ON AIR — ERO — RadioFrequency
Enomeni RomiosiniEnomeni RomiosiniCENTER FOR UNITY AND STUDY -
PROMOTING OUR VALUES
IMPORTANT
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

28 May 2021 · 5 min read

 

 

      Ο γε­ρω–Δα­μια­νός ὁ Γρη­γο­ριά­της ἦ­ταν ρω­μα­λέ­ος καί πο­λύ ἐρ­γα­τι­κός. Εἶ­χε πολ­λά δι­α­κο­νή­μα­τα ἐ­ξω­τε­ρι­κά καί τό Οἰ­κο­νο­μεῖ­ον καί τό Δο­χεῖ­ον. Ἦ- ταν ἐκ χα­ρα­κτῆ­ρος ζω­η­ρός καί φω­να­σκῶν, ἀλ­λά καί πο­λύ εὐ­α­ί­σθη­τος, στορ­γι­κός καί πο­νό­ψυ­χος. Ἦταν μο­να­χός φι­λα­κό­λου­θος, εὐ­λα­βής καί συ­νε­πής στά μο­να­χι­κά του κα­θή­κον­τα. Οὐ­δέ­πο­τε ἐ­ξήρ­χε­το τοῦ κελ­λί­ου του με­τά τό Ἀ­πό­δει­πνο. Ἀρ­ρώ­στη­σε ἀ­πό καρ­κί­νο τοῦ προ­στά­τη καί εἶ­χε ἀ­κα­τά­σχε­τη αἱ­μορ­ρα­γί­α. Ἔ­κα­νε μί­α γε­νι­κή καί κα­θα­ρή ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση. Πα­ρα­κα­λοῦ­σε σέ ὅ­λη του τήν ζωή νά κοι­μη­θῆ τοῦ Σταυ­ροῦ, πού εἶ­ναι ἀ­νοι­χτοί οἱ οὐ­ρα­νοί. Στήν ἀ­γρυ­πνί­α τῶν Θε­ο­φα­νε­ί­ων, πού πά­λι εἶ­ναι ἀ­νοι­χτοί οἱ οὐ­ρα­νοί, ζή­τη­σε ἐ­πί­μο­να νά κοι­νω­νή­ση πρίν ν᾿ ἀρ­χί­ση ἡ Λει­τουρ­γί­α, για­τί προ­εῖ­δε τήν κο­ί­μη­σή του καί προεῖπε ὅτι, με­τά δέν θά προ­λά­βαινα. Ἐ­κοι­νώ­νη­σε καί ἐ­κοι­μή­θη τήν ὥ­ρα πού χτυ­ποῦ­σαν οἱ καμ­πά­νες γιά τήν Λει­τουρ­γί­α τό ἔ­τος 1993.     

Κά­πο­τε κου­ρα­σμέ­νος ἀ­πό τά πολ­λά δι­α­κο­νή­μα­τα, στά ὁ­ποῖ­α ὑ­πη­ρε­τοῦσε, λό­γῳ λει­ψαν­δρί­ας τῆς Μο­νῆς, ἐ­ξῆλ­θε κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας καί πῆ­γε στό κελ­λί του. Ἐ­κεῖ εἶ­δε ἕ­να μι­κρό βρω­με­ρό Αἰ­θί­ο­πα πά­νω στό κρεβ­βά­τι του. Ἔ­σπευ­σε τό­τε ἀ­μέ­σως στό να­ό καί ἔ­κτο­τε μό­νον γιά πο­λύ σο­βα­ρό λό­γο ἔ­βγαι­νε ἀ­πό τήν ἀ­κο­λου­θί­α. 

* 

      Ο γε­ρω–Δαυ­ΐδ ὁ Ἁ­γι­ο­παυ­λί­της εἶ­χε πο­λε­μή­σει  στήν Μι­κρα­σι­α­τι­κή ἐκ­στρα­τε­ί­α μέ τόν πα­τέ­ρα τοῦ νῦν ἡ­γο­υ­μένου Παρ­θε­νί­ου. Ἐ­κεῖ τοῦ δό­θη­κε εὐ­και­ρί­α νά ἁ­μαρ­τή­ση μέ κά­τι ἀ­προ­στά­τευ­τες Τουρ­κά­λες ἀλ­λά ἀρ­νή­θη­κε. Ὅ­ταν τόν ρώ­τη­σαν πῶς ἀν­τι­στά­θη­κε στόν πει­ρα­σμό, μέ τί λο­γι­σμό, εἶ­πε: «Ἄν ἦ­ταν ἀ­δελ­φές μου, δέν θά ἤ­θε­λα νά τίς τύ­χη τέ­τοι­ο κα­κό. Τίς εἶ­δα σάν ἀ­δελ­φές μου», κι ἄς ἦ­ταν καί ἀλ­λό­πι­στες. 

Ὅ­ταν ἦ­ταν μέ τόν στρα­τό στήν Κωνσταντινούπο­λη, πῆ­ρε μία ἄ­δεια, ἕ­να Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο, καί ταυ­τό­χρο­να ἔ­λα­βε ἕ­να ὁ­λο­κα­ί­νουρ­γιο κου­στο­ύ­μι ἀ­πό το­ύς γο­νεῖς του. Το­ύς τό εἶ­χε πα­ραγ­γε­ί­λει καί τό πε­ρί­με­νε πῶς καί πῶς. Μόλις τό πῆ­ρε ἀ­πό τό Τα­χυ­δρο­μεῖ­ο καί τό εἶ­χε στά χέ­ρια του νά τό φο­ρέ­ση, ἔρ­χε­ται μία Τουρ­κά­λα καί τοῦ ζήτησε ἐ­λε­η­μο­σύ­νη. Ἀμέ­σως τῆς δί­νει τό κου­στο­ύ­μι γιά ἐ­λε­η­μο­σύ­νη. Ἔ­πει­τα ἔ­λε­γε ἡ Τουρ­κά­λα δε­ί­χνον­τας τόν οὐ­ρα­νό: «Ἀλ­λάχ, Ἀλ­λάχ!». Δη­λα­δή, νά τόν θυ­μη­θῆ ὁ Ἀλ­λάχ γιά τό κα­λό πού τῆς ἔ­κα­νε. 

Μόλις γύ­ρι­σε ἀ­πό τόν πό­λε­μο εἶ­πε στο­ύς γο­νεῖς του ὅ­τι θά πά­ει γιά κα­λό­γη­ρος. Ὁ πα­τέ­ρας του δι­εφώ­νη­σε, ἀλ­λά ἡ μη­τέ­ρα του τόν ὑ­πε­ρα­σπί­στη­κε: «Ἄ­σε τό παι­δί! Ἔ­χει κα­λύ­τε­ρο πρᾶγ­μα ἀ­πό αὐ­τό;». Καί πῆ­γε στό μο­να­στή­ρι τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Ἄ­τρου. 

Ἐ­κεῖ ἔ­βο­σκε τά πρό­βα­τα τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ καί δι­α­κο­νοῦ­σε στίς ἐ­ξω­τε­ρι­κές ἐρ­γα­σί­ες. Ἦ­ταν προ­κομ­μέ­νος ἄν­θρω­πος καί ξε­χώ­ρι­ζε, γι᾿ αὐ­τό τόν φθό­νη­σαν με­ρι­κοί. Συ­κο­φαν­τή­θη­κε ὅ­τι ἔ­κλε­ψε ζῶ­α καί τόν πέ­ρα­σαν δι­κα­στή­ριο. Τόν ἔ­στει­λαν ἐ­ξο­ρί­α δύ­ο τρί­α χρό­νια μέ φυ­λά­κι­ση. Ὅ­ταν βγῆ­κε, πῆ­γε πά­λι στήν με­τά­νοιά του ξε­χνών­τας τήν συ­κο­φαν­τί­α καί συγ­χω­ρών­τας το­ύς συ­κο­φάν­τες. Δυ­στυ­χῶς ὅ­μως δέν τόν δέ­χθη­καν καί ἔ­τσι ἦρ­θε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος στήν Μο­νή τοῦ Α­γί­ου Παύ­λου. 

Ὁ γε­ρω Δαυ­ΐδ κά­πο­τε ἦ­ταν κα­τά­κοι­τος καί εἶ­χε ἀ­φό­ρη­τους πό­νους στά ἔν­τε­ρα, χω­ρίς νά ξέ­ρη καί αὐ­τός τί ἔ­χει. Μία ἑ­βδο­μά­δα τήν πέ­ρα­σε ὀ­δυ­νη­ρά. Ἔ­πει­τα τοῦ ἐμ­φα­νί­στη­καν τρεῖς ἄν­θρω­ποι μπρο­στά στό κρεβ­βά­τι του. Το­ύς γνώ­ρι­σε∙ καί ἦ­ταν ὁ Ἅ­γιος Σπυ­ρί­δων, ὁ Ἅ­γιος Νι­κό­λα­ος καί ὁ Ἅ­γιος Γε­ρά­σι­μος. Τοῦ λέ­ει ὁ ἅ­γιος Σπυ­ρί­δων: «Τί ἔ­χεις;», «Πο­νά­ω, πο­νά­ω», καί κρα­τοῦ­σε τήν κοι­λιά του. «Ποῦ εἶ­ναι; Γιά νά δῶ». Καί σή­κω­σε ὁ γε­ρω Δαυ­ΐδ τό ροῦ­χο του καί φά­νη­κε ἡ πε­ρι­ο­χή τῆς κοι­λιᾶς πού πο­νοῦ­σε. «Γιά νά δῶ, γιά νά δῶ», τοῦ εἶ­πε ὁ ἅ­γιος Σπυ­ρί­δων καί τοῦ ἔ­κα­νε μέ τό νύ­χι τοῦ δα­κτύ­λου του ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς πού πο­νοῦ­σε, σάν μί­α χα­ρα­κιά, πε­ρί­που 20 ἑ­κα­το­στά. Ἀ­μέ­σως πέ­ρα­σε ὁ πό­νος καί ἐ­ξα­φα­νί­στη­καν οἱ Ἅ­γιοι. 

Μία φο­ρά, ἐ­κεῖ στό κά­θι­σμα τοῦ Ἁ­γί­ου Σπυ­ρί­δω­νος πού ἦ­ταν, τοῦ ἔ­φε­ραν κά­ποι­οι ψα­ρά­δες 4–5 ψά­ρια, γό­πες με­γά­λες. Τίς κα­θά­ρι­σε μέ χα­ρά καί ἑ­τοι­μα­ζό­ταν νά τίς τη­γα­νί­ση. Ἐ­κε­ί­νη τήν ὥ­ρα ἦρ­θε ἕ­νας φί­λος του ἀ­στυ­νο­μι­κός ἀ­πό τήν Δάφνη, χτύ­πη­σε τήν πόρ­τα καί ὁ λο­γι­σμός νί­κη­σε τόν γε­ρω Δαυ­ΐδ καί ἔ­κρυ­ψε τίς γό­πες. Τίς ἔ­βα­λε σέ ἕ­να ντου­λά­πι στήν κου­ζί­να καί ἔ­βα­λε ἕ­να λου­κέ­το, μήν τίς ἀ­νο­ί­ξη κα­τά λά­θος. Ἄν καί ἦ­ταν πο­λύ ἐ­λε­ή­μων καί ἀ­κτή­μων, τόν σκό­τι­σε ὁ πει­ρα­σμός. Μπῆ­κε ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κός καί πε­ρί­με­νε ὄρ­θιος. Δέν τοῦ εἶ­πε νά κα­θή­ση νά φᾶ­νε πα­ρέ­α, ἄν καί ἦ­ταν με­ση­μέ­ρι καί ἦ­ταν φί­λοι. Ἔ­τσι ἔ­φυ­γε. Ἔ­πει­τα πά­ει ὁ γε­ρω–Δαυ­ΐδ, ἀ­νο­ί­γει τό λου­κέ­το, ἄ­φαν­τες οἱ γό­πες! Δέν ὑ­πῆρ­χαν. 

Κάποτε πού ἔ­κα­νε προ­σευ­χή στό κελ­λί του, μπῆ­κε ὁ δι­ά­βο­λος μέ­σα, σάν σκύ­λος με­γά­λος μέ κά­τι κόκ­κι­να μά­τια, καί ἡ γλῶσ­σα του ἦ­ταν ἔ­ξω κρε­μα­σμέ­νη καί κα­τα­κόκ­κι­νη. Τά μά­τια του πε­τοῦ­σαν σπί­θες καί βρω­μοῦ­σε πά­ρα πο­λύ. Πῆ­γε, ξά­πλω­σε πά­νω στό κρεβ­βά­τι του καί δέν κου­νι­ό­ταν ἀ­πό ᾿κεῖ. Ἐν τῷ με­τα­ξύ τα­ρά­χθη­κε ὁ γε­ρω Δαυ­ΐδ πού τόν εἶ­δε, καί δέν ἤ­ξε­ρε τί νά κά­νη. Ἀ­πό τήν βρώμα πού ἔβγα­ζε ὁ «σκύλος», τοῦ ἦρ­θε δυ­σφο­ρί­α καί κόν­τε­ψε νά σκά­ση. Ἄρ­χι­σε νά βγά­ζη τά ροῦ­χα του μή­πως καί ἀ­να­κου­φι­στῆ. «Καί τό δέρ­μα μου θά ἔ­βγα­ζα» ἔλε­γε ἀρ­γό­τε­ρα. Ἔ­λε­γε τήν εὐ­χή «Κύριε, Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ…», ἀλ­λά δέν ἔ­φευ­γε.  

Καί ἐ­κεῖ μέ­σα στήν ἀ­πό­γνω­ση καί στόν πα­νι­κό του, αἰ­σθάν­θη­κε μέ­σα στά χέ­ρια του κά­τι τυ­λιγ­μέ­νο σάν αὐ­γό. Ἦταν μία κορ­δέ­λα χάρ­τι­νη τυ­λιγ­μέ­νη πού τήν ξε­τύ­λι­ξε, καί εἶ­χε γραμ­μέ­νους μέ­σα το­ύς χαι­ρε­τι­σμο­ύς τῆς Πα­να­γί­ας. Ἄρ­χι­σε νά το­ύς δι­α­βά­ζη, καί μέ τό πού ἄ­κου­σε ὁ πει­ρα­σμός «Τό προ­στα­χθέν μυ­στι­κῶς λα­βών ἐν γνώ­σει…», πάφ! πε­τά­χθη­κε ἔ­ξω. Δέν ἄν­τε­ξε. «Καί ᾿κε­ί­νη τήν ὥ­ρα ἦρ­θε μία εὐ­ω­δί­α… Πα­να­γιά μου!… Νά! Αὐ­τήν τήν εὐ­ω­δί­α σου νἄ­χου­με στόν Πα­ρά­δει­σο!», εἶ­πε μέ τόν χω­ρι­ά­τι­κο τρό­πο του. 

Μία ἄλ­λη φο­ρά πού ἦ­ταν Ἀρ­σα­νά­ρης, βλέ­πει ἕναν δα­ί­μο­να νά ξε­κι­νᾶ ἀ­πό τόν κῆ­πο καί νά κα­τε­βα­ί­νη στόν Ἀρ­σα­νᾶ μέ μορφή γυ­να­ί­κας μπρο­στά του. Τόν προ­κά­λε­σε σέ μία ἄ­σε­μνη πρά­ξη καί ὁ γε­ρω–Δαυ­ΐδ πει­ρά­χτη­κε. Ἔ­πε­σε σέ ἀ­πό­γνω­ση καί ἀ- πο­ρί­α. Εἶ­χε ἀ­κο­ύ­σει γιά τόν γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ τόν Ἡ­συ­χα­στή, καί ξε­κί­νη­σε νά πά­η νά τόν δῆ. Δέν τόν εἶ­χε ξα­να­δεῖ οὔ­τε τόν γνώ­ρι­ζε. Πρώ­τη φο­ρά. Ὅ­ταν πῆ­γε καί κτύ­πη­σε τήν πόρ­τα, ὁ γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ λέ­ει στά κα­λο­γέ­ρια του: «Ὁ Δαυ­ΐδς εἶ­ναι. Τόν εἶ­δα πού ἐρ­χό­ταν». Καί ὅ­ταν πῆ­γε μέ­σα, τοῦ εἶ­πε: «Καί ᾿γώ τόν ἔ­βλε­πα τόν δα­ί­μο­να πού κα­τέ­βη­κε ἀ­πό τόν κῆ­πο… Μή φο­βᾶ­σαι, αὐ­τό εἶ­ναι δαι­μο­νι­κή ἐ­νέρ­γεια». Καί τοῦ ἔ­δω­σε κου­ρά­γιο. 

Ἔ­κτο­τε ὁ γε­ρω–Δαυ­ΐδ ἔ­στελ­νε κουμ­πά­νια στόν γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ καί εἰ­δι­κά στά χρό­νια τῆς Κα­το­χῆς.  

Τόν εἶ­χε σέ με­γά­λη εὐ­λά­βεια καί ἔ­λε­γε: «Ὁ Ἰ­ω­σήφ εἶ­ναι ἅ­γιος, ἅ­γιος! Πῆ­γα καί μέ δί­δα­ξε τήν νο­ε­ρά προ­σευ­χή. Ὅ,τι ἔ­μα­θα, ἀπ᾿ αὐ­τόν τό ἔ­μα­θα. Ὅ- ποι­ος πεῖ κα­κό λό­γο γιά τόν γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ, πέ­φτει ἔ­ξω». 

Τίς δύ­ο τε­λευ­ταῖ­ες ἡ­μέ­ρες τῆς ζωῆς του εἶ­χε τό κελ­λί του μία λε­πτή εὐ­ω­δί­α καί ἕ­να ἁ­πα­λό φῶς πού σέ ἠ­ρε­μοῦ­σε. Ἔ­νι­ω­θες μία ἠ­ρε­μί­α ὅ­ταν ἔμ­παι­νες μέ­σα, καί μία με­γά­λη ἀ­γά­πη. Ἔ­και­γε ἡ καρ­διά σου ἀ­πό ἀ­γά­πη. Μέ τό πού δι­έ­σχι­ζες τήν πόρ­τα τοῦ κελ­λιοῦ του, ἔμ­παι­νες σέ μία ἄλ­λη ἀ­τμό­σφαι­ρα πνευ­μα­τι­κή. Σέ ἕ­ναν ἀδελφό εἶ­πε τήν προ­η­γο­ύ­με­νη μέ­ρα τῆς κοι­μή­σε­ώς του: «Ἦρ­θα, εἶ­δα καί ἀ­πέρ­χο­μαι». Καί ὄν­τως τήν ἑπο­μέ­νη ἐ­κοι­μή­θη εἰ­ρη­νι­κά καί προ­σε­τέ­θη στο­ύς κε­κοι­μη­μέ­νους πα­τέ­ρες.  

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα 

Related reading

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση · E.Ro.