ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (σμς-σμθ). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

27 Οκτωβρίου 2023 · 3 λεπτά

σμς’

«Πῆ­γα καί ἐ­πι­σκέ­φθη­κα ἕ­να μο­να­χό γεί­το­νά μου. Δέν τόν εἶ­χα ἐ­πι­σκε­φθῆ κα­θό­λου. Ἦ­ταν κα­λός μο­να­χός καί ἀ­σκη­τι­κός. Μοῦ εἶ­πε:

–Εἶ­μαι γε­ρον­τά­κι, ὅ­που νά ᾿ναι θά πε­θά­νω καί δέν ἔ­χω κά­νει τί­πο­τε στήν ζω­ή μου. Ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι κά­τι κά­νουν στήν ζω­ή τους. Ὅ­ταν θά πα­ρου­σια­σθοῦν στόν Θε­ό, κά­τι θά ἔ­χουν. Ἐ­γώ ὅ­μως δέν ἔ­χω τί­πο­τε. Ἐ­νῶ ἔ­λε­γε αὐ­τά, τά δά­κρυ­α ἔ­τρε­χαν ἀ­πό τά μά­τια του.

–Ἔ, ὅ­λα ὅ­σα κά­νου­με, τοῦ ἀ­πάν­τη­σα, τά κά­νου­με γιά νά κα­τα­λή­ξου­με σ᾿ αὐ­τό τό συμ­πέ­ρα­σμα, σ᾿ αὐ­τό τό τί­πο­τε. Ὅ­ση ἄ­σκη­ση καί ἄν κα­τορ­θώ­σου­με, σ᾿ αὐ­τό τό τέ­λος πρέ­πει νά φθά­σου­με, ὅ­τι δέν εἴ­μα­στε τί­πο­τε. Καί ἀ­φοῦ τώ­ρα, ἄς ὑ­πο­θέ­σου­με, ἔ­φθα­σες σ᾿ αὐ­τό τό τέ­λος, τί τά θέ­λεις τά ὑ­πό­λοι­πα; Καί ἦ­ταν ἀ­γω­νι­στής».

σμζ’

«Οἱ γυ­μνοί ἀ­σκη­τές πού ζοῦν στόν Ἄ­θω­να εἶ­ναι οἱ ἀ­σύρ­μα­τοι τῆς γῆς πρός τόν Θε­ό».

σμη’

«Κάποιος μο­να­χός φεύ­γει γιά εἴ­κο­σι μέ­ρες ἀπ᾿ τό Μο­να­στή­ρι του (ἰ­δι­όρ­ρυθ­μο) καί λέ­ει ὅ­τι θά πά­ει Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἀλ­λά αὐ­τός πη­γαί­νει σ᾿ ἕ­να πα­λαι­ό κα­μί­νι, κό­βει δύ­ο κλα­διά γιά σκε­πή καί κά­θε­ται μέ­σα εἴ­κο­σι μέ­ρες τρώ­γον­τας πα­ξι­μά­δι καί πί­νον­τας νε­ρό».

σμθ’

«Ἦ­ταν ἕ­νας μο­να­χός σ᾿ ἕ­να ἰ­δι­όρ­ρυθ­μο μο­να­στή­ρι, πού ἔ­δει­ξε πο­λύ ζῆ­λο στήν πνευ­μα­τι­κή ζω­ή. Ὁ Γέ­ρον­τάς του βλέ­πον­τας τόν ζῆ­λο του γιά ἄ­σκη­ση τοῦ πα­ρε­χώ­ρη­σε ἕ­να ἡ­συ­χα­στι­κό κελ­λί γιά πε­ρισ­σό­τε­ρη ἐ­λευ­θε­ρί­α. Αὐ­τός ὅ­μως δέν χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α αὐ­τή κα­λῶς, ἀλ­λά νο­μί­ζον­τας ὅ­τι ὁ Θε­ός δέν ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται στήν ἄ­σκη­ση πού ἔ­κα­νε, γρή­γο­ρα κου­ρά­σθη­κε καί τὄρ­ρι­ξε στήν ἀ­μέ­λεια. Ἄρ­χι­σε νά ρί­χνη καί καμ­μία μα­τιά στά πε­ρι­ο­δι­κά πού ἄ­φη­ναν οἱ ξέ­νοι στό Ἀρ­χον­τα­ρί­κι, καί μέ τίς ἄ­σχη­μες εἰ­κό­νες πού ἔ­βλε­πε ἔ­γι­νε μπα­ρού­τι. Μέ­ρα νύ­χτα αὐ­τά σκε­φτό­ταν καί ἀ­πε­φά­σι­σε νά τά πε­τά­ξη, γιά νά γυ­ρί­ση στόν κό­σμο. Εἶ­χε ἕ­να φί­λο του στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη καί τοῦ ἔ­γρα­ψε ὅ­τι με­τα­νό­η­σε πού ἔ­γι­νε μο­να­χός: “Τώ­ρα θέ­λω νά γυ­ρί­σω πί­σω καί θά ᾿ρθῶ σέ σέ­να νά μοῦ βρῆς καμ­μία κα­λή κο­πέλ­λα νά τήν παν­τρευ­τῶ”. Τά εἶ­χε τα­κτο­ποι­ή­σει ὅ­λα κα­λά. Στό τέ­λος ἦρ­θε νά μέ ἀ­πο­χαι­ρε­τή­ση, δι­ό­τι ἤ­μα­σταν γνω­στοί. Ὅ­ταν τόν εἶ­δα, κα­τά­λα­βα ὅ­τι κά­τι συμ­βαί­νει. Τοὔ­κα­να με­ρι­κές ἐ­ρω­τή­σεις καί τόν ξε­τί­να­ξα. Μοῦ τἄπε ὅ­λα. Εἶ­χε κα­ταν­τή­σει καί στούς ψυ­χιά­τρους, ἔ­παιρ­νε φάρ­μα­κα καί τε­λι­κά ἀ­πελ­πι­σμέ­νος πή­γαι­νε νά παν­τρευ­τῆ, δι­ό­τι δέν μπο­ροῦ­σε νά βρῆ που­θε­νά καμ­μία βο­ή­θεια.

–Στά­σου, τοῦ εἶ­πα, για­τί δέν κα­τέ­λη­ξες σέ ὀρ­θό συμ­πέ­ρα­σμα. Ὑ­πάρ­χει καί ἡ πα­ρη­γο­ριά στήν μο­να­χι­κή ζω­ή, τήν ὁ­ποί­αν ἐ­σύ δέν ἔ­νι­ω­σες.

–Ἐ­γώ δέν ἤ­θε­λα νά γί­νω μο­να­χός, μοῦ εἶ­πε. Ἦρ­θα ἐ­δῶ σάν ζα­λι­σμέ­νος καί, χω­ρίς νά κα­τα­λά­βω κα­λά–κα­λά, ἔ­γι­να μο­να­χός. Ἀλ­λά ἐ­γώ δέν ἤ­θε­λα νά γί­νω μο­να­χός.

–Ἔ, καί δέν αἰ­σθά­νε­σαι ἰ­δι­αί­τε­ρη τι­μή στό γε­γο­νός ὅ­τι, ἐ­νῶ ἐ­σύ δέν ἤ­θε­λες νά γί­νης μο­να­χός, ὁ Θε­ός σέ ἐ­ξέ­λε­ξε γι᾿ αὐ­τήν τήν θέ­ση; Ἐ­μεῖς ὅ­λοι μας γιά νά γί­νου­με μο­να­χοί βά­λα­με τό μυα­λό μας, τίς ἰ­δέ­ες μας, τά ὄ­νει­ρά μας καί τίς ἐ­πι­θυ­μί­ες μας, ἐ­νῶ ἐ­σύ, ζοῦ­σες τήν ζω­ή σου καί ὁ Θε­ός εἶ­δε τήν καρ­διά σου, σέ ἀ­γά­πη­σε καί σ᾿ ἔ­φε­ρε στό Μο­να­στή­ρι Του. Δέν νι­ώ­θεις ἰ­δι­αί­τε­ρη τι­μή, δι­ό­τι σέ ἀ­γά­πη­σε ὁ Θε­ός τό­σο πο­λύ; Μήν ἀ­πελ­πί­ζε­σαι∙ ὑ­πάρ­χει ἐ­πι­στρο­φή. Τοῦ  μί­λη­σα πολ­λή ὥ­ρα. Στό τέ­λος ἔ­βα­λε τά κλά­μα­τα  καί με­τα­νό­η­σε γι᾿ αὐ­τό πού ἤ­θε­λε νά κά­νη.

 »Ἀ­πο­φά­σι­σε νά κά­νη μία και­νούρ­για ἀρ­χή. Τοῦ εἶ­πα νά κά­νη τρεῖς με­τά­νοι­ες καί δώ­δε­κα κομ­πο­σχο­ί­νια. Καί σή­με­ρα κά­νει 700 με­τά­νοι­ες σάν λά­στι­χο, χω­ρίς νά κου­ρά­ζε­ται, καί κά­θε­ται ὧ­ρες στήν προ­σευ­χή. Καί αἰ­σθά­νε­ται πολ­λή ἀ­γαλ­λί­α­ση, ὅ­ταν προ­σεύ­χε­ται. Μοῦ λέ­ει:

–Ἐ­άν αὐ­τή ἡ ἀ­γαλ­λί­α­ση εἶ­ναι ὁ Πα­ρά­δει­σος, ἐ­γώ δέ­χο­μαι νά κα­θή­σω μία αἰ­ω­νι­ό­τη­τα ἔ­τσι.

–Τὄ­χα­σες, βρέ;  Αὐ­τός  εἶ­ναι  ὁ  Πα­ρά­δει­σος; Ἐ­σύ ἔχεις ἕ­να κόκ­κο ἄμ­μου μό­νο καί μι­λᾶς γιά πα­ρα­δει­σέ­νια χα­ρά;

»Καί ντρέ­πε­ται πά­ρα πο­λύ γιά ἐ­κεῖ­νο τό γε­γο­νός. Ἔρ­χε­ται καμ­μία φο­ρά καί μοῦ μι­λά­ει ἀπ᾿ ἔ­ξω  ἀπ᾿ ἔ­ξω γι᾿ αὐ­τό, νά δῆ ἄν τό θυ­μᾶ­μαι, καί κοκ­κι­νί­ζει. Ἀλ­λά ἐ­γώ τοῦ δεί­χνω ὅ­τι τό ξέ­χα­σα τε­λεί­ως καί πο­τέ δέν τό ἀ­να­φέ­ρω. Καί ἄν πά­η στό Μο­να­στή­ρι του κα­νείς καί τόν κοι­τά­ζη μέ ἐ­πι­μο­νή λί­γο, ἀ­μέ­σως κοκ­κι­νί­ζει καί κα­τε­βά­ζει τό κε­φά­λι, δι­ό­τι σκέ­φτε­ται “ὁ γε­ρω Πα­ΐ­σιος τοῦ εἶ­πε τό γε­γο­νός καί γι᾿ αὐ­τό μέ κοι­τά­ζει ἐ­πί­μο­να”. Καί τώ­ρα ἔ­χει ἕ­να ἀ­ριθ­μό ἀν­θρώ­πων γύ­ρω του, τούς ὁ­ποί­ους κα­τευ­θύ­νει καί βο­η­θᾶ· ὁ ἴ­διος εἶ­ναι μιά ση­μαν­τι­κή προ­σω­πι­κό­τη­τα καί φυ­σι­κά χρή­σι­μος στό Μο­να­στή­ρι του».

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

Σχετικά

Ρήσεις και Διηγήσεις Αγίου Παϊσίου (σμς-σμθ). Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση · Ε.Ρω.