ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΤΥΠΙΑ

25 Ιανουαρίου 2012 · 5 λεπτά

Ε. Π. Παπανούτσου

 

(…) Κα­νεὶς δὲν ἀμ­φι­σβη­τεῖ τὴν ἀ­ξί­α τῆς πα­ρά­δο­σης. Ἀ­κό­μα καὶ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ πι­στεύ­ουν ὅ­τι πρω­το­τυ­πί­α στὴν Τέ­χνη ση­μαί­νει ἀ­παγ­κί­στρω­ση ἀ­πὸ τὴν πα­λαι­ω­μέ­νη νο­μο­θε­σί­α της, ἀ­πο­κο­πή τοῦ νή­μα­τος, ἀ­να­γνω­ρί­ζουν ὅ­τι οἱ κα­τα­κτή­σεις τοῦ πα­ρελ­θόν­τος εἶ­ναι πο­λύ­τι­μες, ἐ­πει­δὴ προ­σφέ­ρουν λύ­σεις σὲ τε­χνι­κὰ προ­βλή­μα­τα ποὺ δὲν εἶ­ναι πιὰ ἀ­νάγ­κη νὰ μᾶς ἀ­πα­σχο­λή­σουν, ἀ­φοῦ ἔ­χουν μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α ἀν­τι­με­τω­πι­στεῖ ἀ­πὸ ἐμ­πνευ­σμέ­νους καὶ ἱ­κα­νοὺς μα­στό­ρους ἡ πνευ­μα­τι­κὴ πο­ρεί­α τοῦ ἀν­θρώ­που–λέ­γουν–δὲν ἀρ­χί­ζει ἀ­πὸ τὸ μη­δὲν σὲ κα­μμιὰ πε­ρι­ο­χὴ τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ του. Δὲν εἶ­ναι ὅ­μως μό­νο αὐ­τὸς ὁ ρό­λος τῆς πα­ρά­δο­σης. Τὸ πα­ρελ­θὸν εἰ­σχω­ρεῖ βα­θειὰ στὸ πα­ρών δι­α­μορ­φώ­νει καὶ κα­τευ­θύ­νει τὴν αἰ­σθαν­τι­κό­τη­τα καὶ τὴ «συ­νεί­δη­ση» κά­θε νε­ό­κο­που καλ­λι­τέ­χνη ποὺ ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ δι­α­κο­νή­ση τὴν Τέ­χνη τῆς ἐ­κλο­γῆς του μὲ τὴ φαν­τα­σί­α καὶ τὴ δε­ξι­ό­τη­τά του. Θέ­λον­τας καὶ μὴ ἀ­νή­κου­με στὴν πα­ρά­δο­ση ποὺ ἔ­χει συσ­σωρ­ρευ­τι­κὰ δη­μι­ουρ­γη­θεῖ μέ­σα στὴν κί­νη­ση καὶ ἀ­πὸ τὴν κί­νη­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Δὲν ἀ­νοί­γου­με ἐ­μεῖς τὸ δρό­μο τὸν βρί­σκου­με ἀ­νοι­χτὸ μπρο­στά μας καὶ θὰ πο­ρευ­τοῦ­με πρὸς τὴ δι­εύ­θυν­ση ποὺ δη­λώ­νει, ἀ­κό­μα καὶ ὅ­ταν (ὅ­πως κά­νουν ὅ­λοι οἱ πα­θι­α­σμέ­νοι ρι­ζο­σπά­στες) ἀ­πο­φα­σί­ζου­με νὰ τὸν ἐγ­κα­τα­λεί­ψου­με πα­ρα­πέ­ρα.  Ἀλ­λὰ καὶ τό­τε, ἂν ἡ ἀ­πό­πει­ρά μας εὐ­ο­δω­θεῖ, ἂν ἡ δο­κι­μὴ ἐ­πι­τύ­χει, θὰ γί­νη καὶ τὸ δι­κό μας ἔρ­γο μέ­ρος τῆς πα­ρά­δο­σης καὶ μὲ τὸ δι­κό της ὄ­νο­μα καὶ κύ­ρος θὰ με­τα­δο­θῆ καὶ θὰ τι­μη­θῆ, θὰ ἀ­φο­μοι­ω­θῆ ἀ­πὸ τοὺς με­τα­γε­νέ­στε­ρους. Ἡ ἔν­τα­ξη στὴν πα­ρά­δο­ση, εἴ­τε τῆς Ἐθνι­κῆς, εἴ­τε τῆς Τέ­χνης ἑ­νὸς ἀλ­λοῦ πο­λι­τι­σμι­κοῦ χώ­ρου, δὲν ἐμ­πό­δι­σε προι­κι­σμέ­νους καλ­λι­τέ­χνες νὰ πα­ρα­γά­γουν προ­σω­πι­κὸ ἔρ­γο καὶ νὰ δι­α­κρι­θοῦν. Ἀ­πό­δει­ξη ὁ Turner ποὺ αἰ­σθά­νε­ται ἄ­νε­τα μέ­σα στὴν Ἀγ­γλι­κὴ το­πι­ο­γρα­φί­α καὶ ὁ Degas ποὺ ἡ ὀ­πτι­κή του ἐμ­πει­ρί­α ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θειὰ ἀ­πὸ τὴν Ἰα­πω­νι­κὴ ζω­γρα­φι­κή. (Καὶ τὰ δύ­ο πα­ρα­δείγ­μα­τα τὰ ἀ­να­φέ­ρει ὁ Clive Bell). Ὁ Cezanne (καὶ τοῦ­το δι­κό του πα­ρά­δειγ­μα) λο­ξο­δρο­μεῖ ἀ­πὸ τὸν Γαλ­λι­κὸ ἐμ­πρε­σι­ο­νι­σμὸ καὶ παίρ­νει ἕ­να δι­κό του μο­νο­πά­τι, ἀλ­λὰ γρή­γο­ρα γί­νε­ται κι αὐ­τὸς πα­ρά­δο­ση γιὰ τοὺς με­τα­γε­νέ­στε­ρους.

Στὶς σχέ­σεις του μὲ τὴν πα­ρά­δο­ση ὁ δη­μι­ουρ­γὸς καλ­λι­τέ­χνης δι­α­τρέ­χει ἕ­να σο­βα­ρὸ κίν­δυ­νο: Νὰ αἰχ­μα­λω­τι­στῆ μέ­σα στὴν κα­θι­ε­ρω­μέ­νη μορ­φο­λο­γί­α καὶ τε­χνι­κὴ καὶ νὰ χά­ση τὴν πρω­το­τυ­πί­α του. Νὰ πε­ρι­ο­ρι­στῆ δη­λα­δὴ στὴν ἀ­να­πα­ρα­γω­γὴ ἑ­νὸς ἀ­πο­κρυ­σταλ­λω­μέ­νου ὕ­φους (μί­ας ἐ­πο­χῆς ἢ μί­ας σχο­λῆς) καὶ νὰ ἀρ­κε­στῆ σὲ ἐ­πα­να­λή­ψεις ποὺ ὅ­σο λαμ­πρὲς καὶ ἂν εἶ­ναι, δὲν παύ­ουν νὰ εἶ­ναι ἀλ­λό­τρι­ες ἐ­πι­τυ­χί­ες. Ὁ κίν­δυ­νος αὐ­τὸς εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρος σὲ χῶ­ρες ποὺ ἔ­χουν μα­κρὰ καὶ πλού­σια πα­ρά­δο­ση σὲ ὁ­ρι­σμέ­νη κα­λὴ Τέ­χνη, ὅ­πως λ.χ. ἡ Ἰ­τα­λί­α καὶ ἡ Γαλ­λί­α στὶς πλα­στι­κὲς τέ­χνες, ἡ Γερ­μα­νί­α στὴ μου­σι­κή, ἡ Ἀγ­γλί­α στὴν ποί­η­ση, ἡ Ρω­σί­α στὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Σ᾿ αὐ­τὲς τὶς πε­ρι­πτώ­σεις τὸ πα­ρελ­θὸν μὲ τὶς κα­τα­κτή­σεις καὶ τὴν αἴ­γλη του γί­νε­ται ζυ­γὸς ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο δύ­σκο­λα μπο­ροῦν νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θοῦν οἱ ἐ­πί­γο­νοι. Ἀ­κρι­βῶς ὅ­μως σ᾿ αὐ­τὸ τὸν σκλη­ρὸ «δι­ά­λο­γο» μὲ τὴν πα­ρά­δο­ση ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ἡ δη­μι­ουρ­γι­κὴ δύ­να­μη μί­ας καλ­λι­τε­χνι­κῆς ἰ­δι­ο­φυ­ΐ­ας. Τὰ ἰ­σχνὰ τά­λαν­τα πα­ρα­δί­νον­ται χω­ρὶς ὅ­ρους καὶ ἀ­να­πό­φευ­κτα πιά, μοι­ραῖ­α με­τα­το­πί­ζον­ται στὶς τε­λευ­ταῖ­ες γραμ­μὲς τῆς φά­λαγ­γας ἢ καὶ ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ται μέ­σα στὴν ἀ­νω­νυ­μί­α. Τὰ ἰ­σχυ­ρὰ ἐ­πι­κρα­τοῦν καὶ δι­α­κρί­νον­ται μέ­σα στὴν ὁ­μοι­ο­μορ­φί­α (τῆς ἐ­πο­χῆς ἢ τῆς σχο­λῆς). Κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο: Ἐ­πι­θέ­τουν τὴν προ­σω­πι­κή τους σφρα­γί­δα στὴν πα­ρά­δο­ση, ἑ­νώ­νον­ται μα­ζί της ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἀ­να­νε­ώ­νουν, πα­ρα­δο­σια­κοὶ μα­ζὶ καὶ και­νο­τό­μοι. Τὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­φθο­νοῦν. Τὸ Ὁλλαν­δι­κὸ πορ­τραῖ­το ἔ­χει ἀ­πο­κτή­σει μέ­σα στὴ μα­κρὰ καὶ λαμ­πρὴ ἱ­στο­ρί­α του ὁ­ρι­σμέ­νο τύ­πο στὴ μορ­φὴ καὶ στὴν ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α, στὴ σύν­θε­ση καὶ στὸ χρῶ­μα του, τό­σο ποὺ δὲν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ τὸ πλη­σιά­σης σὲ μί­αν αἴ­θου­σα Μου­σεί­ου, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ μα­κριὰ τὸ ἀ­να­γνω­ρί­ζεις χω­ρὶς λά­θος. Μέ­σα στὸ πέ­λα­γος ὅ­μως τοῦ­το ξε­χω­ρί­ζεις ἀ­μέ­σως τὶς κο­ρυ­φὲς μο­να­χι­κῶν βρά­χων: Τὸν Franz Hals λ.χ. καὶ τὸν Rembrandt. Ζω­γρα­φί­ζουν «σὰν τοὺς ἄλ­λους» τῆς γε­νιᾶς καὶ τοῦ τό­που τους, ἀλ­λὰ καὶ «ὄ­χι σὰν τοὺς ἄλ­λους». Στὸ Μπα­ρό­κο ἀ­νή­κουν κι αὐ­τοὶ ἱ­στο­ρι­κά, ὅ­πως λ.χ. καὶ ὁ Velasquez ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια πα­ρά­δο­ση τρέ­φον­ται, δι­α­τη­ροῦν ὡ­στό­σο ἀ­πα­ρα­γνώ­ρι­στη τὴ ζω­γρα­φι­κή του προ­σω­πι­κό­τη­τα. Ἡ πε­ρί­πτω­ση τοῦ Θε­ο­το­κό­που­λου εἶ­ναι ἀ­κό­μα πιὸ δι­α­φω­τι­στι­κή. Ἐ­δῶ δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται δύ­ο πα­ρα­δό­σεις, ὅ­πως στὴν Κρη­τι­κὴ ζω­γρα­φι­κή τοῦ 17ου αἰ­ῶ­να: Ἡ Ἀ­να­γέν­νη­ση καὶ τὸ Βυ­ζάν­τιο. Ὁ Δο­μή­νι­κος ἀ­φο­μοί­ω­σε, αἰ­σθάν­θη­κε μέ­σα του τὸν παλ­μὸ καὶ τῆς μί­ας καὶ τῆς ἄλ­λης, γυ­μνά­στη­κε στὴν τε­χνι­κή τους, ἀλ­λὰ στὸ «δι­ά­λο­γο» μα­ζί τους δυ­νά­μω­σε τὸ δι­κό του μά­τι καὶ τὸ δι­κό του χέ­ρι, ἡ δι­κή του ἐμ­πει­ρί­α καὶ ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σί­α. Ἂν βρέ­θη­κε καὶ βρί­σκε­ται ἀ­κό­μα ἀ­πο­μο­νω­μέ­νος στὴν πα­ρά­δο­ση τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Τέ­χνης, σ᾿ αὐ­τὸ δὲν φταί­ει ὁ με­γά­λος Κρη­τι­κὸς ἔ­χει ἡ Ἱ­στο­ρί­α τὴ λο­γι­κή, ἀλ­λὰ ἔ­χει καὶ τὶς συγ­κυ­ρί­ες της. (…)

Τὸ γοῦ­στο μας, γιὰ νὰ λει­τουρ­γῆ σω­στὰ ἀ­πέ­ναν­τι στὰ πλά­σμα­τα τῆς Τέ­χνης, χρει­ά­ζε­ται ἢ ὄ­χι τὴ σπου­δή; Τὴ μύ­η­ση, τὴν καλ­λι­έρ­γεια, τὴν ἄ­σκη­ση; Ἢ μή­πως ἡ ἀ­γω­γὴ αὐ­τὴ κα­τα­στρέ­φει τὴ φυ­σι­κό­τη­τα καὶ τὴν αὐ­θορ­μη­σί­α του, ἐ­νερ­γεῖ πε­ρι­ο­ρι­στι­κά, τὸ εὐ­αι­σθη­το­ποι­εῖ μό­νο ἀ­πέ­ναν­τι σὲ καλ­λι­τε­χνι­κὲς μορ­φὲς καὶ δι­ερ­γα­σί­ες ὁ­ρι­σμέ­νου τύ­που, καὶ τὸ κά­νει ἀ­δι­ά­φο­ρο ἢ καὶ τυ­φλὸ ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ὅ­λες τὶς ἄλ­λες; Ἐ­ὰν τὸ ἐ­ρώ­τη­μά μας (στὴν πρώ­τη του δι­α­τύ­πω­ση) δὲν πε­ρι­εῖ­χε ἐ­κεί­νη τὴ βα­ριὰ λέ­ξη «σω­στὰ» πού, ἂν τὴ δε­χτοῦ­με, κιν­δυ­νεύ­ου­με νὰ πε­ρι­πέ­σου­με σὲ με­γά­λες πνευ­μα­τι­κὲς πε­ρι­πέ­τει­ες (ποι­ὸ εἶ­ναι σ᾿ αὐ­τοὺς τοὺς προ­βλη­μα­τι­κοὺς χώ­ρους τὸ μέ­τρο τοῦ «σω­στοῦ;») ἡ ἀ­πάν­τη­σή μας θὰ ἦ­ταν κα­τα­φα­τι­κή. Τὸ γοῦ­στο τοῦ «κα­τα­να­λω­τή», ὅ­πως καὶ τὸ τά­λαν­το τοῦ «πα­ρα­γω­γοῦ» τῶν καλ­λι­τε­χνι­κῶν προ­ϊ­όν­των, γιὰ νὰ ἀ­να­πτυ­χθῆ καὶ νὰ αὐ­το­βε­βαι­ω­θῆ, χρει­ά­ζε­ται καλ­λι­έρ­γεια καὶ ἄ­σκη­ση. Καὶ γιὰ πολ­λοὺς ἄλ­λους, κυ­ρί­ως ὅ­μως γιὰ τὸ λό­γο ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ ἀ­πο­φύ­γη τὴν ἀ­γω­γὴ–μό­λις δι­ε­γερ­θεῖ ἡ εὐ­αι­σθη­σί­α μας ἡ γύ­ρω μας Τέ­χνη, εἴ­τε ζω­γρα­φι­κὴ εἶ­ναι εἴ­τε μου­σι­κὴ εἴ­τε ποί­η­ση, εἰ­σβάλ­λει στὸν συ­νει­δη­σια­κό μας χῶ­ρο καὶ δι­α­μορ­φώ­νει μὲ τοὺς τρό­πους καὶ τοὺς τύ­πους της τὸ γοῦ­στο μας–ἑ­πο­μέ­νως ὅ­σο πιὸ ἐμ­πρό­σθε­τα καὶ με­θο­δι­κὰ γί­νει αὐ­τὴ ἡ δι­α­παι­δα­γώ­γη­ση, τό­σο θε­τι­κό­τε­ρα θὰ εἶ­ναι τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τά της. Ἐν­νο­οῦ­με καὶ ἀ­γα­ποῦ­με τὴν Τέ­χνη ποὺ συ­νη­θί­σα­με (πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­κεί­νη ποὺ δι­δα­χτή­κα­με) νὰ προ­σέ­χου­με καὶ νὰ τι­μοῦ­με. Μέ­σ᾿ ἀ­πὸ κεί­νη θὰ ζη­τή­ση καὶ θὰ βρῆ δι­έ­ξο­δο καὶ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ἡ αἰ­σθαν­τι­κό­τη­τά μας. «Αὐ­το­δί­δα­κτος» (μὲ τὴν ἔν­νοι­α τοῦ ἀ­νε­πη­ρέ­α­στου) δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τὲ κα­νέ­νας καλ­λι­τέ­χνης καὶ ὁ πιὸ «ἀ­θῶ­ος» ἔ­χει–εἴ­τε τὸ θέ­λει εἴ­τε ὄ­χι–δε­χτεῖ ἐ­πι­δρά­σεις ἀ­πὸ τὸ εὑ­ρύ­τε­ρο ἢ τὸ στε­νό­τε­ρο πε­ρι­βάλ­λον του. Ὁ Θε­ό­φι­λος λ.χ. ἀ­πὸ τὴ Βυ­ζαν­τι­νὴ εἰ­κό­να καὶ ἀ­πὸ τὴ λα­ϊ­κὴ χαλ­κο­μα­νί­α. Κα­τὰ τὸν ἴ­διο τρό­πο, ὅ­λοι μας «κου­βα­λοῦ­με» στὴν ὅ­ρα­ση καὶ στὴν ἀ­κο­ή, στὰ αἰ­σθή­μα­τα καὶ στὶς σκέ­ψεις μας τὴ ζω­γρα­φι­κή, τὴ μου­σι­κή, τὴν ποί­η­ση ποὺ εἴ­δα­με καὶ ἀ­κού­σα­με καὶ δι­α­βά­σα­με στὸ σπί­τι καὶ στὴ γει­το­νιά μας, στὸ Σχο­λεῖ­ο ποὺ φοι­τή­σα­με καὶ στὸ γρα­φεῖ­ο ποὺ ἐρ­γα­στή­κα­με, καὶ στὰ κέν­τρα (ψυ­χα­γω­γί­ας ἢ δι­δα­χῆς) ὅ­που ζη­τή­σα­με καὶ βρή­κα­με τὶς καλ­λι­τε­χνι­κὲς συγ­κι­νή­σεις μας, ἀ­πὸ τὰ τρυ­φε­ρά μας χρό­νια ἕ­ως σή­με­ρα. Ἐ­ὰν δὲν συ­νεν­νο­ού­μα­στε στὶς προ­τι­μή­σεις μας, ἐ­ὰν ἄλ­λος ἀ­πὸ μᾶς εἶ­ναι αὐ­στη­ρό­τε­ρος καὶ ἄλ­λος ἀ­νε­κτι­κό­τε­ρος στὶς ἀ­παι­τή­σεις του, τοῦ­το συμ­βαί­νει ἐ­πει­δὴ δὲν εἴ­χα­με ὅ­λοι τους ἴ­διους «δα­σκά­λους» καὶ τὰ ἴ­δια «βι­βλί­α». Φυ­σι­κὸς καὶ αὐ­θόρ­μη­τος στὶς κρί­σεις του δὲν εἶ­ναι κα­νέ­νας μό­νο ποὺ ἄλ­λος εἶ­ναι πιὸ εὐ­αί­σθη­τος, ἢ πιὸ φω­τι­σμέ­νος, ἢ πιὸ ἐ­κλε­κτι­κός, ἢ πιὸ συγ­χρο­νι­σμέ­νος, πιὸ συν­το­νι­σμέ­νος μὲ τὸ πνεῦ­μα τοῦ και­ροῦ του.