ON AIR — ERO — RadioFrequency
Enomeni RomiosiniEnomeni RomiosiniCENTER FOR UNITY AND STUDY -
PROMOTING OUR VALUES
IMPORTANT
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’ – Τά τέλη τῶν δικαίων

17 April 2021 · 5 min read

ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α’

Ο Πα­να­γι­ώ­της Βα­σι­λειά­δης γεν­νή­θη­κε στήν Τρα­πε­ζοῦντα τό 1880. Ἦ­ταν ἔμ­πο­ρος χαλ­κοῦ, ἀρ­κε­τά εὐ­κα­τά­στα­τος. Ἡ γυ­ναῖ­κα του Δέ­σποι­να ἦ­ταν ἀ­πό φτω­χή οἰ­κο­γέ­νεια ἀλ­λά πλού­σια σέ ψυ­χι­κές ἀ­ρε­τές. Ἀ­πέ­κτη­σαν ἑ­πτά παι­διά.

Ἦ­ταν ἀ­γα­πη­μέ­νο ἀν­δρό­γυ­νο καί ὅ­λες τίς ἀ­πο­φά­σεις τίς ἔ­παιρ­ναν ἀ­πό κοι­νοῦ. Συμ­φώ­νη­σαν ἀ­κό­μη νά προ­στε­θοῦν στήν οἰ­κο­γέ­νειά τους ἐ­κτός ἀ­πό τούς γο­νεῖς τους καί ἄλ­λοι κοντι­νοί συγ­γε­νεῖς μέ οἰ­κο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα, χῆ­ρες, ὀρ­φα­νά κ.ἄ.

Κα­θώς εἶ­χε με­γά­λο σπί­τι[1] καί ἐ­πει­δή εἶ­χε σχέ­σεις μέ ἀν­θρώ­πους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, φι­λο­ξε­νοῦ­σε Μη­τρο­πο­λί­τες καί ἱε­ρεῖς ἀ­πό δι­ά­φο­ρα μέ­ρη πού ἔρ­χονταν στήν Τρα­πε­ζοῦντα, φτω­χούς, ἀ­στέ­γους καί πε­ρα­στι­κούς. Ὁ Πα­να­γι­ώ­της, σάν τόν Πα­τριά­ρχη Ἀ­βρα­άμ, δέν ἔ­δι­ω­χνε κα­νέ­ναν ἀ­πό τό σπί­τι του. Ὅ­λους τούς ἀ­νέ­παυ­ε, τούς φι­λο­ξε­νοῦ­σε καί τούς χόρ­ται­νε μέ τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά, ἰδι­αί­τε­ρα δέ μέ τήν ἀρ­χοντι­κή του ἀ­γά­πη.

Ἕ­να ἀ­πό τά πολ­λά δῶ­ρα πού τοῦ προ­σέ­φε­ραν οἱ φι­λο­ξε­νού­με­νοι σώ­ζε­ται μέ­χρι σή­με­ρα. Εἶ­ναι ἕνα προ­σευ­χη­τά­ρι μέ ψαλ­μούς τυ­πω­μέ­νο στήν Βε­νε­τί­α τό ἔ­τος 1780, στήν Τούρ­κι­κη γλῶσ­σα. Αὐ­τό καί τό Εὐ­αγ­γέ­λιο ἦ­ταν τά ἀ­γα­πη­μέ­να του βι­βλί­α, τά ὁ­ποῖ­α δι­ά­βα­ζε συ­χνά.

Σέ ὅ­λη του τήν ζω­ή στίς εὐ­κο­λί­ες καί στίς δυ­σκο­λί­ες του πάντα κα­τέ­φευ­γε στόν Θε­ό. Ἡ πί­στη του στόν Θε­ό ἦ­ταν δυ­να­τή καί ζωντα­νή. Πέντε φο­ρές κά­θε μέ­ρα προ­σευ­χό­ταν λέ­γοντας πάντα στήν ἀρ­χή τόν ν’ ψαλ­μό «Ἐ­λέ­η­σόν με, ὁ Θε­ός…».

Ὅ­ταν ἦ­ταν μό­νος του στό σπί­τι τοῦ ἄ­ρε­σε νά ψέλ­νη. Συμ­βού­λευ­ε τά παι­διά του νά εἶ­ναι τα­πει­νά καί νά μήν ξε­χνοῦν ὅ­τι «ὁ ὑ­ψῶν ἑ­αυ­τόν τα­πει­νω­θή­σε­ται, ὁ δέ τα­πει­νῶν ἑαυτόν ὑ­ψω­θή­σε­ται»[2].

Ἦ­ταν ἄν­θρω­πος εἰ­ρη­νι­κός καί ἤ­ρε­μος. Βο­η­θοῦ­σε πολ­λούς πού εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη καί ἰ­δι­αί­τε­ρα τίς χῆ­ρες πού εἶ­χαν μι­κρά παι­δά­κια ὀρ­φα­νά, για­τί εἶ­χε ἀ­δυ­να­μί­α στά μι­κρά παι­δά­κια.

Κά­πο­τε ἡ μι­κρή του κό­ρη τοῦ ζή­τη­σε νά τῆς ἀ­γο­ρά­ση πα­πού­τσια γιά τό Πά­σχα. Αὐ­τός τά ἀ­γό­ρα­σε ἀλ­λά εἶ­δε κά­ποι­ο κο­ρι­τσά­κι ὀρ­φα­νό ξυ­πό­λυ­το στήν ἴ­δια ἡ­λι­κί­α καί τά φό­ρε­σε σ᾽ αὐ­τό. Ὅ­ταν ἡ κό­ρη του δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε, αὐ­τός τῆς ἀ­πάντη­σε χω­ρίς δι­και­ο­λο­γί­ες: «Ἐ­σύ, παι­δί μου, ἔ­χεις πα­τέ­ρα. Μπο­ρεῖς νά τά ἔ­χης καί αὔ­ριο». Προ­στά­τευ­ε καί τούς ὑ­παλ­λή­λους του. Τούς βο­η­θοῦ­σε νά ἔ­χουν δι­κά τους σπί­τια. Ἀ­κό­μη εὐ­ερ­γε­τοῦ­σε πολ­λούς Τούρ­κους πού εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη.

Τό ἔ­τος 1920 ἦρ­θαν στήν Ἑλ­λά­δα πάμ­φτω­χοι, για­τί τά ἄ­φη­σαν ὅ­λα. Γιά ἀσφάλεια, ἄ­φη­σε σ᾽ ἕ­να φί­λο του Τοῦρ­κο μί­α εἰ­κό­να θαυ­μα­τουρ­γή, κλη­ρο­νο­μιά ἀ­πό τούς γο­νεῖς του, πού χρο­νο­λο­γεῖ­ται ἀ­πό τό ἔ­τος 1520. Ὅ­μως ἀ­πό τήν ἡ­μέ­ρα πού τήν πῆ­ρε ὁ Τοῦρ­κος στό σπί­τι του κά­θε βρά­δυ ἔ­κα­νε ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό κρό­το, ὥ­στε νά μήν μπο­ροῦν νά κοι­μη­θοῦν. Ὁ­πό­τε ὁ Τοῦρκος εἰ­δο­ποί­η­σε τόν Πα­να­γι­ώ­τη καί μέ πολ­λή συγ­κί­νη­ση καί εὐ­λά­βεια τήν πῆ­ρε καί τήν ἔ­φε­ρε στήν Ἑλ­λά­δα μα­ζί του. Ἡ εἰ­κό­να πα­ρι­στά­νει τόν Χρι­στό στήν μέ­ση, δε­ξιά τήν Πα­να­γί­α καί ἀ­ρι­στε­ρά τόν Τί­μιο Πρό­δρο­μο[3].

Ἡ ζω­ή τους στήν Ἑλ­λά­δα ἦ­ταν πά­ρα πο­λύ δύ­σκο­λη. Ἔ­χα­σαν τά πάντα καί ὅ­μως αὐ­τός τούς ἔ­λε­γε: «Δο­ξά­στε τόν Θε­ό, δέν θά μᾶς ἐγ­κα­τα­λεί­ψη».

Καί πά­λι μέ­σα στήν στέ­ρη­ση ὁ πο­νό­ψυ­χος Πα­να­γι­ώ­της δέν ξε­χνοῦ­σε τούς φτω­χούς συγ­γε­νεῖς του. Μέ­χρι πού γέ­ρα­σε εἶ­χε τίς τσέ­πες του γε­μᾶ­τες μέ κα­ρα­μέλ­λες, κέρ­μα­τα καί ἄλ­λα πράγ­μα­τα πού πρό­σφε­ρε στά μι­κρά παι­δά­κια πού συ­ναντοῦ­σε νά παί­ζουν στό δρό­μο. Αὐ­τή ἦ­ταν ἡ με­γά­λη του χα­ρά.

Τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια τῆς ζω­ῆς του τά ἔ­ζη­σε στό σπί­τι τῆς μι­κρό­τε­ρης κό­ρης του Σο­φί­ας. Ὑ­πέ­φε­ρε πο­λύ ἀ­πό βρογ­χι­κό ἆ­σθμα. Τό ἔ­τος 1955, τό Πά­σχα ἦ­ταν 17 Ἀ­πρι­λί­ου. Λί­γες μέ­ρες νω­ρί­τε­ρα ὁ Θε­ός τόν πλη­ρο­φό­ρη­σε νά ἑ­τοι­μα­στῆ γιά τήν ἄλ­λη ζω­ή. «Μέ εἰ­δο­ποί­η­σαν ὅ­τι φεύ­γω καί θέ­λω νά ἑ­τοι­μα­στῶ», εἶ­πε στά παι­διά του. Τήν ἡ­μέ­ρα τῶν Βα­ῒ­ων πῆ­γε μό­νος στήν Ἐκ­κλη­σί­α πού ἦ­ταν ἀρ­κε­τά μα­κρυά, καί ἂς ἦ­ταν τό­σο ἐ­ξαντλη­μέ­νος. Κοι­νώ­νη­σε γο­να­τι­στός. Ἦ­ταν πο­λύ ἤ­ρε­μος αὐ­τές τίς ἡ­μέ­ρες. Τήν Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή ὅ­μως τό με­ση­μέ­ρι ση­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα ἀ­πό τό κρεβ­βά­τι του καί μο­νο­λο­γοῦ­σε ἔντο­να. Τόν ρώ­τη­σε ἡ κό­ρη του: «Θέ­λεις, πα­τέ­ρα, κά­τι;», «ὄ­χι παι­δί μου», τῆς εἶ­πε. «Νά, ἦρ­θαν νά μέ πά­ρουν καί ἐ­γώ πι­κρά­θη­κα. Μή χα­λᾶ­τε τό Πά­σχα τῶν παι­δι­ῶν μου», τούς εἶ­πα.

Τήν Δεύ­τε­ρη ἡ­μέ­ρα τοῦ Πά­σχα ἡ ὑ­γεί­α του ἐ­πι­δει­νώ­θη­κε ἀρ­κε­τά. Μα­ζεύ­τη­καν στό σπί­τι τά παι­διά του, οἱ νύ­φες του καί οἱ γα­μπροί του.

Τό ἀ­πό­γευ­μα πιά δύ­σκο­λα ἀ­νέ­πνε­ε. Γύ­ρι­σε τό κε­φά­λι του, τούς κοί­τα­ξε ὅ­λους καί στόν γα­μπρό τῆς με­γά­λης κό­ρης του, πού ἦ­ταν πο­λύ ἰ­δι­ό­τρο­πος, τοῦ εἶ­πε κου­νώντας θλιμ­μέ­να τό κε­φά­λι του: «Σάβ­βα, Σάβ­βα», καί ἀ­πό τά μά­τια του κύ­λη­σαν δά­κρυα. Ἔ­γει­ρε με­τά τό κε­φά­λι του καί τό ἀ­πό­γευ­μα στίς 7 ἡ ὥ­ρα κοι­μή­θη­κε εἰ­ρη­νι­κά. Ἔ­φυ­γε φτω­χός καί σε­μνός, ἀλ­λά γύ­ρω του ἦ­ταν ὅ­λα τά παι­διά του.

Στά σα­ράντα του ἦρ­θαν Τοῦρ­κοι ἀ­πό τήν Τρα­πε­ζοῦντα, τούς ὁ­ποί­ους εἶ­χε εὐ­ερ­γε­τή­σει ὅ­ταν ζοῦ­σε ἐ­κεῖ ὁ ἐ­λε­ή­μων Πα­να­γι­ώ­της.

Λί­γο πρίν ἀπό τούς ἕ­ξι μῆ­νες με­τά τόν θά­να­τό του πα­ρου­σι­ά­στη­κε στήν γυ­ναῖ­κα του στόν ὕ­πνο της. Τῆς εἶ­πε ὅ­τι θά τήν ἔ­παιρ­νε μα­ζί του γι᾽ αὐ­τό νά ἑ­τοι­μα­στῆ. Ἔ­τσι, χωρίς κα­μ­μιά ἀμ­φι­βο­λί­α ἡ γυ­ναῖ­κα του πῆ­γε στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί κοι­νώ­νη­σε μέ πολ­λή εὐ­λά­βεια.

Τήν πα­ρα­μο­νή πού ἑ­τοί­μα­ζαν τά κόλ­λυ­βα γιά τό μνη­μό­συ­νο τοῦ ἑ­ξα­μή­νου, τό με­ση­μέ­ρι, τήν ὥ­ρα πού ἔ­τρω­γαν, ἐ­κοι­μή­θη καί αὐ­τή ἀ­πό ἀ­να­κο­πή τῆς καρ­διᾶς της.

Ὅ­ταν στά τρί­α χρό­νια ἔ­κα­ναν τήν ἀ­να­κο­μι­δή, τά ὀ­στᾶ του ἦ­ταν κα­θα­ρά καί κί­τρι­να σάν λε­μό­νι.

Με­τά ἀ­πό χρό­νια πα­ρου­σι­ά­στη­κε στόν ὕ­πνο τῆς κό­ρης του Σο­φί­ας. Ὅ­ταν τόν ρώ­τη­σε: «Τί κά­νεις, πα­τέ­ρα; Πῶς περ­νᾶς;», αὐ­τός τῆς εἶ­πε: «Εἶ­μαι πο­λύ κα­λά. Εἴ­μα­στε μα­ζί μέ τήν μη­τέ­ρα σου. Ἐ­δῶ εἶ­ναι πο­λύ ὡ­ραῖ­α. Οὔ­τε πει­νᾶς, οὔ­τε δι­ψᾶς, οὔ­τε κρυ­ώ­νεις, μή στε­να­χω­ρι­έ­στε γιά μᾶς».

Αἰ­ω­νί­α του ἡ μνή­μη. Ἀ­μήν.

[1]. Μέ­χρι πρό τι­νων ἐ­τῶν στό σπί­τι του, πού σώ­ζε­ται μέχρι σή­με­ρα, στε­γα­ζό­ταν κά­ποι­α κρα­τι­κή ὑ­πη­ρε­σί­α τῆς­ Τρα­πε­ζοῦ­ντος.

[2]. Λουκ. ι­η’, 14.

[3]. Ἡ εἰ­κό­να καὶ τό προ­σευ­χη­τά­ρι φυ­λάσ­σονται σή­με­ρα στό σπί­τι τῆς κό­ρης του Σοφίας πού γη­ρο­κό­μη­σε τούς γο­νεῖς της.

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

 

ΤΟ ΤΑΜΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ. Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ.

Ἡ Δ΄ Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις.

Νομίζει ἑαυτὴν εὐτυχῆ γενομένη ὄργανον, δι᾿ οὗ τὸ Ἔθνος ἐκπληροῖ τὸ πλέον ἐφετὸν τῶν χρεῶν του, δη­λα­δὴ τὸ νὰ ἀναπέμψῃ τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὸν Θε­όν, Ὅστις ἔδειξε τοσαῦτα θαύματα διὰ νὰ τὸ σώσῃ.

 Κατὰ συνέπειαν, ἡ Δ΄  Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις ψηφίζει:

Α΄. Ὅταν ἡ τοπικὴ περιφέρεια τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ καθέ­δρα τῆς Κυβερνήσεώς της κατασταθῶσιν ὁρι­στι­κῶς, οἱ δὲ οἰκονομικοὶ πόροι τοῦ κράτους τὸ ἐπιτρέ­ψω­σιν, ἡ Κυβέρνησις θέλει διατάξει νὰ ἐγερθῇ εἰς τὴν κα­θέ­δραν εἷς Ναὸς ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ Σωτῆρος.

(ΑΡΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑΣ, τόμος 4ος. Δ΄ ἐν Ἄργει Ἐθνικὴ Συνέλευσις 1828-1829,

-Δεύτερος τῶν Ἐθνοσυνελεύσεων, σελ. 116)

Ὅταν οἱ ὑπεύ­θυ­νοι ἐνθυ­μη­θοῦν νά πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν τό λη­σμο­νη­μένο καί ἀνεκ­πλή­­ρω­το τάμα τοῦ Ἔθ­νους καί ἀρχίση ἡ ἀνοικο­δό­μη­ση τοῦ Ναοῦ, τά ἔσοδα ἀπό τήν διάθεση τοῦ παρόντος βι­­βλί­­ου θά διατεθοῦν γιά ἕνα λιθαράκι στό Ναό τοῦ Σω­τῆ­ρος μας Χριστοῦ.

Related reading