ON AIR — ERO — RadioFrequency
Enomeni RomiosiniEnomeni RomiosiniCENTER FOR UNITY AND STUDY -
PROMOTING OUR VALUES
IMPORTANT
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

Δ΄. Ἡσυχαστής «Πετράκης»

12 June 2026 · 8 min read

Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

    O κατά κό­σμον Γε­ώρ­γιος Λα­γι­ός γεν­νή­θη­κε τό ἔ­τος 1891 στήν Λῆ­μνο. Φα­ί­νε­ται ὅτι νέ­ος δέν βο­η­θή­θη­κε πνευ­μα­τι­κά γι᾿ αὐτό ἔ­πι­νε καί με­θοῦ­σε. Αὐ­τά γρά­φον­ται, ὅ­πως τά δι­έ­σω­σαν πα­λαι­οί γνώ­ρι­μοί του, γιά νά ἐ­ξη­γη­θοῦν καί νά κα­τα­νο­η­θοῦν κά­ποι­ες ἰ­δι­α­ί­τε­ρες μο­να­χι­κές του ἀ­σκή­σεις. Ἀλ­λά ὁ κα­λός Θε­ός πού εἶ­δε τήν κα­λή του προ­α­ί­ρε­ση, ἔ­δω­σε με­τά­νοι­α φλο­γε­ρή στήν ἁ­πλή καί σπά­νια ψυ­χή του καί ἦρ­θε νά μο­νά­ση στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος τό ἔ­τος 1908 σέ ἡ­λι­κί­α 17 ἐ­τῶν.

     Οἱ ἡ­συ­χα­στι­κές του ἀ­να­ζη­τή­σεις καί ἡ φή­μη τοῦ με­γά­λου ἡ­συ­χα­στοῦ, πα­πα–Δα­νι­ήλ Ἁ­γι­ο­πε­τρί­του, ὡ­δή­γη­σαν τά βή­μα­τά του στήν πιό ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη καί ἡ­συ­χα­στι­κή πε­ρι­ο­χή, στό Κελ­λί πού ἀ­σκή­τευ­σε ὁ ἅ­γιος Πέτρος ὁ Ἀ­θω­νί­της, ὁ πρῶ­τος καί με­γα­λύ­τε­ρος Ἀ­θω­νί­της ἡσυ­χα­στής. Ὑ­πο­τά­χθη­κε στόν πα­πα–Δα­νι­ήλ, τόν ὁ­ποῖ­ον προ­σπα­θοῦ­σε νά ἀκο­λου­θῆ στο­ύς ἀγῶ­νες του καί νά τοῦ κά­νη κα­λή ὑ­πα­κοή.

     Με­τά ἀ­πό πα­ρα­τε­τα­μέ­νη δο­κι­μή ἔ­γι­νε μο­να­χός τό ἔ­τος 1926 μέ τό ὄ­νο­μα Πέτρος. Ἔ­μα­θε ἀ­πό τόν ἁ­γι­α­σμέ­νο Γέροντά του τήν πρα­κτι­κή κα­λο­γε­ρι­κή καί μυ­ή­θη­κε ἀπ᾿ αὐ­τόν στά μυ­στι­κά τῆς ἡ­συ­χί­ας, τῆς νή­ψε­ως, τοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ καί τῆς ἀ­δι­α­λε­ί­πτου νο­ε­ρᾶς προ­σευ­χῆς, τά ὁ­ποῖ­α κρά­τη­σε μέ­χρι θα­νά­του.

    Βι­ώ­νον­τας βα­θειά τήν με­τά­νοι­α γιά τά ἐν γνώ­σει καί ἀ­γνο­ί­ᾳ ἁ­μαρ­τή­μα­τα τῆς νε­α­νι­κῆς του ζω­ῆς ζή­τη­σε καί ἔ­λα­βε εὐ­λο­γί­α ἀ­πό τόν Γέροντά του ἐ­πί τρεῖς μῆ­νες νά μήν πι­ῆ νε­ρό, γιά νά συγ­χω­ρή­ση ὁ Θε­ός τίς οἰ­νο­πο­σί­ες του. Ἔ­τρω­γε φα­γη­τό καί χόρ­τα βέ­βαι­α, ἀλ­λά δέν ἤ­πι­ε νε­ρό ἐ­πί τρεῖς μῆ­νες!

    Ἦ­ταν πρό­θυ­μος καί γεν­ναῖ­ος στο­ύς ἀ­σκη­τι­κο­ύς ἀ­γῶ­νες καί μέ τήν με­γά­λη ἁ­πλό­τη­τα πού τόν δι­έ­κρι­νε ἔ­κα­νε τε­λε­ί­α ὑ­πα­κοή στόν Γέροντά του. Ἡ κα­λή ἀρχή, τό πνευ­μα­τι­κό θε­μέ­λιο πού ἔ­θε­σε, προ­οι­μί­α­ζε καί τήν με­τέ­πει­τα φω­τει­νή πο­ρε­ί­α του.

    Ὅ­ταν ἐ­κοι­μή­θη ὁ πα­πα–Δα­νι­ήλ, πε­ρί­που τό 1929, γιά λί­γα χρό­νια ἔ­ζη­σε μέ το­ύς πα­ρα­δελ­φο­ύς του. Κάποιος ἀ­πό αὐ­το­ύς βγῆ­κε στόν κό­σμο. Οἱ ἄλ­λοι ἀ­πε­βί­ω­σαν καί φα­ί­νε­ται ὅ­τι δυ­σκο­λευ­ό­ταν μό­νος του. Ἦρ­θαν καί τά δύ­σκο­λα χρό­νια τῆς Κα­το­χῆς καί τῆς πε­ί­νας· ἔ­τσι ἀ­ναγ­κά­στη­κε τό 1940 νά ἀ­φή­ση τό Κελ­λί τῆς με­τα­νο­ί­ας του καί νά πά­ρη ἕ­να ξη­ρο­κά­λυ­βο στήν Μι­κρά Ἁ­γί­α Ἄν­να. Βρί­σκε­ται πά­νω ἀ­πό τήν Κα­λύ­βη τοῦ Ἀπ. Θω­μᾶ, χα­μη­λό­τε­ρα ἀ­πό τόν δρό­μο πού ὁ­δη­γεῖ στά Κα­του­νά­κια καί δέν φα­ί­νε­ται για­τί εἶ­ναι μέ­σα στόν βρά­χο. Ἔ­χει δύ­ο μι­κρά καί χα­μη­λά κελ­λά­κια. Μία ἐ­σω­τε­ρι­κή πόρ­τα ὁ­δη­γεῖ στόν βρά­χο, ὅ­που ὑ­πάρ­χει μί­α σπη­λιά ἀρ­κε­τά εὐ­ρύ­χω­ρη μέ ἕ­να ἄ­νοιγ­μα γιά φω­τι­σμό. Ἐ­δῶ ἀ­πο­μο­νω­νό­ταν ὁ Γέροντας γιά πε­ρισ­σό­τε­ρη ἡ­συ­χί­α.

     Αὐ­τό ἦ­ταν τό πνευ­μα­τι­κό του ἐρ­γα­στή­ριο, ἡ πνευ­μα­τι­κή του κυ­ψέ­λη, τό «γλυ­κό Κα­το­ύ­νι του»,  πού γι᾿ αὐ­τόν ἦ­ταν ἐ­πί­γει­ος πα­ρά­δει­σος, ἀ­φοῦ γευ­ό­ταν τό μέ­λι τῆς ἡ­συ­χί­ας καί τό μάν­να τοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Γι᾿ αὐ­τό δέν τοῦ ἔ­κα­νε καρ­διά νά βγα­ί­νη ἀ­πό τό κα­λύ­βι του, νά συ­να­να­στρέ­φε­ται καί νά μι­λᾶ μέ ἄλ­λους. Ὁ μι­κρό­σω­μος, ἀ­γράμ­μα­τος καί φτω­χός «Πε­τρά­κης» ἦ­ταν ἡ­συ­χα­στής σέ με­γά­λα μέ­τρα. Εἶ­χε τήν ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή, ἔ­βλε­πε συ­χνά τό Ἄ­κτι­στο Φῶς καί ζοῦ­σε ἀ­πό αὐ­τήν τήν ζωή πα­ρα­δει­σέ­νι­ες κα­τα­στά­σεις.

     Δι­η­γή­θη­κε ὁ γέ­ρων Γε­ρά­σι­μος ὁ Ὑ­μνο­γρά­φος: «Γνώ­ρι­σα τόν γε­ρω–Πέ­τρο (Πε­τρά­κη) τόν Κα­του­να­κι­ώ­τη. Ἦ­ταν ὄν­τως ἅ­γιος μο­να­χός. Ἔ­κα­νε πολ­λή προ­σευ­χή καί με­γά­λη ἄ­σκη­ση. Μία φο­ρά τήν ἑ­βδο­μά­δα μα­γεί­ρευ­ε καί ἔ­τρω­γε κά­θε μέ­ρα ἀ­πό αὐ­τό. Μία φο­ρά ἦρ­θε στό Κελ­λί μας ἀλ­λοι­ω­μέ­νος στήν ὄψη· κλαί­γον­τας μοῦ εἶ­πε ὅ­τι τό βρά­δυ προ­σευ­χό­με­νος πε­ρι­κυ­κλώ­θη­κε ἀ­πό λευ­κό ἄ­πλε­το φῶς καί γέ­μι­σε εὐ­ω­δί­α τό κελ­λί του. Ὁ ἴ­διος αἰ­σθάν­θη­κε ἀ­νέκ­φρα­στη μα­κα­ρι­ό­τη­τα, γλυ­κύ­τη­τα καί εἰ­ρή­νη. Δέν γνώ­ρι­ζε ἄν βρι­σκό­ταν στό κελ­λί του. Ρω­τοῦ­σε νά μά­θη τί εἶ­ναι αὐ­τό πού τοῦ συ­νέ­βη. Μοῦ εἶ­πε: ”Ἐσύ εἶ­σαι μορ­φω­μέ­νος, ξέ­ρεις γράμ­μα­τα, νά μοῦ πῆς μή­πως εἶ­ναι πλά­νη τοῦ Σα­τα­νᾶ, μή­πως εἶ­ναι τί­πο­τε κα­κό;”. Ὅ­λα ὅ­σα μοῦ ἔ­λε­γε ἦ­ταν τῆς χά­ρι­τος· κα­θώς τά δι­η­γεῖ­το εἶ­χε βγῆ ἐ­κτός ἑ­αυ­τοῦ καί σέ μί­α στιγμή ξαφ­νι­κά τό πρό­σω­πό του ἔ­λαμ­ψε καί ἐ­γώ τἄ­χα­σα. Δέν μι­λοῦ­σα καί τόν ἄ­φη­σα νά λέ­η. Δέν τόν δι­έ­κο­ψα κα­θό­λου. Ἀ­πο­τύ­πω­να καί ἔ­λεγ­χα ὅ­σα ἔ­λε­γε. Δέν δι­έ­κρι­να κα­νέ­να ση­μεῖ­ο πλά­νης. Ὕ­στε­ρα τοῦ εἶ­πα νά δο­ξά­ζη τόν Θε­όν πού ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά δῆ αὐ­τά, για­τί ὅ­λα εἶ­ναι ἀ­πό τόν Θεό καί δέν εἶ­ναι πλά­νη. Φε­ύ­γον­τας μέ πα­ρα­κά­λε­σε νά μήν τά πῶ που­θε­νά καί νά πα­ρα­κα­λῶ τόν Θεό νά τόν ἐ­λε­ή­ση γιά νά μήν πλα­νη­θῆ. Ὁ γε­ρω–Πέ­τρος ἦ­ταν τῆς νο­ε­ρᾶς προ­σευ­χῆς. Πο­λύ τα­πει­νός καί ἁ­πλός μο­να­χός».

     Φα­ί­νε­ται πώς αὐ­τό τό γε­γο­νός τοῦ συ­νέ­βη τό­τε γιά πρώ­τη φο­ρά, για­τί στήν συ­νέ­χεια ζοῦ­σε πολ­λές τέ­τοι­ες κα­τα­στά­σεις, ὅ­πως ἀ­πε­κά­λυ­ψε στόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο[1]. Ἔ­βλε­πε συ­χνά τό Ἄ­κτι­στο Φῶς, εἶ­χε ἀ­ε­ίρ­ρο­α δά­κρυ­α πού συ­νώ­δευ­αν τήν ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή του καί εἶ­χε ξε­πε­ρά­σει τά τυ­πι­κά.        

     Τόν ρώ­τη­σε κά­ποι­ος Γέ­ρον­τας ἄν κά­νη κα­νό­να καί ἀ­κο­λου­θί­α, καί ἀ­πάν­τη­σε: «Οὔ­τε κα­νό­να οὔ­τε ἀ­κο­λου­θί­α κά­νω. Μόλις δύ­σει ὁ ἥ­λιος τρώ­γω, κά­νω τό Ἀ­πό­δει­πνο καί κοι­μᾶ­μαι δύ­ο ὧ­ρες. Ὅ­ταν ξυ­πνή­σω, καί ὅταν ἔ­χη ἤ­δη νυ­χτώ­σει, ἀρ­χί­ζω τά κομ­πο­σχο­ί­νια. Στό δεύ­τε­ρο–τρί­το κομ­πο­σχο­ί­νι ἔρ­χον­ται τά δά­κρυ­α καί μέ­χρι τό πρωΐ δέν ξέ­ρω ποῦ βρί­σκο­μαι. Τό κα­λο­κα­ί­ρι ἀρ­χί­ζω τήν ἀ­γρυ­πνί­α τό βρά­δυ καί ὅ­ταν βγῆ ὁ ἥ­λιος, τό­τε συ­νέρ­χο­μαι καί μπα­ί­νω μέ­σα». (Πι­θα­νώ­τα­τα ἡρ­πά­ζε­το σέ θε­ω­ρί­α).

Γι᾿ αὐ­τό ζοῦ­σε ἔγ­κλει­στος καί δέν ἤ­θε­λε νά μι­λᾶ, «ἐγ­κο­πήν γλυ­κύ­τη­τος Θε­οῦ λα­βεῖν μή βου­λό­με­νος»[2]. Γιά  νά  μή  χά­ση τήν  ἐ­πι­κοι­νω­νί­α του  μέ τόν Θε­όν, ἀ­πέ­φευ­γε τίς συ­να­να­στρο­φές. «Ὁ ἀ­γα­πῶν τήν ὁ­μι­λί­αν

τήν με­τά τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­γα­πᾷ γε­νέ­σθαι μο­να­στι­κός»[3]. Τόν ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν οἱ πα­τέ­ρες καί χτυ­ποῦ­σαν τήν ἐ­ξώ­πορ­τα, αὐ­τός ὅ­μως ἄ­νοι­γε λί­γο τό πα­ρα­θυ­ρά­κι καί ρω­τοῦ­σε ποι­ός εἶ­ναι καί τί θέ­λει. Ἄν τοῦ πή­γαι­ναν τρό­φι­μα, το­ύς ἔ­λε­γε νά τά ἀ­φή­σουν ἔ­ξω. Δέν ἔ­βγαι­νε νά τά πά­ρη μέ­χρι πού σά­πι­ζαν. Αὐ­τό τό ἔκα­νε γιά νά βλέ­πουν οἱ πα­τέ­ρες τά σα­πι­σμέ­να τρό­φι­μα καί νά μήν τοῦ ξα­να­φέρ­νουν.

     Τόν ρώ­τη­σε κά­ποι­ος για­τί δέν βγα­ί­νει. «Ἅ­μα βγῶ ἔ­ξω, θά ποῦ­με λό­για πε­ρίσ­σια», ἀ­πάν­τη­σε. Ἦταν ἀ­κτή­μων. Μία–δύ­ο φο­ρές τόν χρό­νο ἔ­βγαι­νε γιά νά δώ­ση τό ἐρ­γό­χει­ρό του, τά κομ­πο­σχο­ί­νια,  καί νά προ­μη­θευ­τῆ τό πα­ξι­μά­δι του. Ἔ­κα­νε κά­θε μέ­ρα ἐ­νά­τη καί λά­δι δέν ἔ­τρω­γε σχε­δόν ὅ­λο τόν χρό­νο. Ἡ συ­νη­θι­σμέ­νη τρο­φή του ἦ­ταν τσά­ϊ μέ πα­ξι­μά­δι. Ἔ­κα­νε καί ἔ­κτα­κτα τρι­ή­με­ρα.

     Ἔ­λε­γε στόν πα­πα–Δι­ο­νύ­σιο τόν Μι­κρα­γι­αν­να­νί­τη ὅ­ταν ἦ­ταν νέ­ο κα­λο­γέ­ρι: «Γιά νά με­ί­νης στήν ἔρη­μο, θά πρέ­πει νά εἶ­σαι κα­λός μά­γει­ρας. Θά μα­γει­ρε­ύ­εις φα­σό­λια τήν Κυ­ρια­κή καί θά τρῶς μέ­χρι τήν Τρί­τη. Τήν Τε­τάρ­τη θά βά­λεις λί­γο νε­ρά­κι καί θά τά βρά­ζεις, τήν Πέμπτη θά βά­λεις λί­γη ντο­μα­τού­λα, τήν Πα­ρα­σκευή λί­γο ἁ­λα­τά­κι καί νε­ρό, τό Σάββατο θά βά­λεις καί λί­γο χυ­λό ἀ­πό ἀ­λε­ύ­ρι, καί τήν Κυ­ρια­κή ἄλ­λο φα­γη­τό. Ἔ­τσι μέ ἕ­να φα­γη­τό περ­νᾶς ὅ­λη τήν ἑ­βδο­μά­δα».

     Κάποτε εἶ­χε χι­ο­νί­σει καί τόν ἔ­βλε­πε ὁ πα­πα–Δι­ο­νύ­σιος ἀ­πό ἀ­πέ­ναν­τι νά πη­γαι­νο­έρ­χε­ται ξυ­πό­λυ­τος πά­νω στό χι­ό­νι. Ὕ­στε­ρα τόν ρώ­τη­σε για­τί τό ἔ­κα­νε αὐ­τό, καί τοῦ ἐκ­μυ­στη­ρε­ύ­τη­κε ὅ­τι εἶ­χε σαρ­κι­κό πό­λε­μο καί βγῆ­κε ξυ­πό­λυ­τος στό χι­ό­νι γιά νά πο­λε­μή­ση τήν πύ­ρω­ση.

     Ὁ γε­ρω–Πέτρος εἶ­χε χά­ρι­σμα νά βλέ­πη πράγ­μα­τα πού θά συνέβαιναν μελ­λον­τι­κά. Κάποια μέ­ρα πῆ­ρε πλη­ρο­φο­ρί­α καί πῆ­γε στόν τό­τε Γέροντα τῆς Κα­λύ­βης τοῦ Ἁ­γί­ου Χα­ρα­λάμ­πους στή Νέα Σκή­τη καί τοῦ εἶ­πε: «Γέροντα, ἔρ­χε­ται ὁ λύ­κος νά φά­η τό προ­βα­τά­κι σου, τό ξέ­ρεις; Τό κα­λο­γέ­ρι σου δέν πά­ει κα­λά. Τό πα­ρα­κο­λου­θεῖς; Πρό­σε­ξέ το, για­τί θά φύ­γει καί θά τά πε­τά­ξει». Ὄν­τως τό κα­λο­γέ­ρι ἦ­ταν πνιγ­μέ­νο στο­ύς λο­γι­σμο­ύς καί σχε­δί­α­ζε νά φύ­γη. Ὁ γε­ρω–Πέτρος ἀ­πό τήν Μι­κρά Ἁ­γί­α Ἄν­να τό ἔ­βλε­πε τό κα­λο­γέ­ρι. Δυ­στυ­χῶς πα­ρά τήν προ­σπά­θεια τοῦ Γέροντά του ἔ­φυ­γε στόν κό­σμο καί παν­τρε­ύ­τη­κε.

     Ζοῦ­σε τε­λεί­ως ἀ­πε­ρί­σπα­στα. Ἀ­νέ­βαι­νε τά κα­λο­καί­ρια στόν Ἄ­θω­να μέ τήν πρό­φα­ση νά μα­ζεύ­η τσά­ϊ, ἀλ­λά στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἡ­σύ­χα­ζε καί ἐ­πε­δί­δε­το στή νο­ε­ρά καί ἀ­δι­ά­λει­πτη προ­σευ­χή, καί στήν θε­ω­ρί­α. Προ­σπα­θοῦ­σε νά ζῆ στήν ἀ­φά­νεια, γι᾿ αὐ­τό δέν δι­α­σώ­ζον­ται πολ­λά στοι­χεῖ­α ἀ­πό τήν ζωή του. Ἀλ­λά, ὅ­πως λέ­νε οἱ Ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες, ἀρ­κεῖ πολ­λές φο­ρές καί ἕ­νας λό­γος, γιά νά φα­νε­ρώ­ση ὅ­λη τήν πνευ­μα­τι­κή κα­τά­στα­ση καί τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή ἐρ­γα­σί­α τοῦ μο­να­χοῦ. Ἄν δο­κι­μά­ση κα­νε­ίς ἕ­να ρα­κο­πό­τη­ρο κρα­σί κα­τα­λα­βα­ί­νει ὅ­λη τήν ποι­ό­τη­τα τοῦ κρα­σιοῦ ἑ­νός με­γά­λου βα­ρε­λιοῦ. Καί ὁ γερω–Πέτρος, ἀπ᾿ τά λί­γα στοι­χεῖ­α πού ὑ­πάρ­χουν, φα­ί­νε­ται ὅ­τι ἦ­ταν προ­χω­ρη­μέ­νος στήν εὐ­χή. Ἦ­ταν μο­να­χός τῆς εὐ­χῆς, τῆς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας. Μο­να­χός βια­στής, πραγ­μα­τι­κός ἀ­σκη­τής πού συν­δύ­α­ζε πρά­ξη καί θε­ω­ρί­α.

     Ὅ­λοι οἱ πα­τέ­ρες πού τόν γνώ­ρι­σαν ἐκ­φρά­ζον­ται γι᾿ αὐ­τόν μέ τά κα­λύ­τε­ρα λό­για. «Ἦ­ταν ὁ κα­λύ­τε­ρος τῆς πε­ρι­ο­χῆς», «πραγ­μα­τι­κός μο­να­χός», «ἁ­γι­ώ­τα­το Γε­ρον­τά­κι». Καί ὁ γε­ρω–Πα­ΐ­σιος ἔ­λε­γε ὅ­τι ἀπ᾿ ὅ­σους ἀ­σκη­τές γνώ­ρι­σε, ὁ γε­ρω–Πέτρος ἦ­ταν σέ ἀ­νώ­τε­ρα μέ­τρα, γι᾿ αὐ­τό ἤ­θε­λε νά γί­νη ὑ­πο­τα­κτι­κός του.

     Ὁ πα­πα–Ἐ­φραίμ ὁ Κα­του­να­κι­ώ­της εἶ­χε πολ­λή εὐ­λά­βεια στόν γε­ρω–Πέ­τρο καί εἶ­πε γι᾿ αὐ­τόν: «Σοῦ ἄ­φη­νε μί­α γλυ­κύ­τη­τα μέ­σα σου, ὅ­ταν τόν συ­ναν­τοῦ­σες καί σέ μι­λοῦ­σε αὐ­τός ὁ ἄν­θρω­πος. Πο­τέ δέν φά­νη­κε σέ ἀ­γρυ­πνί­ες καί πο­τέ δέν προ­ξέ­νη­σε σκάν­δα­λο. Μία ζω­ή στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί νά εἶ­ναι εἰ­ρη­νι­κός μέ ὅ­λους, με­γά­λο κα­τόρ­θω­μα».

     Ὁ γε­ρω–Πέ­τρος, ὅ­ταν συ­ναν­τοῦ­σε Πα­τέ­ρες στόν δρό­μο, δέν ἔ­λε­γε τόν κα­θι­ε­ρω­μέ­νο χαι­ρε­τι­σμό «εὐ­λο­γεῖ­τε», ἀλ­λά τό ἑ­ξῆς βα­θυ­στό­χα­στο: «Πα­τέ­ρες, φεύ­γου­με» (δη­λα­δή πε­θα­ί­νου­με).

     Εἶ­χε με­γά­λη λε­πτό­τη­τα. Ἀ­πέ­φευ­γε νά δι­α­νυ­κτε­ρεύ­η σέ Κελ­λιά, γιά νά μήν ἐ­πι­βα­ρύ­νη τούς πα­τέ­ρες, ἀλ­λά καί γιά νά μή χά­νη ὁ ἴ­διος τήν ἡ­συ­χί­α του καί πα­ρα­βαί­νη τό τυ­πι­κό του. Μία φο­ρά ὁ γερω– Ἰω­α­κείμ ὁ Κα­ρυ­ώ­της ἀ­πό τήν Βα­το­πε­δι­νή Κα­λύ­βη τῆς Ἀ­να­λή­ψε­ως τόν πί­ε­σε νά δι­α­νυ­κτε­ρεύ­ση στό Κελ­λί του, ἀλ­λά δέ δέ­χθη­κε. Ξε­κί­νη­σε μέ τά πό­δια γιά τήν Δάφ­νη. Στόν δρό­μο νύ­χτω­σε, ἄρ­χι­σε νά βρέ­χη καί δι­α­νυ­κτέ­ρευ­σε σέ μί­α κου­φά­λα κα­στα­νιᾶς.

     Ὅ­ταν προ­αι­σθάν­θη­κε ὅ­τι πλη­σι­ά­ζει ἡ κο­ί­μη­σή του, ἔ­φυ­γε ἀ­πό τό Κελ­λά­κι του στήν Μι­κρά Ἁ­γί­α Ἄν­να καί πῆ­γε στήν με­τά­νοιά του, στόν Ἅ­γιο Πέτρο, ν᾿ ἀ­φή­ση τά κόκ­κα­λά του ἐ­κεῖ, ὅ­που ξε­κί­νη­σε τήν κα­λο­γε­ρι­κή του. Ἔ­ζη­σε ἐ­κεῖ με­ρι­κο­ύς μῆ­νες καί ἐ­κοι­μή­θη τό ἔ­τος 1958 τήν ἡ­μέ­ρα τῆς μνή­μης τοῦ ἁ­γί­ου Πέτρου τοῦ Ἀ­θω­νί­του τοῦ ὁ­πο­ί­ου εἶ­χε τό ὄ­νο­μα καί πρός τι­μήν τοῦ ὁ­πο­ί­ου ἐ­τι­μᾶ­το ὁ να­ός τῆς Κα­λύ­βης. Ὅ­ταν ἐ­κοι­μή­θη, τά μό­να πράγ­μα­τα πού βρέ­θη­καν στό κελ­λί του ἦ­ταν λί­γο πα­ξι­μά­δι σ᾽ ἕ­να κα­λά­θι καί μι­σό μπου­κά­λι λά­δι γιά τό καν­τή­λι. Οὔ­τε κρεβ­βά­τι οὔ­τε στρῶ­μα εἶ­χε.

Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με.  Ἀ­μήν.

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

 

  1. 1. Βλ. Ἁ­γι­ο­ρεῖ­ται Πα­τέ­ρες καί Ἁ­γι­ο­ρε­ί­τι­κα, σελ. 69.
  2. Κλῖ­μαξ ΚΖ΄, κε΄.
  3. Ἀβ­βᾶ Ἰ­σα­άκ, ΛΔ’, 152.

Related reading