ON AIR — ERO — RadioFrequency
Enomeni RomiosiniEnomeni RomiosiniCENTER FOR UNITY AND STUDY -
PROMOTING OUR VALUES
IMPORTANT
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

5 November 2022 · 5 min read

   Ο γε­ρω Τρύ­φων ὁ Κα­ψα­λι­ώ­της, ὁ Ρου­μᾶ­νος, κά­πο­τε πῆ­γε στήν Κοι­νό­τη­τα καί τόν ρώ­τη­σαν σέ ποι­ό Κελ­λί μέ­νει. Ἀ­πάν­τη­σε: «Τό Κελ­λί μου δέν ἔ­χει ὄ­νο­μα», ἐ­πει­δή δέν εἶ­χε Ἐκ­κλη­σά­κι. Καί ὁ ἴ­διος δέν εἶ­χε ὄ­νο­μα, ἀλ­λά τό πρό­σω­πό του ἔ­λαμ­πε καί τά δά­κρυ­ά του ἔ­τρε­χαν ἀ­πό τά μά­τια του. Ὅ­ταν πή­γαι­νε ἐ­πι­σκέ­πτης, ὅ­λο πνευ­μα­τι­κά ἔ­λε­γε καί ἔκ­κλαι­γε. Γι᾽ αὐ­τό ἦ­ταν ὀ­νο­μα­στός καί εὐ­ά­ρε­στος   στόν Θε­ό. Ἐν τούτοις ἔλε­γε: «Ἄχ, τί­πο­τα δέν ἔ­κα­να ἐ­γώ, τί­πο­τα. Ξέ­ρω  ἐ­γώ τί ἔ­κα­ναν οἱ Ἅ­γιοι. Ἐ­γώ τί­πο­τε δέν κά­νω. Στήν κό­λα­ση θά πά­ω. Πῶς θά σω­θῶ τό­σο ρά­θυ­μος πού εἶ­μαι;».

   Ἔ­λε­γε προ­φη­τι­κά γιά τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, ὑ­παι­νισ­σό­με­νος τίς προ­φη­τεῖ­ες τοῦ ἁ­γί­ου Νεί­λου: «Σή­με­ρα οἱ μο­να­χοί νη­στεύ­ουν ἀλλά φό­βο Θε­οῦ δέν ἔ­χουν. Θά ἔρ­θει και­ρός πού τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος θά κα­τα­πον­τι­σθῆ στήν  θά­λασ­σα καί  θά φαί­νε­ται  μό­νο  ἡ κο­ρυ­φή τοῦ Ἄθω­να. Θά περ­νοῦν τά κα­ρά­βια καί θά λέ­νε οἱ ἄν­θρω­ποι: “Ἐ­δῶ ἦ­ταν τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ἐ­δῶ ζοῦ­σαν μο­να­χοί πού νή­στευ­αν, ἀλ­λά φό­βο Θε­οῦ δέν εἶ­χα­ν”».

*

   Ο πα­τήρ Πα­χώ­μιος Κων­στα­μο­νί­της δι­η­γή­θη­κε:  «Ὅ­ταν εἶ­δα γιά πρώ­τη φο­ρά τόν π. Φι­λά­ρε­το, τόν Ἡ­γο­ύ­με­νο τοῦ Κων­στα­μο­νί­του, μοῦ ἔ­κα­νε με­γα­λύτερη ἐν­τύ­πω­ση ἀ­πό ὅ­λους τούς ἄλ­λους σα­ράν­τα μο­να­χούς πού εἶ­χε τό Μο­να­στή­ρι. Ἔ­λαμ­πε τό πρό­σω­πό του τό­σο πο­λύ, πού μοῦ φά­νη­κε σάν ἄγ­γε­λος».

   «Ἐ­γώ ἤ­μουν βουρ­δου­νά­ρης ἐργάτης στοῦ Κων­στα­μο­νί­του. Κά­πο­τε σέ ὥ­ρα ἀ­κο­λου­θί­ας μέ ἔ­βα­λαν καί ἔ­ψαλ­α ἕ­να τρο­πά­ριο. Τό ἔ­ψα­λα ὡ­ραῖ­α κι ὅ­λοι εὐ­χα­ρι­στή­θη­καν. Τό­τε ὁ π. Φι­λά­ρε­τος, ὁ Ἡ­γού­με­νος, μέ κά­λε­σε ἰ­δι­αί­τε­ρα καί μοῦ πρό­τει­νε νά γί­νω μο­να­χός. Μοῦ εἶ­πε γιά τήν μα­ται­ό­τη­τα τῆς ζω­ῆς κ.λπ. Ἐ­γώ τοῦ εἶ­πα ὅ­τι θά τό σκε­φθῶ. Δέν ἤ­θε­λα ὅ­μως νά γί­νω μο­να­χός καί τόν κο­ρό­ϊ­δευ­α τόν Ἡ­γού­με­νο. Ἀλ­λά ἡ προ­σευ­χή αὐ­τοῦ τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­χε με­γά­λη δύ­να­μη, ὅ­πως ἀ­πο­δεί­χτη­κε ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων. Μέ ρω­τοῦ­σε πῶς πά­ω, ἄν ἄλ­λα­ξε κά­τι μέ­σα μου πρός τήν μο­να­χι­κή ζω­ή, καί ἐ­γώ τόν κο­ρό­ϊ­δευ­α. Ἀλ­λά σι­γά–σι­γά πράγ­μα­τι γι­νό­ταν μία ἀλ­λα­γή μέ­σα μου. Με­τά ἀ­πό τρι­σή­μι­σι μῆ­νες εἶ­χα τέ­τοι­α ἀλ­λα­γή, ὥ­στε ἕ­να πρωΐ πῆ­γα στόν π. Φι­λά­ρε­το καί τοῦ εἶ­πα ὅ­τι ἀ­πε­φά­σι­σα νά γί­νω μο­να­χός. Τό­τε ἐ­κεῖ­νος μοῦ ἔ­δει­ξε τό κομ­πο­σχο­ί­νι του καί μοῦ εἶ­πε: “Παι­δί μου, νά ἤ­ξε­ρες πό­σα κομ­πο­σχο­ί­νια ἔ­κα­να γιά νά ἔρ­θης σ᾿ αὐ­τή τήν στιγ­μή νά μοῦ πῆς ὅ­τι θά γί­νω μο­να­χός! Ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἐ­σύ μέ κο­ρό­ϊ­δευ­ες, ἀλ­λά ἐ­γώ προ­σευ­χό­μουν συ­νε­χῶς. Νά ἀ­πο­κτή­σης ἀ­κτη­μο­σύ­νη καί τε­λεί­α ὑ­πα­κο­ή. Νά μά­θης δέ τούς χαι­ρε­τι­σμούς τῆς Πα­να­γί­ας καί νά τούς λές, ὅ­που καί ἄν εὑ­ρί­σκε­σαι”».

«Ὅ­πο­τε πή­γαι­νε ὁ π. Φι­λά­ρε­τος μέ τά ἅ­για Λεί­ψα­να ἤ μέ κάποια εἰ­κό­να στόν κό­σμο γιά προσ­κύ­νη­ση, πάν­το­τε σχε­δόν γί­νον­ταν ἕ­να–δύο θαύ­μα­τα. Ὅ­ταν γύ­ρι­ζε στό Μο­να­στή­ρι, μᾶς ἔ­λε­γε γιά τά θαύ­μα­τα πού γί­νον­ταν».

«Ἦρ­θε κά­πο­τε ἕ­νας ἱ­ε­ρέ­ας νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆ στόν π. Φι­λά­ρε­το. Τοῦ ἀ­νέ­φε­ρε ὅ­τι κιν­δυ­νεύ­ει νά πέ­ση σέ πορ­νεί­α, για­τί ἡ γυ­ναῖ­κα τοῦ Ἀ­στυ­νό­μου τοῦ ἐ­πε­τί­θε­το συ­νε­χῶς. Τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σε ὁ ἱ­ε­ρεύς τόν π. Φι­λά­ρε­το νά τόν βο­η­θή­ση. “Κα­λά”, τοῦ ἀ­πάντησε, “πή­γαι­νε καί ὅ,τι μπο­ρέ­σω θά σέ βο­η­θή­σω”. Ὅ­ταν ὁ ἱ­ερεύς ἐ­πέ­στρε­ψε στό χω­ριό του, ἦρ­θε ἡ σύ­ζυ­γος τοῦ Ἀ­στυ­νό­μου καί τοῦ εἶ­πε: “Κρῖ­μα,  φεύ­γου­με ἀπ᾿ ἐ­δῶ. Ἦρ­θε ἕ­να ἐ­πεῖ­γον τη­λε­γρά­φη­μα ἀ­πό τό ἀρ­χηγεῖ­ον τῆς Χω­ρο­φυ­λα­κῆς νά φύ­γου­με ἀπ᾿ ἐ­δῶ. Ἦρ­θα νά σέ ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σω”. Τό θαῦ­μα τῆς προ­σευ­χῆς  τοῦ π. Φι­λαρέ­του συ­νε­τε­λέ­σθη».

«Ὁ π. Φι­λά­ρε­τος εἶ­χε πο­λύ με­γά­λη τα­πεί­νω­ση. Κά­πο­τε μοῦ εἶ­χε ἀ­πα­γο­ρεύ­σει νά πά­ω σέ μί­α πα­νή­γυ­ρη. Σκαν­δα­λί­σθη­κα καί στε­νο­χω­ρή­θη­κα πο­λύ.   Τό­τε ἤ­μουν στό ἀρ­χον­τα­ρί­κι. Ἦρ­θε καί χτύ­πη­σε τήν πόρ­τα. Ἐ­γώ κα­τά­λα­βα ὅ­τι εἶ­ναι ὁ Γέ­ρον­τας καί δέν ἀ­πάν­τη­σα κα­θό­λου. Ἔ­φυ­γε χω­ρίς ν᾿ ἀ­νοί­ξη τήν πόρ­τα. Τήν ἑ­πο­μέ­νη ξα­νάρ­χε­ται. Μό­λις χτύ­πη­σε, λέ­ω “ἐμ­πρός”, ἀ­νοί­γει καί μπαί­νει μέ­σα. Μό­λις μπῆ­κε, τόν βλέ­πω κλαί­γον­τας νά μοῦ βά­ζη τρεῖς με­τά­νοι­ες καί νά μοῦ ζη­τά­η συγ­χώ­ρη­ση πού δέν μ᾿ ἄ­φη­σε νά πά­ω στήν πα­νή­γυ­ρη. “Παι­δί μου, συγ­χώ­ρε­σέ με, μέ μάλω­σε ὁ Πρω­το­μάρ­τυς Στέ­φα­νος πού  δέν σ᾿ ἄ­φη­σα νά πᾶς στό πα­νη­γύ­ρι. Συγ­χώ­ρε­σέ με”».

«Ἐ­μέ­να κά­πο­τε μοῦ ἀ­πε­κά­λυ­ψε ἰ­δι­αι­τέ­ρως, καί δέν γνω­ρί­ζω ἄν τό ἔ­χη πεῖ καί σέ ἄλ­λον, ὅ­τι πολ­λές φο­ρές κα­τά τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α ἄ­κου­σε ψαλ­μω­δί­ες ἀγ­γέ­λων καί αἰ­σθάν­θη­κε ἄρ­ρη­τη εὐ­ω­δί­α».

«Ἦρ­θε κά­ποι­ος καί πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν π. Φι­λά­ρε­το νά σώ­ση τό παι­δί του πού τό εἶ­χαν πά­ρει οἱ ἀν­τάρ­τες μέ τό ζό­ρι, τό ἔν­τυ­σαν, τοῦ ἔ­δω­σαν καί ὅ­πλο. Αὐ­τό ὅ­μως με­τά ἀ­πό μέ­ρες δρα­πέ­τευ­σε καί πῆ­γε σπί­τι του. Τό­τε τόν ξα­νά­πια­σαν καί ἀ­πε­φά­σι­σαν νά τόν ἐ­κτε­λέ­σουν, για­τί λι­πο­τά­κτη­σε. Οἱ προ­σευ­χές πού ἔ­κα­νε ὁ π. Φι­λά­ρε­τος γιά τό παι­δί τοῦ χω­ρι­κοῦ ἔ­κα­ναν  τό  θαῦ­μα τους.  Εἶ­χαν  ἀ­πο­φα­σί­σει νά τόν σκο­τώ­σουν ἀ­μέ­σως μό­λις φθά­σουν στήν ἕ­δρα τους. Ὅ­ταν ἔ­φθα­σαν, εἶ­πε ἕ­νας ἀ­πό ὅ­λους: “Ἄς πε­ρι­μέ­νου­με  τόν  ὑ­παρ­χη­γό  κα­λύ­τε­ρα  καί  κα­τό­πιν  τόν του­φε­κί­ζου­με”. Ὅ­ταν ἔ­φθα­σε ὁ ὑ­παρ­χη­γός, τοῦ ἀ­νέ­φε­ραν τό πε­ρι­στα­τι­κό. Αὐ­τός σκέ­φθη­κε λί­γο καί ὕ­στε­ρα εἶ­πε: “Ντύ­στε τον καί δῶ­στε του ὅ­πλο”. Κα­τό­πιν τοῦ ξα­να­εῖ­πε: “Πή­γαι­νε τώ­ρα καί φέ­ρε μας νε­ρό, γιά νά πει­σθοῦ­με ὅ­τι εἶ­σαι πι­στός καί δέν θά ξα­να­λι­πο­τα­κτή­σεις”. Τό παι­δί πῆ­γε γιά νε­ρό καί  βρί­σκον­τας τήν εὐ­και­ρί­α πά­λι λι­πο­τά­κτη­σε. Ἔ­φθα­σε στήν Ἱ­ε­ρισ­σό καί πα­ρα­δό­θηκε στόν Στρα­τό».

   Ὁ π. Χε­ρου­βείμ Κων­στα­μο­νί­της δι­η­γή­θη­κε: «Εἶ­χε δι­ο­ρα­τι­κό χά­ρι­σμα ὁ Γέ­ρον­τας (Ἡ­γού­με­νος Φι­λά­ρε­τος). Ὅ­ταν ἐ­ξω­μο­λο­γοῦ­σε, ἐ­νί­ο­τε ἔ­λε­γε: “Ναί, κα­λά, ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νο πού πῆ­ρες, νά τό ἐ­πι­στρέ­ψης. Ἐ­κεῖ­νο πού ἔ­κα­νες δέν σκε­φτό­σουν νά τό ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆς”. Πολ­λούς, πού πρώ­τη φο­ρά ἔρ­χον­ταν νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν, τούς ἀ­πο­κα­λοῦ­σε μέ τά ὀ­νό­μα­τά τους. Ἐ­πί­σης εἶ­χε καλ­λι­ερ­γή­σει καί τή νο­ε­ρά προ­σευ­χή».

«Ὅ­ταν εἶ­χε γε­ρά­σει καί δέν μπο­ροῦ­σε νά ἀ­νέ­βη τίς σκά­λες, πε­ρί­με­νε στό πρῶ­το σκα­λο­πά­τι καί κα­τό­πιν σάν που­λί ἀ­νέ­βαι­νε ἐ­πά­νω. Ὁ φύ­λα­κάς του Ἄγ­γε­λος τόν ἀ­νέ­βα­ζε. Ἕ­να βρά­δυ πού συ­νέ­βη τό ἴ­διο, τόν ἄ­κου­σα νά λέ­η: “Σέ κου­ρά­ζω καί σέ­να, Ἄγ­γε­λέ μου­”».

«Ὅ­ταν ἤ­μουν ἀρ­χά­ριος μο­να­χός, λίγο πρίν πε­θά­νη, μοῦ εἶ­πε:

–Πάν­τα νά κρα­τᾶς πι­σι­νή, παι­δί μου.

–Τί ἐν­νο­εῖς, Γέ­ρον­τα, τόν ρώ­τη­σα.

–Ὅ­ταν με­γα­λώ­σης, θά τό κα­τα­λά­βεις.

»Πράγ­μα­τι ἔ­πα­θα πολ­λές ζη­μι­ές, δι­ό­τι ἐ­ξαν­τλοῦ­σα ὅ­λες μου τίς δυ­νά­μεις σέ δι­ά­φο­ρα ἔρ­γα καί ὑ­πο­θέ­σεις καί τό­τε κα­τά­λα­βα αὐ­τό πού ἐν­νο­οῦ­σε ὁ Γέ­ρον­τας».

«Ἦ­ταν ἡ­μέ­ρα Τε­τάρ­τη καί μοῦ εἶ­πε:

–Μέ­χρι τήν Κυ­ρια­κή θά πε­θά­νω, παι­δί μου.

–Ποῦ τό ξέ­ρεις, Γέ­ρον­τα, τόν ρώ­τη­σα.

–Μοῦ τό εἶ­πε ὁ Ἄγ­γε­λός μου, ἀ­πάν­τη­σε.

»Πράγ­μα­τι ἐ­κοι­μή­θη τό Σάβ­βα­το βρά­δυ στίς 22 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1963».

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα 

Related reading