ON AIR — ERO — RadioFrequency
Enomeni RomiosiniEnomeni RomiosiniCENTER FOR UNITY AND STUDY -
PROMOTING OUR VALUES
IMPORTANT
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – ιθ΄. Λαμπρινή Βέτσιου

17 October 2026 · 4 min read

Η Λα­μπρι­νή γεν­νή­θη­κε τό 1918 στό χω­ριό Ἁγία Πα­ρα­σκευ­ή Ἄρ­της. Οἱ γο­νεῖς της Σπυ­ρί­δων Δρί­βας καί Θεο­δώ­ρα ἦταν ἀπό τούς πιό εὔ­πο­ρους τοῦ χω­ριοῦ καί εἶ­χαν ἄλλα τρία ἀγό­ρια. Ἡ Λαμ­πρι­νή ἦταν ἡ μι­κρό­τε­ρη καί τ᾿ ἀδέλ­φια της τήν ὑπε­ρα­γα­ποῦ­σαν γιά τόν χα­ρα­κτῆ­ρα της, τό ἦθος καί τήν πο­λύ κα­λή συ­μπε­ρι­φο­ρά της πρός ὅλους.

Με­γά­λω­σε μέ χρι­στια­νι­κές ἀρχές. Ἀπό μι­κρή ἔμα­θε νά ἀγα­πᾶ τούς ἀν­θρώ­πους καί νά ζῆ σύμ­φω­να μέ τόν λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Τε­λεί­ω­σε μό­νο τό δη­μο­τι­κό σχο­λεῖ­ο καί διά­βα­ζε μέ πό­θο τήν Ἁγία Γρα­φή καί ἄλ­λα πνευ­μα­τι­κά βι­βλία. Διη­γή­θη­κε ἡ ἴδια: «Ἤμουν ὀκτώ χρό­νων καί κα­θό­μουν σ᾿ ἕνα κα­ρε­κλά­κι στήν αὐ­λή τοῦ σπι­τιοῦ. Κρα­τοῦ­σα μιά μι­κρή Ἁγία Γρα­φή, μπῆ­κα στόν ἐν­θου­σια­σμό καί μοῦ ἄρε­σε νά τήν δι­α­βά­ζω. Εἶ­χα δι­α­βά­σει τό χω­ρί­ο: "Πᾶς ὅς ἀ­φῆ­κεν οἰ­κί­ας ἤ ἀ­δελ­φούς ἤ ἀ­δελ­φάς ἤ πα­τέ­ρα ἤ μη­τέ­ρα ἤ γυ­ναῖ­κα ἤ τέ­κνα ἤ ἀ­γρούς ἕ­νε­κεν τοῦ ὀ­νό­μα­τός μου, ἑκα­τον­τα­πλα­σί­ο­να λή­ψε­ται καί ζω­ήν αἰ­ώ­νιον κλη­ρο­νο­μή­σει"[1]. Ἔτσι μπῆ­κε μέ­σα στήν καρ­διά μου καί ἀγά­πη­σα πά­ρα πο­λύ τόν Κύ­ριο. Ἀ­πό ἐκεί­νη τήν στιγ­μή ἄνα­ψε ὁ πό­θος γιά νά ἀ­κο­λου­θή­σω τήν μο­να­χι­κή ζω­ή καί σκέ­φθη­κα: "Δέν θέ­λω τί­πο­τε, οὔ­τε χω­ρά­φια οὔ­τε πε­ρι­ου­σί­ες, θά πά­ω γιά μο­να­χή".

»Τό­τε ἐμ­φα­νί­στη­κε ξαφ­νι­κά μπρο­στά μου κά­ποι­ος ντυ­μέ­νος μέ ἱ­ε­ρα­τι­κά ἄμ­φια καί μοῦ ἄ­ρε­σε πο­λύ ἡ ὄ­ψη του, ἦ­ταν πο­λύ ὄ­μορ­φη. Τόν κοι­τοῦ­σα μέ θαυ­μα­σμό. Μοῦ εἶ­πε:

–Τί μέ θαυ­μά­ζεις; Καί τά χε­ρά­κια σου ἐγώ τά ἔπλα­σα καί εἶ­σαι καί σύ ὄ­μορ­φη σάν ἐμέ­να.

–Ἐμέ­να μέ γέν­νη­σε ἡ μάν­να μου καί εἶ­ναι στήν κου­ζί­να. Νά τήν φω­νά­ξω;

–Ὄ­χι, ἐ­γώ ἐ­σέ­να θέ­λω, καί ἔ­πια­σε τά μαλ­λά­κια μου. Αὐ­τά ποι­ός τά ἔπλα­σε;

–Ἀφοῦ μέ ἔ­πλα­σες ἐ­σύ καί αὐ­τά σύ θά τά ἔ­πλα­σες.

–Ναί, μοῦ εἶ­πε. Τώ­ρα τί θά κά­νεις, ποι­ά ζω­ή θά ἀκο­λου­θή­σεις;

–Αὐ­τό τό βι­βλί­ο μοῦ ἄ­να­ψε τόν πό­θο γιά τόν με­γά­λο μου Θε­ό, θέ­λω νά τόν ἀ­πο­λαύ­σω. Αὐ­τός νά ἐρ­γά­ζε­ται γιά μέ­να καί ἐ­γώ γι᾿ αὐ­τόν.

–Θά γί­νεις με­γά­λη, παι­δί μου, καί θά ἐρ­γα­σθεῖς καί σύ γιά μέ­να.

–Ποι­ός εἶ­σαι σύ;

–Αὐ­τός πού εἶ­πες ἐ­σύ, μοῦ εἶ­πε. Ἀ­φοῦ θέ­λεις ἔ­τσι, θά τρῶς Τετ­άρ­τη καί Πα­ρα­σκευ­ή ψω­μί καί σκόρ­δο. Ἐ­σύ εἶ­σαι κα­λό παι­δί, ἔχω ὅμως ­καί ἄλ­λα κα­λά παι­διά˙ θά ἔρ­θω μιά μέ­ρα νά μα­ζέ­ψω ὅ­λα αὐ­τά τά κα­λά παι­διά.

»Ὕστε­ρα ἔ­γι­νε ἄ­φαν­τος».

Ἄρ­χι­σε με­τά ἀπ᾿ αὐ­τό νά ἀγω­νί­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο, νά νη­στεύη, νά προ­σεύ­χε­ται καί νά ἑτοι­μά­ζε­ται νά ἀφιε­ρω­θῆ στόν Θεό. Πνευ­μα­τι­κός της ἦταν ὁ π. Μη­τρο­φά­νης, ὁ Γέ­ρο­ντας τῆς ἱε­ρᾶς Μο­νῆς Ρο­βέ­λι­στας Ἄρ­της. Διη­γή­θη­κε ἡ ἴδια: «Ἀπό μι­κρή ἤθε­λα νά γί­νω μο­να­χή˙ ὅταν ἔγι­να δε­κα­ε­πτά χρό­νων πῆ­γα στό Μο­να­στή­ρι καί εἶ­πα στόν Γέ­ρο­ντα ὅ­τι θέ­λω νά γί­νω μο­να­χή. Μοῦ εἶ­πε "νἄρ­θης, παι­δά­κι μου". Τήν ἄλ­λη μέ­ρα ἦρ­θαν οἱ γο­νεῖς μου μέ φω­νές νά μέ πά­ρουν. Ὁ Ἡγού­με­νος, ὅ­πως τούς εἶ­δε ἔ­τσι ἀ­γρι­ε­μέ­νους, μέ ἔδω­σε λέ­γον­τάς με νά με­γα­λώ­σω λί­γο καί με­τά ξα­να­πη­γαί­νω.

»Αὐ­τοί μέ πῆ­ραν καί σέ λί­γες μέ­ρες ἄρ­χι­σαν τά προ­ξε­νειά. Ἐ­γώ ἤ­μουν ἀρ­νη­τι­κή καί εὕ­ρι­σκα προ­φά­σεις. Με­τά μέ ρώ­τη­σαν τί θέ­λω καί τούς εἶ­πα: "Θά προ­σευ­χη­θῶ ὅ­λη τή νύ­χτα καί ὅ,τι μοῦ πεῖ ὁ Θε­ός".

»Προ­σευ­χή­θη­κα καί εἶ­πα: "Θε­έ μου, ἕ­να πρᾶγ­μα σοῦ ζη­τῶ. Νά μοῦ δώ­σης ἄ­δεια νά πά­ρω τόν οὐ­ρά­νιο (νυμ­φί­ο) καί ᾿γώ, ὅπως παίρ­νουν οἱ κα­λές ψυ­χές. Νά μή συ­ζευ­χτῶ μέ ἐπί­γει­ον ἄν­δρα". Ἄκου­σα φω­νή: "Σέ ἔχο­με ὑπ᾿ ὄψη. Μιά ὥρα δι­κή μας θά γί­νεις. Πρέ­πει ὅ­μως νά συ­ζευ­χθῆς αὐ­τοῦ γιά νά δυ­να­μώ­σης. Νά βά­λης χα­λι­νά­ρια στό στό­μα, στά πό­δια, στά χέ­ρια, στήν σάρ­κα".

–Στήν σάρ­κα; Στήν παν­τρειά μέ στέλ­νεις.

–Σέ στέλ­νω ἐγώ καί ἡ σάρ­κα εἶ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νη. Δο­κι­μα­σί­ες θά ἔ­χεις.

»Ἐγώ συ­νέ­χι­σα νά προ­σεύ­χω­μαι γιά τό κα­λύ­τε­ρο, νά γί­νω μο­να­χή, ὅ­μως μοῦ ἔ­λε­γε ὅ­τι "τό κα­λύ­τε­ρο γιά σέ­να εἶ­ναι νά παν­τρευ­τῆς, νά δο­κι­μα­στῆς, νά ψη­θῆς. Ἄν πᾶς στό Μο­να­στή­ρι, δέν θά βα­σα­νι­σθῆς τό­σο. Στό Μο­να­στή­ρι ὅ,τι κά­νουν οἱ ἄλ­λοι θά κά­νεις καί σύ, εἴ­τε τρῶ­νε εἴ­τε προ­σεύ­χον­ται. Στόν κό­σμο ὅμως θά συ­ναν­τή­σεις κα­κό­τη­τα, μο­χθη­ρία. Ἐμεῖς τε­λει­ώ­σα­με τώ­ρα, πά­ρε τήν δύ­να­μη καί τήν φώ­τι­ση καί ἐρ­γά­σου ὅσο μπο­ρεῖς".

»Ἐρ­γά­σθη­κα σέ ὅλη μου τήν ζω­ή. Ἀ­γω­νί­στη­κα. Τά πε­θε­ρι­κά μου με­τά δέν μέ ἤθε­λαν, μέ ἔδι­ω­χναν, μέ ἔβρι­ζαν μέ ἄπρε­πα λό­για. Ὅσα μοῦ εἶ­πε ἡ φω­νή, τό Πνεῦ­μα, τά βρῆ­κα ὅ­λα».

Ἔτσι λοι­πόν με­τά τά εἴ­κο­σί της τήν πάν­τρε­ψαν μέ τόν Ἀρι­στεί­δη Βέ­τσιο ἀπό τά Κο­λο­μό­δια Ἄρ­της καί ἀπέ­κτη­σαν δύο παι­διά, τόν Σπύ­ρο καί τήν Στα­θού­λα.

Ἡ ζωή της δέν ἦταν κα­θό­λου εὔ­κο­λη στήν οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ συ­ζύ­γου της, για­τί ζοῦ­σαν δε­κα­τρία ἄτο­μα μα­ζί στό ἴδιο σπί­τι καί ὁ κα­θέ­νας εἶ­χε τίς δι­κές του ἰδιο­τρο­πί­ες καί τόν δι­κό του τρό­πο σκέ­ψε­ως. Ἰδι­αί­τε­ρα ὁ πε­θε­ρός της φε­ρό­ταν πρός αὐ­τήν μέ ἄσχη­μο τρό­πο, μέ πε­ρι­φρό­νη­ση καί σκλη­ρό­τη­τα τήν πλή­γω­νε μέ τά λό­για του. Ἡ Λαμ­πρι­νή ὅμως κα­τά­φε­ρε μέ τήν ὑπο­μο­νή νά τά ξε­πε­ρά­ση ὅλα. Στίς βρι­σιές του ἔλε­γε: «Πές με ὅ,τι θέ­λεις. Ἐγώ εἶ­μαι μου­γκή». Καί ἀπό τόν σύ­ζυ­γό της εἶ­χε δυ­σκο­λί­ες. Κά­πο­τε πού βρι­σκό­ταν σέ ἀγρυ­πνία στόν ἅγιο Φα­νού­ριο στό γει­το­νι­κό χω­ριό Γλυ­κό­ρι­ζο, ἄκου­σε φω­νή πού τῆς εἶ­πε: «Αὐ­τήν τήν στιγ­μή καί­γε­ται τό σπί­τι σου». Ὅταν τέ­λειω­σε  ἡ ἀγρυ­πνία καί γύ­ρι­σε μα­ζί μέ τίς ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες μέ τά πό­δια, εἶ­δε τά βι­βλία της καμ­μέ­να καί πε­τα­μέ­να ἔξω ἀπό τό σπί­τι καί τόν σύ­ζυ­γό της σέ ἔξαλ­λη κα­τά­στα­ση νά τῆς φω­νά­ζη νά φύ­γη ἀπό τό σπί­τι. Ἡ Λα­μπρι­νή ἀπά­ντη­σε: «Δέν φεύ­γω. Ἐσύ εἶ­σαι ὁ ἄντρας μου, ἐδῶ εἶ­ναι τό σπί­τι μου, σκό­τω­σέ με, κά­νε με ὅ,τι θέ­λεις, ἐγώ δέν φεύ­γω». Τή νύ­χτα τήν κλεί­δω­σε ἔξω ἀπό τό σπί­τι. Ὑπέ­μει­νε ἤρε­μα καί ἔλε­γε: «Ὁ πει­ρα­σμός τόν βά­ζει, θά τοῦ πε­ρά­σει. Αὐ­τός εἶ­ναι κα­λός, ἀλ­λά στό κα­φε­νεῖο τόν "ἄνα­ψε" ὁ τά­δε καί ἔκα­νε ὅ,τι ἔκα­νε, μέ­χρι νά τοῦ πε­ρά­ση ὁ θυ­μός».

Πα­ρά τίς τό­σες δυ­σκο­λί­ες καί τίς κο­πια­στι­κές ἀγρο­τι­κές ἐρ­γα­σί­ες, δέν ἄφη­νε δευ­τε­ρό­λε­πτο τῆς ἡμέ­ρας χω­ρίς νά προ­σεύ­χε­ται καί νά εὐ­χα­ρι­στῆ τόν Θεό. Μα­ζί της στό χω­ρά­φι πού πή­γαι­νε νά ἐρ­γα­σθῆ ἔπαιρ­νε καί βι­βλία πνευ­μα­τι­κά γιά νά δια­βά­ζη καί νά προ­σεύ­χε­ται. Σ᾿ ὅλη τήν ζωή της χά­λα­σε ἀπό τήν πολ­λή χρή­ση τέσ­σε­ρα βι­βλία «Με­γά­λα Ὡρο­λό­για». Τά βι­βλία της ἦταν ἡ πε­ρι­ου­σία της, ὅπως ἔλε­γε, καί ἀπό τήν με­λέ­τη τους ἔπαιρ­νε πολ­λή δύ­να­μη.

Με­τά πού ἀπέ­κτη­σε τά δυό της παι­διά μέ τόν ἄν­δρα της ζοῦ­σαν σάν ἀδέλ­φια. Αὐτός τίς νύ­χτες κοι­μό­ταν καί ἡ Λαμ­πρι­νή διά­βα­ζε τά βι­βλία της μέ τό φῶς ἑνός κα­ντη­λιοῦ καί ἑνός κε­ριοῦ.

Σ᾿ ὅλη τήν ζωή της εἶ­χε μο­νο­φα­γία καί ξη­ρο­φα­γία. Ἔτρω­γε συ­νή­θως ψω­μί καί ἐλιές. Στό τρι­ή­με­ρο δέν ἔτρω­γε καί δέν ἔπι­νε τί­πο­τε. Κοι­νω­νοῦ­σε τήν κα­θα­ρά Τε­τάρ­τη καί με­τά συ­νέ­χι­ζε τήν τε­λεία νη­στεία. Τίς ἡμέ­ρες πού δέν ἔτρω­γε τί­πο­τε ἔπι­νε γύ­ρω στίς 3 μ.μ. ἕνα κου­τα­λά­κι ζε­στό νε­ρό. Τό συ­νη­θι­σμέ­νο φα­γη­τό της ἦταν μιά πα­τά­τα βρα­σμέ­νη μέ ξύ­δι. Τά παι­διά της τήν πί­ε­ζαν νά φάη, ἀλ­λά ἀρ­νιό­ταν καί ἀπα­ντοῦ­σε: «Μή στε­νο­χω­ριέ­στε, δέν θά πε­θά­νω ἀπό τή νη­στεία. Ἡ προ­σευ­χή εἶ­ναι ἡ τρο­φή μου. Τό σῶ­μα θά τό πε­ρι­ποι­η­θῶ για­τί εἶ­ναι ἡ κα­τοι­κία τῆς ψυ­χῆς μου. Ὅταν ἔρ­θη ἡ ὥρα θά φάω. Μήν ἀνη­συ­χῆτε». Τήν ἔκα­νε τό πρωΐ ἡ κό­ρη της κα­φέ καί τό ἀπό­γευ­μα πού πή­γαι­νε νά πά­ρη τό φλυ­ντζά­νι ἦταν ἀπεί­ρα­χτο. Τό Πά­σχα πού κά­θο­νταν ὅλοι μα­ζί νά φᾶ­νε, ἡ Λα­μπρι­νή μι­λοῦ­σε γιά τόν Θεό καί με­τά ἀπό πί­ε­ση ἔτρω­γε μιά κου­τα­λιά για­ούρ­τι ἤ μιά πη­ρου­νιά σα­λά­τα. Ἔλε­γε: «Σή­με­ρα εἶ­ναι ἡ με­γα­λύ­τε­ρη γιορ­τή. Σή­με­ρα ἀνα­στή­θη­κε ὁ Χρι­στός. Ἄν ἐρ­χό­ταν ἕνα πε­θα­μέ­νο παι­δί μου ἐγώ θά ἔτρω­γα; Θά στό­λι­ζα τό σπί­τι μου νά τό ὑπο­δε­χθῶ».

Τήν τε­λευ­ταία εἰ­κο­σα­ε­τία τῆς ζω­ῆς της ἔτρω­γε μό­νο ψω­μί, νε­ρό καί ξύ­δι. Κά­πο­τε θά πή­γαι­νε στήν Ἀθή­να γιά μιά ἑβδο­μά­δα, διό­τι θά ἔκα­νε ἐγ­χεί­ρη­ση ὁ ἀδελ­φός της. Μιά γνω­στή της ἔψη­νε ψω­μί ἀπό κα­λα­μπό­κι καί τῆς ἔδω­σε μιά φέ­τα. Τό δέ­χθη­κε μέ με­γά­λη χα­ρά για­τί ἤξε­ρε ὅτι ἡ γυ­ναῖ­κα αὐ­τή χά­ρα­ξε τόν σταυ­ρό πά­νω στό ψω­μί. Ὅταν γύ­ρι­σε ἀπό τήν Ἀθή­να εὐ­χα­ρί­στη­σε τήν γυ­ναῖ­κα πού τῆς ἔδω­σε τό ψω­μί καί τῆς ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε ὅτι αὐ­τό τό ψω­μά­κι ἦταν ἡ τρο­φή της γιά ὅλη τήν ἑβδο­μά­δα πού πέ­ρα­σε στήν Ἀθή­να. «Ἔτρω­γα λί­γο κά­θε μέ­ρα καί ἐρ­χό­ταν ὁ Κύ­ρι­ος καί μοῦ τό αὐ­γά­τα­γε (αὔ­ξα­νε)».

Πρίν τήν κοί­μη­σή της γιά ἕνα διά­στη­μα ἀρ­κεῖ­το μό­νο σ᾿ ἕνα κου­τα­λά­κι ἁγί­α­σμα, στό ἀντί­δω­ρο καί φυ­σι­κά στήν θεία Κοι­νω­νία. Σέ κά­ποιον πού τήν ρώ­τη­σε τί εἶ­χε φά­ει ἀπά­ντη­σε ὅτι ἔφα­γε μό­νο ἀντί­δω­ρο πού εἶ­χε κρα­τή­σει ἀπό τήν θεία Λει­τουρ­γία ὅτι μ᾿ αὐ­τό ἦταν χορ­τα­σμέ­νη καί θά τήν κρα­τή­σει γιά κανά–δυό μέ­ρες ἀκό­μη.

Ἀφοῦ πά­ντρε­ψε τά παι­διά της, ἀπό τήν ἡλι­κία τῶν 45 ἐτῶν στα­μά­τη­σε τίς ἀγρο­τι­κές ἐρ­γα­σί­ες καί ἀφω­σιώ­θη­κε στήν ἄσκη­ση καί στήν προ­σευ­χή. Ἡ ζωή της πλέον ἦταν μιά συ­νε­χής προ­σευ­χή στό σπί­τι καί στήν Ἐκ­κλη­σία, ὅπου τα­κτι­κά πή­γαι­νε καί κοι­νω­νοῦ­σε συ­χνά.

Τό κα­θη­με­ρι­νό τυ­πι­κό της ἦταν πε­ρί­που τό ἐξῆς: Κοι­μό­ταν μέ­χρι δύο ὧρες τό ἡμε­ρο­νύ­κτιο ἀπό τίς 3 μέ­χρι τίς 4.30 τή νύ­χτα. Ἔκα­νε κο­μπο­σχοί­νι γο­να­τι­στή καί με­γά­λες με­τά­νοι­ες. Ἔκα­νε ὅλες τίς ἀκο­λου­θί­ες κά­θε ἡμέ­ρα. Τό Με­σο­νυ­κτι­κό καί τόν Ὄρ­θρο τά διά­βα­ζε μέ τό ἁμυ­δρό φῶς ἀπό τό κα­ντή­λι καί μέ ἕνα κε­ρά­κι. Με­λε­τοῦ­σε πο­λύ τήν Ἁγία Γρα­φή καί πα­τε­ρι­κά βι­βλία. Τήν ἡμέ­ρα, διά­βα­ζε, ἔκα­νε τήν ἀκο­λου­θία τῶν Ὡρῶν καί προ­σευ­χή. Σέ ὅσους τήν θαύ­μα­ζαν πού μπο­ροῦ­σε καί ἀφι­έ­ρω­νε τήν ἡμέ­ρα της στό διά­βα­σμα ἔλε­γε πώς χρό­νος ὑπάρ­χει γιά ὅλους. Καί μιά σελί­δα τήν ἡμέ­ρα νά δια­βά­ζης εἶ­ναι ἀρ­κε­τό, ἀρ­κεῖ νά γί­νε­ται μέ πί­στη. Ὅλα αὐ­τά τά ἔκα­νε μέ εὐ­λο­γία ἀπό τόν Πνευ­μα­τι­κό της π. Μη­τρο­φά­νη, ὁ ὁποῖ­ος τῆς εἶ­χε δώ­σει τόν κα­νό­να τῆς προ­σευ­χῆς. Τήν Μ. Σα­ρα­κο­στή, ἔκα­νε τό Με­γά­λο Ἀπό­δει­πνο καί ὅταν κά­ποιος τήν διέ­κο­πτε δέν τό συ­νέ­χι­ζε, ἀλ­λά τό ἄρ­χι­ζε πά­λι ἀπό τήν ἀρ­χή.

Ὅταν γι­νό­ταν ἀγρυ­πνία σέ κά­ποια Ἐκ­κλη­σία ἦταν πά­ντα πρώ­τη. Συ­νή­θως τήν ἀκο­λου­θοῦ­σαν καί γυ­ναῖ­κες ἀπό τά γύ­ρω χω­ριά. Πολ­λές νύ­χτες συ­γκέ­ντρω­νε τίς γυ­ναῖ­κες στό σπί­τι της καί ἔκα­ναν ὁμα­δι­κή προ­σευ­χή.

Ἀπό τήν ἡλι­κία τῶν τρι­ά­ντα ἐτῶν ἔρ­ρα­ψε ἕνα τρί­χι­νο σάκ­κο καί τόν φο­ροῦ­σε κα­τά­σαρ­κα σ᾿ ὅλη τήν ζωή της, γιά ἄσκη­ση καί κα­κο­πά­θεια. Κα­νείς δέν τό ἤξε­ρε. Γιά 54 χρό­νια τόν φο­ροῦ­σε καί πο­τέ δέν τόν ἔπλυ­νε. Πρίν ἀπό τήν κοί­μη­σή της ἄφη­σε ἐντο­λή στήν κό­ρη της νά μήν τόν πλύ­νη ποτέ. Ὅσοι τόν εἶ­δαν μαρ­τυ­ροῦν ὅτι φαί­νε­ται σάν νά βγῆ­κε ἀπό πλυ­ντή­ριο καί μο­σχο­βο­λᾶ (εὐ­ω­διά­ζει).

Παρ᾿ ὅλο πού ζοῦ­σε μέ­σα στόν κό­σμο ὁ πό­θος της γιά τόν μο­να­χι­σμό καί τήν Ἐκ­κλη­σία τήν ἔκα­ναν νά με­τα­τρέ­ψη τό δω­μά­τιό της σ᾿ ἕνα μο­να­χι­κό κελ­λί. Ὅ,τι χαρ­τά­κι εὕ­ρι­σκε πού εἶ­χε φω­το­γρα­φία κά­ποιου ἁγί­ου τό κολ­λοῦ­σε στόν τοῖ­χο, δη­μι­ουρ­γώ­ντας μιά ξε­χω­ρι­στή ἀτ­μό­σφαι­ρα.

Δέν ἀγα­ποῦ­σε τά χρή­μα­τα, ἦταν ἀνάρ­γυ­ρη. Τό μό­νο πού τήν ἐν­διέ­φε­ρε ἦταν νά μπο­ρῆ νά κά­νη ἐλε­η­μο­σύ­νες καί νά βο­η­θᾶ τόν κό­σμο. Ὅλη τήν σύ­ντα­ξή της τήν μοί­ρα­ζε σέ ἐλε­η­μο­σύ­νες. Ἐπί­σης ὅταν τά παι­διά της τῆς ἔδι­ναν χρή­μα­τα, τά διέ­θε­τε καί αὐ­τά γιά νά βο­η­θᾶ φτω­χούς. Ἔλε­γε στά παι­διά της: «Τά χρή­μα­τα αὐ­τά πού δί­νω, δέν εἶ­ναι δι­κά μου. Πιά­νο­νται (λο­γί­ζο­νται) σέ σᾶς, για­τί δι­κά σας εἶ­ναι». Ἀπέ­φευ­γε μά­λι­στα νά πιά­νη μέ τά χέ­ρια της τά χρή­μα­τα, ἀλ­λά μέ μιά χαρ­το­πε­τσέ­τα ἤ μέ ἕνα κομ­μά­τι ὕφα­σμα. Καί ὅταν πή­γαι­νε νά ψω­νί­ση ἄνοι­γε τό πορ­το­φό­λι ἤ τήν χαρ­το­πε­τσέ­τα καί ἔπαιρ­νε ὁ μπα­κά­λης μό­νος του.

Ἀπό τό σπί­τι της ἔβγαι­νε τή νύ­χτα κρυ­φά νά μήν τήν βλέ­πουν καί πή­γαι­νε σέ φτω­χά σπί­τια, ἄφη­νε ἔξω ἀπό τήν πόρ­τα ὅ,τι εἶ­χε καί ἔφευ­γε.

Στόν φούρ­να­ρη εἶ­χε δώσ­ει πα­ραγ­γε­λία νά ἐφο­διά­ζη μέ ψω­μί μιά φτω­χή οἰ­κο­γέ­νεια, χω­ρίς νά μά­θη κα­νείς τί­πο­τε. Τό εἶ­πε στήν κό­ρη της μό­νο πρίν κοι­μη­θῆ καί τῆς ἄφη­σε πα­ρα­κα­τα­θή­κη νά συ­νε­χί­ση τήν ἐλε­η­μο­σύ­νη. Ἡ Λα­μπρι­νή συμ­βού­λευε: «Με­γά­λη εὐ­λο­γία ἔχει ὁ ἄν­θρω­πος πού κά­νει ἐλε­η­μο­σύ­νη. Ὅταν κά­νε­τε ἐλε­η­μο­σύ­νη δέν θά δί­νε­τε αὐ­τό πού εἶ­ναι γιά πέ­τα­μα ἀλ­λά θά δί­νε­τε γιά τόν ξέ­νο καί τόν φτω­χό τό κα­λύ­τε­ρο. Οἱ γο­νεῖς νά μή στε­νο­χω­ροῦ­νται πού δέν ἔχουν ν᾿ ἀφή­σουν πε­ρι­ου­σία στά παι­διά τους, ἀλλά νά φρο­ντί­ζουν γιά τήν κα­τά Θε­όν πρό­ο­δό τους καί τά ὑπό­λοι­πα θά τά τα­κτο­ποι­ή­σει ὁ Θε­ός».

Ἐπι­σκε­πτό­ταν ἀρ­ρώ­στους χω­ρίς φό­βο νά κολ­λή­ση κά­τι.  Δέν φο­βό­ταν τόν θά­να­το. Ἀντί­θε­τα θε­ω­ροῦ­σε πώς θά τήν ἔφερ­νε πιό κο­ντά στόν Θεό.

Κά­πο­τε πῆ­γε νά προ­σκυ­νή­ση τόν ἅγιο Σπυ­ρί­δω­να στήν Κέρ­κυ­ρα μέ ἕνα παι­δά­κι πού τό εἶ­χε βα­φτί­σει, χω­ρίς νά ἔχη μα­ζί της χρή­μα­τα. Ὅμως μέ τήν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ πῆ­γαν καί γύ­ρι­σαν χω­ρίς νά τούς ζη­τή­σουν χρή­μα­τα οὔ­τε στό λε­ω­φο­ρεῖο οὔ­τε στό κα­ρά­βι.

Ἡ για­γιά Λαμ­πρι­νή ἀγα­ποῦ­σε τόν Χρι­στό, ἀγω­νι­ζό­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπό μο­να­χή, προ­σευ­χό­ταν συ­νέ­χεια καί με­τέ­δι­δε τήν θεία Χά­ρι. Πολ­λοί πή­γαι­ναν νά τήν δοῦν, νά τήν συμ­βου­λευ­θοῦν καί νά ζη­τή­σουν τήν προ­σευ­χή της. Ὁλό­κλη­ρα λε­ω­φο­ρεῖα στα­μα­τοῦ­σαν στό φτω­χι­κό της. Δε­χό­ταν ὅλους τούς ἀν­θρώ­πους ἀδια­μαρ­τύ­ρη­τα, πολ­λές φο­ρές χω­ρίς οὔ­τε μιά δια­κο­πή στήν διάρ­κεια τῆς ἡμέ­ρας.

Οἱ ἐπι­σκέ­ψεις στό σπί­τι της ἦταν κα­θη­με­ρι­νές. Δέν ὑπῆρ­χε ὡρά­ριο. Ὁ κα­θέ­νας ἐρ­χό­ταν ὅπο­τε ἤθε­λε καί ἔφευ­γε ὅταν ἤθε­λε. Δε­χό­ταν τούς πά­ντες ἀγόγ­γυ­στα. Ὅταν ἦταν μό­νη της διά­βα­ζε ἤ προ­σευ­χό­ταν. Γιά νά ξε­μου­διά­ση ἔβγαι­νε καί ἔκα­νε πε­ρί­πα­το, ὄχι στό χω­ριό, ἀλ­λά στόν κῆ­πο μέ τίς πορ­το­κα­λιές καί ἔλε­γε τήν εὐ­χή.

Ὁ λό­γος της ἦταν πά­ντα γιά τήν ὑπο­μο­νή. Ἔλε­γε: «Ἐμεῖς οἱ χρι­στια­νοί θά πε­ρά­σου­με ἐδῶ με­γά­λες δο­κι­μα­σί­ες, ἀκό­μα καί μέ­σα στήν ἴδια τήν οἰ­κο­γέ­νειά μας. Θά πρέ­πει νά δεί­χνου­με ὑπο­μο­νή, ἀγά­πη, καί νά κά­νου­με ἐλε­η­μο­σύ­νες». Σέ ὅσους εἶ­χαν οἰ­κο­γε­νει­α­κά προ­βλή­μα­τα τούς πα­ρα­κα­λοῦ­σε νά μή δια­λύ­σουν τήν οἰ­κο­γέ­νειά τους. «Ὁ πει­ρα­σμός σᾶς βά­ζει», ἔλε­γε.

Σέ νέ­ους πού τήν ἐπι­σκέ­πτο­νταν συμ­βού­λευε: «Ἀπο­φά­σι­σες νά πα­ντρευ­τῆς; Θά κά­νεις ὑπο­μο­νή καί ὄχι μία, ἀλ­λά πολ­λές. Νά ἐκ­κλη­σιά­ζε­στε τα­κτι­κά, νά ἐξο­μο­λο­γῆ­σθε, νά κοι­νω­νᾶ­τε καί νά προ­σεύ­χε­σθε. Ὅταν κά­νε­τε αὐ­τά, θά πᾶ­τε κο­ντά στόν Χρι­στό νά χαί­ρε­στε γιά πά­ντα».

Ἄν καί δέν εἶ­χε σπου­δά­σει, ὅμως διά­βα­ζε πολ­λά πνευ­μα­τι­κά βι­βλία, τά κα­τα­νο­οῦ­σε καί τά ἐξη­γοῦ­σε. Ἄν­θρω­ποι ἐγ­γράμ­μα­τοι –ἀκό­μη καί κα­θη­γη­τές Πα­νε­πι­στη­μί­ου– πή­γαι­ναν νά ἀκού­σουν τήν για­γιά Λαμ­πρι­νή˙ τήν εἶ­χαν σέ ἰδιαί­τε­ρη εὐ­λά­βεια για­τί ἡ ζωή της ἦταν τε­λεί­ως δο­σμέ­νη στόν Χρι­στό, ἀλ­λά καί για­τί ἔβλε­παν νά ἐνερ­γῆ ἡ θεία Χά­ρι μέ­σῳ αὐ­τῆς θαυ­μα­στά ἔργα. Ἡρ­πά­ζε­το πολ­λές φο­ρές ὁ νοῦς της καί ἔβλε­πε τά ἀθέ­α­τα μυ­στή­ρια τοῦ μέλ­λο­ντος αἰ­ῶ­νος, ἡ προ­σευ­χή της εἰ­σα­κού­ε­το, γνώ­ρι­ζε τά κρύ­φια τῶν ἀν­θρώ­πων καί προ­έ­βλε­πε γε­γο­νό­τα τοῦ μέλ­λο­ντος.

Δι­η­γή­θη­κε ἡ για­γιά Λαμ­πρι­νή: «Ἡ κό­ρη μου Στα­θού­λα εἶ­χε πε­ρά­σει τά δε­κα­ο­χτώ της καί ἦ­ταν και­ρός γιά παν­τρειά. Ἄρ­χι­σαν τά προ­ξε­νειά ἀλ­λά δέν μ᾿ ἀ­νέ­παυ­αν οἱ γαμ­προί. Ἦ­ταν εὐ­κα­τά­στα­τοι, κα­λοί ἄν­θρω­ποι ἀλ­λά μέ σε­σα­λευ­μέ­νη κα­θα­ρό­τη­τα. Ἐκεῖ­να τά χρό­νια δέν εἶ­χε τό­σο λό­γο ἡ νύ­φη γιά τήν ἐ­πι­λο­γή τοῦ γαμ­προῦ καί ἐ­πει­δή εἶ­χα­ τήν μέ­ρι­μνα τοῦ γαμ­προῦ ἤ­θε­λα πρῶ­τα ἀπ᾿ ὅ­λα νά εἶ­ναι κα­θα­ρός, ἁ­γνός. Ἡ Στα­θού­λα δέν εἶ­χε κλί­ση γιά κα­λο­γε­ρι­κή, ὅ­πως ἐ­γώ, καί ἔ­πρε­πε νά βρε­θῆ γαμ­πρός.

»Μιά μέ­ρα τό βρά­δυ πού πῆ­γα στό κρεβ­βά­τι νά κοι­μη­θῶ, πῆ­ρα ὡς συ­νή­θως νά δι­α­βά­σω ἕ­να βι­βλί­ο καί ἤ­μουν στε­νο­χω­ρη­μέ­νη για­τί δέν βρι­σκό­ταν ὁ γαμ­πρός. Ὁ ἄν­δρας μου κοι­μό­ταν χω­ρι­στά γιά νά μήν τόν ἐ­νο­χλῶ. Μό­λις εἶ­χε πά­ρει ὁ ὕ­πνος τόν ἄν­δρα μου, ἄ­νοι­ξε τό πα­ρά­θυ­ρο μό­νο του καί μπῆ­κε ὁ φύ­λα­κας Ἄγ­γε­λός μου. Πῆ­ρε­ τό πνεῦ­μα μου. Στό κρεβ­βά­τι μου ἔ­μει­νε τό σῶ­μα μου μι­σο­πε­θα­μέ­νο. Βα­δί­ζα­με–βα­δί­ζα­με χω­ρίς νά ξέ­ρω ποῦ πᾶ­με. Φθά­σα­με στήν Πρέ­βε­ζα. Μοῦ λέ­ει: "Μήν στα­μα­τᾶς κα­θό­λου. Θέ­λου­με νά πᾶ­με στήν Λευ­κά­δα". Ἐ­γώ δέν ἤ­ξε­ρα ποῦ εἶ­ναι ἡ Λευ­κά­δα.

»Φθά­σα­με στό νη­σί, πή­γα­με σ᾿ ἕ­να σπί­τι στήν ἐ­ξώ­πορ­τα. Μοῦ λέ­γει ὁ Ἄγ­γε­λος: "Κά­θη­σε ἐ­δῶ καί ἐ­γώ θ᾿ ἀ­νοί­ξω τήν πόρ­τα. Νά κοι­τᾶς μέ­σα". Ἄ­νοι­ξε τήν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ καί εἶ­δα ἕ­να νέ­ο ὄρ­θιο, μέ κου­στού­μι, μέ τήν πλά­τη γυ­ρι­σμέ­νη. Γύ­ρι­σε τό­τε νά κλεί­ση τήν πόρ­τα, για­τί τοῦ φά­νη­κε ὅ­τι ἄ­νοι­ξε μό­νη της καί τόν εἶ­δα καί ἀ­πό μπρο­στά. Ὁ Ἄγ­γε­λος ἦ­ταν πνεῦ­μα καί ἐ­γώ ἄ­ϋ­λη καί δέν μᾶς ἔ­βλε­πε.

–Σοῦ ἀ­ρέ­σει γιά γαμ­πρός στήν κό­ρη σου;

–Κα­λός εἶ­ναι ἀλ­λά εἴ­μα­στε μα­κρυ­ά.

–Ἄγ­γε­λος εἶ­ναι καί αὐ­τός ὅ­πως καί ἐ­γώ.

–Ἄγ­γε­λο θά πά­ρει ἡ κό­ρη μου; Ἄν­θρω­πος εἶ­ναι, πῶς θά πά­ρει Ἄγ­γε­λο, ἐ­νῶ ἐν­νο­οῦ­σε τήν κα­θα­ρό­τη­τά του.

–Ἀ­πό τώ­ρα δέν θά κά­νεις ἄλ­λο συ­νοι­κέ­σιο γιά τήν κό­ρη σου ὅ,τι καί νά σοῦ λέ­νε οἱ ἄλ­λοι. Θά πε­ρι­μέ­νεις λί­γα χρό­νια, λό­γῳ κά­ποι­ων δυ­σκο­λι­ῶν ἀλ­λά θά σοῦ τόν φέ­ρω τόν γαμ­πρό μό­νο του καί θά βρεῖ τήν κό­ρη σου.

»Ξε­κι­νή­σα­με τήν ἐπι­στρο­φή μέ τόν ἴδιο τρό­πο. Πέ­ρα­σαν τρία χρό­νια καί πῆ­γε ἡ κό­ρη μου μέ τόν γυιό μου σ᾿ ἕνα ζα­χα­ρο­πλα­στεῖο. Ἐκεῖ ἦ­ταν ὁ γα­μπρός. Μό­λις τήν εἶ­δε ἦρ­θε καί τήν ζή­τη­σε σέ γά­μο. Κα­τά­λα­βα ὅτι ἦταν αὐ­τός πού ἤ­θε­λε ὁ Θε­ός. Τόν δε­χτή­κα­με καί δό­ξα­σα τόν Θε­ό γιά τήν με­γα­λω­σύ­νη Του».

Ἄ­λλη φο­ρά, ὅπως δι­η­γή­θη­κε, ἡ Πα­να­γία τῆς ἔδει­ξε τήν κό­λα­ση καί τόν πα­ρά­δει­σο:

«Τό 1982 ἤμουν στήν σπη­λιά τῆς ἁγί­ας Πα­ρα­σκευ­ῆς στοῦ Χα­νό­που­λου. Προ­σευ­χό­μουν μέ­σα στήν σπη­λιά μέ ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες καί σκέ­φτη­κα: "Ἄχ, σπη­λιά, ποῦ νά σ᾿ εὕ­ρι­σκα, νά ᾿ναι δι­κή μου αὐ­τή ἡ σπη­λιά".

–Ὄ­χι, ὄ­χι, μοῦ εἶ­πε μιά φω­νή. Ἡ σπη­λιά ἡ δι­κή σου εἶ­ναι τῆς Παρ­θέ­νος (τῆς Πα­να­γί­ας δη­λα­δή).

–Ποῦ εἶ­ναι αὐ­τή ἡ σπη­λιά;

–Θά σοῦ τήν βρῶ ἐ­γώ, ἀλ­λά με­τά ἀ­πό και­ρό.

»Πέ­ρα­σαν πέν­τε χρό­νια γιά νἄρ­θη ὁ και­ρός. Ἐγώ στό διά­στη­μα αὐ­τό ἔψα­χνα. Ἄκου­γα γιά σπη­λιά καί ἔπαιρ­να καμ­μιά γυ­ναῖ­κα γιά πα­ρέα καί πή­γαι­να. Τό βρά­δυ πού γύ­ρι­ζα στό σπί­τι καί ἔκα­να προ­σευ­χή ἄ­κου­γα φω­νή: "Ὄχι αὐ­τοῦ, παι­δί μου. Ἄδι­κα κου­ρά­στη­κες".

»Μιά μέ­ρα μέ κά­λε­σε ἡ ξα­δέλ­φη μου στήν Ἄρ­τα γιά δου­λειά. Ἐκεῖ μί­λη­σε γιά μιά σπη­λιά πού θά πή­γαι­νε τήν ἄλ­λη μέ­ρα μέ ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες. Ἀπο­φά­σι­σα νά πάω. Ξε­κι­νή­σα­με τό πρωΐ στίς πέν­τε μέ τά πό­δια.

»Μό­λις φθά­σα­με ἡ σπη­λιά δέν φαι­νό­ταν ἐ­ξω­τε­ρι­κά πα­ρά μό­νο δυ­ό τρύ­πες πού χω­ροῦ­σες σφη­νω­τά. Κον­τά στήν εἴ­σο­δο τῆς σπη­λιᾶς εἶ­χε καί Ἐκ­κλη­σά­κι. Εἶ­χα πά­ρει μα­ζί μου λαμ­πά­δες καί κε­ριά. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα: "Εἶ­ναι ἄρα­γε αὐ­τή ἡ σπη­λιά;". Καί ἄ­κου­σα φω­νή: "Ἐδῶ μέ­σα εἶ­μαι. Κρά­τη­σε μιά λαμ­πά­δα γιά νά μπῆς στήν σπη­λιά".

»Γιά νά ξε­φύ­γω τίς γυ­ναῖ­κες εἶ­πα ὅ­τι εἶ­μαι κου­ρα­σμέ­νη καί θά κα­θή­σω λί­γο νά ξε­κου­ρα­στῶ. Μό­λις αὐ­τές μπῆ­καν στό Ἐκ­κλη­σά­κι, ἄ­να­ψα τήν λαμ­πά­δα καί μπῆ­κα μέ­σα στήν σπη­λιά. Ἦ­ταν με­γά­λη ἡ σπη­λιά. Μέ­σα εἶ­δα τήν Πα­να­γί­α κα­θα­ρά, ἔ­σκυ­ψα καί τήν προ­σκύ­νη­σα. Τό­τε ξέ­χα­σα τά πάν­τα, ἤ­θε­λα νά μεί­νω γιά πάν­τα ἐ­κεῖ σ᾿ ὅ­λη μου τήν ζω­ή. Προ­σκυ­νοῦ­σα συ­νέ­χεια τήν Πα­να­γί­α καί μοῦ εἶ­πε:

»Φθά­νει. Θά δεῖς πολ­λά ἐ­δῶ μέ­σα, θά δεῖς τόν ἄλ­λο κό­σμο. Αὐ­τά πού θά δεῖς ἐ­σύ, νά τά ὁ­μο­λο­γή­σης σέ πρό­σω­πα πού τά ἀ­γα­πᾶ­νε αὐ­τά. Ἅ­μα βλέ­πης ἀ­δι­α­φο­ρί­α, δέν θά λές τί­πο­τε. Καί στίς γυ­ναῖ­κες ἔ­ξω ἀ­δι­α­φο­ρί­α θά δεί­ξεις ἅ­μα βγῆς. Ἄν σέ ρω­τή­σουν θά πεῖς πῆ­γα νά προ­σευ­χη­θῶ μέ­σα στήν σπη­λιά. Μέ πῆ­ρε ὕ­στε­ρα ἡ Πα­να­γί­α σ᾿ ἕ­ναν κάμ­πο με­γά­λο ὅ­σο εἶ­ναι ἡ Ἄρ­τα. Ἔ­φθα­σα σέ δυ­ό δρό­μους καί ρώ­τη­σα ποι­όν νά δι­α­λέ­ξω. "Ὅ­ποι­ον θέ­λεις ἐ­σύ", εἶ­πε ἡ Πα­να­γί­α. Ἐ­γώ πῆ­ρα τόν ἕνα δρό­μο.

»Κα­θώς προ­χω­ροῦ­σα ἔ­βλε­πα γλέν­τια, γά­μους, ἀν­δρό­γυ­να ἀ­γα­πη­μέ­να, παι­διά καί ἔ­λε­γα "τί ὡ­ραῖ­ος κό­σμος εἶ­ναι ἐ­δῶ!" "Ἄχ", ἔ­κα­νε ἡ Πα­να­γί­α. "Ἔ­τσι γε­λι­έ­ται ὁ λα­ός στόν κά­τω κό­σμο, τόν πο­νη­ρό". Ἅ­μα ἄ­κου­σα αὐ­τό δέν ἤ­θε­λα νά προ­χω­ρή­σω ἀλ­λά ἡ Πα­να­γί­α εἶ­πε: "Θά προ­χω­ρή­σου­με καί μή φο­βᾶ­σαι". Ἔ­τσι πῆ­ρα θάρ­ρος καί προ­χώ­ρη­σα.

»Συ­να­ντή­σα­με ἕ­να πο­τά­μι πύ­ρι­νο πού τά κύ­μα­τά του ἔ­πε­φταν σέ τρεῖς ἀν­θρώ­πους δι­κούς μου καί φώ­να­ζαν. Ἡ Πα­να­γί­α μοῦ εἶ­πε: "Μήν στε­νο­χω­ρι­έ­σαι. Αὐ­τά ἐρ­γά­σθη­καν στήν γῆ, αὐ­τά ἀ­πο­λαμ­βά­νουν. Σέ ἄ­κου­γαν ὅ­ταν τούς ἔ­λε­γες κά­τι ἐσύ; Ἐ­γώ τούς κά­νω τό κα­λό κά­θε χρό­νο καί τούς βγά­ζω ἀ­πό κεῖ ἀπό τήν Ἀ­νά­στα­ση μέ­χρι τήν Πεν­τη­κο­στή".

»Πιό πέ­ρα εἶ­δα ἕ­να πο­τά­μι μέ πίσ­σα πού κό­χλα­ζε. Καί ᾿κεῖ ἔμ­παι­ναν καί ἔ­βγαι­ναν κε­κοι­μη­μέ­νοι. Ὅ­μως τά ροῦ­χα τους ἦ­ταν κα­θα­ρά, δέν λε­ρώ­νο­νταν, παρ᾿ ὅ­τι κυ­λι­ό­νταν μέ­σα στίς πίσ­σες. Ἀλ­λά τί τό θές; Καί­γον­ται μέ­σα στήν πίσ­σα. Δέν ἀν­τέ­χουν τό κά­ψι­μο.

»Ἔ­πει­τα βρέ­θη­κα σ᾿ ἕ­να με­γά­λο βα­ρέ­λι καί μέ φώ­να­ξε μέ τ᾿ ὄ­νο­μά μου μιά ψυ­χή ἀ­πό μέ­σα πού βα­σα­νι­ζό­ταν. Προ­σπα­θοῦ­σε νά βγῆ καί μέ ­πα­ρα­κά­λε­σε νά βρέ­ξω τό δα­χτυ­λά­κι μου νά δρο­σι­στῆ λί­γο τό στό­μα του. Τόν γνώ­ρι­σα ­ἀ­πό τήν φω­νή καί τοῦ εἶ­πα:

–Αὐ­τοῦ μέ­σα εἶ­σαι, ὠ­ρέ; Αὐ­τά ἐρ­γά­στη­κες στήν ζω­ή; Δέν θυ­μᾶ­σαι ἐ­κεῖ ἔ­ξω ἀ­πό τήν Πα­ρη­γο­ρή­τρια στήν Ἄρ­τα, ἐ­σύ γύ­ρι­ζες ἀ­πό τήν λα­ϊ­κή καί ἐ­γώ ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α μου καί μέ κο­ρό­ϊ­δευ­ες για­τί πι­στεύ­ω σ᾿ αὐ­τά, στήν κό­λα­ση καί στόν πα­ρά­δει­σο, καί ἔ­λε­γες ὅ­τι ἅ­μα πε­θά­νη ὁ ἄν­θρω­πος, πά­ει ὅ­πως­ τό πρό­βα­το, χά­νε­ται; Καί ἄλ­λα πολ­λά σοῦ ἔ­λε­γα γιά τήν κό­λα­ση καί τόν πα­ρά­δει­σο, δέν τά θυ­μᾶ­σαι;

–Τά θυ­μᾶ­μαι ἀλ­λά τώ­ρα εἶ­ναι ἀρ­γά. Φώ­να­ξε ὅσο μπο­ρεῖς, ὅσο ζῆς νά ἔρ­θη κα­νείς κο­ντά σου, νά ἀπο­φύ­γη αὐ­τήν ἐδῶ τήν κό­λα­ση.

–Τί νά κά­νη κο­ντά μου ἀφοῦ καί ᾿γώ δέν ξέ­ρω. Ἐσύ πό­σες φο­ρές μέ κό­λα­ζες ὅταν σέ συ­να­ντοῦ­σα;

–Ὄχι, ἐσύ δέν ἔφα­γες, δέν ἄλ­λα­ξες, δέν ντύ­θη­κες, δέν γλέ­ντη­σες, ἀγω­νί­στη­κες καί ξέ­ρεις.

»Ἐγώ με­τά ἀπ᾿ αὐ­τά, τόν πό­νε­σε ἡ ψυ­χή μου. Ἤμουν εὐ­αί­σθη­τη στόν πό­νο τῶν ἄλ­λων καί, ἄν ἄκου­γα ὅτι κά­ποιος πει­νά­ει, δέν ἔ­τρω­γα καί ἐγώ καί ἄν μπο­ροῦ­σα τοῦ πή­γαι­να φα­γη­τό. Τώ­ρα ὅ­μως σκε­φτό­μουν νά τοῦ δώ­σω λί­γο νε­ρό μέ τό δά­χτυ­λό μου ἤ ὄ­χι; Ἡ Πα­να­γί­α μοῦ εἶ­πε ὅ­τι, ἄν δώ­σω, θά μέ κά­ψει τήν μι­σή πλευ­ρά τοῦ χε­ριοῦ μέ­χρι πά­νω στόν ὦ­μο. Μό­λις τἄ­κου­σα αὐ­τό κον­το­στά­θη­κα, ὅ­μως τόν λυ­πό­μουν τόν ἄν­θρω­πο ἐ­κεῖ μέ­σα. Πα­ρα­κά­λε­σα τό­τε τήν Πα­να­γί­α νά τό βρέ­ξω καί νά τό δώ­σω λί­γο. "Τί νά σοῦ πῶ; Θά κα­εῖ τό χέ­ρι σου. Ἀ­φοῦ τό θέ­λεις τό­σο πο­λύ, βάλ­το λί­γο, ὅ­μως καί ἐ­γώ θἆ­μαι στό πλευ­ρό σου". "Ναί τό θέ­λω˙ ψυ­χή εἶ­ναι κι αὐ­τή. Μπο­ρεῖ καί ἐ­γώ νά πά­θω τά ἴ­δια". "Μή γέ­νοι­το", μοῦ εἶ­πε.

»Τὄ­βα­λα τό­τε καί κά­η­κε τό χέ­ρι μου. Μέ πο­νοῦ­σε, τό φυ­σοῦ­σα, ἀλ­λά τί­πο­τε. Ἀ­πό τό­τε τό δά­χτυ­λο δέν τό δου­λεύ­ω εἶ­ναι σκλη­ρό. Καί νά τό κό­ψης δέν τό νι­ώ­θω.

»"Αὐ­τά πού εἶ­δες ἐ­δῶ δέν πρέ­πει νά σέ ἀ­να­λώ­σουν σέ στε­νο­χώ­ρια ἀλ­λά νά βά­λης ὅ­λη τήν δύ­να­μή σου νά τά πῆς σέ ἄλ­λους ζῶν­τες καί νά βο­η­θή­σης ψυ­χές πού πο­θοῦν τόν οὐ­ρα­νό".

»Φεύ­γον­τας εἶ­πε ἡ Πα­να­γί­α: "Εὐ­λο­γη­μέ­νοι νά εἶ­στε μέ­χρι τήν Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α πού θἄρ­θει ὁ Υἱ­ός μου" καί φύ­γα­με.

»Με­τά πή­γα­με στόν κα­λό τόν κό­σμο. Ἐ­κεῖ χαι­ρό­σουν νά βρί­σκε­σαι. Γνώ­ρι­σα πολ­λούς ἀπ᾿ αὐ­τούς. Συ­νάν­τη­σα πολ­λά ζευ­γά­ρια πού ἔ­ζη­σαν ἀ­γα­πη­μέ­να. Ἤ­θε­λε νά μοῦ δεί­ξη καί ἄλ­λους ἀλ­λά τῆς εἶ­πα "ὄ­χι νέ­ους, για­τί στε­νο­χω­ρι­έ­μαι νά πε­θαί­νουν νέ­οι". Ἡ Πα­να­γί­α μοῦ εἶ­πε "ὄ­χι νέ­ους, γέ­ρους, δι­ό­τι οἱ κα­λοί ἄν­θρω­ποι πε­θαί­νουν γέ­ροι. Τούς ἄλ­λους τούς παίρ­νου­με νέ­ους γιά νά γλυ­τώ­σουν ἀ­πό τίς ἁ­μαρ­τί­ες πού θά πέ­σουν".

»Συ­ναν­τή­σα­με ἕ­να ζευ­γά­ρι ἡ­λι­κι­ω­μέ­νων. Μοῦ εἶ­πε ἡ Πα­να­γί­α: "Τώ­ρα ἔρ­χε­ται καί ὁ γυι­ός τους, τα­ξι­δεύ­ει". Μό­λις εἶ­χε πε­θά­νει καί ἀ­νέ­βαι­νε ἡ ψυ­χή του. Ση­κώ­θη­κε τό­τε ὁ γέ­ρος καί προ­σευ­χή­θη­κε στόν Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο πού δέ­σπο­ζε πιό πέ­ρα καί εἶ­πε: "Σ᾿ εὐ­χα­ρι­στῶ, Θε­έ μου, πού πῆ­ρες τόν γυι­ό μου σέ ὥ­ρι­μη ἡ­λι­κί­α καί τόν φέρ­νεις ἐ­δῶ". Τόν εὐ­χα­ρί­στη­σε καί ἡ γριά. "Ἀ­μήν", ἀ­κού­στη­κε ἀ­πό τόν Σταυ­ρό.

»Ὁ γέ­ρος καί ἡ γριά ξα­να­κά­θη­σαν στίς πο­λυ­θρό­νες τους πού ἦ­ταν χρυ­σα­φέ­νι­ες, ὅ­λες ἦ­ταν χρυ­σα­φέ­νι­ες. Μπρο­στά τους σ᾿ ἕ­να τρα­πε­ζά­κι εἶ­χε ὁ κα­θέ­νας τους μιά πι­α­τέ­λα πού ἔ­τρω­γαν. Ἐ­γώ σκέ­φτη­κα "τί τρῶ­νε;" Καί μοῦ ἀ­πήν­τη­σαν: "Ἐ­κεῖ­νο πού μᾶς φέρ­νε­τε ἐ­σεῖς στήν προ­σκο­μι­δή τρῶ­με". Ἡ τρο­φή τους ἦ­ταν ἕ­να σάν τό ἀν­τί­δω­ρο καί κρα­σί. Τά κρεβ­βά­τια τους ἦ­ταν ὁ­λό­χρυ­σα, ὡ­ραι­ό­τα­τα.

»Γιά τίς παρ­θέ­νες ὑ­πῆρ­χε ἄλ­λος ξε­χω­ρι­στός τό­πος, τό παρ­θε­νι­κό σπί­τι. Ἐ­κεῖ εἶ­δα καί γνω­στές μου, ἀλ­λά δέν μοῦ μί­λη­σαν.

»Ὕ­στε­ρα ἡ Πα­να­γί­α μοῦ εἶ­πε: "Θά φύ­γου­με τώ­ρα καί θά πε­ρά­σου­με νά δοῦ­με ἕ­ναν ἄν­θρω­πο πού ἦρ­θε ἐ­δῶ με­τά ἀ­πό πο­λυ­χρό­νιο ἀ­σθέ­νεια. Αὐ­τός ἦ­ταν πο­λύ ἁ­μαρ­τω­λός, ἀλ­λά ξε­πλύ­θη­κε ἀ­πό τήν ἀ­σθέ­νειά του. Ὑ­πέ­μει­νε ἀ­γόγ­γυ­στα τήν ἀρ­ρώ­στεια του. Τό κρεβ­βά­τι του βέ­βαι­α δέν ἦ­ταν ὅ­μοι­ο μέ τῶν ἄλ­λων, ἀλ­λά κο­πι­α­σμέ­νο ἀ­πό τούς κό­πους πού ὑ­πέ­μει­νε.

Μοῦ εἶ­πε τό­τε αὐ­τός: "Ναί, ἔ­τσι εἶ­ναι ὅ­πως τά λέ­ει ἡ μάν­να μας (Πα­να­γί­α). Ἔ­λυ­ω­σα στό κρεβ­βά­τι μου, ἔ­χυ­σα ὅ­λο τό αἷ­μα μου σ᾿ αὐ­τό τό κρεβ­βά­τι. Αὐ­τά­ πού πέ­ρα­σα μό­νο τό κρεβ­βά­τι αὐ­τό τά γνω­ρί­ζει καί ἡ μη­τέ­ρα μου πού μέ φύ­λα­γε καί στε­κό­ταν στό προ­σκέ­φα­λό μου.

»Ὕστε­ρα ἡ Πα­να­γία συ­νέ­χι­σε: "Ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι νἄρ­θουν ἐ­δῶ. Ἄς πο­νέ­σουν λί­γο στήν γῆ. Στήν γῆ ὑ­πάρ­χουν πολ­λοί πει­ρα­σμοί. Μό­νο τήν ψυ­χή σας νά φυ­λά­ξε­τε ἀ­πό ἁ­μαρ­τί­ες. Ὅ­ποι­ος θυ­σια­στῆ γιά τόν Υἱό μου θά ἀ­πο­λαύ­σει ὅ­λα αὐ­τά τά ἀγα­θά. Ὅ­σοι θά ἐρ­γα­σθοῦν γιά μέ­να κά­τω στήν γῆ θά ᾿ρθοῦν στόν πα­ρά­δει­σο. Αὐ­τά τά ἀ­γα­θά, χα­ρά σ᾿ ὅ­ποι­ον τ᾿ ἀπο­λαύ­σει. Ὅ­μως τώ­ρα λί­γοι ἔρ­χον­ται. Χά­λα­σε ὁ κό­σμος"».

Ἡ Λα­μπρι­νή ἄλ­λη φο­ρά προ­εῖ­δε τόν θά­να­το τῆς ἀνε­ψιᾶς της: «Εἶ­χα πά­ρει προ­ει­δο­ποί­η­ση (πλη­ρο­φο­ρία) ὅτι τήν Τε­τάρ­τη θά κοι­μη­θεῖ ἡ ἀνε­ψιά μου Κασ­σια­νή. Αὐ­τή μέ ἐ­πι­σκέ­φθη­κε τό προ­η­γού­με­νο Σάβ­βα­το τό ἀπό­γευ­μα καί μοῦ εἶ­πε ὅ­τι συμ­φώ­νη­σε μέ τόν πα­πᾶ νά κά­νου­με Λει­τουρ­γί­α τήν ἐρ­χο­μέ­νη Τε­τάρ­τη˙ μέ κά­λε­σε καί μέ­να νά βο­η­θή­σω. Εἶ­χα εὐ­λο­γί­α ἀ­πό τόν Δε­σπό­τη νά ψέλ­νω στό ἀ­να­λό­γιο ὅ­ταν ὑ­πῆρ­χε ἀνάγ­κη. Τῆς λέ­ω: "Ὄ­χι τήν Τε­τάρ­τη ἀλ­λά τήν Δευ­τέ­ρα". Αὐ­τή ἐ­πέ­με­νε τήν Τε­τάρ­τη, δι­ό­τι δε­σμεύ­τη­κε στόν πα­πᾶ καί δέν μπο­ροῦ­σε νά τό ἀλ­λά­ξη. Γιά νά τήν δι­ευ­κο­λύ­νω πῆ­γα τό­τε ἐ­γώ καί τό ἄλ­λα­ξα. Ἔ­γι­νε ἡ Λει­τουρ­γί­α, εἴ­χα­με ἑ­τοι­μα­στῆ καί κοι­νω­νή­σα­με. Ἡ Κασ­σια­νή ἔ­δει­χνε ὑ­γι­έ­στα­τη. Μέ εὐ­χα­ρί­στη­σε πού βο­ή­θη­σα καί ἐ­γώ στήν θεί­α Λει­τουρ­γία καί ἀπο­χαι­ρε­τι­στή­κα­με.

»Τήν Τε­τάρ­τη τά χα­ρά­μα­τα τήν Κασ­σια­νή τήν πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο ὁ ἀ­δελ­φός της Νῖ­κος νά πά­η στήν κλι­νι­κή δι­ό­τι θά γεν­νοῦ­σε ἡ γυ­ναῖ­κα του Ὄλ­γα καί ἤ­θε­λε νά ἔ­χη κά­ποι­ον δί­πλα του. Πῆ­γε ἡ Κασ­σια­νή ἀλ­λά ἀ­μέ­σως με­τά τήν γέν­να ἔ­πα­θε πνευ­μο­νι­κό οἴ­δη­μα καί ἐ­κοι­μή­θη ὕστε­ρα ἀ­πό λί­γο. Γι᾿ αὐ­τό σᾶς λέ­ω, δέν ξέ­ρο­με πό­τε θά πε­θά­νου­με».

Κά­πο­τε συ­νέ­βη τό ἑξῆς, ὅπως τό δι­η­γή­θη­κε: «Ἦταν ἡ τρι­α­κο­στή μέ­ρα ἀπό τήν κοί­μη­ση ἑνός γνω­στοῦ μου ἑ­πτά­χρο­νου κο­ρι­τσιοῦ. Τό βρα­δά­κι, ὡς συ­νή­θως, πῆ­ρα νά δι­α­βά­σω ἕ­να­ πνευ­μα­τι­κό βι­βλί­ο καί κα­θό­μουν στό κρεβ­βά­τι, ἐ­νῶ δί­πλα μου ὁ ἄν­δρας μου εἶ­χε ἤ­δη κοι­μη­θῆ. Τό­τε ἀπ᾿ τό πα­ρά­θυ­ρο μπῆ­κε ἕ­νας Ἄγ­γε­λος καί ἔ­φε­ρε τό γνω­στό μου κο­ρι­τσά­κι νυμ­φο­στο­λι­σμέ­νο. Τό ρώ­τη­σα τί ἤ­θε­λε ξα­νά στόν ἁ­μαρ­τω­λό αὐ­τόν κό­σμο καί μοῦ ἀ­πά­ντη­σε: "Ἦρ­θα γιά σέ­να. Δέν μπό­ρε­σα νά βρῶ ἄν­θρω­πο νά πῶ τό πα­ρά­πο­νό μου. Οἱ γο­νεῖς μου μέ ζό­ρι­ζαν νά τρώ­ω γιά νά γί­νω κα­λά, ἐ­νῶ δέν μοῦ ἔ­λει­πε τό φα­γη­τό. Ὁ Θε­ός ἤ­θε­λε νά μέ πά­ρη. Τώ­ρα ὅ­μως πού πέ­θα­να ἔ­πρε­πε νά πά­ω στόν πα­ρά­δει­σο, ἀλ­λά ἔ­χω ἐμ­πό­δια. Ἕ­να ὀ­φεί­λε­ται στούς γο­νεῖς μου καί ἕ­να σέ μέ­να. Τώ­ρα πού πέ­θα­να, ἀ­κό­μη δέν σα­ράν­τη­σα καί ἡ μη­τέ­ρα μου ἔ­μει­νε ἔγκυος. Αὐ­τό δέν ἔ­πρε­πε νά γί­νη. Ἀ­κό­μη στόν δρό­μο εἶ­ναι ἡ ψυ­χή μου, δέν πέ­ρα­σα ὅ­λα τά τε­λώ­νια. Ξέ­ρω ὅ­τι μέ ἔ­κλα­ψαν πο­λύ, ἀλ­λά δέν ἔ­πρε­πε νά γί­νη. Νο­μί­ζουν ὅ­τι τρό­πον τι­νά θά μέ ἀ­να­στή­σουν, ἀλ­λά πές τους ὅ­τι ἀ­γο­ρά­κι θά κά­νουν, ὄ­χι κο­ρί­τσι, ὅ­πως νο­μί­ζουν. Αὐ­τή τους ἡ πρά­ξη δυ­σκο­λεύ­ει τήν ψυ­χή μου. Ὅ­σο γιά μέ­να, τήν τε­λευ­ταί­α φο­ρά πού πῆ­γα στό σχο­λεῖ­ο πρίν πε­θά­νω, δέν εἶ­χα μο­λύ­βι καί πλά­κα γιά νά γρά­ψω. Μιά συμ­μα­θή­τριά μου ὅ­μως μοῦ ἔ­δω­σε και­νούρ­για πλά­κα καί μο­λύ­βι, τά ὁ­ποῖ­α δέν ἐ­πέ­στρε­ψα. Πές στήν μάν­να μου νά ἀ­γο­ρά­ση και­νούρ­για καί νά τά ἐ­πι­στρέ­ψη. Γιά τό με­γά­λο κα­λό πού θά κά­νεις στήν ψυ­χή μου θά σέ πά­ρω τώ­ρα μα­ζί μου νά δῆς τόν θά­λα­μο πού ἔ­χει ἕ­τοι­μο ὁ Κύ­ριος γιά μᾶς τίς παρ­θέ­νες. Ἐ­μεῖς νυμ­φευ­θή­κα­με τόν Χρι­στό".

»Βγή­κα­με ἀ­πό τό πα­ρά­θυ­ρο καί ἀ­νε­βαί­να­με. Μᾶς συ­νώ­δευ­ε καί ὁ Ἄγ­γε­λος κρα­τώ­ντας ἀ­πό τό χέ­ρι τήν κό­ρη. Φθά­σα­με στόν Πα­ρά­δει­σο καί τόν βλέ­πα­με. Ἦ­ταν σπί­τια πολ­λά ἀλ­λά πο­λύ ὡ­ραῖ­α. Φθά­σα­με στό παρ­θε­νι­κό σπί­τι, ἀλ­λά δέν μ᾿ ἄ­φη­σε νά μπῶ μέ­σα. Αὐ­τή μπῆ­κε καί μοῦ εἶ­πε: "Ἐ­σύ εἶ­σαι ἀ­κό­μα στήν γῆ δέν μπο­ρεῖς νά μπῆς ἐ­δῶ". Εἶ­δα ὅ­μως ἀ­πό τό πα­ρά­θυ­ρο τίς παρ­θέ­νες, ἄλ­λες μι­κρές στήν ἡ­λι­κί­α καί ἄλ­λες με­γά­λες. Φο­ροῦ­σαν ροῦ­χα πού ἔ­λαμ­παν. Μοῦ εἶ­παν: "Ἐ­μεῖς ἐ­δῶ δέν ἔ­χο­με πο­τέ χει­μῶ­να, πο­τέ νύ­χτα, πο­τέ βρο­χή. Εἴ­μα­στε πάν­τα στό ἄν­θος". Με­τά σή­μα­νε ἕ­να σή­μαν­τρο καί ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα γιά προ­σευ­χή καί ἔ­πρε­πε νά φύ­γου­με. Ἤ­θε­λα νά μεί­νω καί ἐ­γώ νά μά­θω πῶς προ­σεύ­χον­ται, καί μοῦ εἶ­πε: "Ἐ­σεῖς ἔ­χε­τε τούς πα­πά­δες, τούς Πνευ­μα­τι­κούς καί σᾶς τά λέ­νε ὅ­λα".

»Ὁ Ἄγ­γε­λος μέ γύ­ρι­σε πί­σω χω­ρίς νά μοῦ μι­λή­ση. Ἔ­βλε­πα τό σῶ­μα μου νά βρί­σκε­ται στό κρεβ­βά­τι δί­πλα στόν ἄν­δρα μου, ἀ­νέ­πνε­ε λί­γο, ἴ­σα–ἴ­σα πού ζοῦ­σε. Μπῆ­κα ξα­νά στό σῶ­μα μου, ἄ­φη­σα τό βι­βλί­ο στό τρα­πέ­ζι καί κοι­μή­θη­κα. Τό πρωΐ θά πη­γαί­να­με στό χω­ρά­φι γιά νά δου­λέ­ψω στό βαμ­πά­κι ἀλ­λά δέν μπό­ρε­σα νά πά­ω. Γιά τρεῖς μέ­ρες αἰ­σθα­νό­μουν πο­λύ κου­ρα­σμέ­νη καί ἤ­μουν χλω­μή.

»Ὅ­ταν εἶ­χα ρω­τή­σει τό κο­ρι­τσά­κι: "Κα­λά, γιά μιά πλά­κα καί ἕ­να μο­λύ­βι ἔ­χεις τό­σες δυ­σκο­λί­ες; Μέ μᾶς πού ἔ­χο­με κά­νει τό­σα τί θά γί­νει;". Μοῦ ἀπά­ντη­σε: "Αὐ­τή ἡ πλά­κα καί τό μο­λύ­βι εἶ­ναι σάν βά­ρος ἑ­κα­τό κι­λῶν κα­θώς μέ δυ­σκο­λεύ­ει καί ἡ ἁ­μαρ­τί­α τῶν γο­νέ­ων μου".

»Γι᾿ αὐ­τό δέν πρέ­πει τί­πο­τα νά χρω­στᾶ­με δα­νει­κό σέ τού­τη τήν ζω­ή, ἄν θέ­λου­με νά ἀ­πο­λαύ­σου­με τά ἀ­γα­θά τοῦ πα­ρα­δεί­σου».

Στήν θεία Λει­τουρ­γία καί ὅταν κοι­νω­νοῦ­σε εἶ­χε ἐμπει­ρί­ες καί κά­ποιες ἀπό αὐ­τές τίς ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε ὡς ἑξῆς:

«Ὅλα αὐ­τά πού προ­σφέ­ρου­με στήν Προ­σκο­μι­δή κρα­σιά, κε­ριά καί τά ὀ­νό­μα­τα τά παίρ­νουν Ἄγ­γε­λοι καί τά πα­αί­νουν ἀπά­νω.

»Μιά φο­ρά εἶ­χα πά­ει στήν ἁ­γί­α Αἰ­κα­τε­ρί­νη. Εἶ­χαν μνή­μη (ἑορ­τή ἁγί­ου) ἐ­κεῖ καί ἔ­δω­κα τό χαρ­τά­κι μου μέ τά ὀ­νό­μα­τα. Τό πρωΐ ὕ­στε­ρα πού εἶ­χε τε­λει­ώ­σει ἡ Λει­τουρ­γί­α, εἶ­δα κα­τά γῆς τό χαρ­τά­κι στό Ἱ­ε­ρό μπρο­στά. Στε­νο­χω­ρή­θη­κα καί εἶ­πα: "Ἄχ, Θε­έ μου, ἁ­γί­α Αἰ­κα­τε­ρί­νη, ἦρ­θα ἐ­δῶ καί δέν δι­α­βά­στη­καν τά ὀ­νό­μα­τά μου".

»Τή νύ­χτα στόν ὕ­πνο μου ἦρ­θε μί­α νέ­α ὡ­ραί­α (ἁ­γί­α Αἰ­κα­τε­ρί­νη) καί μοῦ εἶ­πε: "Φο­βή­θη­κες, παι­δί μου, μή­πως δέν δι­α­βά­στη­καν τά ὀ­νό­μα­τα; Τά δι­ά­βα­σα ἐ­γώ, ἄς μήν τά δι­ά­βα­σε ὁ πα­πᾶς".

»Στά χέ­ρια της κρα­τοῦ­σε ἕ­να χαρ­τί. Μοῦ τό ἔ­δει­ξε. Εἶ­δα ὅ­τι ἦ­ταν τό χαρ­τί πού εἶ­χα γρά­ψει τά ὀνό­μα­τα καί τό εἶ­χα δώ­σει στόν πα­πᾶ γιά νά τά μνη­μο­νεύ­ση στήν Προ­σκο­μι­δή».

«Ὅταν ξεκινάη τό πρωΐ ἡ Λει­τουρ­γία μας, ἐκεῖ ὅλα εἶναι πολύ ὡ­ραῖ­α. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔρ­χε­ται ἡ ὥ­ρα τῆς με­τα­δό­σε­ως τό­τε εἶ­ναι ὅ­λη ἡ Ἐκ­κλη­σί­α γε­μά­τη ἀ­πό τά ἀγ­γε­λι­κά πνεύ­μα­τα. Τώ­ρα τά βλέ­πω ἔ­τσι σάν ἀ­στρα­πή. Περ­νᾶ­νε Ἄγ­γε­λοι μέ τά φτε­ρά τους, ὄμορ­φα τά πρό­σω­πά τους, ὅ­πως εἴ­μα­στε οἱ ἄν­θρω­ποι. Αὐ­τοί εἶ­ναι ψη­λά καί μεῖς χα­μη­λά. Φω­νά­ζει ὁ πα­πᾶς ἀ­πό δῶ, ὁ ψάλ­της ἀ­πό κεῖ, βγαί­νουν ὅ­λοι ἐκεῖ καί κου­λου­ριά­ζουν (κυ­κλώ­νουν) τόν πα­πᾶ γύ­ρω–γύ­ρω.

»Με­τά βγαί­νει ἡ με­τά­δο­ση, βλέ­πεις στήν Ὡ­ραί­α Πύ­λη ἀ­κέ­ραι­ος ὁ Χρι­στός, βλέ­πεις πού λέ­ει ὁ πα­πᾶς "Με­τά φό­βου...". Αὐ­τός λέ­ει: "Ἐ­δῶ ἐ­γώ εἶ­μαι" καί δεί­χνει τό Ἅ­γιο Πο­τή­ριο, ὅ­τι δη­λα­δή εἶ­ναι μέ­σα.

»Παίρ­νο­με τό­τε πραγ­μα­τι­κά κρέ­ας ἀ­πό τό Σῶ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου. Μέ­σα στό Ἅγιο Πο­τή­ριο εἶ­ναι ἀλή­θεια Αὐ­τός. Γί­νε­ται ὅλος τό­σο δά παι­δά­κι μι­κρό–μι­κρό μέ κε­φα­λά­κι, χε­ρά­κια, πο­δα­ρά­κια, ἀ­κέ­ραι­ος Χρι­στός, ἄν­θρω­πος δη­λα­δή, καί τό δί­νει σ᾿ ἐ­μέ­να, τό δί­νει σ᾿ ἐ­σέ­να καί στόν ἄλ­λον, μέ τό κου­τα­λά­κι (Ἁ­γί­α λα­βί­δα). Τό κου­τα­λά­κι μέ­σα ἔ­χει ἕ­να ἀν­θρω­πά­κι.

»Πῶς νά τό πά­ρης αὐ­τό τό πρᾶγ­μα; Καί τό παίρ­νο­με κά­τι ἁ­μαρ­τω­λοί, κα­κο­μα­γα­ρι­σμέ­νοι, κα­τα­πο­νη­ρε­μέ­νοι, κα­κός κό­σμος, φο­νιά­δες, σκο­τώ­νουν τόν ἄλ­λον καί τόν θά­βουν.

»Ὅ­ταν πη­γαί­νης νά με­τα­λά­βης, θά πη­γαί­νεις μέ τό κε­φά­λι σκυ­φτό καί θά σκέ­φτε­σαι. Ποι­όν θά βρεῖς μπρο­στά σου. Ποι­όν θά ἰ­δεῖς τώ­ρα ἐ­σύ. Μήν κοι­τᾶς τόν ἕ­ναν καί τόν ἄλ­λον καί τί κά­νει αὐ­τός καί ἐκεῖ­νος.

»Θά τη­ρά­ξεις μό­νο τό Ἅ­γιο Πο­τή­ριο. Ποι­ός εἶ­ναι στό Ἅ­γιο Πο­τή­ριο. Ἐκεῖ ε­ἶ­ναι ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός πού στό δεί­χνει, αὐ­τοῦ δέν εἶ­ναι ὁ πα­πᾶς, αὐ­τό τό τό­σο δά πραγ­μα­τά­κι τό δί­νει ὁ Χρι­στός, Αὐ­τός πα­ρα­τη­ρά­ει ποι­ός εἶ­ναι ἱ­κα­νός νά τό πά­ρη. Ὅποι­ος δέν εἶ­ναι ἄ­ξιος σ᾿ αὐ­τόν δέν τό δί­νει. Νο­μί­ζεις πώς παίρ­νουν ὅλη με­τά­δο­ση ἐ­κεί­νη τήν ὥ­ρα; Δέν παίρ­νουν. Παίρ­νει ἐ­κεῖ­νος πού εἶ­ναι ἑ­τοι­μα­σμέ­νος. Καί κεί­νη τήν ὥ­ρα πού πᾶς νά με­τα­λά­βης πρέ­πει νά δῆς τόν Χρι­στό. Δέν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νά τόν δῆς πραγ­μα­τι­κά, ἀλ­λά βάλ­τον μέ τόν νοῦ σου. Με­τά ἔρ­χε­ται τό "Δι᾿ εὐ­χῶν" καί βλέ­πεις φεύ­γουν ὅ­λοι πρίν τό "Δι᾿ εὐ­χῶν" ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α. Κά­τσε λί­γο νά πά­ρης τήν εὐ­χή. Με­τά δέν κά­νει νά γυ­ρί­σης (ἐ­πι­σκε­φθῆς) σπί­τι ξέ­νο, για­τί θά χά­σεις τήν εὐ­χή. Δέν εἶ­ναι κα­λά νά βγῆς ἔ­ξω, νά πᾶς, ξέ­ρω ᾿γώ, στήν ἀ­γο­ρά, καί ἄν εἶ­ναι με­γά­λη ἀ­νάγ­κη πές σέ κά­ποι­ον πού πά­ει στήν ἀ­γο­ρά νά σέ ψω­νί­ση. Καί ἄν βγῆς, σκύ­ψε τό κε­φα­λά­κι σου, κά­νε τήν δου­λειά σου καί γύ­ρι­σε στό σπίτι».

»Γιά νά κοι­νω­νή­σου­με πρέ­πει νά προ­ε­τοι­μα­στοῦ­με καμ­μιά βδο­μά­δα ἀπό νη­στεί­α καί ἀπό ἄλ­λα πράγ­μα­τα».

Ἡ για­γιά Λαμ­πρι­νή εἶ­χε παρ­ρη­σία στήν προ­σευ­χή της. Οἱ ἄν­θρω­ποι στίς δυ­σκο­λί­ες τῆς ζη­τοῦ­σαν νά προ­σεύ­χε­ται καί με­τά ἔβλε­παν τά ἀπο­τε­λέ­σμα­τα.

Κά­ποιος ξά­δελ­φός της ἦταν ἑτοι­μο­θά­να­τος καί δέν πα­ρά­δι­νε (πέ­θαι­νε). Βα­σα­νι­ζό­ταν για­τί ἐνῶ φαι­νό­ταν ὅτι πέ­θαι­νε με­τά πά­λι ἀνα­σται­νό­ταν. Πῆ­γε ἡ γυ­ναῖ­κα του καί πα­ρε­κά­λε­σε τήν για­γιά νά πάη στόν ἀσθε­νῆ νά κά­νη προ­σευ­χή. Δί­στα­ζε για­τί θε­ω­ροῦ­σε ὅτι θά τόν πε­θά­νει αὐ­τή. Πῆ­γε τε­λι­κά, συ­ζή­τη­σε μα­ζί του, ἦταν κα­λός ἀλ­λά ἔπι­νε. Τοῦ εἶ­πε νά ἐξο­μο­λο­γη­θῆ καί με­τά ἐνῶ προ­σευ­χό­ταν ἡ για­γιά, πα­ρέ­δω­σε τήν ψυ­χή του ἥσυ­χα.

Τό ἐγ­γο­νά­κι της, πέ­ντε χρό­νων, ἦταν ἄρ­ρω­στο. Τό εἶ­χαν πά­ει στήν Ρωσ­σία καί ἑτοι­μά­ζο­νταν νά πᾶ­νε καί δεύτερη φο­ρά νά τό ξα­να­χει­ρουρ­γή­σουν. Ἡ για­γιά Λαμ­πρι­νή δέν ἤθε­λε νά πᾶ­νε για­τί ἤξε­ρε ὅτι καί νά ζή­ση, δέν θά γι­νό­ταν κα­λά. Τό τε­λευ­ταῖο βρά­δυ πῆ­γε στό κελ­λί της καί ξέ­σπα­σε σέ προ­σευ­χή μέ δά­κρυα πα­ρα­κα­λώ­ντας τόν Θεό: «Νά τό πά­ρης στόν θρό­νο Σου στούς οὐ­ρα­νούς ἀντί γιά τήν Ρωσ­σία. Αὐ­τό εἶ­ναι ἄγ­γε­λος. Καί ἐκεῖ νά μέ ἀξιώ­σης καί μέ­να, Θεέ μου, νά ση­κω­θῆ τό ἐγ­γο­νά­κι μου ἀπό τόν θρό­νο νά μέ πά­ρη καί μέ­να».

Ἄκου­σε τό «ναί» στήν προ­σευ­χή της καί με­τά εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε τόν Χρι­στό. Μέ­χρι τίς τρεῖς με­τά τά με­σά­νυ­χτα τε­λεί­ω­σε τό παι­δί. Ἔκλαι­γε ἀπό χα­ρά καί πῆ­ρε τό ἀλεύ­ρι νά ζυ­μώ­ση πρό­σφο­ρο.

Ἡ για­γιά Λα­μπρι­νή κα­τά τήν διάρ­κεια τῆς ζω­ῆς της δέν ξέ­χα­σε τόν μο­να­χι­κό της πό­θο. Ἔτσι με­τά τήν κοί­μη­ση τοῦ συ­ζύ­γου της παίρ­νει τήν ἀπό­φα­ση νά πραγ­μα­το­ποι­ή­ση τό ὄνει­ρό της. Σέ ἡλι­κία 70 ἐτῶν πε­ρί­που πη­γαί­νει σέ μο­να­στή­ρι τῆς πε­ριο­χῆς, ὅπου σύμ­φω­να μέ τόν κα­νό­να πού τῆς ἔβα­λε ὁ Γέ­ρο­ντας, θά ἔμε­νε 50 μέ­ρες γιά τό Πά­σχα, 40 γιά τά Χρι­στού­γεν­να καί 15 γιά τόν Δε­κα­πε­νταύ­γου­στο. Ἡ ἴδια με­τά ζή­τη­σε νά μεί­νη μό­νι­μα στό μο­να­στή­ρι, ἀλ­λά ἐν τῷ με­τα­ξύ ὁ Γέ­ρο­ντας ἐκοι­μή­θη καί οἱ μο­να­χές ἐξέ­φρα­σαν ἀντίρ­ρη­ση γιά τήν πα­ρα­μο­νή της. Πά­λι ἡ για­γιά Λα­μπρι­νή μέ ὑπακοή–ὑπομονή δέ­χθη­κε αὐ­τή τους τήν ἀπό­φα­ση καί εἰ­ρη­νι­κά ἐπέ­στρε­ψε στό σπί­τι της, ὅπου συ­νέ­χι­σε τούς ἀγῶ­νες της καί προ­ε­τοι­μά­ζε­το πλέ­ον γιά τήν κοί­μη­σή της.

Μαρτυρίες γιά τήν Λαμπρινή

Ὁ κ. Ἀν­δρέ­ας Νι­κο­λά­ου ἀπό τά Κο­λο­μό­δια Ἄρ­της ση­μει­ώ­νει: «Οἱ γο­νεῖς μου καί κυ­ρί­ως ἡ για­γιά μου ἀπό πο­λύ μι­κρό μοῦ μι­λοῦ­σαν γιά τήν για­γιά Λα­μπρι­νή καί τά χα­ρί­σμα­τά της. Εἰ­δι­κά ἡ για­γιά μου τήν ἀκο­λου­θοῦ­σε πα­ντοῦ σέ ὅποιες Ἐκ­κλη­σί­ες πή­γαι­νε καί περ­πα­τοῦ­σαν ὧρες μέ­χρι νά φθά­σουν. Δέν ἔδι­να καί με­γά­λη ση­μα­σία σ᾿ αὐ­τά πού ἄκου­γα, γιά τίς ἀτέ­λειω­τες ὧρες προ­σευ­χῆς, γιά τίς ἐλά­χι­στες ὧρες ὕπνου (δύο ὧρες τό εἰ­κο­σι­τε­τρά­ω­ρο), γιά τά χα­ρί­σμα­τά της. Τήν σε­βό­μου­να σάν γρι­ού­λα πού ἦταν, ἀλ­λά ὅσο με­γά­λω­να δια­πί­στω­να ὅτι ὑπο­βάλ­λε­ται μέ χα­ρά σέ με­γά­λες καί σκλη­ρές δο­κι­μα­σί­ες (νη­στεῖ­ες καί ἀγρυ­πνί­ες). Πα­ρα­τη­ροῦ­σα κά­θε φο­ρά πού με­τα­λάμ­βα­νε στήν Ἐκ­κλη­σία τό πρό­σω­πό της νά λά­μπη. Ὅταν μέ συ­να­ντοῦ­σε με­τά τήν θεία Λει­τουρ­γία, μέ χά­ϊ­δευε στορ­γι­κά στό κε­φά­λι καί ἔνιω­θα τό­τε νά μήν πα­τάω στήν γῆ. Αὐ­τό μέ ἔκα­νε νά ἐπι­ζη­τῶ πιό συ­χνά νά εἶ­μαι μα­ζί της.

»Κά­ποιο κα­λο­καί­ρι πού εἶ­χα τε­λειώ­σει τήν πρώ­τη τά­ξη δη­μο­τι­κοῦ, ἡ για­γιά Λα­μπρι­νή μέ ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες πῆ­γαν καί ἄνοι­ξαν τήν Ἐκ­κλη­σία τῶν Τα­ξιαρ­χῶν στό χω­ριό Λου­τρό­το­πος Ἄρ­της. Μα­ζί τους πῆ­γα καί ἐγώ μέ τήν μη­τέ­ρα μου καί κοι­μη­θή­κα­με τό βρά­δυ μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σία. Ἦταν νύ­χτα καί ἡ για­γιά κά­τι ἔψελ­νε ἀπό ἕνα βι­βλίο. Ἐγώ ση­κώ­θη­κα καί γύ­ρι­ζα μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σία πού φω­τι­ζό­ταν ἀπό λί­γα κε­ρά­κια ἀναμ­μέ­να. Ὕστε­ρα ἄνοι­ξα τήν πόρ­τα τοῦ Ἱε­ροῦ, μπῆ­κα μέ­σα, προ­χώ­ρη­σα δυό–τρία βή­μα­τα πρός τήν Ἁγία Τρά­πε­ζα καί ἀμέ­σως στα­μά­τη­σα. Ἄκου­σα βή­μα­τα ἀν­θρώ­που νά μέ πλη­σιά­ζουν. Πα­ρα­τή­ρη­σα δυό–τρεῖς σκι­ές γύ­ρω ἀπό τήν Ἁγία Τρά­πε­ζα νά ἔρ­χω­νται πρός τό μέ­ρος μου καί νά μέ πε­ρι­κυ­κλώ­νουν. Φο­βή­θη­κα καί ἀμέ­σως βγῆ­κα ἔξω ἀπό τό Ἱε­ρό. Βλέ­πο­ντάς με ἡ μη­τέ­ρα μου πού μέ ἔψα­χνε μέ μάλ­ω­σε. Τό­τε τῆς λέ­γει ἡ για­γιά Λα­μπρι­νή: «Μή μαλ­ώ­νης τό παι­δί. Αὐ­τό εἶ­ναι παι­δί μι­κρό καί ἀνα­μάρ­τη­το. Νά ἤξε­ρες τί ἀγ­γε­λι­κές δυ­νά­μεις τό ἔχουν πε­ρι­κυ­κλώ­σει!» καί κα­τά­λα­βα τότε ὅτι καί ἡ για­γιά Λα­μπρι­νή εἶ­δε τά ἴδια μέ μέ­να καί ἄς ἦταν ἐκτός τοῦ Ἱε­ροῦ. Δια­πί­στω­σα ἔκτο­τε ὅτι ἡ για­γιά Λα­μπρι­νή δέν εἶ­ναι σάν τούς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους.

»Ὅταν ἀρ­γό­τε­ρα ἐνη­λι­κιώ­θη­κα καί ἡ για­γιά εἶ­χε πε­ρά­σει τά ὀγ­δό­ντα της χρό­νια, κά­ποια φο­ρά τήν βρῆ­κα στήν βρύ­ση τῆς αὐ­λῆς καί πρίν τήν χαι­ρε­τήσω πα­ρα­τή­ρη­σα ὅτι, ὅπως ἦταν σκυμ­μέ­νη, ἡ κα­μπού­ρα της εἶ­χε με­γα­λώ­σει. Δέν πρό­λα­βα νά κά­νω ἕνα βῆ­μα καί τό­τε ἡ για­γιά λές καί διά­βα­σε τήν σκέ­ψη μου, ση­κώ­νει τό κε­φά­λι της καί μοῦ εἶ­πε: "Εἶ­δες, παι­δά­κι μου, πῶς ἔγι­να ἀπό τό πο­λύ διά­βα­σμα, ὅλη τήν ἡμέ­ρα σκυμ­μέ­νη πά­νω στά βι­βλία μέ πολ­λή προ­σευ­χή καί με­τά­νοια στόν Κύ­ριο, μή­πως μπο­ρέ­σω καί πά­ρω μιά μι­κρή θέ­ση στόν οἶ­κο τοῦ Κυ­ρί­ου".

»Τήν διέ­κρι­νε με­γά­λη τα­πει­νο­φρο­σύ­νη. Ἔλε­γε: "Ἐγώ δέν εἶ­μαι τί­πο­τε. Μιά φτω­χή καί ἀγράμ­μα­τη ἀγρό­τισ­σα". Καί ἐνῶ ἦταν ὀλι­γο­γράμ­μα­τη, συ­ζη­τοῦ­σε μέ πολ­λή ἄνε­ση μέ μορ­φω­μέ­νους ἀν­θρώ­πους. Μι­λοῦ­σε γιά δέ­κα λε­πτά καί ἔλε­γε πράγ­μα­τα πού ἄλ­λοι δέν μπο­ροῦ­σαν νά τά ποῦν σέ ὧρες. Ὁ κα­θη­γη­τής μας ὁ θε­ο­λό­γος γιά μι­σή ὥρα προ­σπα­θοῦ­σε νά μᾶς ἐξη­γή­ση τί εἶ­ναι θαῦ­μα καί στό τέ­λος δέν κα­τα­λά­βα­με πολ­λά πράγ­μα­τα. Ἡ για­γιά ὅταν τήν ρώ­τη­σα ἀπά­ντη­σε: "Εἶ­ναι πο­λύ ἁπλό. Ὅ,τι εἶ­ναι ἀδύ­να­το γιά τόν ἄν­θρω­πο εἶ­ναι δυ­να­τό γιά τόν Θεό".

»Κά­πο­τε ἡ τη­λε­ό­ρα­ση ἔδει­χνε τίς Ἐκ­κλη­σί­ες στήν κα­τε­χό­με­νη Κύπ­ρο, πού οἱ Τοῦρ­κοι τίς ἔχουν με­τα­τρέ­ψει σέ σταύ­λους καί ἀπο­θῆ­κες. Ρώ­τη­σα τήν για­γιά τί λέ­ει ὁ Κύ­ρι­ος γι᾿ αὐ­τό. Ἔδει­ξε νά στε­νο­χω­ρή­θη­κε καί ἀπά­ντη­σε: "Ἀπό τό­τε πού οἱ Τοῦρ­κοι με­τέ­τρε­ψαν τήν Ἁγιά Σο­φιά σέ τζα­μί, ἡ Πα­να­γία ἔφυ­γε ἀπό μέ­σα καί στέ­κε­ται ἔξω δί­πλα στήν πόρ­τα καί κλαί­ει. Κλαί­ει συ­νέ­χεια για­τί τῆς πῆ­ραν τό σπί­τι. Ἄν μπο­ροῦ­σες νά δῆς τήν Πα­να­γία πῶς κλαί­ει, θά ἔκα­νες πολ­λές μέ­ρες νά κοι­μη­θῆς". Ἀφοῦ συλ­λο­γί­στη­κε γιά λί­γο μοῦ εἶπε, "νά δῆς σέ λί­γο και­ρό τί θά πά­θει ἡ Τουρ­κία". Πράγ­μα­τι σέ λί­γους μῆ­νες ἔγι­ναν οἱ γνω­στοί σει­σμοί.

»Τήν ρώ­τη­σα ἄν ὑπάρ­χουν καί ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι στήν Ἑλ­λά­δα μέ τό ἴδιο χά­ρι­σμα. Ἀφοῦ κοί­τα­ξε λί­γο στόν οὐ­ρα­νό μοῦ ἀπά­ντη­σε: "Ναί, ὑπάρ­χουν, για­τί ἡ θρη­σκεία μας εἶ­ναι ζω­ντα­νή. Ὑπάρ­χει κά­ποιος ἀπ᾿ ὅλους μας πού ὁ Κύ­ριος τόν ἔχει πο­λύ ψη­λά. Κά­θε­ται κο­ντά στά σύ­νο­ρα μέ τήν Ἀλ­βα­νία. Ἔχω πά­ει πέ­ντε–ἕξι φο­ρές καί τήν προ­η­γού­με­νη ἑβδο­μά­δα ἐκεῖ ἤμου­να". Καί ἐνῶ ἔλε­γε αὐ­τά ἔλα­μπε ὁλό­κλη­ρη ἀπό χα­ρά.

»Μι­λοῦ­σε γιά πράγ­μα­τα πού θά γί­νουν στό μέλ­λον. Εἶ­πε: "Θά δεῖς πράγ­μα­τα πού δέν μπο­ρεῖς νά φα­ντα­στῆς. Θά δεῖς με­γά­λα κύ­μα­τα ἴσα μέ ἕνα δι­ώ­ρο­φο σπί­τι νά κα­τα­στρέ­φουν πό­λεις καί χω­ριά, καί λί­γοι θά σω­θοῦν". Πράγ­μα­τι δυό μῆ­νες με­τά τόν θά­να­τό της εἴ­χα­με τό γνω­στό τσου­νά­μι μέ χι­λιά­δες νε­κρούς. "Θά δεῖς παι­διά νά πη­γαί­νουν ἐκ­δρο­μή μέ τό σχο­λεῖο καί νά βγαί­νη ὁ σα­τα­νᾶς μέ τό δρε­πά­νι καί νά τούς παί­ρ­νη τά κε­φά­λια". Πράγ­μα­τι συ­νέ­βη τό γνω­στό ἀτύ­χη­μα μέ τά παι­διά ἀπό τήν Μα­κε­δο­νί­α μέ τό­σα θύ­μα­τα. Ἔ­λε­γε προ­φη­τεῖ­ες στήν δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1980 πού σή­με­ρα βγα­ί­νουν ἀ­λη­θι­νές: «Τά αὐ­το­κί­νη­τά σας θά τ᾿ ἀ­ρά­ξε­τε για­τί θά εἶ­ναι ἀ­κρι­βά τά κα­ύ­σι­μα». «O­ἱ γυ­ναῖ­κες σπά­νια θά γεννοῦν φυ­σι­ο­λο­γι­κά». «Ὁ κό­σμος θά παν­τρε­ύ­ε­ται μέ ἕ­να ἁ­πλό συμ­φω­νη­τι­κό». Μοῦ ἔ­λε­γε: "Δέν κά­νει νά σοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψω πε­ρισ­σό­τε­ρα για­τί ἁ­μαρ­τά­νω. Γιά ὅ,τι σοῦ λέ­ω μοῦ δί­νει ἄ­δεια ὁ Κύ­ριος"».

«Στίς 7 Σε­πτεμ­βρί­ου 2002 τήν ἐπι­σκέ­φτη­κα καί ἔδει­ξε νά μέ πε­ρι­μέ­νη. Μοῦ εἶ­πε: "Σέ λί­γες μέ­ρες ἐγώ θά φύ­γω ἀπό τήν ζωή. Δέν ξέ­ρεις μέ πό­ση χα­ρά πε­ρι­μέ­νω αὐ­τήν τήν στιγ­μή". Μοῦ ἔδω­σε κά­ποιες συμ­βου­λές, ὅπως νά νη­στεύω Τε­τάρ­τη καί Πα­ρα­σκευή, νά μήν δου­λεύω στίς ἀρ­γίες, νά πη­γαί­νω ὅσο μπο­ρῶ σέ ἀγρυ­πνί­ες καί ἄλ­λα πολ­λά. Ὕστε­ρα μοῦ εἶ­πε: "Ὅταν μέ χρει­ά­ζε­σαι νά ἔρ­χε­σαι στόν τά­φο μου. Ἐκεῖ θά εἶ­ναι πλέ­ον τό σπί­τι μου. Θά ζη­τᾶς τήν βο­ή­θειά μου γιά νά με­σι­τεύω στόν Κύ­ριο. Ἀρ­κεῖ αὐ­τά πού θά μοῦ ζη­τᾶς νά εἶ­ναι σύμ­φω­να μέ τά λό­για τοῦ Κυ­ρί­ου"».

*

Ἡ κυ­ρία Βα­σι­λι­κή Τζουρ­μα­νᾶ ἀπό τό Κομ­μέ­νο Ἄρ­της μαρ­τυ­ρεῖ: «Ἄκου­σα σέ μιά Ἐκ­κλη­σία τῆς Ἄρ­τας γιά πρώ­τη φο­ρά νά συ­ζη­τοῦν γιά τήν Λα­μπρι­νή καί τά πνευ­μα­τι­κά της χα­ρί­σμα­τα καί ἔνιω­σα με­γά­λη ἐπι­θυ­μία νά τήν γνω­ρί­σω. Μέ μιά συγ­γέ­νισ­σά μου πού τήν ἤξε­ρε πή­γα­με στό φτω­χι­κό σπι­τά­κι της. Ἀπό τό­τε γιά σα­ρά­ντα πε­ρί­που χρό­νια μέ­χρι πού ἔφυ­γε ἀπό τήν ζωή τήν ἀκο­λου­θοῦ­σα σχε­δόν πά­ντο­τε σέ προ­σκυ­νή­μα­τα, σέ ἀγρυ­πνί­ες, σέ λει­τουρ­γί­ες πού ἔκα­νε σέ Ἐκ­κλη­σί­ες καί κοι­μώ­μα­σταν μέ­σα σ᾿ αὐ­τές τίς νύ­χτες.

»Ἡ θειά Λα­μπρι­νή προ­σευ­χό­ταν καί διά­βα­ζε πολ­λές ὧρες καί κοι­μό­ταν ἐλά­χι­στα. Κά­πο­τε ζή­τη­σα τήν βο­ή­θειά της. Ὁ ἄν­δρας μου χαρ­τό­παι­ζε καί πα­ρα­με­λοῦ­σε τό σπί­τι. Εἴ­χα­με φθά­σει σέ ἀδι­έ­ξο­δο. "Μή φο­βᾶ­σαι", μοῦ εἶ­πε, "ὅλα θά τά τα­κτο­ποι­ή­σει ὁ Κύ­ρι­ος Ἰη­σοῦς Χρι­στός, ἀρ­κεῖ νά δεί­ξης πί­στη στόν Κύ­ριο". Μοῦ ζή­τη­σε γιά σα­ρά­ντα μέ­ρες νά ξυ­πνῶ στίς 3 με­τά τά με­σά­νυ­χτα καί νά προ­σεύ­χω­μαι κά­νο­ντας καί 40 με­τά­νοι­ες. Μοῦ εἶ­χε δώ­σει νά δια­βά­ζω κά­ποιες προ­σευ­χές καί μοῦ εἶ­πε ὅτι καί αὐ­τή θά προ­σεύ­χε­ται γιά νά μᾶς βο­η­θή­ση ὁ Κύ­ρι­ος.

»Πράγ­μα­τι ἔκα­να ὅπως μοῦ εἶ­πε ἡ θειά Λα­μπρι­νή κρυ­φά ἀπό τόν ἄν­δρα μου καί με­τά τίς σα­ρά­ντα μέ­ρες ξα­φνι­κά ὅλα ἄλ­λα­ξαν. Ὁ ἄν­δρας μου δέν ξα­νά­παι­ξε χαρ­τιά, ἀσχο­λοῦ­νταν μέ τά κτή­μα­τα καί τήν οἰ­κο­γέ­νεια καί τά οἰ­κο­νο­μι­κά μας βελ­τι­ώ­θη­καν.

»Κά­πο­τε μέ τήν θειά Λα­μπρι­νή καί ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες κοι­μη­θή­κα­με σέ μιά Ἐκ­κλη­σία. Ἀφοῦ τε­λεί­ω­σε τίς προ­σευ­χές της ξά­πλω­σε νά κοι­μη­θῆ. Ἐμέ­να δέν μέ ἔπαιρ­νε ὁ ὕπνος. Ἀκούω τήν θειά Λα­μπρι­νή ἐνῶ κοι­μό­ταν ἔβγα­ζε κά­τι ἀνα­στε­ναγ­μούς, σάν νά δού­λευε καί ἦταν πο­λύ κου­ρα­σμέ­νη. Αὐ­τό κρά­τη­σε γιά λί­γο. Ση­κώ­θη­κα καί ἔπια­σα τά χέ­ρια της καί τά πό­δια της. Ἦταν σάν νά ἔπια­να ἕναν πε­θα­μέ­νο. Κα­τά­λα­βα ὅτι πά­λι ἡ θειά Λα­μπρι­νή ἔφυ­γε πνευ­μα­τι­κά ἀπό τό σῶ­μα της. Τίς πρω­ϊ­νές ὧρες τήν ἄκου­σα πά­λι σάν νά ἀγκο­μα­χοῦ­σε. "Τώ­ρα θά ἐπέ­στρε­ψε", σκέ­φθη­κα. Μό­λις ξύ­πνη­σε τήν ρω­τάω: "Τό βρά­δυ ἔφυ­γες; Ποῦ πῆ­γες;". Μοῦ ἔδω­σε τήν ἑξῆς ἀπά­ντη­ση: "Πῆ­ρα τήν (τά­δε, μιά γυ­ναῖ­κα πού ἦταν στήν πα­ρέα μας) καί τήν πα­ρου­σί­α­σα στόν Κύ­ριο".

»Κά­ποια φο­ρά ἀντι­με­τώ­πι­σα ἕνα με­γά­λο πρό­βλη­μα. Ἔμει­να γιά ἕξι μῆ­νες στό κρεβ­βά­τι μέ δυ­να­τούς πό­νους στήν μέ­ση μου. Δέν μπο­ροῦ­σα νά κου­νη­θῶ καί πή­γαι­να ἀπό για­τρό σέ για­τρό, ἀλ­λά ἡ κα­τά­στα­σή μου χει­ρο­τέ­ρευε. Μιά μέ­ρα ἡ θειά Λα­μπρι­νή μέ ἐπι­σκέ­φθη­κε στό σπί­τι μου. "Μήν ἀνη­συ­χῆς", μοῦ εἶ­πε, "σέ λί­γο και­ρό θά εἶ­σαι τε­λεί­ως κα­λά". Τήν ἴδια μέ­ρα μέ πλη­ρο­φό­ρη­σε κά­ποια γνω­στή μου ὅτι ἡ θειά Λα­μπρι­νή πρίν ἔρ­θει στό σπί­τι μου πῆ­γε στήν Ἐκ­κλη­σία τοῦ χω­ριοῦ μου, καί γο­να­τι­στή γιά πολ­λή ὥρα προ­σευ­χό­ταν μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Πα­να­γί­ας, πού εἶ­ναι ἀφι­ε­ρω­μέ­νη ἡ Ἐκ­κλη­σία. Σέ λί­γες μέ­ρες μέ τήν βο­ή­θεια κά­ποιου για­τροῦ περ­πα­τοῦ­σα κα­νο­νι­κά. Ἀπό τό­τε μέ­χρι σή­με­ρα γιά 18 χρό­νια δέν εἶ­χα τήν πα­ρα­μι­κρή ἐνό­χλη­ση.

»Καί με­τά τήν κοί­μη­σή της σέ δύ­σκο­λες στιγ­μές τῆς ζω­ῆς μου τήν ἐπι­κα­λοῦ­μαι καί πά­ντα μέ βο­η­θᾶ. Εἶ­χα ἕνα κα­λο­καί­ρι πο­νο­κε­φά­λους καί ζα­λά­δες πού ἴσως ὠφεί­λο­νταν στούς καύ­σω­νες. Ξά­πλω­σα νά κοι­μη­θῶ, ἀφοῦ πρῶ­τα ζή­τη­σα τήν βο­ή­θειά της. Ἦρ­θε στόν ὕπνο μου, στά­θη­κε ἀπό πά­νω μου καί μέ σκέ­πα­σε μ᾿ ἕνα σε­ντό­νι. Τό πρωΐ πού ση­κώ­θη­κα ἤμουν ὑγι­έ­στα­τη».

*

Ἡ κυ­ρί­α Μα­ρί­α Δρα­γα­τά­κη ἀ­πό τήν Ἄρ­τα ἀ­να­φέ­ρει: «Ἔ­μα­θα πολ­λά κον­τά στήν για­γιά Λαμ­πρι­νή πη­γαί­νον­τας μα­ζί της στίς ἀ­μέ­τρη­τες ὁ­λο­νυ­χτί­ες καί στά προ­σκυ­νή­μα­τα πού ὠρ­γά­νω­νε ἡ ἴ­δια. Μέ ἀ­πο­κα­λοῦ­σε "παι­δί μου" καί ἡ λέ­ξη αὐ­τή ἄγ­γι­ζε πραγ­μα­τι­κά τήν ψυ­χή μου. Εἶ­χε ὑ­πο­μο­νή καί ἄ­κου­γε τά προ­βλή­μα­τά μου καί πάν­τα εὕ­ρι­σκε λύ­σεις. Ἡ ζω­ή της ἦ­ταν ἁ­γί­α καί ἦ­ταν πο­λύ τα­πει­νή. Τί νά πρω­το­θυ­μη­θῶ; Τήν βο­ή­θειά της πρός τήν μη­τέ­ρα μου; Τίς προ­βλέ­ψεις καί τήν προ­σευ­χή πού ἔ­κα­νε γιά τά παι­διά μου; Ἤ τό με­γά­λο κα­λό πού ἔ­κα­νε σέ μέ­να; Ὅ­ταν με­τά ἀ­πό ἕ­να βα­ρύ χει­ρουρ­γεῖ­ο ἔ­χα­σα τόν ὕ­πνο μου, νι­ώ­θον­τας ἀ­πελ­πι­σμέ­νη καί χα­μέ­νη, πῆ­γα με­σά­νυ­χτα στό σπί­τι της, ζη­τών­τας βο­ή­θεια καί τήν βρῆ­κα στά γό­να­τα νά προ­σεύ­χε­ται λου­σμέ­νη στόν ἱ­δρῶ­τα καί γύ­ρω της ἀ­ναμ­μέ­να καν­τή­λια καί κε­ριά. Μοῦ εἶ­πε: "Παι­δί μου, τί ἔ­πα­θες ἀ­πό­ψε;". Σταυ­ρώ­νον­τάς με ἀ­πό τό­τε ἠ­ρέ­μη­σα. Νά εἶ­ναι κα­λά ἐ­κεῖ πού βρί­σκε­ται ἡ για­γιά Λα­μπρι­νή καί νά πρε­σβεύη γιά ὅλους μας».

*

Ὁ Ἀ. Γ. ἀνα­φέ­ρει: «Γνώ­ρι­ζα τήν για­γιά Λα­μπρι­νή ἀπό μι­κρός, για­τί ἐρ­χό­ταν στό σπί­τι μας καί ἔβλε­πε τήν κα­τά­κοι­τη για­γιά μου, ἀλ­λά τήν θε­ω­ροῦ­σα μιά ἀγράμ­μα­τη για­γιά. Ἄκου­σα ἄλ­λους νά μι­λοῦν μέ εὐ­λά­βεια γι᾿ αὐ­τήν καί ὅταν γύ­ρι­σα ἀπό τό πρῶ­το προ­σκύ­νη­μά μου στό Ἅγιον Ὄρος τό 2002, πῆ­γα νά τήν δῶ καί νά τῆς δώ­σω μιά εὐ­λο­γία. Μπαί­νο­ντας στό κελ­λά­κι της ἔνιω­σα σάν νά βρί­σκω­μαι μπρο­στά σ᾿ ἕνα γί­γα­ντα. Συ­νει­δη­το­ποί­η­σα τό­τε, χω­ρίς νά ξέ­ρω πῶς, ὅτι αὐ­τή ἡ γυ­ναῖ­κα ἦταν πο­λύ ψη­λά πνευ­μα­τι­κά, τό­σο πού δέν μπο­ροῦ­σα νά τήν ἀτε­νί­σω, ἄν καί σω­μα­τι­κά ἦταν μι­κρο­κα­μω­μέ­νη.

»Ἡ συ­ζή­τη­ση μαζί της ἦταν μιά πνευ­μα­τι­κή παν­δαι­σία. Τό­τε κυ­ρι­αρ­χοῦ­σε τό θέ­μα τῶν ταυ­το­τή­των πού μέ ἀπα­σχο­λοῦ­σε ἔντο­να. Ἡ πρώ­τη κου­βέ­ντα πού μοῦ εἶ­πε, χω­ρίς νά ἀνα­φέ­ρω κά­τι σχε­τι­κό, ἦταν: "Δέν πρέ­πει νά πά­ρου­με τίς ταυ­τό­τη­τες μέ τό χά­ραγ­μα". Στίς ἑπό­με­νες ἐπι­σκέ­ψεις μου μέ­χρι τήν κοί­μη­σή της δια­πί­στω­σα ὅτι εἶ­χε τό προ­ο­ρα­τι­κό καί δι­ο­ρα­τι­κό χά­ρι­σμα. Μοῦ ἀνέ­φε­ρε γε­γο­νό­τα ἄγνω­στα σύμ­φω­να μέ τήν ἀν­θρώ­πι­νη λο­γι­κή, ἄλ­λο­τε γε­γο­νό­τα πού ἀφο­ροῦ­σαν τό μέλ­λον μου καί ἔγι­ναν, καί ἄλ­λα γιά γε­νι­κώ­τε­ρα θέ­μα­τα. Ὁρι­σμέ­νες δέ φο­ρές ἐνῶ εἶ­χα στό νοῦ μου νά θέ­σω μιά ἐρώ­τη­ση ἤ μοῦ γεν­νιό­ταν μιά ἀπο­ρία σέ συ­ζή­τη­ση πα­ρου­σίᾳ καί ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων, αὐ­τή στα­μα­τοῦ­σε τήν συ­ζή­τη­ση, ἀπα­ντοῦ­σε στήν ἐρώ­τη­ση πού σκε­φτό­μουν καί συ­νέ­χι­ζε τήν συ­ζή­τη­ση.

»Τόν Μά­ϊο τοῦ 2002 πού τήν εἶ­δα μοῦ εἶ­πε ὅτι σέ λί­γους μῆ­νες θά φύ­γει. Ἀλ­λά ὅταν μέ εἶ­δε πώς στε­νο­χω­ρή­θη­κα πο­λύ, εἶ­πε: "Ἔ, ἔτσι τό λέω, μῆνες– χρόνια". Ἀλ­λά ἐκοι­μή­θη πράγ­μα­τι σέ λί­γους μῆ­νες, τόν Ὀκτώ­βριο τοῦ 2002 καί ἐπορεύθη ἡ ψυχή της στόν Κύριο πού τόσο πόθησε ἀπό μικρή».

* * *

Τήν τε­λευ­ταία Κυ­ρια­κή πού πῆ­γε στήν Ἐκ­κλη­σία κοι­νώ­νη­σε καί διά­βα­σε τήν Εὐ­χα­ρι­στία στό σπί­τι της. Τήν Δευ­τέ­ρα ἅπλω­σε ὅλα τά βι­βλία στό κρεβ­βά­τι της, διά­βα­ζε ἀπό τό κα­θέ­να λί­γο, τό σταύ­ρω­νε, τό ἀσπα­ζό­ταν καί τό ἄφη­νε στήν ἄκρη. Τρό­πον τινά τά ἀπο­χαι­ρε­τοῦ­σε, για­τί τό­σα χρό­νια αὐ­τά ἦταν ἡ κα­λύ­τε­ρη συ­ντρο­φιά της. Τήν Τρί­τη τό ἀπό­γευ­μα κά­λε­σε τήν κό­ρη της νά κά­νουν Πα­ρά­κλη­ση. Τε­λει­ώ­νο­ντας εἶ­πε: "Σ᾿ εὐ­χα­ρι­στῶ, Πα­να­γία μου, πού μοῦ ἔδω­σες νά κά­νω κι αὐ­τή τήν Πα­ρά­κλη­ση. Για­τί μέ­χρι τήν Πέμ­πτη ἔχω πολ­λές προ­σευ­χές νά κά­νω ἀκό­μη". Στήν ἐρώ­τη­ση τῆς κό­ρης της τί θά κά­νει τήν Πέμ­πτη, ἀπά­ντη­σε: "Θά πάω γιά ἐκεῖ πού ἐρ­γά­στη­κα, ἄν ἐρ­γά­στη­κα κα­λά". Τήν Τε­τάρ­τη τό πρωΐ ζή­τη­σε νά δῆ τά ἐγ­γό­νια της. "Αὔ­ριο θά φύ­γω", εἶ­πε. Τό βρά­δυ εἶ­πε σέ μιά ἀνι­ψιά της: "Τώ­ρα ἐγώ θά φύ­γω. Νά πᾶς νά τό πῆς ἐσύ στήν Στα­θού­λα, νά μήν τῆς κα­κο­φα­νῆ. Πα­ρα­κα­λοῦ­σα τόν Θεό νά μέ ἀφή­ση νά ζή­σω, μέ­χρι νά ὡρι­μά­ση ἡ Στα­θού­λα καί νά κα­τα­λά­βη τί εἶ­ναι ἡ ἄλ­λη ζωή".

Κά­ποια στιγ­μή ἀνα­ση­κώ­θη­κε στό κρεβ­βά­τι, ἄνοι­ξε τά χέ­ρια της καί εἶ­πε στούς πα­ρευ­ρι­σκο­μέ­νους: "Ἐλᾶ­τε τώ­ρα, ὅλοι μα­ζί, νά πᾶ­με στά Ἱε­ρο­σό­λυ­μα". Τούς ἀγκά­λια­σε ὅλους, με­τά σταύ­ρωσε τό στῆ­θος της, τό προ­σκέ­φα­λο καί ξά­πλω­σε.

Τό­τε ἡ Στα­θού­λα ἔβγα­λε τούς ἄλ­λους ἔξω καί μα­ζί μέ τόν σύ­ζυ­γό της ἄνα­ψαν κε­ρά­κι καί διά­βα­σαν τίς προ­σευ­χές ὅπως ἀκρι­βῶς τῆς εἶ­χε ἀφή­σει ἐντο­λή νά κά­νη ἡ μη­τέ­ρα της Λα­μπρι­νή. Ὅταν τε­λεί­ω­σαν τίς προ­σευ­χές ἄκου­σαν ἕνα ἐλα­φρύ σσσσς καί ἡ Λα­μπρι­νή Βέ­τσιου ξε­ψύ­χη­σε σάν που­λά­κι, στίς 17 Ὀκτω­βρί­ου 2002, ἡμέ­ρα Πέμ­πτη.

Στόν τά­φο της περ­νοῦν καί προ­σκυ­νοῦν πολ­λοί ἄν­θρω­ποι. Προ­σεύ­χο­νται καί ἀν­τλοῦν δύ­να­μη. Κά­ποια πού ὅσο ζοῦ­σε ἡ Λα­μπρι­νή τήν συμ­βου­λευ­ό­ταν, ἦταν πο­λύ στε­νο­χω­ρη­μέ­νη, για­τί ὁ σύ­ζυ­γός της θά ἔκα­νε σο­βα­ρή ἐγ­χεί­ρη­ση καρ­διᾶς. Ἀφοῦ προ­σκύ­νη­σαν τόν τά­φο της καί προ­σευ­χή­θη­καν, εἶ­δε στόν ὕπνο της τήν για­γιά Λα­μπρι­νή πού τῆς εἶ­πε: "Μήν στε­νο­χω­ριέ­σαι. Ὁ ἄν­δρας σου θά γί­νει καλά. Μό­νο πρίν πᾶς στό Νο­σο­κο­μεῖο, θά φτιά­ξεις πρό­σφο­ρο καί θά τό πᾶς στήν Ἐκ­κλη­σία. Πράγ­μα­τι ἔκα­νε τό πρό­σφο­ρο καί ὅλα πῆ­γαν κα­λά.

Αὐ­τή ἦταν ἡ Λα­μπρι­νή Βέ­τσιου. Ἀσκή­τρια μέ με­γά­λες νη­στεῖ­ες, μέ κα­θη­με­ρι­νές ἀγρυ­πνί­ες, μέ συ­νε­χῆ με­λέ­τη καί προ­σευ­χή. Ἀγα­ποῦ­σε τόν Χρι­στό, μι­λοῦ­σε συ­νέ­χεια γι᾿ Αὐ­τόν καί ὅλα τά κύτ­τα­ρα τοῦ σώ­μα­τός της ἀνέ­δι­ναν Χρι­στόν. Βο­η­θοῦ­σε τούς ἀν­θρώ­πους μέ τήν χά­ρι πού εἶ­χε. Εἶ­δε ἀπ᾿ αὐ­τήν τήν ζωή τόν Πα­ρά­δει­σο καί τήν κό­λα­ση. Ἐνῶ προ­σευ­χό­ταν ἐρ­χό­ταν ἐνί­ο­τε ὁ Χρι­στός, ἡ Πα­να­γία καί Ἅγι­οι καί συ­νω­μι­λοῦ­σαν. Ἤξε­ρε τά μελ­λού­με­να καί ἔλε­γε ὅτι μᾶς πε­ρι­μέ­νουν πο­λύ δύ­σκο­λα χρό­νια. Λυ­πό­ταν τά μι­κρά παι­διά καί ἔλε­γε: "Ἄν ἤξε­ραν τί θά πε­ρά­σουν!". Ἀλ­λά ἀμέ­σως συμ­πλή­ρωνε: "Ἔχει ὁ Θε­ός. Θά οἰ­κο­νο­μή­σει γιά τούς Χρι­στια­νούς". Πε­ρισ­σό­τε­ρα, ἔλε­γε, δέν τήν ἄφη­νε νά πῆ ὁ Χρι­στός.

Αἰ­ω­νία της ἡ μνή­μη. Ἀμήν.

[1]. Ματθ. ιθ΄, 29.

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

 

ΤΟ ΤΑΜΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ. Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ.

Ἡ Δ΄ Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις.

Νομίζει ἑαυτὴν εὐτυχῆ γενομένη ὄργανον, δι᾿ οὗ τὸ Ἔθνος ἐκπληροῖ τὸ πλέον ἐφετὸν τῶν χρεῶν του, δη­λα­δὴ τὸ νὰ ἀναπέμψῃ τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὸν Θε­όν, Ὅστις ἔδειξε τοσαῦτα θαύματα διὰ νὰ τὸ σώσῃ.

 Κατὰ συνέπειαν, ἡ Δ΄  Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις ψηφίζει:

Α΄. Ὅταν ἡ τοπικὴ περιφέρεια τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ καθέ­δρα τῆς Κυβερνήσεώς της κατασταθῶσιν ὁρι­στι­κῶς, οἱ δὲ οἰκονομικοὶ πόροι τοῦ κράτους τὸ ἐπιτρέ­ψω­σιν, ἡ Κυβέρνησις θέλει διατάξει νὰ ἐγερθῇ εἰς τὴν κα­θέ­δραν εἷς Ναὸς ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ Σωτῆρος.

(ΑΡΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑΣ, τόμος 4ος. Δ΄ ἐν Ἄργει Ἐθνικὴ Συνέλευσις 1828-1829,

-Δεύτερος τῶν Ἐθνοσυνελεύσεων, σελ. 116)

Ὅταν οἱ ὑπεύ­θυ­νοι ἐνθυ­μη­θοῦν νά πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν τό λη­σμο­νη­μένο καί ἀνεκ­πλή­­ρω­το τάμα τοῦ Ἔθ­νους καί ἀρχίση ἡ ἀνοικο­δό­μη­ση τοῦ Ναοῦ, τά ἔσοδα ἀπό τήν διάθεση τοῦ παρόντος βι­­βλί­­ου θά διατεθοῦν γιά ἕνα λιθαράκι στό Ναό τοῦ Σω­τῆ­ρος μας Χριστοῦ.

Related reading