ON AIR — ERO — RadioFrequency
Enomeni RomiosiniEnomeni RomiosiniCENTER FOR UNITY AND STUDY -
PROMOTING OUR VALUES
IMPORTANT
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

ΕΝΑ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΟΔΥΝΗΣ ΚΑΙ ΘΡΙΑΜΒΟΥ

21 January 2012 · 8 min read

Ἕ­να ὁ­δοι­πο­ρι­κό ὀ­δύ­νης καί θρι­άμ­βου!

Α΄

 

        Ὁ δρό­μος χω­μα­τέ­νιος, στε­νός, ἀ­νη­φο­ρι­κός. Δε­ξι­ά καί ἀ­ρι­στε­ρά τά δέν­τρα λυ­γί­ζουν στό πέ­ρα­σμά τους. Τά βή­μα­τά τους ἀ­κο­λου­θοῦν τίς πα­τη­μα­σιές Ἐ­κεί­νου, πού εἶ­ναι ὁ Δι­δά­σκα­λός τους. Ἡ συν­τρο­φιά τῶν μα­θη­τῶν εἶ­ναι μι­κρή. Δέν συ­ζη­τᾶ­νε, μό­νο ἀ­κοῦ­νε. Ἀ­κοῦ­νε μέ λα­χτά­ρα τήν κά­θε λέ­ξη. Σέ ὑ­πο­βλη­τι­κή σι­γή, μέ πρό­σω­πα συγ­κεν­τρω­μέ­να ἡ ὑ­περ­κό­σμι­α φω­νή Τοῦ Δι­δα­σκά­λου, τούς προ­ει­δο­ποι­εῖ:

        «Ἰ­δού ἀ­να­βαί­νο­μεν εἰς Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα καί πα­ρα­δο­θή­σε­τα­ι ὁ υἱ­ός τοῦ ἀν­θρώ­που…. καί τῇ Τρί­τη ἡ­μέ­ρᾳ ἀ­να­στή­σε­τα­ι» (Μάτθ. κ΄ 17 – 19)

        Εἶ­ναι ὁ λό­γος πού προ­μη­νύ­ει τή Με­γά­λη Θυ­σί­α, τόν φρι­κτό Σταυ­ρό, τό ἑ­κού­σι­ον Πά­θος, ἀλ­λά καί τόν με­γα­λει­ώ­δη Του θρί­αμ­βο. Ἡ Θυ­σί­α τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, γε­γο­νός μο­να­δι­κό στήν πα­ναν­θρώ­πι­νη Ἱ­στο­ρί­α. Ἡ Σταύ­ρω­σή Του καί ὁ Σταυ­ρός ση­μεῖ­ο ἀν­τι­λε­γό­με­νο μέ­σα στούς αἰ­ῶ­νες. Καί σή­με­ρα, τό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ καί ὁ Σταυ­ρός Του ση­κώ­νουν θύ­ελ­λες καί χω­ρί­ζουν σέ ἀν­τι­μα­χό­με­να στρα­τό­πε­δα τούς ἀν­θρώ­πους.

       Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ἀ­νοί­γει τίς πύ­λες της στή Μ. Ἑ­βδο­μά­δα. Ἄ­ς ἀ­φουγ­κρα­στοῦ­με τά βα­θυ­στό­χα­στα λό­γι­α τῶν Εὐ­αγ­γε­λί­ων, τῶν ὕ­μνων, τῶν αἴ­νων, πα­ρα­κο­λου­θών­τας τίς θαυ­μά­σι­ες καί κα­τα­νυ­κτι­κές ἀ­κο­λου­θί­ες τῆς Μ. Ἑ­βδο­μά­δας.

        Ἄς κα­τα­νυ­χθοῦ­με, ἄς ἀ­νοί­ξου­με τά βά­θη τῆς ψυ­χῆς μας, ἐ­κεῖ πού κρύ­βον­ται ὅ­λα τά ἀν­θρώ­πι­να πά­θη μας, γιά νά δι­εισ­δύ­σει τό θε­ϊ­κό φῶς, νά φω­τι­στο­ῦν ἔ­τσι οἱ σκο­τει­νές γω­νιές της, ἐ­κεῖ ὅ­που τό σκο­τά­δι γί­νε­ται ὅ­λο καί πυ­κνό­τε­ρο. Ἡ με­γάλη θυ­σί­α τοῦ Θε­αν­θρώ­που, πού μᾶς δί­νει ξα­νά τήν εὐ­και­ρί­α, νά κα­θα­ρί­σου­με καί «λαμ­πρύ­νου­με τήν στο­λήν της ψυ­χῆς» μας.

 

Β΄

 

        «Ἰ­δού ἀ­να­βαί­νο­μεν εἰς Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα».  Σέ αὐ­τό τό ὁ­δοι­πο­ρι­κό, ποιά πρό­σω­πα θά συ­ναν­τή­σου­με, σέ συ­νάρ­τη­ση πάν­τα μέ τό κο­ρυ­φαῖ­ο πρό­σω­πο τοῦ θεί­ου δρά­μα­τος, τόν Κύ­ρι­ο Ἰ­η­σοῦ, πού ἑ­κου­σί­ως πο­ρεύ­ε­ται πρός τό πά­θος; Ποιά μη­νύ­μα­τα θά πά­ρου­με; Θά ἀ­κού­σου­μέ τούς υἱ­ούς Ζε­βε­δαί­ου νά ζη­τᾶ­νε τά πρω­τεῖ­α. «…δός ἡ­μῖν ἵ­να εἷς ἐκ δε­ξι­ῶν σου καί εἷς ἐξ εὐ­ω­νύ­μων σου κα­θή­σω­μεν  ἐν τῇ δό­ξῃ σου». Καί ἡ ἀ­πάν­τη­ση τοῦ Ἰ­η­σοῦ:

         «Οὐκ οἴ­δα­τε τί αἰ­τεῖ­σθε… ὅς ἐ­άν θέ­λῃ ὑ­μῶν γε­νέ­σθαι πρῶ­τος, ἔ­στα­ι πάν­των δοῦ­λος….» (Μάρκ. ι 37-38, 43 – 45)

        Ἡ δό­ξα καί τό ἀ­λη­θι­νό με­γα­λεῖ­ο ἔγ­κειν­ται, ὄ­χι στήν πρω­το­κα­θε­δρί­α, στήν κο­σμι­κό­τη­τα, στήν ἀ­λα­ζο­νεί­α, στή λάμ­ψη, ἀλ­λά στήν τα­πει­νή δα­κο­νί­α τοῦ πλη­σί­ον, στήν ἐ­πί­γνω­ση τῆς ἀ­θλι­ό­τη­τας τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας.

        Θά συ­ναν­τή­σου­με στό σπί­τι τοῦ Λα­ζά­ρου, στή Βη­θα­νί­α, τήν ἀ­δελ­φή του, Μα­ρί­α. (Ἰ­ω­άν. ιβ΄ 1-3) Ἀγ­γε­λι­κή μορ­φή. Θυ­μί­α­μα εὐ­γνω­μο­σύ­νης, ἡ καρ­διά της.

        Δί­πλα, ὁ Ἰ­ού­δας δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται «δι­α­τί τοῦ­το τό μύ­ρον οὐκ ἐ­πρά­θη τρι­α­κο­σί­ων δη­να­ρί­ων καί ἐ­δό­θη πτω­χοῖς; (Ἰ­ω­άνν. ιβ΄ 5). Ἡ ὕ­λη καί τό πνεῦ­μα. Ἡ προ­σκόλ­λη­ση στό χρῆ­μα ἀ­πό τή μί­α, καί ἡ ἁ­γνή ἀ­γά­πη στόν Ἰ­η­σοῦ ἀ­πό τήν ἄλ­λη. Αὐ­τή εἶ­ναι μιά με­γά­λη μά­χη πού δί­νε­ται μέ­σα στή δι­κή μας καρ­διά.

       Θά συ­ναν­τή­σου­με, ἀ­κό­μη, τήν ἁ­μαρ­τω­λή γυ­ναί­κα, πού μέ ἀ­στα­μά­τη­τα δά­κρυ­α με­τα­νοί­ας ἀ­δει­ά­ζει τό πο­λύ­τι­μο νάρ­δο (μύ­ρο) στά πό­δια τοῦ Ἰ­η­σοῦ (Μάρκ. ιδ΄ 3). Ξε­χύ­νον­ται γύ­ρω ἀ­ρώ­μα­τα λου­λου­διῶν, ἐ­νῶ τά χεί­λη της δί­νουν τή σφρα­γί­δα τῆς βα­θι­ᾶς με­τά­νοι­άς της. Ἡ με­τά­νοι­α εἶ­ναι ἡ μό­νη ἄ­ξι­α νά στα­θεῖ μπρο­στά στόν Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο. Εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νο πού ἀ­νοί­γει τήν πύ­λη τοῦ Πα­ρα­δεί­σου.

         Στόν κῆ­πο τῆς Γε­σθη­μα­νῆ θά συ­ναν­τή­σου­με τόν Ἰ­η­σοῦ μέ τούς μα­θη­τές Του. Σέ κά­ποια στιγ­μή, παίρ­νει μα­ζί Του «τόν Πέ­τρον καί Ἰ­ά­κω­βον καί Ἰ­ω­άν­νην…. Καί ἤρ­ξαν­το ἀ­δη­μο­νεῖν καί λέ­γειν αὐ­τοῖς…. Μεί­να­τε ὧ­δε καί γρη­γο­ρεῖ­τε.  Καί ὅ­μως, δέν τά κα­τά­φε­ραν παρ’ ὅ­λο πού ὁ Κύ­ρι­ος τούς πα­ρα­κά­λε­σε, στή δύ­σκο­λη ἐ­κεί­νη ὥ­ρα, νά Τοῦ συμ­πα­ρα­στα­θοῦν μέ τήν προ­σευ­χή τους. Τούς κα­τέ­λα­βε ὁ νυ­σταγ­μὀς, ὑ­πέ­κυ­ψαν στήν ἀν­θρώ­πι­νη ἀ­δυ­να­μί­α γιά νά ἀ­κού­σουν μετ’ ὀ­λί­γον, τήν πο­νε­μέ­νη φω­νή τοῦ Δι­δα­σκά­λου τους:

        «Οὐκ ἰ­σχύ­σα­τε μί­αν ὥ­ρα γρη­γο­ρῆ­σαι». (Μάρκ. ιδ΄ 32-38)

Ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος, «γε­νό­με­νος ἐν ἀ­γω­νί­α, ἐ­κτε­νέ­στε­ρον προ­σηύ­χε­το» (Λουκ. κβ΄ 44) Ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κή θύ­ελ­λα κό­πα­σε πά­νω στό βρά­χο τῆς προ­σευ­χῆς. Ἄ­φη­σε ἔ­τσι ὁ Ἰ­η­σοῦς σέ ὅ­λους μας ὅ­πλο ἀ­κα­τα­νί­κη­το, τήν προ­σευ­χή, ἀ­σπί­δα, μο­να­δι­κή προ­στα­σία.

        Θά συ­ναν­τή­σου­με τόν δοῦ­λο τοῦ Ἀρ­χι­ε­ρέ­α (Ἰ­ω­άν. ἰ­η΄ 22-23), πού γιά νά εἶ­ναι ἀ­ρε­στός στό ἀ­φεν­τι­κό του, ση­κώ­νει τό ἀ­νί­ε­ρο χέ­ρι του νά ρα­πί­σει Ἐ­κεῖ­νον, πού θε­ρά­πευ­ε τά πα­ρά­λυ­τα χέ­ρια. Καί ὁ Ἰ­η­σοῦς, μπρο­στά στήν ἀν­θρώ­πι­νη αὐ­τή κα­τά­πτω­ση καί πό­ρω­ση, δέν ἀν­τα­πο­δί­δει τό ρά­πι­σμα, δέν τόν δι­α­σύ­ρει. Συν­τρί­βει τή θρα­σύ­τη­τα ἤ­ρε­μα μέ ἀ­ξι­ο­πρέ­πει­α.

        Θά συ­ναν­τή­σου­με τόν Πέ­τρο,  δρα­μα­τι­κή μορ­φή. Πέ­ρα­σε καί αὐ­τός τό δι­κό του πά­θος. Ἐ­δο­κι­μά­σθη ἡ πί­στη του στόν Ἰ­η­σοῦ, πι­κρά, «πρίν ἀ­λέ­κτο­ρα φω­νῆ­σαι» ἀ­πό μί­α παι­δί­σκη, στήν αὐ­λή τοῦ Ἀρ­χι­ε­ρέ­α.

Ἀ­λί­μο­νο, ἀρ­νή­θη­κε Αὐ­τόν γιά τόν ὁ­ποῖ­ον εἶ­χε ὁ­μο­λο­γή­σει, «σύ εἶ ὁ Χρι­στός, ὁ υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ τοῦ ζῶν­τος». Ὁ Πέ­τρος, ὁ πι­στός μα­θη­τής, ὁ ἀ­πο­φα­σι­στι­κός, πού περ­πά­τη­σε πά­νω στά κύ­μα­τα, τρο­μο­κρα­τή­θη­κε μπρο­στά στή δού­λη – παι­δί­σκη! Ἔ­γι­νε ἕ­να μέ τούς ὑ­πη­ρέ­τες τοῦ Ἀρ­χι­ε­ρέ­α. Πα­γω­μέ­νος, στε­κό­ταν κον­τά στή φω­τιά γιά νά ζε­στα­θεῖ ἀ­πό τή φω­τιά πού εἶ­χαν ἀ­νά­ψει οἱ ἐ­χθροί τοῦ Ἰ­η­σοῦ. Ὁ φλο­γε­ρός μα­θη­τής, χω­ρίς τό «Φῶς τῆς ζω­ῆς» νά τόν θερ­μαί­νει, εἶ­χε φθά­σει στό χεῖ­λος τῆς ἀ­βύσ­σου. Τί τόν χώ­ρι­ζε ἀ­πό τόν Ἰ­ού­δα;  Μί­α δρα­σκε­λιά, ἀλ­λά ὅ­ταν ὁ Κύ­ρι­ος ἐ­νέ­βλε­ψε τῷ Πέ­τρω καί ὑ­πε­μνή­σθη ὁ Πέ­τρος τοῦ λό­γους τοῦ Κυ­ρί­ου, ὡς εἶ­πεν αὐ­τῶ, ὅ­τι πρίν ἀ­λέ­κτο­ρα φω­νῆ­σαι, ἀ­παρ­νή­ση μέ τρίς», τό­τε, «ἐ­ξελ­θών ἔ­κλαυ­σε πι­κρῶς». (Λούκ. κβ΄ 54 – 62) Μέ μά­τια γε­μά­τα καυ­τά δά­κρυ­α, ἄ­νοι­ξε τήν καρ­διά του σέ εἰ­λι­κρι­νῆ συν­τρι­βή καί με­τά­νοι­α, σέ θερ­μή ἱ­κε­σί­α καί προ­σευ­χή. Σώ­θη­κε ἔ­τσι καί ἀ­πο­κα­τα­στά­θη­κε στή θέ­ση τοῦ Κο­ρυ­φαί­ου!

       Θά συ­ναν­τή­σου­με τόν Πι­λά­το, στό Πραι­τώ­ρι­ο, πού ἐ­νῶ ἡ ψυ­χή του ἀ­να­ζη­τά­ει τήν ἀ­λή­θει­α, καί ρω­τά­ει τόν Ἰ­η­σοῦ, «τί ἐ­στίν ἀ­λή­θει­α» (Ἰ­ω­άν. ιη΄ 38), ὅ­μως, ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α του νά ἀ­ρέ­σει καί στ­ούς ἀν­θρώ­πους, τόν ὁ­δή­γη­σε στ­ούς ἔ­νο­χους συμ­βι­βα­σμούς. Ἐ­νῶ ἀ­κού­ει τή φω­νή τῆς ἀ­λή­θει­ας «πε­ρί δι­καί­ου ἐ­κεί­νου», ὑ­πα­κού­ει, τε­λι­κά,  στή φω­νή τοῦ ὄ­χλου «πε­ρί ἐ­κεί­νου». (Ἰ­ω­άν. ιθ΄  16)

        Ἀ­κό­μη, βου­βές ἀ­πό τόν πό­νο ἀλ­λά «ὄρ­θι­ες» μέ γεν­ναι­ό­τη­τα ψυ­χῆς, στέ­κον­ταν «πα­ρά τῷ στα­υ­ρῷ τοῦ Ἰ­η­σοῦ ἡ μή­τηρ αὐ­τοῦ καί ἡ ἀ­δελ­φή της μη­τρός αὐ­τοῦ Μα­ρί­α ἡ τοῦ Κλω­πᾶ καί Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νή». (Ἰ­ω­άν. ιθ΄ 25) Μέ τή με­γα­λει­ώ­δη αὐ­τή στά­ση τους, μᾶς στέλ­νουν μη­νύ­μα­τα καρ­τε­ρί­ας, ψυ­χι­κῆς ἀν­το­χῆς, πι­στό­τη­τας πρός τόν Κύ­ρι­ον, πού, ὅ­μως, μό­νο ἡ θερ­μή ἀ­γά­πη πρός Αὐ­τόν μπο­ρεῖ νά τά ἐ­ξα­σφα­λί­σει, σέ μᾶς, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς συ­νέ­βη καί μέ τήν Πα­να­γί­α Μη­τέ­ρα Του καί τίς ὑ­πό­λοι­πες ἀ­φο­σι­ω­μέ­νες μα­θή­τρι­ές Του.

 Θά συ­ναν­τή­σου­με καί μί­α ἄλ­λη μορ­φή. Εἶ­ναι ὁ «εὐ­σχή­μων βου­λευ­τής», ὁ Ἰ­ω­σήφ ἀ­πό Ἀ­ρι­μα­θαί­ας. (Ἰ­ω­άν. ἴθ΄ 38) Αὐ­τός τόλ­μη­σε νά ζη­τή­σει ἀ­πό τόν Πι­λά­το τό σῶ­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ καί νά τό ἐν­τα­φι­ά­σει μέ ὅ­λες τίς τι­μές. Ἀ­συμ­βί­βα­στος μέ τίς φω­νές τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἀ­κο­λου­θεῖ θαρ­ρε­τά μό­νο τήν προ­στα­γή τῆς συ­νεί­δη­σής του. Καί ὁ Ἰ­ω­σήφ, ὁ εὐ­σχή­μων βου­λευ­τής, κα­τα­γρά­φε­ται ὡς μί­α θαυ­μά­σι­α μορ­φή, πού δεί­χνει τό δρό­μο τοῦ ψυ­χι­κοῦ με­γα­λεί­ου.

 

Γ΄

 

        «Ἰ­δού ἀ­να­βαί­νο­μεν εἰς Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα». Πό­σα πρό­σω­πα συ­ναν­τοῦ­με σέ αὐ­τό τό ὁ­δοι­πο­ρι­κό! Πρό­σω­πα τρα­γι­κά, ἀλ­λά καί πρό­σω­πα ἀ­φο­σι­ω­μέ­να στόν Δι­δά­σκα­λο. Πρό­σω­πα, πού το­πο­θε­τοῦν­τα­ι ἀ­πέ­ναν­τι στόν Θε­άν­θρω­πο Ἰ­η­σοῦ, τό κα­θέ­να ἀ­νά­λο­γα μέ τή δι­κή του ἐ­πι­λο­γή καί εὐ­θύ­νη! Εἶ­ναι ἐ­κεῖ­να, πού ἀ­γά­πη­σαν ὑ­περ­βο­λι­κά τό χρῆ­μα. Ἐ­κεῖ­να, πού προ­τί­μη­σαν νά ἀ­ρέ­σουν πιό­τε­ρο στ­ούς ἀν­θρώ­πους.  Ἐ­κεῖ­να, πού δέν τόλ­μη­σαν νά δη­λώ­σουν τήν πί­στη τους, ἀλ­λά καί ἐ­κεῖ­να πού μέ τήν ἀν­θρω­πιά τους, τό θάρ­ρος τους, τή σε­μνό­τη­τά τους, μέ τήν ἀ­φο­σί­ω­σή τους στόν Κύ­ρι­ο, μέ τήν ἀ­γά­πη τους, τή με­τά­νοι­ά τους, δεί­χνουν πό­σο ὡ­ραῖ­ες ψυ­χές εἶ­ναι! Εἶ­ναι οἱ ἄν­θρω­ποι πού, ἀ­νε­βαί­νον­τας τήν ἀ­νη­φό­ρα τῆς ζω­ῆς, ἀ­γω­νί­ζον­ται νά φθά­σουν στήν κο­ρυ­φή, στήν Ἀ­νά­στα­ση!

         Φυ­σι­κά, τά συγ­κλο­νι­στι­κά καί καί­ρι­α μη­νύ­μα­τα τά παίρ­νου­με μέ­σα ἀ­πό τά σε­πτά πά­θη τοῦ Κυ­ρί­ου μας. Μη­νύ­μα­τα καί μα­θή­μα­τα ἀ­γά­πης, δι­α­κο­νί­ας, τα­πεί­νω­σης, γεν­ναι­ό­τη­τας, συγ­χω­ρη­τι­κό­τη­τας, πρα­ό­τη­τας, μα­κρο­θυ­μί­ας, προ­σευ­χῆς, θυ­σί­ας.

        Δευ­τε­ρευ­όν­τως, ὅ­μως, μπο­ροῦ­με νά δι­δα­χθοῦ­με καί ἀ­πό τή στά­ση τῶν προ­σώ­πων, πού προ­α­να­φέ­ρα­με, τό­σο ἀ­πό τή θε­τι­κή ὅ­σο καί ἀ­πό τήν ἀρ­νη­τι­κή τους συμ­πε­ρι­φο­ρά ἀ­πέ­ναν­τι στόν ἑ­κου­σί­ως πρός τό Πά­θος πο­ρευ­ό­με­νον Σω­τή­ρα καί Λυ­τρω­τή μας.

Δ΄

 

        «Ἰ­δού ἀ­να­βαί­νο­μεν….» Ὁ Ἰ­η­σοῦς ζη­τά­ει ἀπ’ αὐ­τούς πού βρί­σκον­ταν κον­τά Του νά προ­σέ­ξουν. Νά προ­σέ­ξουν μήν τυ­χόν ὁ ἐν­θου­σι­α­σμός καί ὁ ζῆ­λος τους δέν τούς ἀ­φή­σει νά κα­τά­λα­βουν ὅ­τι φτά­νουν πιά στήν πό­λη τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου Του καί τῆς μαρ­τυ­ρί­ας Του.

        «Ἰ­δού», ἄς προ­σέ­ξου­με, ἡ κά­θε μιά μας, ὁ κά­θε πι­στός, ὅ­λοι μας, μή­πως καί ἐ­μεῖς τήν ὥ­ρα τῶν κό­πων, τῶν θλί­ψε­ων, τῶν δο­κι­μα­σι­ῶν, τῶν θυ­σι­ῶν, ἐγ­κα­τα­λεί­ψου­με τήν πο­ρεί­α μας μα­ζί μέ τόν Χρι­στό.

        «Ἰ­δού». Τώ­ρα πού βρι­σκό­μα­στε σέ δύ­σκο­λη, τυ­χόν, ὥ­ρα καί μᾶς κυ­κλώ­νει ὁ πει­ρα­σμός, πρῶ­τα ἄς κοι­τά­ξου­με τό πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στο­ῦ, τό Στα­υ­ρό Του καί με­τά νά ἀν­τι­δρά­σου­με, νά ἐ­λέγ­ξου­με τίς κι­νή­σεις τῆς καρ­διᾶς μας. Νά κα­τευ­θύ­νου­με τό λο­γι­σμό μας, τά συ­ναι­σθή­μα­τά μας, τά λό­γι­α καί τίς πρά­ξεις μας σύμ­φω­να μέ τή δι­κή Του προ­τρο­πή, τό δι­κό Του θέ­λη­μα. Ἔ­χον­τας, πάν­τα τήν ἐ­πί­γνω­ση τῆς δι­κῆς μας ὀ­λι­γο­πι­στί­ας καί τῆς πνευ­μα­τι­κῆς μας ἀ­νε­πάρ­κει­ας.

        Καί πα­ράλ­λη­λα, «ἰ­δού», ἡ ἄ­βυσ­σος τῆς ἀ­γά­πης, τοῦ ἐ­λέ­ους καί τῆς Χά­ρης, πού χα­ρί­ζε­ται, μέ τό ἑ­κού­σι­ο Πά­θος τοῦ Κυ­ρί­ου καί Θε­οῦ μας, στόν κά­θε ἄν­θρω­πο, πού Τόν πι­στεύ­ει, τόν ἀ­γα­πᾶ καί προ­σπα­θεῖ νά βα­δί­ζει ἐ­πί τά ἴ­χνη Του!

 

Ε΄

 

Κύ­ρι­ε, γέ­μι­σε ἡ ζω­ή μας πό­νο, θλί­ψεις, φό­βο.

Ἡ ὀ­λι­γο­πι­στί­α νε­κρώ­νει τήν καρ­διά μας.

Ἡ θέ­λη­σή μας πα­ρα­λύ­ει.

Τό ἀ­νέ­σπε­ρο φῶς Σου χά­νε­ται ἀ­πό τά μά­τια μας.

Πό­σες μι­κρό­τη­τες θο­λώ­νουν τή σκέ­ψη μας, μο­λύ­νουν τήν ψυ­χή μας!

Ἐ­σύ ἀ­νέ­βη­κες στό Στα­υ­ρό  γιά χά­ρη μας. Σέ εὐ­γνω­μο­νοῦ­με!

Κά­νε, Κύ­ρι­ε, νά μεί­νου­με κά­τω ἀ­πό τό Στα­υ­ρό Σου.

Νά σταυ­ρώ­σου­με τά πά­θη μας.

Νά με­τα­νο­ή­σου­με.

Νά μεί­νου­με κον­τά Σου, γιά πάν­τα. Ἰ­δι­αί­τε­ρα, στίς ὧ­ρες τοῦ πό­νου καί τῆς δο­κι­μα­σί­ας.

Νά φθά­σου­με μα­ζί Σου στήν Ἀ­νά­στα­ση.

Νά βο­η­θή­σου­με μέ τή βι­ο­τή μας καί τούς ἀρ­νη­τές Σου, νά αἰ­σθαν­θοῦν τί χά­νουν μα­κρι­ά ἀ­πό Σέ­να.

Ἀ­μήν.

 

Βι­βλι­ο­γρα­φί­α

 «Σκη­νές ἀ­πό τό Πά­θος», Κων. Κούρ­κου­λα.

«Ζω­ή», Σε­πτ. 2006

                                                                ΚΥΚΛΟΙ ΜΗΤΕΡΩΝ  «Ο ΑΠΟΣΤOΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ»

Related reading