ON AIR — ERO — RadioFrequency
Enomeni RomiosiniEnomeni RomiosiniCENTER FOR UNITY AND STUDY -
PROMOTING OUR VALUES
IMPORTANT
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

IZ΄. Ἡγούμενος Ἀνδρέας Ἁγιοπαυλίτης

2 February 2025 · 18 min read

Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο ἡγού­με­νος Ἀν­δρέ­ας Ἁ­γι­ο­παυ­λί­της γεν­νή­θη­κε στόν Ἀγ­κώ­να Κε­φαλ­λη­νί­ας στίς 22 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου τό ἔ­τος 1904. Οἱ γο­νεῖς του Γρη­γό­ριος Εὐ­αγ­γε­λᾶ­τος καί Βα­σι­λι­κή Πα­να­γου­λά­του στήν βά­πτι­ση τοῦ ἔ­δω­σαν τό ὄ­νο­μα Ἄγ­γε­λος. Δέν ἔ­μει­ναν πο­λύ στό χω­ριό πού γεν­νή­θη­κε, ἀλ­λά με­τώ­κη­σαν πιό Νό­τια.

Ὁ Ἄγ­γε­λος ἦ­ταν εὐ­λα­βής καί ἡ ζω­ή του πο­λύ προ­σε­κτι­κή. Εἶ­χε πό­θο νά γί­νη κα­λό­γε­ρος καί νά ἀ­φι­ε­ρω­θῆ στόν Θε­ό. Ἀπό λα­ϊ­κός ἤ­ξε­ρε τούς χαι­ρε­τι­σμούς τῆς Πα­να­γί­ας ἀπ᾿ ἔ­ξω καί το­ύς ἔ­λε­γε κά­θε μέ­ρα. Ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νά κοι­μη­θῆ, ὅ­ση δου­λειά κι ἄν εἶ­χε, ὅ­σο κου­ρα­σμέ­νος καί ἄν ἦ­ταν, χω­ρίς νά πῆ τούς Χαι­ρε­τι­σμούς. Ὅ­ταν ἐ­νη­λι­κι­ώ­θη­κε ἔ­γι­νε Ἀ­στυ­νο­μι­κός. Ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί τήν προ­σευ­χή. Γι᾿ αὐτό, ὕστερα ἀπό μερικά χρόνια, ἀ­πε­φά­σι­σε νά γί­νη μο­να­χός καί τό πραγ­μα­το­πο­ί­η­σε.

Ἄν καί ἡ Κε­φαλ­λο­νιά εἶ­χε Μο­να­στή­ρια, αὐ­τός προ­τι­μοῦ­σε νά μο­νά­ση μα­κρυ­ά γιά λό­γους ξε­νητεί­ας, γιά νά μήν τόν ξέ­ρουν καί τόν ἐ­νο­χλοῦν οἱ δι­κοί του. Ἄ­κου­σε ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ἕ­να με­γά­λο Μο­να­στή­ρι στή Λει­βα­διά, τοῦ ὁ­σί­ου Λου­κᾶ. Ἀ­πε­φά­σι­σε νά πά­η ἐ­κεῖ. Δέν ἤ­ξε­ρε ἀ­κρι­βῶς ποῦ εἶ­ναι, ἀλ­λά προγραμμάτισε Δευ­τέ­ρα νά φύ­γη γιά τήν Λει­βα­διά. Τήν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα, τήν Κυ­ρια­κή, λει­τουρ­γή­θη­κε στό Λη­ξο­ύ­ρι σέ μί­α Ἐκ­κλη­σί­α. Πῆ­γε ἀ­πό νω­ρίς. Μό­λις μπῆ­κε στό να­ό βλέ­πει ἕ­να νέ­ο ψη­λό μέ ρω­μα­λέ­ο σῶ­μα. Εἶ­χε στρα­τι­ω­τι­κή ἐν­δυ­μα­σί­α μέ χλα­μύ­δα σάν ἀρ­χαῖ­ος. Δέν πε­ρι­ερ­γά­στη­κε ποι­ός ἦταν αὐ­τός ὁ νέ­ος, ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἔ­κα­νε νό­η­μα νά πά­η κον­τά του. Δέν ἔ­δω­σε ση­μα­σί­α. Ἔ­φυ­γε ὁ νέ­ος, πῆ­γε πί­σω ἀ­πό τήν Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα καί τοῦ ξα­νά­κα­νε νό­η­μα νά πλη­σιά­ση. Ὁ Ἄγ­γε­λος πά­λι δέν ἔ­δω­σε ση­μα­σί­α καί δέν μπῆ­κε στό Ἱ­ε­ρό. Κά­θη­σε στήν θέ­ση του καί ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε ἡ Λει­τουρ­γί­α πῆ­γε σπί­τι του.

Τήν Δευ­τέ­ρα ξε­κί­νη­σε γιά τήν Λει­βα­διά. Πῆ­γε πρῶ­τα στήν Πά­τρα. Ἐκεῖ συ­νάν­τη­σε ἕ­ναν κα­λό­γε­ρο∙ τόν χαι­ρέ­τη­σε καί τοῦ ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε τόν σκο­πό του, ὅ­τι δη­λα­δή πά­ει καί αὐ­τός νά γί­νη μο­να­χός στόν ὅ­σιο Λου­κᾶ Λει­βα­διᾶς. Ὁ κα­λό­γε­ρος τοῦ εἶ­πε: «Τί θά κά­νεις ἐ­κεῖ; Ἔ­λα στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, στό Πε­ρι­βό­λι τῆς Πα­να­γί­ας∙ τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ἕ­να εἶ­ναι». Τοῦ εἶ­πε δι­ά­φο­ρα ὁ κα­λό­γε­ρος καί ἐκεῖνος ἄλ­λα­ξε γνώ­μη. Ἔτσι ἀ­πε­φάσι­σε νά πά­η μα­ζί του στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ἔ­φθα­σαν στόν Πει­ραι­ᾶ, μέ κα­ρά­βι στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη καί ἀ­πό κεῖ στήν Δάφ­νη. Ὁ κα­λό­γε­ρος ἦ­ταν ἀ­πό τοῦ Ἐ­σφιγ­μέ­νου. Ὁ Ἄγ­γε­λος πῆ­γε νά προ­σκυ­νή­ση στήν Σι­μω­νό­πε­τρα. Ρώ­τη­σε ἄν ἔ­χη ἄλ­λο μο­να­στή­ρι κον­τά καί πῆ­γε στοῦ Γρη­γο­ρί­ου, καί ἀ­πό κεῖ Δι­ο­νυ­σί­ου καί ἐν συ­νε­χεί­ᾳ Ἁ­γίου Παύλου. Ὅ­λα αὐ­τά τά προ­σκύ­νη­σε σέ μία μέ­ρα μέ τά πό­δια. Ἦ­ταν Σε­πτέμ­βριος τοῦ 1934.

Στόν Ἅ­γιο Παῦ­λο ἔ­φθα­σε τήν ὥ­ρα τοῦ Ἑ­σπερι­νοῦ. Μπῆ­κε στήν Ἐκ­κλη­σί­α νά προ­σκυ­νή­ση καί βλέ­πει τήν εἰ­κό­να τοῦ ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου στό τέμ­πλο δε­ξιά. Κοι­τά­ει προ­σε­κτι­κά, ξα­να­κοι­τά­ει, ἀ­να­ρω­τι­έται: «Ποῦ τήν εἶ­δα αὐ­τήν τήν εἰ­κό­να;». Τότε θυ­μήθηκε: «Τήν εἰ­κό­να δέν τήν εἶ­δα, ἀλ­λά αὐ­τό τό παλ­λη­κά­ρι, (τόν ἅ­γιο Γε­ώρ­γιο) τό εἶ­δα! Αὐ­τός ἦ­ταν στήν Ἐκ­κλη­σί­α, στόν Παν­το­κρά­το­ρα στό Λη­ξού­ρι. Αὐ­τός ἦ­ταν! Δέν θά φύ­γω. Ἐ­δῶ θά μεί­νω». Ἔ­τσι ἔ­μει­νε καί ἔ­βα­λε με­τά­νοι­α γιά δό­κι­μος.

Ἡ­γού­με­νος τό­τε ἦ­ταν ὁ π. Σε­ρα­φείμ. Βλέ­πον­τας τήν ὡ­ρι­μό­τη­τά του, τήν εὐ­λά­βεια, τήν πρό­θυ­μη ὑ­πα­κο­ή καί τόν ἀ­γω­νι­στι­κό του ζῆ­λο, με­τά ἀ­πό τέσ­σε­ρις μῆ­νες, στίς 16 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1935, τόν ἔ­κα­ναν ρα­σο­φό­ρο καί στίς 25 τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός τόν ἔ­κρι­ναν ἄ­ξιο νά λά­βη τό Μέ­γα καί Ἀγ­γε­λι­κό Σχῆ­μα μέ τό ὄ­νο­μα Ἀν­δρέ­ας. Με­τά ἀ­πό ἕ­να μῆ­να τόν ἔ­κα­ναν διᾶ­κο καί σέ ἕ­ξι μῆ­νες, στίς 28 Ἰ­ου­λί­ου, τόν χει­ρο­τό­νη­σαν ἱ­ε­ρέ­α. Μέ­σα σέ δέ­κα μῆ­νες ἔ­γι­ναν ὅ­λα καί ἦ­ταν τό­τε ὁ ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Ἀν­δρέ­ας 31 ἐ­τῶν. Τό­τε κα­τά­λα­βε για­τί ὁ ἅ­γιος Γε­ώρ­γιος τόν κα­λοῦ­σε κον­τά του. Πρῶ­τα τόν κά­λε­σε στό Μο­να­στή­ρι του καί με­τά μέ­σα στό Ἅ­γιο Βῆ­μα (ἐν­νο­οῦ­σε τήν ἱ­ε­ρω­σύ­νη). Ὅ­λα εἶ­χαν ἕ­ναν προ­ϊ­δε­α­σμό.

Ἐ­νῶ ἀ­γω­νι­ζό­ταν καί ἀ­να­λω­νό­ταν στά δι­α­κο­νή­μα­τα, ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας ἔ­νι­ω­θε μί­α ἕλ­ξη πρός τήν ἡ­συ­χί­α. Τό­τε στήν ἔ­ρη­μο ἀ­σκεῖ­το ὁ π. Γε­ρά­σι­μος Με­νά­γιας. Ἦ­ταν Κε­φαλ­λο­νί­της καί ἐρ­χό­ταν στόν Ἅ­γιο Παῦ­λο. Ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας γνω­ρί­στη­κε μέ τόν Με­νά­για καί ἐ­πεθύ­μη­σε νά ζή­ση μα­ζί του στήν ἔ­ρη­μο τοῦ Ἁ­γί­ου Βα­σι­λεί­ου. Πα­ρε­κά­λε­σε πο­λύ τόν ἡ­γού­με­νο Σε­ρα­φείμ καί τοῦ ἔ­δω­σε τε­λι­κά εὐ­λο­γί­α. Τό 1938 πῆ­γε στόν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο καί ἔ­ζη­σε δυ­ό­μι­σι  χρό­νια μέ τόν ἀ­σκη­τή π. Γε­ρά­σι­μο Με­νά­για. Ἐ­κεῖ  γνώ­ρι­σε καί ἄλ­λους ἀ­σκη­τές καί τόν γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ τόν ἡ­συ­χα­στή. Τόν εἶ­χε σέ εὐ­λά­βεια. Τόν θε­ω­ροῦ­σε ἅ­γιο καί τόν ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­ταν ὅ­ταν ἄ­κου­γε νά τόν κα­τη­γο­ροῦν.

Θε­ώ­ρη­σε εὐ­τύ­χη­μα πού γνώ­ρι­σε καί τόν  π. Σω­φρό­νιο τόν Ρῶσ­σο μέ τόν ὁ­ποῖ­ον καί συν­δέ­θη­κε πνευ­μα­τι­κά. Κα­τε­νό­η­σε τόν πνευ­μα­τι­κό πλοῦ­το, τήν θεί­α χά­ρι πού εἶ­χε ὁ τό­τε δια­κο–Σω­φρό­νιος· τόν εἶ­χε σέ με­γά­λη εὐ­λά­βεια καί ἐ­πε­δί­ω­κε τήν ἐ­πι­κοινωνί­α μα­ζί του.

Κα­τά τό ἔ­τος 1939, κά­ποι­α μέ­ρα με­τά τό με­ση­μέ­ρι, εἶ­χαν βγῆ ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας καί ὁ δια­κο–Σω­φρό­νιος νά μα­ζέ­ψουν σα­λιγ­κά­ρια. Ξαφ­νι­κά βλέ­πουν μί­α σκιά ἀν­θρώ­που σέ ἀ­πό­στα­ση καί πα­ρα­τή­ρη­σαν ὅ­τι εἶ­ναι σχε­δόν γυ­μνός. Κα­τά­λα­βαν ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πό τούς «γυ­μνούς» ἀ­σκη­τές καί ἔ­τρε­ξαν νά τόν προ­λά­βουν. Αὐ­τός ὅ­μως, ὅ­ταν τούς ἀν­τι­λή­φθη­κε, ἔ­τρε­ξε νά κρυ­φθῆ. Ὁ δια­κο–Σω­φρό­νιος κου­ρά­στη­κε καί ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας πού ἦ­ταν νε­ώ­τε­ρος, τόν  ρώ­τη­σε:

–Νά τρέ­ξω νά τόν προ­λά­βω;

–Ἄν μπο­ρῆς, τρέ­ξε, τοῦ εἶ­πε. Ἔ­τρε­ξε καί ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στά δύ­ο μέ­τρα τόν φώ­να­ξε:

–Στά­σου, ἄν­θρω­πέ μου, νά μέ εὐ­λο­γή­σης, ἄν δέν εἶ­σαι δαί­μων, δῶ­σε μου τήν εὐ­χή σου. Τόν ἔ­φθα­σε καί τόν ἔ­πια­σε ἀ­πό τό χέ­ρι.

–Ἄν ἀ­γα­πᾶς τόν Θε­ό, ἄ­σε με, τοῦ εἶ­πε ὁ Ἀ­σκη­τής.

–Ἐ­πει­δή ἀ­γα­πῶ τόν Θε­ό, γι᾿ αὐ­τό ἔ­τρε­χα νά σέ προ­λά­βω. Εἶ­δε νά φο­ρᾶ στήν μέ­ση ὁ Ἀ­σκη­τής ἕνα τσου­βά­λι τρί­χι­νο φθαρ­μέ­νο, καί τί­πο­τε ἄλ­λο, οὔ­τε πα­πού­τσια οὔ­τε κάλ­τσες, καί ἦ­ταν Μάρ­τιος μήνας. Τοῦ λέ­ει:

–Πῶς εἶ­σαι ἔ­τσι; Νά σοῦ φέ­ρω ροῦ­χα;

–Δέν θέ­λω.

–Θές πα­ξι­μά­δι ἤ τί­πο­τα ἄλ­λο;

–Ὄ­χι.

–Νά σοῦ φέ­ρω κά­τι; Ἔ­τσι γιά εὐ­λο­γί­α…

–Φέ­ρε μου λί­γο ἁ­λά­τι.

–Ποῦ νά σοῦ τό φέ­ρω;

–Ἄ­στο σέ κεί­νη τήν πέ­τρα. Τήν ἄλ­λη μέ­ρα πῆ­γαν τό ἁ­λά­τι, τό ἄ­φη­σαν στήν πέ­τρα καί πα­ρα­φύ­λα­γαν. Τό ἁ­λά­τι ἔ­με­ινε ἐ­κεῖ καί ὁ Ἀ­σκη­τής δέν ξα­να­φά­νη­κε.

Ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας δι­η­γή­θη­κε καί τό ἑξῆς: «Ὁ  Με­νά­γιας ἦ­ταν προ­σω­πι­κός φί­λος τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος τοῦ εἶ­χε χα­ρί­σει μία φω­το­γρα­φί­α του καί ἕ­να κομ­πο­σχο­ί­νι. Τό­τε ἐ­κεῖ στόν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο με­ρι­κοί ἀμ­φι­σβη­τοῦ­σαν τήν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου. Ὁ Με­νά­γιας γιά νά τούς ἀ­πο­δεί­ξη ὅ­τι εἶ­ναι Ἅ­γιος ὁ Πεν­τα­πό­λε­ως Νε­κτά­ριος, πῆ­ρε μία λε­κά­νη, ἔ­βα­λε ἀ­λεύ­ρι καί νε­ρό, τά ἀ­να­κά­τε­ψε, ἀ­πό πά­νω ἔ­βα­λε τό κομ­πο­σχο­ί­νι τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου καί ἀ­πό μό­νο του χω­ρίς προ­ζύ­μι φού­σκω­σε».

«Ἐ­γώ ἄλ­λη ἀ­πό­δει­ξη δέν θέ­λω», ἔ­λε­γε ὁ παπα–Ἀν­δρέ­ας.

 
      Ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας στόν Ἅ­γιο Βα­σί­λειο γνώ­ρι­σε τό­τε πολ­λούς με­γά­λους ἀ­σκη­τές, ὠ­φε­λή­θη­κε ἀ­πό τό πα­ρά­δειγ­μά τους καί ὁ ἴ­διος ἀ­γω­νι­ζό­ταν πο­λύ. Εἶ­χε ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μέ τό Μο­να­στή­ρι του ὅ­λο αὐ­τό τό δι­ά­στη­μα καί με­τά ἀ­πό δυ­ό­μι­σι χρό­νια πά­λι ἐ­πέ-   στρε­ψε στήν με­τά­νοι­ά του. Εἶ­πε τό­τε στόν ἡγού­με­νο Σε­ρα­φείμ: «Ἐ­κεῖ πολ­λούς ἁ­γί­ους γνώ­ρι­σα, ἀλ­λά καί ἕ­ναν ἅ­γιο διᾶ­κο. Ἄν τόν κα­τα­φέ­ρου­με νά τόν φέ­ρου­με ἐ­δῶ γιά Πνευ­μα­τι­κό θά μᾶς βο­η­θή­σει πο­λύ». Ὁ Ἡ­γού­με­νος συμ­φώ­νη­σε: «Βε­βαί­ως, ἀ­φοῦ τό λές ἐ­σύ, θά τό κά­νου­με». Πῆ­γαν καί τόν πα­ρα­κά­λεσαν. Ὁ δια­κο–Σω­φρό­νιος ἤ­θε­λε τήν ἡ­συ­χί­α. Ὅ­μως θε­ώ­ρη­σε ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­πό τήν θεί­α πρό­νοι­α αὐ­τή ἡ πρό­τα­ση, δι­ό­τι ὁ ἅ­γιος Σι­λουα­νός τοῦ εἶ­χε πεῖ: «Ὅ­ταν σοῦ ζη­τή­σουν βο­ή­θεια νά μήν ἀρ­νη­θῆς. Ὡς Πνευ­μα­τι­κός, νά εἶ­σαι δι­α­κρι­τι­κός νά μήν κά­νης ὑ­περ­βο­λές». Ἔ­τσι θε­ώ­ρη­σε ὅ­τι ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νά πραγ­μα­το­ποι­η­θῆ αὐ­τό. Τῆς Ὑ­πα­παν­τῆς τοῦ 1941 τόν  χει­ρο­τό­νη­σαν ἱ­ε­ρέ­α, ἔ­μει­νε ἄλ­λο ἕ­να χρό­νο στά Κα­ρού­λια καί με­τά ἦρ­θε καί ἔ­με­ινε στό κάθισμα τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος. Τό Μο­να­στή­ρι τοῦ ἔ­δι­νε κουμ­πά­νια, αὐ­τός ἔ­δι­νε τίς εἰ­κό­νες πού ἔ­κα­νε καί ἐ­ξω­μο­λο­γοῦ­σε το­ύς πα­τέ­ρες. Βο­ή­θη­σε πο­λύ καί ἔ­σω­σε τό Μο­να­στή­ρι ἀ­πό πολ­λούς κιν­δύ­νους τό­τε στά δύ­στυ­χα χρό­νια τῆς Κα­το­χῆς ἀ­πό τούς Γερ­μα­νούς. Καί ὅλα αὐ­τά χά­ρι στήν δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τα τοῦ πα­πα–Ἀν­δρέ­α.

Ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας ὅταν ἐ­πέ­στρε­ψε ἀ­πό τήν ἔ­ρη­μο ἦ­ταν γιά εἴ­κο­σι χρό­νια ὁ μοναδικός ἐ­φη­μέ­ριος στό Μο­να­στή­ρι του. Στήν δι­α­κο­πή πρίν ἀπό τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α δέν κοι­μό­ταν σέ κρεβ­βά­τι ἀλ­λά κα­θή­με­νος στήν κα­ρέ­κλα γιά νά μήν τοῦ συμ­βῆ πει­ρα­σμός. Λει­τουρ­γοῦ­σε κά­θε μέ­ρα καί ὕ­στε­ρα κα­τέ­βαι­νε στόν Ἅ­γιο Τρύ­φω­να, στήν Ἀμ­πε­λι­κιά, καί ὤρ­γω­νε μέ τά βό­δια μέ τό ξυ­λά­λε­τρο. Ἑ­σπε­ρι­νό ἔ­κα­νε ἕ­νας ἄλ­λος ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἱ­ε­ρέ­ας. Ὅ­λη τήν ἡ­μέ­ρα ὤρ­γω­νε ἤ πή­γαι­νε στό βου­νό στούς ὑ­λο­τό­μους. Ἐ­πέ­στρε­φε ἀρ­γά, πρίν σου­ρου­πώ­ση, καί τό πρω­ΐ πά­λι ἀ­κο­λου­θί­α καί Λει­τουρ­γί­α. Θυ­σί­α­σε τήν ζω­ή του γιά τό Μο­να­στή­ρι, γι᾿ αὐ­τό τόν ἀ­γα­ποῦ­σαν ὅ­λοι οἱ πα­τέ­ρες καί ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν πα­ρέ­στη ἀ­νάγ­κη, τόν ἐ­ξέ­λε­ξαν δύο φο­ρές Ἡ­γού­με­νο.­

Ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας, ἀ­φό­του ἦρ­θε γιά κα­λό­γε­ρος, δέν ἔ­στει­λε μή­νυ­μα στο­ύς δι­κούς του νά το­ύς ἐ­νη­με­ρώ­ση ποῦ βρί­σκε­ται. Ἐ­κεῖ­νοι νό­μι­ζαν ὅ­τι χά­θη­κε. Ἡ μάν­να του ἀ­πό δι­αί­σθη­ση ἔ­λε­γε: «Τό παι­δί μου δέν χά­θη­κε, ἀλ­λά εἶ­ναι σέ κα­λό τό­πο». Με­τά ἀ­πό κά­ποι­α χρό­νια ξεμ­πάρ­κα­ρε στόν Ἀρ­σα­νᾶ ἕ­να κα­ρά­βι, καί μέ­σα ἦ­ταν ἕ­νας πα­τρι­ώ­της του. Τόν ἀ­να­γνώ­ρι­σε καί τοῦ μί­λη­σε. Ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας τοῦ εἶ­πε νά μήν πῆ τί­πο­τε καί ἄς τόν ψά­χνουν. Αὐ­τός ὅ­μως ἐ­νη­μέ­ρω­σε το­ύς δι­κούς του καί ἡ μάν­να του τοῦ ἔ­στει­λε χα­ρού­με­νη γράμ­μα. Τοῦ ἔ­γρα­ψε ὅ­τι θέ­λει νά τόν δῆ, για­τί εἶ­ναι στά τε­λευ­ταῖ­α της. Αὐ­τός τήν ρώ­τη­σε μέ γράμ­μα:

–Ἐ­δῶ θέ­λεις νά μέ δῆς ἤ στήν ἄλ­λη ζω­ή; Καί σέ αὐ­τήν καί τήν ἄλ­λη δέν γί­νε­ται. Δι­ά­λε­ξε.

–Στήν ἄλ­λη, παι­δί μου. Καί ἔ­τσι ἐ­κοι­μή­θη, χω­ρίς νά τόν δῆ.

Ἀ­φοῦ ἐ­κοι­μή­θη ἡ μη­τέ­ρα του, ἦρ­θε ὁ πα­τέ­ρας του νά δῆ τόν πα­πα–Ἀν­δρέ­α, γιά νά πα­ρη­γο­ρη­θῆ. Ἦ­ταν γε­ρον­τά­κι καί εἶ­χε σκο­πό νά μεί­νη λί­γες μέ­ρες καί ὕ­στε­ρα νά βγῆ νά κά­νη τά σα­ράν­τα τῆς γυ­ναίκας του. Πέ­ρα­σαν οἱ μέ­ρες καί τόν ρώ­τη­σε ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας:

–Δέν θά φύ­γεις;

–Ὄ­χι, ἐ­δῶ θά μεί­νω, για­τί μοῦ ἄ­ρε­σε.

Εἶ­χε μία κό­ρη ἀ­κό­μη καί εἶ­χε λό­γους νά γυ­ρί­ση στόν κό­σμο, ἀλ­λά ἦ­ταν εὐ­λα­βής καί εἶ­χε καλ­λι­ερ­γη­μέ­νη ψυ­χή. Ὅ­ταν ἔ­μα­θε ὁ ἡγού­με­νος Σε­ρα­φείμ τήν ἀ­πό­φα­σή του νά μεί­νη, τόν ρώ­τη­σε:

–Μή­πως θέ­λεις νά σέ κά­νου­με κα­λό­γε­ρο;

–Ἄν θά μοῦ κά­νε­τε αὐ­τήν τήν δω­ρε­ά, «ἔ­τη πλεῖ­στα», ἀ­πάν­τη­σε.

Ἔ­τσι τόν ἔ­κα­ναν μο­να­χό σέ ἡ­λι­κί­α 88 ἐ­τῶν με­το­νο­μά­σαν­τες αὐ­τόν Συ­με­ών. Παρ᾿ ὅ­λη τήν ἡ­λι­κί­α του πή­γαι­νε πρῶ­τος στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Στήν ἀ­νά­γνω­ση, ἐ­πει­δή δέν ἄ­κου­γε κα­λά, πή­γαι­νε δί­πλα στό δι­σκέ­λι νά μή χά­ση καμ­μία λέ­ξη. Τό ἴ­διο καί στήν θεί­α Με­τά­λη­ψη. Ὁ Ἡ­γού­με­νος ἔ­λε­γε γιά τόν π. Συ­με­ών: «Βλέ­πεις αὐ­τό τό κού­τσου­ρο; Θά μᾶς πε­ρά­σει ὅ­λους».

Τό 1960 ἐ­κοι­μή­θη ὁ ἡ­γού­με­νος Σε­ρα­φείμ καί Ἡ­γού­με­νος ἔ­γι­νε ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας. Τόν ἑ­πό­με­νο χρό­νο ἀρ­ρώ­στη­σε ὁ π. Συ­με­ών καί τόν πῆ­γαν στό γη­ρο­κο­μεῖ­ο σέ ἡ­λι­κί­α 96 ἐ­τῶν. Τόν ρώ­τη­σε ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας:

–Δέν σέ βλέ­πω κα­λά. Νά σέ κοι­νω­νή­σου­με;

–Ὅ­πως νο­μί­ζε­τε, ἀ­πάν­τη­σε. Πῆ­ρε ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας Ἅ­γιο Ἄρ­το, ὁ π. Συ­με­ών κα­τά­φε­ρε μέ δυ­σκο­λί­α νά πῆ τό «Πά­τερ ἡ­μῶν» καί κοι­νώ­νη­σε. Τόν ρώ­τη­σε:

–Πῶς αἰ­σθά­νε­σαι;

–Σά νά πά­ω σέ γά­μο.

Ὅ­ταν ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας κα­τέ­βα­σε τό Ἅ­γιο Πο­τή­ριο στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί ἐ­πέ­στρε­ψε στό γη­ρο­κο­μεῖ­ο, ὁ π. Συ­με­ών εἶ­χε ἤ­δη κοι­μη­θῆ.

Ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας πῆ­γε κά­πο­τε νά ἐ­πι­σκε­φθῆ τόν γε­ρω–Ἄν­θι­μο πού ἦ­ταν στά τε­λευ­ταῖ­α του στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο τῆς Μο­νῆς. Τόν ρώ­τη­σε: «Θέ­λεις νά σοῦ φέ­ρου­με κά­τι; Θέ­λεις νά σοῦ φέ­ρου­με Πνευ­μα­τι­κό; Τόν για­τρό;». Αὐ­τός δέν κα­τα­λά­βαι­νε. Ἀ­κούμ­πη­σε τό­τε στό σί­δε­ρο τοῦ κρεβ­βα­τιοῦ καί ἄρ­χι­σε νο­ε­ρῶς νά λέ­γη το­ύς χαι­ρε­τι­σμούς τῆς Πα­να­γί­ας. Μό­λις ἔ­φθα­νε στό «Χαῖ­ρε νύμ­φη, ἀ­νύμ­φευ­τε», ἔ­κα­νε τόν σταυ­ρό του τό γε­ρον­τά­κι. Μό­λις τε­λεί­ω­σε τούς Χαι­ρε­τι­σμούς, ἔ­κα­νε ὁ γερω–Ἄν­θι­μος τόν σταυ­ρό του τρεῖς φο­ρές καί ἐ­κοι­μή­θη εἰ­ρη­νι­κά.

Ὅ­ταν ὁ γε­ρω–Γρη­γό­ριος ἦ­ταν στά τε­λευ­ταῖ­α του, δέν μι­λοῦ­σε. Εἶ­χε χά­σει τίς αἰ­σθή­σεις του καί εἰ­δο­ποί­η­σαν τόν πα­πα–Ἀν­δρέ­α νά τόν κοι­νω­νή­ση. Τόν κοι­νώ­νη­σε, ἀλ­λά δέν κα­τά­πι­νε τήν θεί­α Κοι­νω­νί­α. Τό­τε εἶ­πε νά ἑ­τοι­μά­σουν ἕ­να τσά­ϊ καί σι­γά–σι­γά μέ τό κου­τα­λά­κι τοῦ ἔ­δι­νε λί­γο–λί­γο, μέ­χρι πού τήν κα­τά­πι­ε. Τό­τε μί­λη­σε ὁ γε­ρω–Γρη­γό­ριος καί εἶ­πε στόν πα­πα–Ἀν­δρέ­α: «Εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λύ, ὁ Θε­ός νά στό πλη­ρώ­ση».

Ἔ­λε­γε ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας γιά τούς πα­τέ­ρες πού κοι­μή­θη­καν στό Μο­να­στή­ρι ὅ­σο αὐ­τός ἦ­ταν ἐ­κεῖ: «Μό­νο γιά δύο–τρεῖς δέν ξέ­ρω ποῦ πῆ­γαν, ἀλ­λά ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι, το­ύς ὁ­ποί­ους πρό­λα­βα, πῆ­γαν στήν Βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν».

Δυ­ό­μι­σι χρό­νια  με­τά  τήν ἐ­κλο­γή του σέ Ἡ­γούμε­νο, ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας γιά μία ἀ­συμ­φω­νί­α σέ ἕ­να δι­οι­κη­τι­κό θέ­μα πα­ραι­τή­θη­κε λέ­γον­τας: «Τί ἤ­θε­λα   καί ἔμ­πλε­ξα;».

Ἀ­νέ­λα­βε Ἡ­γού­με­νος ὁ πα­πα–Εὐ­σέ­βιος. Ἦ­ταν εὐ­λα­βής, ἐ­νά­ρε­τος καί ἀ­σκη­τι­κός. Ἀλ­λά δέν ἔ­κα­νε κα­θό­λου οἰ­κο­νο­μί­ες στούς ἄλ­λους. Ὁ πα­πα–Εὐ­σέ­βιος με­τά ἀ­πό ἕ­ξι χρό­νια πα­ραι­τή­θηκε καί οἱ πα­τέ­ρες τόν Ἰ­ού­λιο τοῦ 1969 ἐ­ξέ­λε­ξαν πά­λι γιά Ἡ­γού­με­νό τους τόν πα­πα–Ἀν­δρέ­α. Ἦ­ταν ὑ­πέρ τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, ἀλ­λά ἀ­κρι­βής στήν συ­νεί­δη­σή του. Ὁ ἴ­διος ἦ­ταν αὐ­στη­ρός στόν ἑ­αυ­τό του ἐνῶ γιά τούς ἄλ­λους ἐ­ξαν­τλοῦ­σε κά­θε οἰ­κο­νο­μί­α.

Ὁ ἡγού­με­νος Ἀν­δρέ­ας ἦ­ταν κλασ­σι­κός, πρα­κτι­κός ἁ­γι­ο­ρεί­της. Συμ­βού­λευ­ε τούς πα­τέ­ρες νά μήν ἀ­φή­νουν τόν κα­νό­να τους, νά κά­νουν κα­θα­ρή ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση καί ἦ­ταν ὑ­πέρ τῆς συ­χνῆς θεί­ας Με­τα­λή­ψε­ως. Ἔ­λε­γε: «Ὁ κοι­νο­βιά­της, ἄν κά­νη ὑ­πα­κοή, εἶ­ναι  φι­λα­κό­λου­θος, κά­νη κα­θα­ρή ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση καί δέν κα­τα­κρί­νη, εἶ­ναι γιά τόν πα­ρά­δει­σο». Κα­τήρ­γη­σε τό τρι­ή­με­ρο χω­ρίς λά­δι πρίν ἀπό τήν θεί­α Κοι­νω­νί­α καί ἔ­βα­λε Πέμ­πτη καί Σάβ­βα­το θεί­α Με­τά­λη­ψη.

Ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος Ἁ­γι­ο­παυ­λί­της Ἡ­γού­με­νος πού ἄρ­χι­σε νά δέ­χε­ται πα­τέ­ρες γιά ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση. Κά­θε μέ­ρα 1.30–3.00 μ.μ. δε­χό­ταν στό Ἡ­γου­με­νεῖ­ο. Τήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση τήν ἄ­κου­γε ἤ­ρε­μα. Ἄν τοῦ ἔ­λε­γε κά­ποι­ος, «Γέ­ρον­τα, ἔ­πε­σα ἐ­κεῖ», ἀ­παν­τοῦ­σε: «Τί νά κά­νου­με; Στό ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ νά ἀ­πο­βλέ­που­με». Ἀλ­λά ἄν τοῦ ἔ­λε­γε κά­ποι­ος ὅ­τι κα­τα­κρί­νει, τό­τε γι­νό­ταν πο­λύ αὐ­στη­ρός. Τοῦ ἔ­λε­γε ἔν­το­να: «Ἔ­γι­νες Θε­ός; Δέν ντρέ­πε­σαι;», καί ὕ­στε­ρα μέ ἤ­ρε­μα λό­για ὡδη­γοῦ­σε τόν μο­να­χό σέ με­τά­νοι­α. Εἶ­χε πο­λύ με­γά­λη ἐμ­πι­στο­σύ­νη στόν πα­πα–Δι­ο­νύ­σιο τόν Μι­κρα­γι­αν­να­νί­τη, στόν ὁ­ποῖ­ον καί ἐ­ξω­μο­λο­γεῖ­το, ἄν καί ἦ­ταν κα­τά πο­λύ νε­ώ­τε­ρός του.

Ἡ ἀ­γά­πη του γιά τούς πα­τέ­ρες ἦ­ταν ἀ­πε­ριόρι­στη, χω­ρίς νά ξε­χω­ρί­ζη κα­λούς ἀ­πό κα­κούς. Ἦ­ταν πο­λύ ἐ­λε­ή­μων. Ἄν καί τά χρό­νια τό­τε ἦ­ταν δύ­σκο­λα καί τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά λι­γο­στά, αὐ­τός ἔ­δι­νε ἁ­πλό­χε­ρα. Ἄν τοῦ ζη­τοῦ­σε κά­ποι­ος ἕ­να ζευ­γά­ρι κάλ­τσες, δύ­ο τοῦ ἔ­δι­νε, ἕ­να παν­τε­λό­νι, δύ­ο ἔ­δι­νε. «Ἄν πλύ­νης τό ἕ­να, νά φο­ρᾶς τό ἄλ­λο», ἔ­λε­γε. Ἔ­δω­σε εὐ­λο­γί­α στόν τρα­πε­ζά­ρη νά δί­νη ἐ­λεύ­θε­ρα ἐ­λε­η­μο­σύ­νη σέ γνω­στούς καί ἀ­γνώ­στους πα­τέ­ρες. «Δι­ό­τι», πρό­σθε­σε, «ὅ­ταν ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη ποῦ θά βροῦν; Θά ζη­τή­σουν ἀ­πό τούς κα­τά σάρ­κα συγ­γε­νεῖς ἤ θά τρέ­χουν ἀ­πό δῶ καί ἀ­πό κεῖ;».

Ἦ­ταν εὐ­γε­νής, τι­μοῦ­σε τούς ἄλ­λους καί ἤ­θε­λε νά τούς βο­η­θᾶ. Ρω­τοῦ­σε, πρίν τοῦ ζη­τή­σουν: «Σοῦ λεί­πει κά­τι, μά­τια μου;». Ἡ συ­νή­θης ἔκ­φρα­σή του ἦ­ταν ἡ λέ­ξη «παι­δά­κι μου» καί μ᾿ αὐ­τήν ἐ­ξέ­φρα­ζε ὅ­λη τήν ἐ­σω­τε­ρι­κή του δι­ά­θε­ση πρός το­ύς πα­τέ­ρες. Εἶ­χε πο­λλή ἀ­γά­πη καί τούς οἰ­κο­νο­μοῦ­σε ὅλους. Ὅ­που ἔ­πρε­πε, γι­νό­ταν αὐ­στη­ρός, ἀλ­λά αὐ­τή ἡ αὐ­στη­ρό­τη­τά του ἔ­βγαι­νε ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη του καί τό ἐν­δι­α­φέ­ρον του γιά νά βο­η­θή­ση τούς πα­τέ­ρες. Ἄν ἄ­κου­γε ἀρ­γο­λο­γί­ες στό μα­γει­ρεῖ­ο, πλη­σί­α­ζε καί μέ αὐ­στη­ρό­τη­τα ἔ­λε­γε νά στα­μα­τή­σουν. Δέν πί­στευ­ε εὔ­κο­λα αὐτούς πού ἔλεγαν ὅτι βλέπουν ὁράματα μέ  φῶ­τα καί Ἀγ­γέ­λους, ἄν δέν ἐ­ξα­κρί­βω­νε κα­λά.

Ἔ­λε­γε γιά τήν μνή­μη τοῦ Θε­οῦ: «Ἡ ὁ­σί­α Μα­ρί­α ἡ Αἰ­γυ­πτί­α εἶ­δε μία φο­ρά τήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας πού δέν τήν ἐ­πέ­τρε­ψε νά μπῆ στό να­ό, καί αὐ­τή ἡ μνή­μη τῆς εἰ­κό­νας τήν ἐ­νί­σχυ­σε γιά σα­ράν­τα χρό­νια μό­νη της στήν ἔ­ρη­μο. Ἐ­μεῖς θέ­λο­υμε νά δοῦ­με καί τό ἕ­να καί τό ἄλ­λο καί πά­λι δέν ἔ­χο­υμε μνή­μη Θε­οῦ».

Τήν Σα­ρα­κο­στή τοῦ 1970 ἔπαθε γα­στρορ­ρα­γί­α. Ὁ π. Δη­μό­κλη­τος, ὁ για­τρός, τοῦ εἶ­πε ὅ­τι εἶ­ναι πο­λύ σο­βα­ρά καί πρέ­πει νά πά­η ἔ­ξω. Αὐ­τή τήν ἀ­σθέ­νεια πρέ­πει νά τήν ἀν­τι­με­τω­πί­ση ἡ ἐ­πι­στή­μη.

–Ἐ­πι­στή­μη εἶ­ναι ἡ Πα­να­γί­α. Ἐ­γώ δέν βγαί­νω ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Εἶ­χε τριά­ντα ἕ­ξι χρό­νια στήν κα­λο­γε­ρι­κή καί δέν εἶ­χε βγῆ πο­τέ. Τοῦ λέ­ει ὁ για­τρός:

–Ἐ­μεῖς πρέ­πει νά σέ κά­νου­με ὑ­πα­κο­ή ἐφ᾿ ὅ­ρου ζω­ῆς καί σύ νά μᾶς κά­νης αὐ­τήν τήν ὥ­ρα. Ἄν δέν πᾶ­με στόν για­τρό δέν ὑ­πάρ­χει προ­ο­πτι­κή.

–Γιά τήν ὑ­πα­κο­ή σας εἶ­μαι στά χέ­ρια σας. Ὅ,τι νο­μί­ζε­τε ἐ­σεῖς θά κά­νω. Τόν πῆ­γαν στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, ἐγ­χει­ρή­θη­κε καί ἐ­πέ­στρε­ψε ὑ­γι­ής.

Τόν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 1974 ὁ ἡ­γού­με­νος Ἀν­δρέ­ας πα­ραι­τή­θηκε ἀ­πό τήν Ἡ­γου­με­νί­α καί πῆ­γε νά ἡ­συχά­ση στό με­τό­χι τῆς Μο­νῆς ἐν­τός τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄρους, στόν Μο­νο­ξυ­λί­τη. Ὁ να­ός τι­μᾶ­ται στόν ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο, τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ ἴδιος ὑ­πε­ρευ­λα­βεῖ­το.

Ἐ­κεῖ τό ἔ­τος 1975 τόν ἐ­πι­σκέφθηκαν κά­ποι­οι ζη­λω­τές ἀ­πό τοῦ Ἐ­σφιγ­μέ­νου. Εἶ­χε κοι­μη­θῆ ὁ Ἡ­γού­με­νός τους καί ἐ­πει­δή ἐ­φο­βοῦν­το μήν τούς δι­ώ­ξουν ἀ­πό τοῦ Ἐ­σφιγ­μέ­νου, τόν ἐ­κλι­πα­ροῦ­σαν νά ἀ­να­λά­βη αὐ­τός Ἡ­γού­με­νος. Σάν ἄν­θρω­πος τα­λαν­τευ­ό­ταν μέ τά τό­σα πού ἄ­κου­σε καί τίς πα­ρα­κλή­σεις τῶν ζη­λω­τῶν, ἀλ­λά δέν τ᾿ ἀ­πε­φά­σι­ζε. Ἀφ᾿ ἑ­νός μέν φο­βό­ταν μή­πως ἔ­χη κρῖ­μα ἄν δέν βο­η­θή­ση τό Ἐ­σφιγ­μέ­νου, ἀφ᾿ ἑτέρου σκε­φτό­ταν πῶς νά ἀ­φή­ση τήν με­τά­νοι­ά του σέ τέ­τοι­α ἡ­λι­κί­α. Πα­ρα­κα­λοῦ­σε τήν Πα­να­γί­α καί τόν ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο νά τόν φω­τί­σουν. Ὁ­πό­τε κά­ποι­α μέ­ρα βλέ­πει ἕ­ναν πα­πᾶ, ἕ­να γε­ρον­τά­κι, νά ἀ­νε­βαί­νη ἀ­πό κά­τω ἀ­πό τήν θά­λασ­σα. Ὅ­ταν ἔ­φθα­σε, τόν χαι­ρέ­τη­σε, ζή­τη­σε νά μά­θη τόν δρό­μο πρός τίς Κα­ρυ­ές καί τοῦ ἔ­δει­ξε. Τόν ρώ­τη­σε ὅ­μως ὁ Προ­η­γού­με­νος ἀ­πό ποῦ εἶ­ναι καί πῶς ὀ­νο­μά­ζε­ται, καί ἀ­πάν­τη­σε ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­πό τήν Κύπρο καί ὅ­τι τό ὄ­νο­μά του εἶ­ναι πά­τερ Νι­κό­λας. Ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας ἦ­ταν ἀ­πε­ρί­ερ­γος ἄν­θρω­πος γιά νά κά­νη τέ­τοι­α ἐ­ρώ­τη­ση, ἀλ­λά τήν ἔ­κα­νε ἀ­πό θεί­α νεύ­ση. Τό γε­ρον­τά­κι συ­νέ­χι­σε τόν δρό­μο του γιά Κα­ρυ­ές καί ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας μό­λις ἔ­κα­νε νά πά­η μέ­σα, σκέ­φτη­κε: «Βρέ, μέσ᾿ τό με­ση­μέ­ρι δέν εἶ­πα στόν ἄν­θρω­πο νά κα­θή­ση νά φά­η. Ποῦ θά πά­ει πει­να­σμέ­νος!».

Γυ­ρί­ζει νά τόν φω­νά­ξη καί δέν τόν βλέ­πει. Ὁ δρό­μος γιά τίς Κα­ρυ­ές τοὐ­λά­χι­στον γιά ἕ­να δε­κά­λε­πτο ἦ­ταν ἀ­κά­λυ­πτος. Θά τόν ἔ­βλε­πε. Ὅ­μως δέν φαι­νό­ταν που­θε­νά. Παίρ­νει τόν δρό­μο, φω­νά­ζον­τας. Ἄ­φαν­τος. «Κρῖ­μα πού δέν τόν πρό­λα­βα». Μπῆ­κε μέ­σα, δέν ἔ­δω­σε ση­μα­σί­α, κά­θη­σε νά φά­η καί ὕ­στε­ρα κοι­μή­θη­κε. Ξύ­πνη­σε σέ λί­γο μέ­σα στήν χα­ρά καί ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος ὅ­τι «ἐ­γώ εἶ­μαι γιά τόν Ἅ­γιο Παῦ­λο, οὔ­τε γιά Ἡ­γού­με­νος εἶ­μαι οὔ­τε γιά Ἐ­σφιγ­μέ­νου οὔ­τε γιά δεύ­τε­ρες οὔ­τε γιά τρί­τες ἡ­γου­με­νεῖες εἶ­μαι». Πῆ­γε στήν Ἐκ­κλη­σί­α, κοι­τά­ει τήν εἰ­κό­να τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου καί δι­α­πι­στώ­νει ἔκ­πλη­κτος ὅ­τι ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος εἶ­ναι ἴ­διος μέ τόν πα­πᾶ πού πέ­ρα­σε καί ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. «Μά», λέ­ει, «νά μήν ἀ­νοί­ξη τό μυα­λό μου πιό μπρο­στά;».

Ἀ­νέ­φε­ρε τό γε­γο­νός ὕ­στε­ρα στόν  πα­πα–Δι­ο­νύσιο τόν Πνευ­μα­τι­κό του καί ἐ­κεῖ­νος τοῦ εἶ­πε: «Ὁ ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος ἦ­ταν. Ἦρ­θε καί σοῦ πῆ­ρε τό βά­ρος πού εἶ­χες πά­νω σου».

Με­τά ἀ­πό λί­γο δι­ά­στη­μα, κά­ποι­α ἡ­μέ­ρα ἐνῶ ἡ­σύ­χαζε στόν Μο­νο­ξυ­λί­τη, ἔ­γι­νε φο­βε­ρή θα­λασ­σο­τα­ρα­χή. Σκέ­φθη­κε τήν ἑ­πο­μέ­νη νά κα­τε­βῆ στήν θά­λασ­σα νά μα­ζέ­ψη ξύ­λα γιά τήν φω­τιά, πού θά εἶ­χε βγά­λει ἡ θά­λασ­σα, ἀλ­λά καί μή­πως κά­ποι­ος εἶ­χε ἀ­νάγ­κη ἀ­πό τήν βο­ή­θειά του.

Ἐ­νῶ  συ­νέ­λε­γε  τά  ἐκ­βρα­σθέν­τα ξύ­λα, εἶ­δε μία  ἀν­θρώ­πι­νη σκιά κα­θι­σμέ­νη σ᾿ ἕ­να βρά­χο. Ἀ­μέ­σως σκέ­φτη­κε ὅ­τι εἶ­ναι κά­ποι­ος πε­ρα­στι­κός ἤ ναυα­γός πού σώ­θη­κε καί ἔ­τρε­ξε νά βο­η­θή­ση. Ὅ­ταν πλη­σί­α­σε, βλέ­πει ἔκ­πλη­κτος μία μο­να­χή κα­θι­σμέ­νη στό βρά­χο νά κρα­τᾶ βι­βλί­ο ἀ­νοι­χτό καί γρα­φί­δα. Ἔκ­πλη­κτος καί μέ ἀ­πο­ρί­α τήν ἐ­ρω­τᾶ:

–Τί θές ἐ­σύ ἐ­δῶ, Κυ­ρά μου; Θέ­λεις καμ­μία βο­ή­θεια;

Τοῦ ἀ­παν­τᾶ ἡ φαι­νο­μέ­νη μο­να­χή:

–Ὄ­χι, δέν θέ­λω βο­ή­θεια. Ἐ­γώ εἶ­μαι ἡ Κυ­ρά τοῦ τό­που καί αὐ­τή τήν δου­λειά κά­νω ἀ­πό τήν μία ἄ­κρη τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους ἕ­ως τήν ἄλ­λη.

–Καί τί εἶ­ναι, Κυ­ρά μου, τά βι­βλί­α αὐ­τά πού κρα­τᾶς;

–Τά βι­βλί­α εἶ­ναι εἰ­σό­δου, ἐ­ξό­δου καί πα­ραμονῆς ­τῶν Πα­τέ­ρων τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους. Ἀλ­λά καί σ᾿ αὐ­τό τό βι­βλί­ο πού βλέ­πεις, εἶ­ναι γραμ­μέ­να τά ὀ­νό­μα­τα αὐ­τῶν πού πα­ρα­μέ­νουν καί τε­λει­ώ­νουν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, καί αὐ­τά εἶ­ναι γραμ­μέ­να στό βι­βλί­ο τῆς ζω­ῆς.

Με­τά τήν στι­χο­μυ­θί­α καί ἀ­φοῦ ἡ φαι­νο­μέ­νη μο­να­χή δέν ἤ­θε­λε βο­ή­θεια, ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας ἀ­νη­φό­ρι­σε πρός τό Με­τό­χι. Τό ἀ­πό­γευ­μα πῆ­γε στό να­ό νά   δια­βά­ση τόν Ἑ­σπε­ρι­νό, καί ὅ­ταν ἀν­τί­κρυ­σε τήν εἰ­κό­να τῆς Θε­ο­τό­κου στό τέμ­πλο κά­τι μέ­σα του συ­νέ­βη καί ἄρ­χι­σε νά αἰ­σθά­νε­ται χα­ρά καί ἀ­γαλ­λί­α­ση σκε­πτό­με­νος τήν μο­να­χή μέ τά βι­βλί­α. Εἶ­δε καί τό καν­τή­λι της νά κου­νι­έ­ται ἀ­πό μό­νο του καί κα­τέ­βη­κε γρή­γο­ρα μή­πως προ­λά­βη τήν μο­να­χή, γιά τήν ὁ­ποί­α τώ­ρα ἄ­νοι­ξε ὁ νοῦς του καί βε­βαι­ώ­θη­κε ὅ­τι ἦ­ταν ἡ Πα­να­γί­α. Ὅ­μως δέν τήν βρῆ­κε ὅ­πως ὑ­πο­λό­γι­ζε καί μία λύ­πη κα­τέ­λα­βε τήν ψυ­χήν του. Σκε­φτό­ταν ὅ­τι γιά τίς ἁ­μαρ­τί­ες του δέν ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά τήν ξα­να­δῆ, καί τό­τε πλη­σι­ά­ζον­τας στόν βρά­χο πού ἦ­ταν κα­θι­σμέ­νη αἰ­σθάν­θη­κε εὐ­ω­δί­α οὐ­ρά­νια νά πλημ­μυρί­ζη ὅ­λο τόν τό­πο. Ἔ­τσι ἐ­πι­βε­βαί­ω­σε τήν πα­ρου­σί­α της ἡ Πα­να­γί­α καί τόν ­πλη­ρο­φό­ρη­σε ὅ­τι αὐ­τή ἦ­ταν μέ τήν ὁ­ποί­α συ­νω­μί­λη­σε πρό­σω­πο  πρός πρό­σω­πο.

Ὕ­στε­ρα κά­λε­σε στόν Μο­νο­ξυ­λί­τη τόν Πνευ­μα­τι­κό του πα­πα–Δι­ο­νύ­σιο, δι­η­γή­θη­κε τήν φο­βε­ρά ὀ­πτα­σί­α καί ἐ­κεῖ­νος ἐ­πι­βε­βαί­ω­σε ὅ­τι ἦ­ταν ἡ Πα­να­γί­α. Πα­ρα­κά­λε­σε τόν πα­πα–Δι­ο­νύ­ση: «Κο­ί­τα­ξε μήν πῆς τί­πο­τα σέ κα­νέ­ναν καί μέ πε­ρά­σουν γιά ἅ­γιο, καί πά­η καί ἔρ­χε­ται ὁ κό­σμος!».

Ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας ἀν­τα­μεί­φθη­κε γιά τήν εὐ­λά­βειά του πρός τήν Πα­να­γί­α νά τήν δῆ σ᾿ αὐ­τή τήν ζω­ή καί νά συ­νο­μι­λή­ση μα­ζί της. Ἦ­ταν πο­λύ ἀ­γω­νι­στής. Στόν Μο­νο­ξυ­λί­τη ἐρ­γα­ζό­ταν πο­λύ, κου­ρα­ζό­ταν πα­ρά τήν ἡ­λι­κί­α του, ἀλ­λά πο­τέ δέν ἄ­φη­νε τήν ἀ­κο­λου­θί­α καί τόν κα­νό­να του. Ἄν καμ­μία φο­ρά δέν δι­ά­βα­ζε ψαλ­τή­ρι στήν ἀ­κο­λου­θί­α, τό δι­ά­βα­ζε στό κελ­λί του. Εἶ­χε καί τό στο­μά­χι του. Ὅ­ταν τόν πο­νοῦ­σε, κα­θό­ταν, ἀλ­λά τό ψαλ­τήρι πάν­τα τό δι­ά­βα­ζε.

«Κά­πο­τε», δι­η­γεῖ­το ὁ γε­ρω–Δαυ­ΐδ, «ὤρ­γω­να στό Μο­νο­ξυ­λί­τη καί ἀρ­ρώ­στη­σε ἕ­να βό­δι. Κά­λε­σα τόν πα­πα–Ἀν­δρέ­α, δι­ά­βα­σε τήν εὐ­χή καί τό βόδι ἀ­μέ­σως  ση­κώ­θη­κε».

Ὅταν πα­ραι­τή­θη­κε ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας, ἐ­ξε­λέ­γη Ἡ­γού­με­νος ὁ Παρ­θέ­νιος. Τόν στή­ρι­ξε πο­λύ ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας καί ἔ­λε­γε: «Μά­τια μου, ἔ­χου­με Ἡ­γού­με­νο κα­τά­φορ­το ἀ­πό τήν χά­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος».

Ὅ­ταν ἐπέστρεψε στό Μοναστήρι, ἐπειδή ἦ­ταν γε­ρον­τά­κι, ἔ­με­νε ἔγ­κλει­στος στό κελ­λί του, χω­ρίς νά μπο­ρῆ πλέ­ον νά κα­τε­βα­ί­νη στήν ἀ­κο­λου­θί­α. Πῆ­γε τότε νά τόν δῆ ὁ Ἡ­γο­ύ­με­νος καί τόν ρώ­τη­σε ἄν θέ­λη κά­τι. Ἀ­πάν­τη­σε: «Ἄ­κου­σε, παι­δί μου. Δέν ἔ­χω ἀ­νάγ­κη ἀ­πό τί­πο­τε, τά ἔ­χω ὅ­λα, δέν μοῦ λε­ί­πει τί­πο­τε. Σ᾿ εὐ­χα­ρι­στῶ πά­ρα πο­λύ, καί ἕ­νας λό­γος πα­ρα­πά­νω πού δέν μπο­ρῶ νά ζη­τή­σω κά­τι, εἶ­ναι για­τί φο­βοῦ­μαι μή μέ κο­λά­ση ὁ Χρι­στός, ἄν εἶ­μαι ἀ­χά­ρι­στος καί ζη­τῶ πράγ­μα­τα πού δέν μοῦ χρει­ά­ζον­ται».

Δι­η­γή­θη­κε ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας ὅ­τι στό Μο­να­στή­ρι ἦ­ταν κά­ποι­ος ἐρ­γά­της λα­ϊ­κός, πο­λύ ἐ­νά­ρε­τος. Ἀρ­ρώ­στη­σε βα­ρειά καί ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας πού τό­τε ἦ­ταν Ἐ­φη­μέ­ριος καί Οἰ­κο­νό­μος, τοῦ πρό­τει­νε νά τόν κά­νουν κα­λό­γε­ρο καί ἐ­κεῖ­νος μέ χα­ρά δέ­χτη­κε. Τόν κο­ύ­ρευ­σαν μο­να­χό καί ἐ­κοι­μή­θη τήν ἡ­μέ­ρα τῆς Ὑ­πα­παν­τῆς πού πα­νη­γυ­ρί­ζει τό Μο­να­στή­ρι. Ἔ­λε­γε συ­χνά ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας: «Αὐ­τός ὁ ἐρ­γά­της γιά νά τόν πά­ρη ἡ Πα­να­γί­α τήν ἡ­μέ­ρα τῆς Ὑ­πα­παν­τῆς, ἦ­ταν πο­λύ ἐ­νά­ρε­τος».

Καί ὁ ἴ­διος ὅ­μως ὡς ἐ­νά­ρε­τος πού ἦ­ταν ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά κοι­μη­θῆ κα­τά τήν δι­άρ­κεια τῆς ἀ­γρυ­πνί­ας τῆς Ὑ­πα­παν­τῆς. Τό ἔ­τος 1987, τήν ἡ­μέ­ρα τῆς Ὑ­πα­παν­τῆς πού πα­νη­γύ­ρι­ζε τό Μο­να­στή­ρι, ἀ­πο­βρα­δίς ὁ δι­α­κο­νη­τής πῆ­γε τό φα­γη­τό στόν πα­πα–Ἀν­δρέ­α. Ἔ­φα­γε, ἔ­πει­τα σταύ­ρω­σε τά χέ­ρια του καί ἐ­κοι­μή­θη κα­θι­στός. Με­τά τήν ἀ­γρυ­πνί­α ἔ­γι­νε ἡ κη­δεία­ του. Εἰ­δο­ποί­η­σαν τόν φί­λο του καί συ­να­σκη­τή του γέ­ρον­τα Σω­φρό­νιο τοῦ Ἔσ­σεξ ὅ­τι ἐ­κοι­μή­θη ὁ πα­πα–Ἀν­δρέ­ας καί ἀ­πάν­τη­σε: «Τό ξέ­ρω, ἤ­μουν ἐ­κεῖ».

Στήν κη­δεί­α του ὅ­σοι φί­λη­σαν τό χέ­ρι του εἶ­χαν τήν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ἀ­σπά­ζον­ταν χέ­ρι Ἁ­γί­ου. Ἦταν­ σάν ἅ­γιο Λεί­ψα­νο. Κα­τά τήν ἐ­ξό­διο ἀ­κο­λου­θί­α ὁ Πνευ­μα­τι­κός του, πα­πα–Δι­ο­νύ­σιος Μι­κρα­γι­αν­να­νί­της, δι­η­γή­θη­κε μέ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια τήν ἐμ­φά­νι­ση τῆς Πα­να­γί­ας στόν Μο­νο­ξυ­λί­τη. Μέ­χρι τό­τε οἱ πα­τέ­ρες δέν ἐ­γνώ­ρι­ζαν τί­πο­τε.

Κα­τά τήν ἀ­να­κο­μι­δή τοῦ λει­ψά­νου του, στίς 3 Αὐ­γού­στου 1994, τό δε­ξί του χέ­ρι εὐ­ω­δί­α­ζε σάν νά κρα­τοῦ­σε λι­βά­νι. Τό αἰ­σθάν­θη­κε ὁ πα­πα–Σω­φρό­νιος Ἁ­γι­ο­παυ­λί­της καί ἄλ­λοι πα­τέ­ρες. Φαί­νε­ται ἀ­πό τίς πολ­λές ἐ­λε­η­μο­σύ­νες πού ἔ­δι­νε, ὁ Θε­ός τοῦ ἔ­δω­σε αὐ­τή τήν χά­ρι.

Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με.  Ἀ­μήν.

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

Related reading