ON AIR — ERO — RadioFrequency
Enomeni RomiosiniEnomeni RomiosiniCENTER FOR UNITY AND STUDY -
PROMOTING OUR VALUES
IMPORTANT
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Νουθεσίες: ε΄. Ἀ­πό­ψεις καί θέ­σεις τοῦ Γέ­ρον­τα

19 December 2025 · 8 min read

ε΄. Ἀ­πό­ψεις καί θέ­σεις τοῦ Γέ­ρον­τα

     Μαρ­τυ­ρί­ες π. Γε­ωρ­γί­ου Αὐ­θί­νου: «Ἐ­ρω­τή­θη­κε ὁ Γέ­ρον­τας: ”Γιατί δέν πη­γαί­νε­τε στό Ἅ­γιον Ὄρος;”. Ἀ­πάν­τη­σε· ”κι ἐ­δῶ Ἅ­γιον Ὄ­ρος εἶ­ναι,  παι­δί μου­”. Σύμ­φω­να μέ τό πνεῦ­μα του δέν ἐν­νο­οῦ­σε μό­νον τό φυ­σι­κό κάλ­λος τῆς πε­ρι­ο­χῆς τοῦ Ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ, ἀλ­λά κυ­ρί­ως τό ὅ­τι ὁ τρό­πος ζω­ῆς σώ­ζει καί ὄ­χι ὁ τό­πος».

«Ὁ Γέ­ρον­τας ἔ­λε­γε: ”Ὅταν λει­τουρ­γῆ ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας, δέν πρέ­πει νά ἀ­κουμ­πᾶ στήν Ἁ­γία Τρά­πε­ζα».

«Ὁ Γέ­ρον­τας μοῦ ἔ­λε­γε γι­ά τούς Ἱ­ε­ρω­μέ­νους πού δέν θέ­λουν τά γέ­νει­α, τά μαλ­λι­ά καί τά ρά­σα ἤ θέ­λουν νά τά ἐ­λατ­τώ­σουν καί νά τά τρο­πο­ποι­ή­σουν. ”Ὅλα αὐ­τά, παι­δί μου, δέν εἶ­ναι ἡ οὐ­σί­α. Ὅμως καί τό τσό­φλι ἀ­πό τό αὐ­γό τί ἀ­ξί­α ἔ­χει; Ἔ­λα ὅ­μως πού μέ­σα του ἔ­χει ὅ­λη τήν οὐ­σί­α (κρό­κο–ἀ­σπρά­δι) καί χω­ρίς αὐ­τό τό ἄ­χρη­στο πρᾶγ­μα, δέν γίνε­ται­”».

«Γι­ά τήν ἕ­νω­ση μέ τούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους ἔ­λε­γε: ”Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας εὔ­χε­ται δι­αρ­κῶς ἀλ­λά πρέ­πει νά θέ­λουν καί ἐ­κεῖ­νοι. Τί ἕ­νωση εἶ­ναι αὐ­τή μέ ἀλ­λοι­ώ­τι­κο Χρι­στό; Τί ἕνω­ση μπο­ρεῖ νά γί­νη χω­ρίς Πα­να­γί­α καί Ἁγίους;» (ἐν­νο­­οῦ­σε τούς Προ­τε­στάν­τες).

«Ὅ­ταν ἔ­μει­νε γι­ά δι­α­νυ­κτέ­ρευ­ση στό Μο­να­στή­ρι ἕ­νας πα­πι­κός, ὁ Γέ­ρον­τας τοῦ φέρ­θη­κε μέ ἀ­γά­πη. Ὁ ἐ­πι­σκέ­πτης ἦ­ταν κα­λο­προ­αί­ρε­τος καί εἶ­χε πολ­λές ἀ­πο­ρί­ες. Ὁ Γέ­ρον­τας τοῦ ἐ­ξη­γοῦ­σε μέ κα­λωσύ­νη καί πρα­ό­τη­τα. Τό­τε τό Μο­να­στή­ρι δέν εἶ­χε τήν με­γά­λη τρά­πε­ζα πού ἔ­χει τώ­ρα, καί ἔ­τρω­γαν ὅ­λοι μα­ζί (μο­να­χοί, κλη­ρι­κοί, λα­ϊ­κοί) σέ μι­ά μι­κρή τράπε­­ζα (τρα­πε­ζα­ρί­α) στό ἰ­σό­γει­ο, δί­πλα στή βρύ­ση. Εἶ­χαν προ­πο­ρευ­θῆ ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι. Κά­θησαν στήν τρά­πε­ζα καί πε­ρί­με­ναν τόν Γέ­ρον­τα. Ὅ­ταν μπῆ­κε ὁ Γέ­ρον­τας μέ­σα, ὅ­λοι ση­κώ­θη­καν ἀ­πό σε­βα­σμό ἀλ­λά καί γι­ά νά γί­νη ἡ συ­νη­θι­σμέ­νη προ­σευ­χή τῆς τρα­πέ­ζης. Ὁ Γέ­ρον­τας κά­θησε, εἶ­πε καί στούς ἄλ­λους νά κα­θή­σουν, ἔ­κα­νε τό σταυ­ρό του καί ἄρ­χι­σε νά τρώ­η. Ὁ πα­πι­κός ἦ­ταν πι­στός. Παίρ­νει τό λόγο καί λέ­ει στό Γέ­ρον­τα: ”Γέροντα, δέν θά κά­νω­με προ­σευ­χή;”. Καί ὁ Γέ­ρον­τας ἤ­ρε­μα τοῦ ἀ­παν­τᾶ: ”Καλύ­τε­ρα νά κά­νω­με σι­ω­πή­”. Καί συ­νέ­χι­σε τό φα­γη­τό του. Ἄς κα­τα­νο­ή­σουν τό πνεῦ­μα τοῦ ἁ­γί­ου Γέ­ρον­τος ὅ­σοι ἐ­πι­μέ­νουν στίς συμ­προ­σευ­χές μέ ἑ­τε­ρο­δό­ξους».

«Γι­ά τή Θεί­α κα­τά­λυ­ση ἔ­λε­γε ὅ­τι ”εἶναι τό πα­νη­γύ­ρι τοῦ πα­πᾶ. Δέν ὑ­πάρ­χει σπου­δαι­ό­τε­ρο πρᾶγ­μα γι­ά τόν Ἱ­ε­ρέ­α ἀ­πό τό νά εὑ­ρί­σκε­ται μό­νος μέ μόνο τόν Θε­ό ἀ­παλ­λαγ­μέ­νος ἀ­πό κά­θε μέ­ρι­μνα καί νά γεύ­ε­ται τό Σῶ­μα καί τό Αἷ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου­”».

«Σέ νε­α­ρή πού νή­στευ­ε πο­λύ, χω­ρίς εὐ­λο­γί­α, ὁ Γέ­ρον­τας δι­έ­γνω­σε ὑ­πε­ρη­φά­νεια. Θέ­λη­σε νά τήν παιδα­γω­γή­ση. Ἐ­νῶ ἦ­ταν τό­σο πρᾶ­ος καί ὑ­πο­χω­ρη­τι­κός, τήν ἀ­νάγ­κα­σε ἡ­μέ­ρα Πα­ρα­σκευ­ή νά φά­η, φα­γη­τό τῆς Πέμ­πτης πού εἶ­χε μεί­νει στήν κου­ζί­να καί φυ­σι­κά δέν ἦ­ταν νη­στή­σι­μο».

Μαρ­τυ­ρί­α π. Παύ­λου Τσου­κνί­δα: «Μί­α φο­ρά ἀνέ­φε­ρα στόν Γέ­ρον­τα ὅ­τι με­ρι­κές φο­ρές τρέ­χω μέ τό ἁ­μά­ξι πο­λύ· καί ὁ Γέ­ρον­τας:

— Ἐ­σύ ὁ­δη­γᾶς, πά­τερ μου;

— Ποι­ός ὁ­δη­γεῖ, Γέ­ρον­τα; τοῦ λέ­ω μέ ἀ­πο­ρί­α. Καί ἐ­κεῖ­νος μοῦ ἀ­παν­τᾶ:

— Αὐ­τοί πού ἔ­χεις μέ­σα ­–καί ἄρ­χι­σε νά μοῦ λέ­η τούς Ἁ­γί­ους πού εἶ­χα τίς εἰ­κο­νίτ­σες τους μέ­σα στό αὐ­το­κί­νη­τό μου μί­α πρός μί­α­– αὐ­τοί μοῦ λέ­ει ὁ­δη­γοῦν.

»Ὅ­ταν ξα­νά πῆ­γα στόν Γέ­ρον­τα νά ἐ­ξο­μο­λογη­θῶ τό ἴ­διο ἁ­μάρ­τη­μα καί τοῦ εἶ­πα ὅ­τι τρέ­χω, μοῦ λέ­ει μέ πολ­λή ἀ­γά­πη ”νά ξέ­ρης, πά­τερ μου, ἐ­μεῖς οἱ Λει­τουρ­γοί τοῦ Ὑ­ψί­στου κα­νο­νι­κά δέν πρέ­πει νά ὁδη­γοῦ­με, ἀλ­λά νά μήν ξα­να­τρέ­ξης. Μί­α φο­ρά μέ κάλε­σαν σέ ἕ­να χω­ριό ἐ­δῶ κον­τά σέ μί­α ἐ­ξό­διο ἑ­νός πα­πά πού ἔ­τρε­χε μέ τό αὐ­το­κί­νη­τό του καί σκοτώ­θη­κε. Ὁ Θε­ός νά τόν ἀ­να­παύ­ση τόν πά­τε­ρ”».

Δι­ή­γη­ση Μη­τρο­πο­λί­του Αἰ­τω­λί­ας κ. κ. Κο­σμᾶ: «Ἦλ­θε μιά γυ­ναῖ­κα νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆ. Ἔ­παιρ­νε προ­φυ­λά­ξεις στό θέ­μα τῆς τε­κνο­γο­νί­ας καί ἐ­γώ τῆς εἶ­πα νά ἀ­να­βά­λη τήν θεί­α Κοι­νω­νί­α, νά δε­χθῆ τόν κα­νό­να καί ἀρ­γό­τε­ρα ὅ­ταν θά με­τα­νο­οῦ­σε ἀ­λη­θι­νά καί δι­όρ­θω­νε τό πα­ρά­πτω­μά της, θά λέ­γα­με πό­τε θά κοι­νω­νοῦ­σε.

»Ἡ γυ­ναῖ­κα αὐ­τή ἔ­φυ­γε, μᾶλ­λον μέ ἀν­τί­δρα­ση, πῆ­γε σέ κά­ποι­ον νε­α­ρό καί γραμ­μα­τι­σμέ­νο Πνευ­μα­τι­κό, ἀ­νέ­φε­ρε τό γε­γο­νός τοῦ ἐ­πι­τι­μί­ου καί ὁ νέ­ος ἐ­κεῖ­νος κλη­ρι­κός τῆς εἶ­πε: “Ἔ­λα, πού ἀ­κοῦς τόν ἀ­γράμ­μα­το Ἰ­ά­κω­βο! Πή­γαι­νε νά κοι­νω­νή­σης. Μήν ἀ­κοῦς αὐ­τά πού σοῦ εἶ­πε”.

»Χά­ρη­κε ἐ­κεί­νη καί πῆ­γε στήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α γιά νά κοι­νω­νή­ση. Ἡ πα­ρα­κο­ή της, ὅ­μως, ἔ­λα­βε τήν ἀ­πάν­τη­ση. Ὁ λει­τουρ­γός Ἱ­ε­ρεύς πῆ­ρε μέ τήν λα­βί­δα Σῶ­μα καί Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ μας, τό εἶ­δε ἡ γυ­ναῖ­κα τό Πα­νά­γιο Σῶ­μα καί Αἷ­μα, ἀλ­λ᾽ ὅ­μως ὅ­ταν ἔ­φθα­σε ἡ λα­βί­δα στό στό­μα της, ἦ­ταν ἄ­δεια. Δέν εἶ­χε τί­πο­τε μέ­σα. Τό­τε συγ­κλο­νί­στη­κε καί τρο­μο­κρα­τή­θη­κε. Καί με­τά τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α, ἦλ­θε τρέ­μου­σα στό Μο­να­στή­ρι καί τά δι­η­γή­θη­κε σέ μέ­να. Καί ἐ­γώ, τῆς εἶ­πα: “Ναί, ἐ­γώ ὁ Ἰ­ά­κω­βος εἶ­μαι ἀ­γράμ­μα­τος. Ὅ­μως προ­σπα­θῶ καί ἀ­γω­νί­ζο­μαι τόν Χριστό μου νά τόν ἔ­χω ἐ­δῶ στήν καρ­διά μου καί νά τόν ἀ­κού­ω”».

Δι­ή­γη­ση ἀ­νω­νύ­μου: «Κά­πο­τε, πή­γα­με στήν Μονή μ᾽ ἕ­ναν διά­κο ἔγ­γα­μο, ἀλ­λά ὁ κα­ϋ­μέ­νος μᾶλ­λον εἶ­χε κώ­λυ­μα. Ζή­τη­σε νά λει­τουρ­γή­ση κι αὐ­τός τήν ἄλ­λη μέ­ρα, ἀλ­λά δέν εἶ­χε φέ­ρει ἄμ­φια. “Διά­κο μου, μέ συγ­χω­ρεῖς, δέν ἔ­χο­με δι­α­κο­νι­κά”, τοῦ εἶ­πε δι­α­κρι­τι­κά ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος. Καί ὁ ἴ­διος ὁ διά­κος κα­τά­λα­βε ὅ­τι δέν ἤ­θε­λε ὁ π. Ἰ­ά­κω­βος νά συλ­λει­τουρ­γήσουν».

Δι­ή­γη­ση ἀ­νω­νύ­μου: «Ἕ­νας ἔγ­γα­μος ἱ­ε­ρεύς, ὅ­ταν χει­ρο­το­νή­θη­κε ἔ­κο­βε τά μαλ­λιά καί τά γέ­νεια. Εἶ­χε ὅ­μως καί ἐ­νο­χή. Πῆ­γε, λοι­πόν, στόν π. Ἰ­ά­κωβο καί τόν ρώ­τη­σε:

— Πει­ρά­ζει, Γέ­ρον­τα, πού κό­βω τά γέ­νεια καί τά μαλ­λιά;

— Δέν πει­ρά­ζει, τέ­κνον μου, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε, ἀλλά μέ πο­λλή πί­κρα ὁ Γέ­ρον­τας.

»Ὁ ἱ­ε­ρεύς ἐ­ξέ­λα­βε “τό δέν πει­ρά­ζει” σάν “χί­λι­ες φο­ρές πει­ρά­ζει” καί τό καλ­λι­έρ­γη­σε μέ­σα του. Ἔ­τσι ἄ­φη­σε γέ­νεια καί μαλ­λιά. Τά μαλ­λιά, μά­λι­στα, τά ἔ­δε­νε μέ μαῦ­ρο κορ­δο­νά­κι, εἶ­χαν μα­κρύ­νει καί δένονταν κα­λά. Σ᾽ ἕ­να χρό­νο πε­ρί­που, ξα­να­πῆ­γε μέ τήν οἰ­κο­γέ­νειά του στήν Μο­νή. Βλέ­πει τόν π. Ἰ­ά­κω­βο ἔ­ξω ἀ­π᾽ τήν πύ­λη τῆς Μο­νῆς, μό­λις κα­τέ­βη­καν ἀ­π᾽ τό αὐ­το­κί­νη­το⋅ ἀκούει τόν Γέροντα:

— Κα­λω­σό­ρι­σες, πά­τερ μου, σέ πε­ρί­με­να.

»Βά­ζει ἐ­δα­φια­ία με­τά­νοι­α ὁ Γέ­ρον­τας καί τοῦ ἀ­σπά­σθη­κε τό χέ­ρι. Ὁ πα­πάς τά ᾽χα­σε.

— Τώ­ρα, πά­τερ μου, εἶ­σαι σω­στός ἱ­ε­ρεύς τοῦ Κυρί­ου, τώ­ρα ἔ­χεις ὁ­λό­κλη­ρη τήν θεί­α Χά­ρη πού ἄφησες μαλ­λιά καί γέ­νεια.

— Μά, Γέ­ρον­τα, τό­σο ση­μαν­τι­κό εἶ­ναι αὐ­τό…

— Μέ συγ­χω­ρεῖς, πά­τερ μου, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἔ­χει τά Ἱ­ε­ρά καί τά Ὅ­σια. Με­γά­λο κα­κό ὁ μον­τερ­νι­σμός⋅ θά κα­τα­στρα­φοῦ­με χω­ρίς νά τό κα­τα­λά­βω­με. Θέ­λει πολ­λή προ­σευ­χή, πολ­λή τα­πεί­νω­ση. Πε­ρά­στε νά προ­σκυ­νῆ­στε τόν Ὅ­σιο, βο­ή­θειά σας».

Δι­ή­γη­ση ἀ­νω­νύ­μου: «Κά­ποι­ος Πνευ­μα­τι­κός, μέ φή­μη ἁ­γί­ου, ἀλ­λά ἐ­πι­ει­κέ­στα­τος στό θέ­μα τῆς θεί­ας Κοι­νω­νί­ας, μέ προ­βλη­μά­τι­σε, καί ρώ­τη­σα τόν Γέρον­­τα. “Ἄ­κου, τέ­κνον μου. Κά­πο­τε, ἕ­νας νέ­ος ἔ­κα­νε μί­α ἁ­μαρ­τί­α με­γά­λη καί ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­το εἰς τόν Πνευ­μα­τι­κόν κι ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἐ­πέ­τρε­πε νά κοι­νω­νῆ. Τε­λι­κά τό παι­δί­ον ἀ­πέ­θα­νε καί πῆ­γε στήν κό­λα­ση! Καί παρου­σι­ά­ζε­ται μί­αν ἡ­μέ­ρα εἰς τόν Πνευ­μα­τι­κόν καί τοῦ λέ­γει, “ἐξ αἰ­τί­ας σου πῆ­γα στήν κό­λα­ση, διά τοῦ­το ἦρ­θα νά πά­ρω κι ἐ­σέ­να”. Κι ὁ Πνευ­μα­τι­κός ἀ­πέ­θα­νε καί πῆ­γε στήν κό­λα­ση κι αὐ­τός. Γι᾽ αὐ­τό λέ­γω, τέ­κνον μου, πρέ­πει νά προ­σέ­χω­με σέ τί Πνευμα­τι­κούς πᾶ­με. Κι ἕ­να παι­δί μοῦ ἔ­λε­γε πρό ἡ­με­ρῶν ὅ­τι ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­κε κάποι­α βα­ρέ­α ἁ­μαρ­τή­μα­τα σ᾽ ἕ­ναν Πνευ­μα­τι­κόν καί δέν τοῦ ἔ­βα­λε κα­νό­να⋅ καί τοῦ λέ­γει:

— Πά­τερ μου, δέν θά μοῦ βά­λης κα­νό­να;

—  Ἄ, ναί, τό ξέ­χα­σα.

Ξε­χνι­έ­ται, τέ­κνον μου, ὁ κα­νό­νας; Ἀ­πό ᾽κεῖ νά κα­τα­λά­βης”».

«Τί μό­δα εἶ­ναι αὐ­τή! Νά κτί­ζουν κτί­ρια πολ­λά στά Μο­να­στή­ρια. Κα­νέ­νας δέν ἁ­γί­α­σε μέ τά κτί­ρια, ἀλ­λά μέ τίς νη­στεῖ­ες, ἀ­γρυ­πνί­ες, προ­σευ­χές καί με­τα­νοί­ας ἁ­γιά­σαν οἱ πα­τέ­ρες».

«Μέ τούς πα­πι­κούς κά­πο­τε ἤ­μα­σταν ἑ­νω­μέ­νοι, ἀλ­λά τώ­ρα εἶ­ναι αἱ­ρε­τι­κοί».

«Κά­ποι­ος, ἦρ­θε καί μοῦ εἶ­πε ὅ­τι κά­ποι­ος Ἱ­ε­ρέ­ας τοῦ εἶ­πε ὅ­τι νη­στεί­α δέν ὑ­πάρ­χει. Τοῦ εἶ­πα νά πῆ στόν ἱ­ε­ρέ­α νά ἀ­νοί­ξη τό βι­βλί­ο καί θά δῆ ποῦ ὑ­πάρ­χει νη­στεί­α … “εἰ μὴ ἐν προ­σευ­χῇ καὶ νη­στεί­ᾳ…”. Καί τά δαι­μό­νια καί οἱ ἀρ­ρώ­στι­ες, διά νη­στεί­ας καί προ­σευ­χῆς (φυ­γα­δεύ­ον­ται). Ὅ­λοι οἱ Ἅ­γιοι νή­στευ­αν. “Νη­στεί­ᾳ, ἀ­γρυ­πνί­ᾳ, προ­σευ­χῇ, οὐ­ρά­νια χα­ρί­σμα­τα λα­βών”. Νά νη­στεύ­ε­τε. Μήν ἀ­κοῦ­τε πού λέ­νε, “αὐ­τά τά λέ­νε οἱ κα­λό­γε­ροι”. Ὁ Θε­ός τό εἶ­πε».

«Κα­λύ­τε­ρα νά πᾶ­νε τά παι­διά σας νά γί­νουν ἱ­ε­ρο­μό­να­χοι, μο­να­χοί καί μο­να­χές. Μιά γυ­ναῖ­κα στήν Ἀ­θή­να τῆς ἔ­στρι­ψε τό μυα­λό για­τί εἶ­χε ἕ­ναν μο­νά­κρι­βο γυι­ό δε­κα­εν­νέ­α χρο­νῶν καί ἦρ­θε τό παι­δί τρεῖς φο­ρές στό Μο­να­στή­ρι χει­μῶ­να μέ κρύ­ο.

— Πά­τερ, ἤ­θε­λα νά σέ δῶ.

— Παι­δά­κι μου, τοῦ λέ­ω, ἐ­σύ ἔ­χεις πνευ­μα­τι­κούς πα­τέ­ρες. Τί θές ἀ­πό μέ­να; Ἐ­γώ δέν ξέ­ρω γράμ­μα­τα. Τί νά σοῦ πῶ ἐ­γώ;

»Τρεῖς φο­ρές πη­γαι­νο­ῆρ­θε στήν Ἀ­θή­να γιά νά μέ συ­ναν­τήση δύ­ο λε­πτά, μοῦ λέ­ει:

— Πά­τερ μου, ἡ μη­τέ­ρα μου παίρ­νει ἠ­ρε­μι­στι­κά δι­ό­τι μοῦ λέ­ει, “παι­δά­κι μου, μήν πη­γαί­νεις στά Μονα­στή­ρια. Για­τί πᾶς στήν μο­νή Πε­τρά­κη; Τί ἀ­κοῦς ἐ­κεῖ πού πᾶς στά Μο­να­στή­ρια; Τί ἀ­κοῦς τούς πα­πᾶ­δες; Τί κα­τα­λα­βαί­νεις; Για­τί πᾶς καί κά­νεις προ­σευ­χές, με­τά­νοι­ες καί νη­στεῖ­ες; Λοι­πόν, παι­δά­κι μου, ἐ­γώ θά τρε­λλα­θῶ καί θά ἔ­χης ἐ­σύ τήν ἁ­μαρ­τί­α…”.

— Παι­δί μου, καμ­μιά ἁ­μαρ­τί­α δέν ἔ­χεις. Ἐ­κεί­νη πρέ­πει νά σέ κα­θο­δη­γῆ στόν δρό­μο τοῦ Θε­οῦ, ὄ­χι ἐ­σύ νά τήν κα­θο­δη­γῆς… Πή­γαι­νε, παι­δί μου, στόν δρό­μο τοῦ Θε­οῦ, ἔ­χε πί­στη Θε­οῦ, τέ­κνον μου, προ­σευ­χή καί (ὁ Θε­ός) στόν κα­θέ­να θά ἀ­πο­δώ­ση κα­τά τά ἔρ­γα του».

«Πάν­τα νά προ­σεύ­χε­σθε. Μήν φεύ­γε­τε μα­κρυ­ά ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α δι­ό­τι στήν Ἐκ­κλη­σί­α βρί­σκου­με τήν ὑ­γεί­α, τήν πα­ρη­γο­ριά, τήν σω­τη­ρί­α τῆς ψυ­χῆς μας. Μα­κρυ­ά ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α δέν ὑ­πάρ­χει σω­τη­ρί­α. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α πο­τέ δέν μᾶς ζη­μί­ω­σε, τό­σα χρό­νια πού ἐρ­γα­ζώμε­θα (γιά) τόν Χρι­στό, μέ συγ­χω­ρεῖ­τε, πο­τέ δέν μᾶς ἀ­δί­κη­σε ὁ Θε­ός, τό κα­λό πάν­τα βλέ­που­με καί πάν­τα τήν βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ (ἔχουμε). Καί στίς δο­κι­μα­σί­ες καί στίς θλί­ψεις, στίς ἀρ­ρώ­στι­ες, στούς πό­νους σέ ὁ,τι­δή­πο­τε πάν­τα κον­τά στήν Ἐκ­κλη­σί­α (νά εἴ­μα­στε)».

Β. ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ από το Βιβλίο “Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ   ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ–ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ–ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ” της σειράς ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΒΙΩΜΑ  4
ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ – ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ «ΕΝΩΜΕΝΗ  ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ» σελ. 90-93
Δείτε ΕΔΩ τις σχετικές με το βιβλίο αναρτήσεις

Related reading

Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης – Νουθεσίες: ε΄. Ἀ­πό­ψεις καί θέ­σεις τοῦ Γέ­ρον­τα · E.Ro.