ON AIR — ERO — RadioFrequency
Enomeni RomiosiniEnomeni RomiosiniCENTER FOR UNITY AND STUDY -
PROMOTING OUR VALUES
IMPORTANT
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

Οἱ ἀδελφοί διαφυλάττονται ἀβλαβεῖς ἀπό τά θηρία καί τή φωτιά

8 January 2017 · 3 min read

Ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ Χοζεβίτης τιμᾶται ἀπό τήν Ἐκκλησία στίς 8 Ἰανουαρίου.

Ἀπόσπασμα τοῦ βιβλίου: «Ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ Χοζεβίτης»

Ὅ­ταν συ­νέ­βη αὐ­τό καί ἔ­γι­νε γνω­στό, λέ­γει κά­ποι­ος ἀ­πό τούς ἀ­δελ­φούς στό Γέ­ρον­τα μι­ά μέρα. Ἄν πά­θαινες ζη­μι­ά, πά­τερ, ἀ­πό λε­ο­πάρ­δα­λη ἤ ἀ­πό φί­δι ἤ ἀ­πό ἄλ­λο θη­ρί­ο, τί θά γι­νό­ταν; Ἀ­παν­τᾶ ὁ Γέ­ρον­τας· παι­δί μου, δέν φο­βού­μα­στε τά πο­νη­ρά πνεύ­μα­τα καί θά φο­βη­θοῦ­με τά θη­ρία­; ὅ­μως, ἀ­γαπη­τέ, πο­τέ δέν ἀ­κού­στη­κε, ὅ­τι ἔ­πα­θε πο­τέ κα­νείς ζημι­ά ἀ­πό λε­ο­πάρ­δα­λη, ἐ­κτός ἀπό ἕναν μ᾽ αὐ­τό τόν τρό­πο· περ­πα­τοῦ­σε, δη­λα­δή, ἕ­νας ἀ­δελ­φός τό μο­νο­πά­τι τῶν κελ­λι­ῶν καί ἦλ­θε σέ ἕ­να ἀ­πό­κρη­μνο μέ­ρος. Ἀ­πό πά­νω ἦ­ταν ψη­λός ὁ βρά­χος. Καί ἀ­φοῦ συ­νάν­τη­σε ἐ­κεῖ ὁ ἀ­δελ­φός τήν λε­ο­πάρ­δα­λη, ὅ­ταν τήν εἶ­δε, φο­βή­θη­κε νά γυρίσει πί­σω, ἀλ­λά οὔ­τε τό θη­ρί­ο θέ­λη­σε νά πα­ρα­κάμ­ψει. Στέ­κον­ταν, λοι­πόν, καί ἀλ­λη­λο­κοι­τά­ζον­ταν. Βλέ­πον­τας ὁ ἀ­δελ­φός ὅ­τι δέν πα­ρα­με­ρί­ζει τό θη­ρί­ο, τοῦ λέ­γει· «ἐν ὀ­νό­μα­τι τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ κά­νε μου τό­πο νά πε­ρά­σω». Κι αὐ­τό μό­λις ἄ­κου­σε τό ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου πε­τάχ­τη­κε στό γκρε­μό, ἐνῶ εἶ­χε μέ­γε­θος δι­πλά­σι­ο ἑ­νός ἀν­θρώ­που. Ἀλ­λά ὁ ἀ­δελ­φός δέν φο­βή­θη­κε τό Θε­ό, τόν Ὁ­ποῖ­ον τρό­μα­ξε τό θηρί­ο, ἀλ­λά, ἀ­φοῦ πῆ­ρε με­γά­λες πέ­τρες, πε­τρο­βο­λοῦ­σε τό θη­ρί­ο. Κι αὐ­τό, ἀ­φοῦ θύ­μω­σε πο­λύ, ἀ­νέ­βη­κε γρή­γο­ρα ἀ­πό ἄλ­λο μέ­ρος, πρό­λα­βε τόν ἀ­δελ­φό καί, ἀ­φοῦ τοῦ ἔ­δω­σε δυ­ό–τρί­α χτυ­πή­μα­τα, ἔ­φυ­γε ἀφήνοντάς τον πλη­γω­μέ­νο χω­ρίς ὅ­μως κα­θό­λου νά τόν ἀγ­γί­ξει μέ τό στό­μα του. Ἀ­φοῦ τόν βρή­κα­με ἐμεῖς, τόν με­τα­φέ­ρα­με στό νο­σο­κο­μεῖ­ο καί σὲ λί­γες μέ­ρες ἔ­γι­νε κα­λά ὁ ἀ­δελ­φός.

Ὅ­σο γι­ά τά φί­δι­α ὅ­τι εἶ­ναι φο­βε­ρά καί θα­να­τη­φό­ρα σ᾽αὐ­τή τήν πε­ρι­ο­χή, γνω­ρί­ζω κά­ποι­ον κη­που­ρό πού σκό­τω­σε ἕ­να φί­δι στόν κῆ­πο καί τό κρέ­μα­σε στό φρά­κτη καί ἐ­νῶ ἔ­μει­νε δυ­ό ἑ­βδο­μά­δες κρε­μα­σμέ­νο, οὔ­τε θη­ρί­ο, οὔ­τε ὄρ­νε­ο θέ­λη­σε νά τό ἀγγί­ξει, ἐ­κτός ἀ­πό τά μυρ­μήγ­κι­α πού μπῆ­καν ἀ­πό τά μά­τι­α καί τό στό­μα του καί τοῦ κα­τέ­φα­γαν τίς σάρ­κες. Καί πά­λιν ὅ­ταν ξυ­λο­κό­βα­με, σή­κω­σε κά­ποι­ος ἀ­δελ­φός μι­ά πέ­τρα γι­ά νά τή βά­λει στό φορ­τί­ο. Ἦ­ταν ὅ­μως ἕ­να φί­δι κά­τω ἀ­πό τήν πέ­τρα, πού σή­κω­σε τό λαι­μό του νά ἁρ­πά­ξει τόν ἀ­δελ­φό· ὅ­μως δέν τόν πέ­τυ­χε, ἀλ­λά δάγ­κω­σε μι­ά ρί­ζα με­γά­λου δέν­τρου πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ, σάν νά δάγκωνε τόν ἀ­δελ­φό (γι­α­τί ἦ­ταν τυ­φλό καί κω­φό ἀ­πό τό πο­λύ του δη­λη­τή­ρι­ο) καί ἀ­μέ­σως ξε­ρά­θη­κε τό δέν­τρο σάν νά κά­η­κε ἀ­πό φω­τι­ά. Καί ἐ­νῶ ὑ­πάρ­χουν τέ­τοι­α φί­δι­α καί ἀ­κό­μη φο­βε­ρό­τε­ρα, οὐ­δέ­πο­τε ἀκούστη­κε ὅ­τι δαγ­κώ­θη­κε κα­νείς ἀ­πό φί­δι σ᾽ αὐ­τόν τόν ἅ­γι­ο τό­πο τῆς ἁ­γί­ας Δέ­σποι­νάς μας, τῆς εὐλογημέ­νης Θε­ο­τό­κου, γι­α­τί φυ­λάτ­τει τούς δού­λους της ἀ­πό κά­θε κίνδυ­νο.

Πα­ρα­κα­λοῦ­σε ὁ Γέ­ρον­τας τούς ἑ­κά­στο­τε κελ­λα­ρί­τες νά μήν γί­νε­ται χω­ρίς αὐ­τόν κα­τα­σκευ­ή ἄρ­των, γι­α­τί ἔ­λε­γε ὅ­τι εἶ­ναι πο­λύ με­γά­λος ὁ μι­σθός αὐ­τῆς τῆς ἐρ­γα­σί­ας σ᾽ αὐ­τόν τόν ἅ­γι­ο τό­πο· γι­α­τί τά πε­ρισ­σό­τε­ρα ψω­μι­ά ξο­δεύ­ον­ταν στούς ξέ­νους. Πῆ­ρε καί τό δι­α­κό­νη­μα τῶν που­λα­ρι­ῶν, πού ἦ­ταν πρός τό δρό­μο τῆς Ἱε­ρι­χοῦς. Βο­η­θοῦ­σε ἀ­κό­μη καί συ­νερ­γα­ζό­ταν μέ τούς κη­που­ρούς καί σέ κά­θε ἄλ­λο δι­α­κό­νη­μα μέ προθυμί­α· φρόν­τι­ζε δέ νά συμ­με­τέ­χει κα­τά πο­λύ στίς ἐρ­γα­σί­ες τοῦ ξε­νῶ­να, ὄ­χι μό­νο γι­ά τό μι­σθό, ἀλ­λά καί γι­α­τί ἤ­θε­λε νά γί­νει πα­ρά­δειγ­μα προ­θυ­μί­ας στούς ἀ­δελ­φούς. Στό ἀρ­το­ποι­εῖ­ο σύν τοῖς ἄλ­λοις ἔ­και­ε καί τό φοῦρ­νο. Γνω­ρί­ζε­τε πό­σο ἀ­φό­ρη­τη εἶ­ναι ἡ ζέ­στη στό μέ­ρος μας τό κα­λο­καί­ρι· πολ­λές φο­ρές βρήκαμε τά κε­ρι­ά τοῦ κη­ρο­πη­γεί­ου τοῦ να­οῦ λι­ω­μέ­να καί πε­σμέ­να ἀ­πό τήν ὑ­περ­βο­λι­κή πύ­ρω­ση τοῦ ἀέρα. Ὅ­μως ὁ Γέ­ρον­τας μέ­σα σ᾽ αὐ­τόν τόν καύ­σω­να κα­θό­ταν συ­χνά καί πύ­ρω­νε τό φοῦρ­νο καί δύ­ο καί τρεῖς φο­ρές, κα­τά τή δι­άρ­κει­α τῆς ἡ­μέ­ρας τῆς ἀρ­το­ποι­ΐ­ας, πρᾶγ­μα πού, ἐ­νῶ δο­κί­μα­σαν νά κά­νουν πολ­λοί ἀ­πό τούς ἀ­δελ­φούς, κα­νείς δέν ἄν­τε­ξε χω­ρίς ἀλ­λη­λο­δι­α­δο­χή· γι᾽ αὐ­τό καί ἔ­λε­γαν οἱ ἀ­δελ­φοί· αὐ­τός ὁ Γέρον­τας εἶ­ναι σι­δε­ρέ­νι­ος.

Μι­ά μέ­ρα, λοι­πόν, με­τά τό γεῦ­μα, ὁ κα­θέ­νας ξά­πλω­σε, ὅ­που ἤ­θε­λε, νά ἀ­να­παυ­θεῖ· ὁ Γέ­ρον­τας ἔ­γει­ρε λί­γο κά­που ἀ­πό­μα­κρα, ὄ­χι γι­ά νά κοι­μη­θεῖ, ἀλ­λά γι­ά νά ἀ­παγ­γεί­λλει ψαλ­μούς. Καί ξαφ­νι­κά πε­τάχ­τη­κε φω­τι­ά ἀ­πό τό πα­ρα­φούρ­νι πού ἦ­ταν ἀ­νοιχ­τό ἀ­πό δαι­μο­νι­κή ἐ­νέρ­γει­α, καί ἅρ­πα­ξαν οἱ θά­μνοι πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ καί ἦ­ταν πά­ρα πολ­λοί καί ἀ­νέ­βη­κε ἡ φω­τι­ά μέ­χρι τή σκε­πή. Καί βλέ­πει τήν ἁ­γί­α εὐ­λο­γη­μέ­νη Θε­ο­τό­κο νά στέκε­ται ἀ­νά­με­σα στή στέ­γη καί στή γῆ καί νά σβή­νει τή φω­τι­ά μέ τά ἴ­δι­α της τά χέ­ρι­α. Καί ὁ Γέ­ρον­τας εἶ­δε καί ἐ­θαύ­μα­σε. Ὅ­ταν ση­κώ­θη­καν οἱ ἀ­δελ­φοί δι­η­γή­θη­κε σ᾽ αὐ­τούς τό θαῦ­μα τῆς Θε­ο­τό­κου καί ἐ­θαύ­μα­σαν ὑ­μνο­λο­γῶν­τας την· ὑ­πῆρ­χε δέ ἀ­λη­θι­νή ἀ­πό­δει­ξη τοῦ θαύ­μα­τος οἱ καμ­ένοι θά­μνοι.

Related reading

Οἱ ἀδελφοί διαφυλάττονται ἀβλαβεῖς ἀπό τά θηρία καί τή φωτιά · E.Ro.