ON AIR — ERO — RadioFrequency
Enomeni RomiosiniEnomeni RomiosiniCENTER FOR UNITY AND STUDY -
PROMOTING OUR VALUES
IMPORTANT
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

18 November 2022 · 7 min read

­   Από τίς πολ­λές ἀ­ρε­τές πού κο­σμοῦ­σαν τήν ἁ­πλή καί κα­θα­ρή ψυ­χή τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου πα­πα–Χα­ρα­λάμ­που Δι­ο­νυ­σιά­του, ξε­χώ­ρι­ζε ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη. Δέν εἶ­χε ὅ­ρια. Τά ἔ­δι­νε ὅ­λα. Κα­νείς δέν ἔ­φευ­γε μέ ἄ­δεια χέ­ρια. Καμ­μί­α ἄλ­λη ἀ­ρε­τή δέν ἐ­ξο­μοι­ώ­νει τό­σο τόν ἄν­θρω­πο μέ τόν Θε­ό, ὅ­σο ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, κα­τά τόν ἅ­γιο Χρυ­σό­στο­μο. Καί τόν Γέ­ρον­τα πα­πα–Χα­ράλα­μ­πο πού εἶ­χε τήν ἀ­ρε­τή τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης, τόν συγ­χω­ροῦν ὅ­σοι εὐ­ερ­γε­τή­θη­καν ἀπ᾿ αὐ­τόν, καί φυ­σι­κά καί ὁ ἴ­διος ἐ­λε­ή­θη­κε ἀ­πό τόν Θε­ό. Αἰ­ω­νί­α ἡ μνή­μη τοῦ π. Χα­ρα­λάμ­πους τοῦ ἐ­λε­ή­μο­νος. Με­ρι­κά πε­ρι­στα­τι­κά θά δεί­ξουν τό μέ­γε­θος τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης του, πού στήν ἐ­πο­χή του δέν εἶ­χε τόν ὅ­μοι­ό του. Θά τοῦ ἄ­ξι­ζε νά χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ”νέ­ος ἐ­λε­ή­μων”, σάν τόν ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη τόν Ἐ­λε­ή­μο­να.

   Ὅ­ταν μέ τήν συ­νο­δί­α του ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στό Κελ­λί Μπου­ρα­ζέ­ρη, οἱ προ­κά­το­χοί του Ρῶσ­σοι τοῦ ἄ­φη­σαν κλη­ρο­νο­μί­α ἀρ­κε­τές λί­ρες. Ὁ πα­πα–Χα­ρά­λαμ­πος, ἐ­πει­δή αὐ­τές δέν τίς ἀ­πέ­κτη­σε μέ τόν ἱδρῶ­τα του, τίς πῆ­ρε καί τίς μοί­ρα­σε στά Μο­να­στή­ρια.Πολ­λές φο­ρές, ὅ­ταν τοῦ ζη­τοῦ­σε βο­ή­θεια κά­ποι­ος φτω­χός, ἔ­δι­νε ὅ­λα τά χρή­μα­τα πού εἶ­χε τό τα­μεῖ­ο τοῦ Κελ­λιοῦ, καί ὕ­στε­ρα δέν εἶ­χαν νά ἀ­γο­ρά­σουν τρό­φι­μα.

Οἱ πα­τέ­ρες καλ­λι­ερ­γοῦ­σαν τόν κῆ­πο. Ἄ­φη­ναν ἔ­ξω ἀ­πό τήν μάν­δρα, στόν δρό­μο, κα­φά­σια μέ κη­πευ­τι­κά καί μπο­ροῦ­σαν οἱ πε­ρα­στι­κοί νά παίρ­νουν ὅ­σα ἤ­θε­λαν.

   Πολ­λοί πα­τέ­ρες τῆς Κα­ψά­λας τόν εἶ­χαν πα­ρη­γο­ριά. Ὅ,τι χρει­ά­ζον­ταν, πή­γαι­ναν ἐ­κεῖ νά τό ζη­τή­σουν. Καί ὁ ἴ­διος μέ χα­ρά ἔ­δι­νε πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀπ᾽ ὅ,τι τοῦ ζη­τοῦ­σαν. Ὅ­ταν ἤ­θε­λαν ζῶ­ο γιά νά με­τα­φέ­ρουν κά­τι, πή­γαι­νε ὁ ἴ­διος νά τό σα­μα­ρώ­ση. Ὅ­ταν στήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α ἔρ­χον­ταν πα­τέ­ρες, ὁ ἴ­διος πή­γαι­νε με­τά τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α στήν πόρ­τα, μήν προ­λά­βουν καί φύ­γουν, γιά νά τούς κρα­τή­ση νά φᾶ­νε στήν τρά­πε­ζα ἤ νά τούς δώ­ση κουμ­πά­νια. Μία φο­ρά ἔ­δω­σε σ᾽ ἕ­ναν ἀ­σκη­τή ἕ­να καρ­πού­ζι τό­σο με­γά­λο, πού ἐ­κεῖ­νος δέν μπο­ροῦ­σε νά τό ση­κώ­ση.

   Πέ­ρα­σε κά­πο­τε ἀ­πό ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο μο­να­στή­ρι τῆς Ἠ­πεί­ρου. Εἶ­πε στίς ἀ­δελ­φές νά τόν ἀ­φή­σουν λί­γο νά προ­σευ­χη­θῆ μό­νος του στήν θαυ­μα­τουρ­γό εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας καί ἄ­φη­σε κρυφά ἕ­ναν φά­κελ­λο μέ ἀρ­κε­τά χρή­μα­τα. Οἱ ἀ­δελ­φές συγ­κι­νή­θη­καν ἀλ­λά καί θαύ­μα­σαν, για­τί τό­τε εἶ­χαν με­γά­λη ἀ­νάγ­κη ἀ­πό αὐ­τά τά χρή­μα­τα.

    Ὅ­ταν ἔ­γι­νε Ἡ­γού­με­νος στοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου, μοί­ρα­ζε εὐ­λο­γί­ες σέ ὅ­λους. Ἔ­βλε­πες στήν πύ­λη τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ ἀ­ρα­δι­α­σμέ­νες φιά­λες, μπε­τό­νια, ντα­μι­ζά­νες πού ἔ­φερ­ναν οἱ πα­τέ­ρες ἀ­πό τήν ἔ­ρη­μο, τίς ὁ­ποῖ­ες μέ ἐν­το­λή του γέ­μι­ζαν κρα­σί, ρα­κί, λά­δι καί τίς ἔ­δι­ναν εὐ­λο­γί­α στούς ἀ­σκη­τές μα­ζί μέ κη­πευ­τι­κά, ψω­μί καί ἄλ­λα τρό­φι­μα.

Τό μο­να­στή­ρι τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου ἔ­χει ἕ­να Με­τό­χι στήν Χαλ­κι­δι­κή χι­λιά­δων στρεμ­μά­των δα­σι­κῆς ἔ­κτα­σης. Ὅ­ταν τοῦ ζή­τη­σε γνω­στός του Γέ­ρον­τας μί­α μι­κρή ἔ­κτα­ση γιά τό Ἡ­συ­χα­στή­ριό του, ὁ πα­πα–Χα­ρά­λαμ­πος ἤ­θε­λε νά τοῦ δώ­ση τήν μι­σή.

Ὡς Ἡ­γού­με­νος λει­τουρ­γοῦ­σε κά­θε μέ­ρα. Τά    χρή­μα­τα πού τοῦ ἔ­δι­ναν γιά τίς Λει­τουρ­γί­ες δι­ά­φο­ροι, δέν τά ἔ­βα­ζε στό τα­μεῖ­ο τῆς Μο­νῆς, ἀλ­λά τά μοί­ρα­ζε ἐ­λε­η­μο­σύ­νη.

Ὅ­ταν περ­νοῦ­σε φτω­χός μέ «παν­τα­χοῦ­σα», ρω­τοῦ­σε τόν κά­θε Προ­ϊ­στά­με­νο πό­σα νά τοῦ δώ­σουν. Ἔ­πει­τα ρω­τοῦ­σε, πό­σο κά­νουν ὅ­λα μα­ζί ἀ­θροι­σμέ­να αὐ­τά πού πρό­τει­ναν οἱ προ­ϊ­στά­με­νοι καί συμ­πλή­ρω­νε: «Καί ἄλ­λα τό­σα ἀ­πό μέ­να».

Κά­πο­τε ἔ­βα­λε κα­νό­να σέ νέ­ο νά κά­νη ἕ­ναν ἀ­ριθ­μό με­τά­νοι­ες. Τοῦ φά­νη­καν πολ­λές. «Ἄ­φη­σέ τις», τοῦ εἶ­πε ὁ πα­πα–Χα­ρά­λαμ­πος, «θά τίς κά­νω ἐ­γώ». Ὁ νέ­ος φι­λο­τι­μή­θη­κε καί ὕ­στε­ρα τίς ἔ­κα­νε.

Ζή­τη­σε νά ἐ­ξο­μο­λο­γῆ­ται στόν πα­πα–Χα­ρά­λαμ­πο ὁ δια­κο–Δι­ο­νύ­σιος ὁ Φιρ­φι­ρῆς καί τοῦ εἶ­πε: «Ἄν θέ­λης νά ἔρ­θης σέ μέ­να, πρέ­πει πρῶ­τα νά κλεί­σης τό μα­γα­ζί». Ὁ γε­ρω–Δι­ο­νύ­σιος τόν ἄ­κου­σε καί ἔ­κλει­σε τό μα­γα­ζί ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῶν εἰ­δῶν πού εἶ­χε στίς Κα­ρυ­ές.

Κά­ποι­ος ἀ­νέ­φε­ρε στόν πα­πα–Χα­ρά­λαμ­πο ὅ­τι ἕ­νας γνω­στός πα­πᾶς λέ­γει ὅ­τι ἡ καν­δή­λα τῆς Πα­να­γί­ας στῶν Ἰ­βή­ρων δέν κου­νι­έ­ται μό­νη της, ἀλ­λά τήν κου­νοῦν οἱ κα­λό­γε­ροι, καί τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: «Νά τοῦ πῆς νά βγά­λη τά ρά­σα».Κά­πο­τε τοῦ εἶ­πε γνω­στός του ὅ­τι ὁ Πα­τριάρ­χης ζη­τᾶ νά προ­σεύ­χε­ται γι᾽ αὐ­τόν. Ἀ­πο­ροῦ­σε, ἔ­κα­νε τόν Σταυ­ρό του καί ἔ­λε­γε: «Καί ποῦ μέ ξέ­ρει ἐ­μέ­να;». Καί στε­νο­χω­ρη­μέ­νος συμ­πλή­ρω­νε: «Ἀλ­λοίμο­νο στόν μο­να­χό πού ἔ­χει ὄ­νο­μα καί δέν ἔ­χει χά­ρι».

    Κά­πο­τε βρέ­θη­κε στό Κο­νά­κι τους στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ἐ­κεί­νη τήν ἡ­μέ­ρα εἶ­χε ἐ­κεῖ κον­τά λα­ϊ­κή ἀ­γο­ρά. Πήγαινε μέ τόν μο­να­χό πού τόν συ­νώ­δευ­ε στόν κά­θε μι­κρο­πω­λη­τή, καί ἀ­πό τήν ἐ­λε­ή­μο­να δι­ά­θε­σή του ἀ­γό­ρα­ζε κά­τι γιά νά τούς βο­η­θή­ση. Ἀ­πό τήν  με­γά­λη του ἁ­πλό­τη­τα, ὅ­ταν πέ­ρα­σε μπρο­στά ἀ­πό κά­ποι­ον πού που­λοῦ­σε γυ­ναι­κεῖ­α καλ­λυν­τι­κά, χωρίς νά γνωρίζη τί εἶναι αὐτά, ἀ­γό­ρα­σε καί ἀ­πό ἐ­κεῖ κά­τι, ἐ­νῶ τό κα­λο­γέ­ρι τοῦ ἔ­λε­γε νά μήν πά­ρουν γιά νά μή σκαν­δα­λί­σουν.

   Δι­η­γεῖ­το ὁ πα­πα–Χα­ρά­λαμ­πος: «Τίς πρῶ­τες δύ­ο–τρεῖς βρα­δι­ές πού ἦρ­θα καί ἔ­μει­να στό ἀ­σκη­τή­ριο τοῦ γε­ρω–Ἰ­ω­σήφ ὡς κο­σμι­κός, ὁ δι­ά­βο­λος τέ­τοι­α λύσ­σα εἶ­χε, πού δέν μ᾽ ἄ­φη­νε νά κοι­μη­θῶ καί νά κά­νω προ­σευ­χή. Πά­ω νά κοι­μη­θῶ καί νά, ὁ δι­ά­βο­λος ἐ­πά­νω μου ὁ­λό­κλη­ρος. Πό­τε σάν σκύ­λος, πό­τε σάν ἄν­θρω­πος, πό­τε σάν λι­ον­τά­ρι. Ἐ­γώ ἀ­πό τόν φό­βο μου ση­κω­νό­μουν καί ἔ­κα­να προ­σευ­χή. Ἔ­με­να ἄ­ϋ­πνος τε­λεί­ως καί τήν ἡ­μέ­ρα δέν μπο­ροῦ­σα νά κά­νω τά κα­θή­κον­τά μου,  νά προ­σευ­χη­θῶ. Ὅ­ταν μέ ρώ­τη­σε ὁ Γέ­ρον­τας πῶς περ­νῶ, τοῦ  εἶ­πα τί συμ­βαί­νει·  μέ συμ­βού­λε­ψε, ὅ­ταν κοι­μᾶ­μαι καί ἔρ­χε­ται ὁ δι­ά­βο­λος ἀ­πό τό ἕ­να μέ­ρος, νά γυ­ρί­ζω ἀ­πό τό ἄλ­λο. “Νά κά­νης τόν Σταυ­ρό σου, νά γυ­ρί­ζης ἀ­πό τό ἄλ­λο πλευ­ρό ­καί θά φύ­γει. Μή δί­νης ση­μα­σί­α. Θά μά­θεις νά τόν πο­λε­μᾶς καί ὕ­στε­ρα δέν θά τόν προ­σέ­χεις κα­θό­λου”. Ἔ­τσι πράγ­μα­τι καί ἔ­γι­νε».

«Ἀ­φοῦ ἔ­πα­θα με­ρι­κές φο­ρές ἀ­πό τό θέ­λη­μά μου καί εἶ­δα ὅ­τι ὁ Γέ­ρον­τας ἔ­χει δί­και­ο, ἔ­πει­τα ἔ­βα­λα μυα­λό. Ἀ­πό τό­τε οὔ­τε σκε­πτό­μουν τί θά κά­νω. Ὅ,τι πεῖ ὁ Γέ­ρον­τας.  Τί­πο­τα δέν σκε­φτό­μουν. “Κά­νε πα­πᾶ αὐ­τό”, μοῦ ἔ­λε­γε, “νἆ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νο”, “Πή­γαι­νε, πα­πᾶ, ἐ­κεῖ”, “νἆ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νο”. Σάν ὑ­πο­τα­κτι­κός δέν εἶ­χα στό­μα. Μό­νο αὐ­τιά. Μοῦ ἔ­λε­γε ὁ Γέ­ρον­τας κά­τι καί ἀ­μέ­σως ἔ­τρε­χα νά κά­νω τήν ἐν­το­λή τοῦ Γέ­ρον­τα. Ἔ­κτο­τε πῆ­ρα πολ­λή χά­ρι. Ὅ­ταν ἄρ­χι­σα νά μήν ἀν­τι­λέ­γω στόν Γέ­ρον­τα καί στούς ἀ­δελ­φούς ἀ­κό­μη, μέ ἐ­πι­σκε­πτό­ταν ἡ χά­ρις συ­χνά. Πλημ­μύ­ρι­σα ἀ­πό χά­ρι κά­νον­τας ὑ­πα­κο­ή».

Κά­θε Δευ­τέ­ρα, Τε­τάρ­τη καί Πα­ρα­σκευ­ή, ἐ­νῶ ἔ­κα­νε τή νύ­χτα ἀ­γρυ­πνί­α καί πολ­λές με­τά­νοι­ες, ἐ­ξωμο­λο­γοῦ­σε, καί δού­λευ­ε ὡς συ­νή­θως πά­ρα πο­λύ, δέν ἔ­τρω­γε τί­πο­τε. Ὅ­ταν τό στό­μα του ξη­ραι­νό­ταν, ἔ­πι­νε μό­νο λί­γο νε­ρό.

Δύ­ο μο­να­χοί ἐ­πι­σκέ­φθη­καν τό μο­να­στή­ρι τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου. Ζή­τη­σαν νά δοῦν τόν γνω­στό τους ἡ­γού­με­νο πα­πα–Χα­ρά­λαμ­πο καί τούς εἶ­παν ὅ­τι εἶ­ναι στό γρα­φεῖ­ο του. Χτύ­πη­σαν τήν πόρ­τα λέ­γον­τας τό «Δι᾽ εὐ­χῶν τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων ἡ­μῶν…». Ἄ­νοι­ξε λί­γο τήν πόρ­τα, ἔ­βγα­λε μό­νο τό κε­φά­λι του ἔ­ξω ὁ πα­νο­σι­ώ­τα­τος Κα­θη­γού­με­νος νά δῆ ποι­ός εἶ­ναι, καί μέ ἁ­πλό­τη­τα καί φυ­σι­κό­τη­τα τούς εἶ­πε: «Θέ­λω ἀ­κό­μα εἰ­κο­σι­πέν­τε με­τά­νοι­ες νά τε­λει­ώ­σω τόν κα­νό­να». Ἔ­κλει­σε τήν πόρ­τα, τε­λεί­ω­σε τίς με­τά­νοι­ες καί ὕ­στε­ρα ἁ­πλά καί ἐγ­κάρ­δια τούς κά­λε­σε νά μποῦν στό ἡ­γου­με­νι­κό γρα­φεῖ­ο. Οἱ πα­τέ­ρες θαύ­μα­σαν τήν ἀ­κρί­βεια στήν ἄ­σκη­ση καί τήν ἁ­πλό­τη­τα τοῦ ἁ­γί­ου Γέ­ρον­τος.

Ὁ πα­πα–Χα­ρά­λαμ­πος, ὅ­ταν ἦ­ταν στό Μπου­ρα­ζέ­ρη, ἔ­βγα­ζε μέ ἕ­να κα­λο­γέ­ρι του κοκ­κι­νό­χω­μα καί πέ­ρα­σε κά­ποι­ος ἔ­φιπ­πος. Τό ζῶ­ο φο­βή­θη­κε καί τόν ἔρ­ρι­ξε κά­τω. Ἐ­κεῖ­νος ἄρ­χι­σε νά βρί­ζη τόν πα­πα–Χα­ρά­λαμ­πο μέ τά χει­ρό­τε­ρα λό­για. Ὁ Γέ­ρον­τας, ἐ­νῶ ἄ­κου­γε τίς βρι­σι­ές, δέν εἶ­πε τί­πο­τε καί πα­ρέ­μει­νε ἤ­ρε­μος.

Ἔ­λε­γε: «Ἡ μι­κρή ἀ­μέ­λεια φέρ­νει τήν με­γά­λη καί με­τά τήν πτώ­ση. Ἡ μι­κρή βί­α, τήν με­γά­λη βί­α καί αὐ­τή ὕ­στε­ρα τόν ἁ­για­σμό».

«Ἐ­μεῖς οἱ Πνευ­μα­τι­κοί θά πᾶ­με στήν κό­λα­ση ἀ­πό τίς πολ­λές οἰ­κο­νο­μί­ες πού κά­νου­με».

Ἀ­γα­ποῦ­σε  ἰ­δι­αί­τε­ρα τούς  μο­να­χούς πού  ἔ­καναν πολ­λά κομ­πο­σχο­ί­νια. Κά­ποι­ος ἔ­κα­νε σέ ἕ­ξι ὧ­ρες ἀ­γρυ­πνί­α 120 τρι­α­κο­σά­ρια.

Ἔ­λε­γε ὁ πα­πα–Χα­ρά­λαμ­πος ὅ­τι τίς σαρ­κι­κές ἁ­μαρ­τί­ες τίς ἀ­γνο­οῦ­σε παν­τε­λῶς. Σάν Πνευ­μα­τι­κός ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­μα­θε ὅ­τι γί­νον­ται σαρ­κι­κές ἁ­μαρ­τί­ες. Τό­ση κα­θα­ρό­τη­τα εἶ­χε. Ἄ­κου­γε στήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση βα­ρει­ές ἁ­μαρ­τί­ες καί μέ ἁ­πλό­τη­τα καί ἀ­πο­ρί­α ἔ­λε­γε: «Ἀ­λή­θεια εἶ­ναι; Κά­νουν ὅ­λα αὐ­τά;».

Ἦ­ταν τό­σο κα­θα­ρός καί ἀ­σκαν­δά­λι­στος, ὥ­στε ἔ­λε­γε: «Νά μέ βά­λης νά κοι­μη­θῶ σ᾿ ἕ­να μπου­λού­κι γυ­ναῖ­κες μέ­σα, δέν αἰ­σθά­νο­μαι τί­πο­τε». Σέ ὅ­λη του τήν ζω­ή μία φο­ρά ἔ­πα­θε ἐ­νυ­πνια­σμό.

Κά­ποι­ος μο­να­χός στό Μο­να­στή­ρι συ­χνά πα­ρε­ξη­γεῖ­το μέ τόν Ἡ­γού­με­νο. Πή­γαι­νε τό πρωΐ ὁ πα­πα–Χα­ρά­λαμ­πος, χτυ­ποῦ­σε τήν πόρ­τα του καί ἐ­κεῖ­νος δέν ἀ­παν­τοῦ­σε ἀ­πό πεῖ­σμα. Τοῦ ἔ­λε­γε πα­ρα­κλη­τι­κά καί τα­πει­νά: «Πά­τερ… ἄ­νοι­ξε νά συγ­χω­ρε­θοῦ­με, θά λει­τουρ­γή­σω», καί ἤ­θε­λε νά τοῦ βά­λη με­τά­νοι­α.

Ἔ­λε­γε: «Ὅ­ποι­ος θέ­λει νά πά­η στήν ἔ­ρη­μο πρέ­πει νά ἔ­χη δά­κρυ­α. Ἄν δέν ἔ­χη νά μήν πά­η μό­νος του».

Ἔ­λε­γε: «Ὁ νοῦς στήν ἀ­κο­λου­θί­α νά πη­γα­ί­νη στήν εὐ­χή ὄ­χι στά ἀ­κο­ύ­σμα­τα».

Ὁ πα­πα–Χα­ρά­λαμ­πος ἦ­ταν πο­λύ γε­ρός ὀρ­γα­νι­σμός καί ἐ­πί ὧ­ρες προ­σευ­χό­ταν ὄρ­θιος. Στήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α ἔ­κλαι­γε συ­νέ­χεια καί τό πρό­σω­πό του ἀλ­λοι­ω­νό­ταν, γι­νό­ταν ἀγ­γε­λι­κό, ἔ­τσι πού δέν τόν γνώ­ρι­ζες. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­νε τήν Λει­τουρ­γί­α, τό πρό­σω­πό του ἐρ­χό­ταν στό φυ­σι­κό.

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα 

Related reading

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση · E.Ro.