πο­σο­στό του. Σή­με­ρα ζοῦν στὴ χώ­ρα μας πολ­λὲς ἑ­κα­τον­τά­δες χι­λιά­δες με­τα­να­στῶν, τὸ πο­σο­στὸ ποὺ ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ουν στὸν πλη­θυ­σμὸ τῆς χώ­ρας εἶ­ναι γύ­ρω στὸ 10%  καὶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι εἶ­ναι μου­σουλ­μά­νοι.

Τὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ τί­θεν­ται, ἑ­πο­μέ­νως, εἶ­ναι πό­σοι ἀ­πὸ τὰ δέ­κα πε­ρί­που ἑ­κα­τομ­μύ­ρια τῶν Ἑλ­λή­νων, ἡ συν­τρι­πτι­κὴ πλει­ο­νό­τη­τα τῶν ὁ­ποί­ων εἶ­ναι βα­φτι­σμέ­νοι Ὀρ­θό­δο­ξοι Χρι­στια­νοί, εἶ­ναι ἐ­νερ­γὰ μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὄ­χι ἂν πη­γαί­νουν τα­κτι­κὰ ἢ ἀ­ραι­ὰ στὴν Ἐκ­κλη­σία­, ἀλ­λὰ μὲ τὸ ἂν με­τέ­χουν στὴ μυ­στη­ρια­κὴ ζω­ὴ καὶ ἂν πράγ­μα­τι βι­ώ­νουν τὴν πί­στη τους καὶ ἐ­φαρ­μό­ζουν στὴ ζω­ὴ τους τὶς βα­σι­κὲς ἀρ­χὲς τῆς πί­στης τους καὶ τί θὰ μπο­ροῦ­σαν αὐ­τοὶ νὰ κά­νουν γιὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­σης τῆς κρί­σης.

Ἡ ἀ­πάν­τη­ση στὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα αὐ­τὰ δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λη, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι στὰ θέ­μα­τα ποὺ ἀ­φο­ροῦν τὴν πί­στη ἐ­λά­χι­στα μπο­ρεῖ νὰ προ­σφέ­ρει ἡ Στα­τι­στι­κή. Αὐ­τὰ ποὺ ἔ­χουν ση­μα­σί­α σὲ ὅ,τι ἀ­φο­ρᾶ τὴν ὅ­ποι­α πα­ρέμ­βα­ση τῶν Χρι­στια­νῶν στὰ προ­βλή­μα­τα ποὺ ἔ­χει προ­κα­λέ­σει ἡ παγ­κό­σμια οἰ­κο­νο­μι­κὴ κρί­ση εἶ­ναι ἡ προ­σω­πι­κή τους ζω­ὴ καὶ ἡ πρὸς τὰ ἔ­ξω πρα­κτι­κὴ ἐ­φαρ­μο­γὴ τῶν ἀρ­χῶν τῆς πί­στης τους. Μὲ βά­ση τὰ κρι­τή­ρια αὐ­τὰ μό­νο ὁ­ρι­σμέ­νες πα­ρα­τη­ρή­σεις μπο­ροῦν νὰ γί­νουν, χω­ρίς, ὅ­μως, νὰ ἀ­πο­τε­λοῦν μί­α πλή­ρη ἀ­πάν­τη­ση στὰ πα­ρα­πά­νω ἐ­ρω­τή­μα­τα.

Ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ κοι­νω­νί­α ἔ­χει ἐ­πη­ρε­α­στεῖ βα­θύ­τα­τα ἀ­πὸ τὶς τά­σεις ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦν παγ­κό­σμια καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ στὴ Δυ­τι­κὴ Εὐ­ρώ­πη. Κυ­ρί­αρ­χες στὶς τά­σεις αὐ­τὲς εἶ­ναι ὁ κα­τα­να­λω­τι­σμὸς καὶ ὁ ἐ­γω­κεν­τρι­σμὸς σὲ ὅ­λα τὰ κοι­νω­νι­κὰ στρώ­μα­τα. Ἐ­κτός, ὅ­μως, ἀ­πὸ αὐ­τά, πολ­λοὶ Ἕλ­λη­νες ἔ­χουν τὴν τά­ση νὰ ἀ­πο­κτή­σουν ὅ­σο γί­νε­ται με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­κί­νη­τη πε­ρι­ου­σί­α. Ὁ συν­δυα­σμὸς τῶν τά­σε­ων αὐ­τῶν ἔ­χει ὁ­δη­γή­σει πολλούς στὸ κυ­νή­γι τοῦ χρή­μα­τος, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ  τὴ νο­μι­μό­τη­τα ἢ ὄ­χι τῶν με­θό­δων ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται γιὰ τὴν ἀ­πό­κτη­σή του. Ἡ ἐ­πι­δί­ω­ξη, ὅ­μως, αὐ­τή, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς σο­βα­ρὲς ἐ­πι­πτώ­σεις ποὺ ἔ­χει στὸ κοι­νω­νι­κὸ σύ­νο­λο,  ἀ­φή­νει ἐ­λά­χι­στα πε­ρι­θώ­ρια χρό­νου γιὰ τὴν ἐ­να­σχό­λη­ση μὲ τὰ κοι­νὰ καὶ γιὰ τὴν προ­σφο­ρὰ στὸν ἄλ­λο. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι πε­ρι­ο­ρί­ζον­ται στὸ νὰ φρον­τί­ζουν τὴν οἰ­κο­γέ­νειά τους, ἐ­νῶ ὁ­ρι­σμέ­νοι τὴν πα­ρα­με­λοῦν προ­κει­μέ­νου νὰ κερ­δί­σουν ὅ­σο γί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρα χρή­μα­τα.

 

 

 

Ὅ­λα τὰ πα­ρα­πά­νω ἔ­χουν ἐ­πη­ρε­ά­σει καὶ τὰ ἐ­νερ­γὰ μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἡ βι­ο­τὴ καὶ ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ πολ­λῶν Χρι­στια­νῶν ἔρ­χε­ται, δυ­στυ­χῶς, σὲ σύγ­κρου­ση μὲ τὰ ὅ­σα ἐ­πι­τάσ­σει ἡ πί­στη τους μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ προ­κα­λοῦν τὸν σκαν­δα­λι­σμὸ τῶν συ­ναν­θρώ­πων τους. Ἀ­νά­με­σα σ᾿ αὐ­τοὺς εἶ­ναι, δυ­στυ­χῶς, καὶ ὁ­ρι­σμέ­να μέ­λη τοῦ Κλή­ρου. Ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ αὐ­τὴ ἐ­νι­σχύ­ει τὰ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα ἐ­κεί­νων ποὺ βά­λλουν συ­στη­μα­τι­κὰ ἐ­ναν­τί­ον τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Ἂν πε­ρι­ο­ρι­στοῦ­με στοὺς Χρι­στια­νοὺς ποὺ κα­τα­βάλ­λουν συ­νει­δη­τὴ προ­σπά­θεια νὰ εἶ­ναι συ­νε­πεῖς μὲ τὴν πί­στη τους τό­σο στὴν ἰ­δι­ω­τι­κή τους ζω­ὴ ὅ­σο καὶ μέ­σα στὴν κοι­νω­νί­α, πα­ρα­τη­ροῦ­με ὅ­τι πο­λὺ λί­γοι εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι ποὺ εἶ­ναι δι­α­τε­θει­μέ­νοι νὰ με­τά­σχουν ἐ­νερ­γὰ στὴν πο­λι­τι­κὴ ζω­ὴ τοῦ Τό­που ὡς μέ­λη κομ­μά­των καὶ ἀ­κό­μα λι­γό­τε­ροι ὡς ὑ­πο­ψή­φιοι γιὰ ἐ­κλο­γὴ στὴ Βου­λή, στὴν Το­πι­κὴ Αὐ­το­δι­οί­κη­ση Α΄ καὶ Β΄ βαθ­μοῦ. Τὴ στά­ση τοὺς αὐ­τὴ ἐ­νι­σχύ­ει ἡ κα­τά­στα­ση ποὺ ἐ­πι­κρα­τεῖ ἐ­δῶ καὶ πολ­λὰ χρό­νια στὰ κόμ­μα­τα καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα ἡ προ­κλη­τι­κὴ καὶ ἀ­συ­νε­πὴς συμ­πε­ρι­φο­ρὰ ἡ­γε­τι­κῶν στε­λε­χῶν καὶ τῶν ἀρ­χη­γῶν τους. Μὲ τὴ μὴ ἐ­νερ­γὸ συμ­με­το­χή τους, ὅ­μως, στὰ πο­λι­τι­κὰ δρώ­με­να τοῦ Τό­που, τὰ ἐ­νερ­γὰ μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­φή­νουν τὸ πε­δί­ο ἐ­λεύ­θε­ρο σ᾿ αὐ­τοὺς οἱ ὁ­ποῖ­οι δι­α­χει­ρί­ζον­ται –μὲ  τρό­πο ποὺ τὰ δι­α­χει­ρί­ζον­ται– τὰ Κοι­νά.

Ἀ­νά­λο­γη, ἀλ­λὰ σὲ μι­κρό­τε­ρη ἔ­κτα­ση, εἶ­ναι ἡ στά­ση τῶν πε­ρισ­σό­τε­ρων ἐ­νερ­γῶν με­λῶν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας σὲ ὅ,τι ἀ­φο­ρᾶ τὴ συμ­με­το­χή τους σὲ συλ­λο­γι­κοὺς φο­ρεῖς, εἴ­τε αὐ­τοὶ εἶ­ναι ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κοὶ εἴ­τε κοι­νω­νι­κοί. Ἡ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­ση αὐ­τὴ ὀ­φεί­λε­ται στὴν κομ­μα­τι­κο­ποί­η­ση πολ­λῶν ἀ­πὸ τοὺς φο­ρεῖς αὐ­τούς, δη­λα­δὴ σὲ με­τα­τρο­πή τους σὲ ὄρ­γα­να προ­ώ­θη­σης τῶν  θέ­σε­ων τῶν κομ­μά­των. Καὶ στὴν πε­ρί­πτω­ση, ὅ­μως, αὐ­τὴ –ὅ­πως καὶ στὴν πο­λι­τι­κὴ ζω­ὴ– τὸ πε­δί­ο ἀ­φή­νε­ται ἐ­λεύ­θε­ρο σὲ ἐ­κεί­νους ποὺ ἐ­πι­δι­ώ­κουν τὴν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση εἴ­τε τῶν προ­σω­πι­κῶν τους φι­λο­δο­ξι­ῶν εἴ­τε τῶν στό­χων τῶν κομ­μά­των τους.

Τὰ ὅ­σα προ­α­να­φέρ­θη­καν, σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὸν τρό­πο ζω­ῆς καὶ τὰ πρό­τυ­πα ποὺ προ­βάλ­λουν τὰ Δι­ε­θνή καὶ Ἐθνι­κὰ μέ­σα μα­ζι­κῆς ἐ­νη­μέ­ρω­σης, καὶ τὴν ἀρ­νη­τι­κὴ ἢ ἀ­δι­ά­φο­ρη στά­ση ποὺ τη­ροῦν τὰ μέ­σα αὐ­τὰ ἀ­πέ­ναν­τι σὲ πολ­λὲς θε­τι­κὲς πρω­το­βου­λί­ες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας γε­νι­κό­τε­ρα, ἀ­πο­θαρ­ρύ­νουν τοὺς Χρι­στια­νοὺς ἐ­κεί­νους ποὺ εἶ­ναι δι­α­τε­θει­μέ­νοι νὰ προ­σφέ­ρουν στὰ Κοι­νά.

Ἀ­πὸ τὶς πα­ρα­πά­νω ἐ­κτι­μή­σεις –καὶ στὸ βαθ­μὸ ποὺ ἀν­τα­πο­κρί­νον­ται στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα– μπο­ρεῖ νὰ συ­να­χθεῖ τὸ συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χουν πολ­λὰ πε­ρι­θώ­ρια γιὰ συμ­βο­λὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ τῶν Χρι­στια­νῶν στὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν συ­νε­πει­ῶν τῆς παγ­κό­σμιας οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης. Εἶ­ναι, ὅ­μως, ἔ­τσι τὰ πράγ­μα­τα ἢ μή­πως ὑ­πάρ­χουν καὶ κά­ποι­ες ἐ­νέρ­γει­ες καὶ πρω­το­βου­λί­ες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὡς συ­νό­λου καὶ τῶν με­μο­νω­μέ­νων Χρι­στια­νῶν ποὺ μπο­ροῦν νὰ βο­η­θή­σουν, σὲ μι­κρὴ ἢ σὲ με­γα­λύ­τε­ρη κλί­μα­κα, στὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν συ­νε­πει­ῶν τῆς κρί­σης ἐν­τὸς (καὶ ἂν εἶ­ναι δυ­να­τὸν καὶ ἐ­κτός) τῆς χώ­ρας;

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ὡς σύ­νο­λο,  καὶ ἂν ἀ­κό­μα μπο­ροῦ­σε, δὲν πρέ­πει καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πο­κα­τα­στή­σει τὸ Κρά­τος στὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν προ­βλη­μά­των τῆς παγ­κό­σμιας οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης. Οἱ Χρι­στια­νοί, εἰ­δι­κό­τε­ρα, δὲν πρέ­πει νὰ  ἱ­δρύ­σουν χρι­στι­α­νι­κὰ κόμ­μα­τα ἢ νὰ με­τά­σχουν σὲ κόμ­μα­τα ποὺ κα­πη­λεύ­ον­ται τὸ Χρι­στι­α­νι­σμό. Τό­σο, ὅ­μως, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ὡς σύ­νο­λο, ὅ­σο καὶ οἱ με­μο­νω­μέ­νοι Χρι­στια­νοὶ μπο­ροῦν νὰ βο­η­θή­σουν στὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῆς κρί­σης.

Πρῶ­τα ἀ­π᾿ ὅ­λα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α σὲ κεν­τρι­κό, μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ καὶ ἐ­νο­ρια­κὸ ἐ­πί­πε­δο. Τὸ κύ­ριο ἔρ­γο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι, φυ­σι­κά, ἡ δι­ά­δο­ση τοῦ λό­γου τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου καὶ ἡ πνευ­μα­τι­κὴ κα­τάρ­τι­ση καὶ στή­ρι­ξη τῶν Χρι­στια­νῶν. Ἂν ἐ­πι­τε­λεῖ σωστά τὸ ἔρ­γο αὐ­τό, δη­λα­δὴ ἂν περ­νᾶ τὸ μή­νυ­μα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου σω­στά,  μπο­ρεῖ νὰ ἀ­σκή­σει ση­μαν­τι­κὴ ἐ­πί­δρα­ση σὲ ὅ­σους λαμ­βά­νουν ἀ­πο­φά­σεις.

Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὸ κυ­ρί­ως πνευ­μα­τι­κό της ἔρ­γο, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α βο­η­θᾶ κα­τὰ πολ­λοὺς τρό­πους τὸν πά­σχον­τα συ­νάν­θρω­πό μας. Τὸ ἔρ­γο ποὺ ἐ­πι­τε­λεῖ­ται ποι­κί­λει ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸν ἐ­νερ­γὸ ρό­λο τῶν Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων καὶ Ἱε­ρέ­ων καὶ τὴ συμ­με­το­χὴ τῶν πι­στῶν στὴν ἐ­πί­λυ­ση τῶν προ­βλη­μά­των ποὺ ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν οἱ το­πι­κὲς κοι­νω­νί­ες.  Τὸ ἔρ­γο αὐ­τὸ εἶ­ναι πο­λὺ με­γά­λο ἀλ­λά, δυ­στυ­χῶς, δὲν εἶ­ναι γνω­στὸ στὸ σύ­νο­λό του. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν με­γα­λύ­τε­ρο ἂν ἀ­ξι­ο­ποι­οῦν­ταν ὅ­λες οἱ ὑ­πάρ­χου­σες δυ­νά­μεις. Μὲ δε­δο­μέ­νη τὴν ἐ­πι­δεί­νω­ση τῶν προ­βλη­μά­των ἐ­ξαι­τί­ας τῆς παγ­κό­σμιας οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης τὸ ἔρ­γο αὐ­τὸ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μπο­ρεῖ καὶ πρέ­πει νὰ ἐ­πε­κτα­θεῖ τό­σο στοὺς το­μεῖς στοὺς ὁ­ποί­ους γί­νε­ται ἤ­δη ὅ­σο καὶ σὲ ἄλ­λους ποὺ προ­κύ­πτουν ἐ­ξαι­τί­ας ἀ­κρι­βῶς τῆς κρί­σης αὐ­τῆς. Ἀ­νά­με­σα στοὺς πι­στοὺς ὑ­πάρ­χουν πολ­λοὶ ποὺ θέ­λουν καὶ μπο­ροῦν νὰ βο­η­θή­σουν. Ἡ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σή τους ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τοὺς κα­τὰ τό­πους Ἀρ­χι­ε­ρεῖς καὶ Ἱε­ρεῖς.

Καὶ ἐ­κτὸς Ἑλ­λά­δος, ὅ­μως, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α δρα­στη­ρι­ο­ποι­εῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή. Σὲ ἐ­λά­χι­στους εἶ­ναι γνω­στὸ τὸ ἔρ­γο ποὺ ἐ­πι­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ τὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα αὐ­τὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας σὲ πολ­λὰ κρά­τη τοῦ κό­σμου. Τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ κρά­τη αὐ­τά, λό­γῳ τοῦ χα­μη­λοῦ βι­ο­τι­κοῦ τους ἐ­πι­πέ­δου, ὑ­πο­φέ­ρουν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­ξαι­τί­ας τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης. Γιὰ τὸ λό­γο αὐ­τὸ θὰ πρέ­πει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α νὰ ἐ­νι­σχύ­σει μὲ κά­θε δυ­να­τὸ τρό­πο τὸ πνευ­μα­τι­κὸ καὶ φι­λαν­θρω­πι­κὸ ἔρ­γο τῶν Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λῶν.

Ἐ­κτός, ὅ­μως, ἀ­πὸ τὶς πρω­το­βου­λί­ες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὡς συ­νό­λου,  οἱ με­μο­νω­μέ­νοι Χρι­στια­νοὶ μπο­ροῦν νὰ βο­η­θή­σουν μὲ τὸ προ­σω­πι­κό τους πα­ρά­δειγ­μα, δη­λα­δὴ μὲ τὸν τρό­πο ποὺ βι­ώ­νουν τὴν πί­στη τους καὶ συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται πρὸς τὰ ἔ­ξω. Αὐ­τὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο ζη­τᾶ σή­με­ρα ἡ κοι­νω­νί­α εἶ­ναι τὰ ζων­τα­νὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα. Ἂν οἱ Χρι­στια­νοὶ βι­ώ­νουν πραγ­μα­τι­κὰ τὴν πί­στη τους, τό­τε μὲ τὴν ὑ­πο­δειγ­μα­τι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τους ἀ­πέ­ναν­τι στὶς οἰ­κο­γέ­νει­ές τους, στοὺς φί­λους, τοὺς γνω­στοὺς καὶ στοὺς γεί­το­νές τους, μὲ τὸν λι­τὸ τρό­πο τῆς ζω­ῆς τους, χω­ρὶς προ­κλή­σεις καὶ σπα­τά­λες, μὲ σε­βα­σμὸ στὸν πε­ρι­βάλ­λον καὶ μὲ τὴν ἀ­νά­λο­γη πρὸς τὶς δυ­να­τό­τη­τές του ἔμ­πρα­κτη ἀλ­λη­λεγ­γύ­η στοὺς συ­ναν­θρώ­πους τους, μπο­ροῦν νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν πα­ρα­δείγ­μα­τα πρὸς μί­μη­ση, δη­λα­δὴ τὴ «ζύ­μη» τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ροι Χρι­στια­νοὶ ζοῦν καὶ συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο μέ­σα στὴν κοι­νω­νί­α τό­σο ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρη θὰ εἶ­ναι ἡ συμ­βο­λή τους στὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν προ­βλη­μά­των ποὺ προ­κα­λεῖ αὐ­τὴ ἡ κρί­ση.

Ἐ­κτός, ὅ­μως, ἀ­πὸ τὸ προ­σω­πι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα καὶ τὴ συμ­με­το­χή τους στὶς προ­σπά­θει­ες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, οἱ Χρι­στια­νοὶ μπο­ροῦν νὰ βο­η­θή­σουν καὶ τὶς προ­σπά­θει­ες ποὺ κα­τα­βάλ­λουν δι­ά­φο­ροι Σύλ­λο­γοι καὶ Δι­ε­θνεῖς ἀν­θρω­πι­στι­κὲς ὀρ­γα­νώ­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὴν πα­ρο­χὴ βο­ή­θειας σὲ ὁ­μά­δες συ­ναν­θρώ­πων μας ποὺ ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν συγ­κε­κρι­μέ­να προ­βλή­μα­τα, εἴ­τε αὐ­τὰ εἶ­ναι οἰ­κο­νο­μι­κά, εἴ­τε κοι­νω­νι­κά, ἀ­σθέ­νει­ες, ἔλ­λει­ψη ὑ­πο­δο­μῶν κ.λ.π. Ἡ βο­ή­θεια μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι εἴ­τε μὲ ἄ­με­ση μὲ προ­σω­πι­κὴ συμ­με­το­χὴ στὶς ὀρ­γα­νώ­σεις καὶ στοὺς συλ­λό­γους αὐ­τοὺς ἢ καὶ μὲ πα­ρο­χὴ οἰ­κο­νο­μι­κῆς βο­ή­θειας σ᾿ αὐ­τούς.

Ὅ­σοι δι­α­θέ­τουν χρό­νο ἢ καὶ χρή­μα­τα μπο­ροῦν οἱ ἴ­διοι νὰ ἀ­να­λά­βουν πρω­το­βου­λί­α ὀρ­γά­νω­σης μι­κρῶν ὁ­μά­δων γιὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση συγ­κε­κρι­μέ­νων προ­βλη­μά­των ποὺ ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν ἄν­θρω­ποι στὴ γει­το­νιά τους ἢ στὴ γύ­ρω πε­ρι­ο­χή. Μὲ δε­δο­μέ­νη τὴν ἀ­νε­πάρ­κεια τῆς κρα­τι­κῆς φρον­τί­δας ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τῶν δι­α­φό­ρων συλ­λό­γων ποὺ ὑ­πάρ­χουν νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σουν ὅ­λα τὰ προ­βλή­μα­τα (ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν εἶ­ναι γνω­στὰ πα­ρὰ μό­νο σ᾿ αὐ­τοὺς ποὺ βρί­σκον­ται πο­λὺ κον­τὰ σ᾿ αὐ­τοὺς ποὺ τὰ ἔ­χουν), οἱ πρω­το­βου­λί­ες αὐ­τὲς εἶ­ναι πο­λὺ ση­μαν­τι­κὲς καὶ ὅ­που ὑ­πάρ­χουν πα­ρέ­χουν ση­μαν­τι­κὴ βο­ή­θεια.

Τέ­λος, μὲ δε­δο­μέ­να τὰ ὅ­σα ἀ­να­φέρ­θη­καν στὴν ἀρ­χὴ γιὰ τὴν πο­λι­τι­κὴ ζω­ὴ τοῦ Τό­που, ἕ­να ἐ­ρώ­τη­μα πού πρέ­πει νὰ ἀ­παν­τη­θεῖ εἶ­ναι: Ἄν οἱ Χρι­στια­νοὶ ἐ­κεῖ­νοι πού ἀ­πο­φα­σί­ζουν νὰ ἀ­να­μει­χθοῦν ἐ­νερ­γὰ στὴν πο­λι­τι­κή, μὲ ὅ­ποι­ο τρό­πο ἐκεῖ­νοι κρί­νουν, μπο­ροῦν μέ­σα στοὺς φο­ρεῖς στοὺς ὁ­ποί­ους δρα­στη­ρι­ο­ποι­οῦν­ται, νὰ βο­η­θή­σουν στὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν προ­βλη­μά­των τῆς παγ­κό­σμιας οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης;

Στὸ ἐ­ρώ­τη­μα αὐ­τὸ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει μί­α γε­νι­κὴ ἀ­πάν­τη­ση. Πολ­λὰ ἐ­ξαρ­τῶν­ται ἀ­πὸ τὸν κα­θέ­να ποὺ αἰ­σθά­νε­ται ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ προ­σφέ­ρει καὶ μὲ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, κα­θὼς καὶ ἀ­πὸ τὸν φο­ρέ­α τὸν ὁ­ποῖ­ο θὰ ἐ­πι­λέ­ξει νὰ προ­σφέ­ρει. Τὸ ὅ­ποι­ο ἐγ­χεί­ρη­μα ἀ­πο­τε­λεῖ μί­α πρό­κλη­ση καὶ ἐγ­κυ­μο­νεῖ πολ­λοὺς κιν­δύ­νους. Συ­νή­θως τὰ με­γά­λα συμ­φέ­ρον­τα ὑ­πα­γο­ρεύ­ουν τὶς θε­λή­σεις τους στοὺς πο­λι­τι­κοὺς φο­ρεῖς καὶ οἱ ὅ­ποι­ες ἀ­πό­ψεις δὲν τοὺς συμ­φέ­ρουν εἴ­τε ἀ­γνο­οῦν­ται εἴ­τε κα­τα­πνί­γον­ται, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση καὶ τὴν πα­ραί­τη­ση ἐ­κεί­νων ποὺ ἔλ­πι­ζαν ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ προ­σφέ­ρουν οὐ­σι­α­στι­κά. Ἐ­λά­χι­στοι εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι ποὺ πα­ρα­μέ­νουν μέ­χρι τέ­λους ἀρ­κού­με­νοι σὲ ἁ­πλὲς πα­ρεμ­βά­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες,  σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις φέ­ρουν κά­ποι­α ὁ­ρια­κὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα.

Τε­λι­κά, ὅ­μως, ἡ συμ­βο­λὴ τῶν Χρι­στια­νῶν στὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν συ­νε­πει­ῶν τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης δὲν ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὸν ἀ­ριθ­μό τους. Σὲ πολ­λὲς πε­ρι­πτώ­σεις, ὅ­πως ἔ­χει δεί­ξει ἡ ἐμ­πει­ρί­α αἰ­ώ­νων, τὸ ἔρ­γο ποὺ ἐ­πι­τε­λοῦν μι­κρὲς ὁ­μά­δες ἢ ἀ­κό­μα καὶ με­μο­νω­μέ­νοι Χρι­στια­νοί, μὲ τὴ Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, φέ­ρει πολ­λοὺς καὶ ἀ­πρό­σμε­νους καρ­πούς. Κα­τὰ συ­νέ­πεια ὁ κά­θε Χρι­στια­νὸς μπο­ρεῖ καὶ πρέ­πει νὰ ἐ­ξε­τά­σει τί μπο­ρεῖ νὰ προ­σφέ­ρει καὶ πὼς μπο­ρεῖ νὰ συμ­βά­λλει στὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν προ­βλη­μά­των τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς κρί­σης εἴ­τε μέ­σα στὴν Πα­τρί­δα του εἴ­τε σὲ ἄλ­λα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, ἀ­φή­νον­τας τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα στὰ χέ­ρια τοῦ Θε­οῦ.

____________

*Ὁ Μανόλης Γ. Δρεττάκης εἶναι τέως: Ἀντιπρόεδρος

  τῆς Βουλῆς, Ὑπουργὸς καὶ Καθηγητὴς τῆς ΑΣΟΕΕ.

 

 

 

Πρώτη δημοσίευση στὸ περιοδικὸ «Σύναξη»

τεῦχος 114, Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 2010.