ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΙΕ’. Παπα–Κύριλλος Καρυώτης

5 Μαρτίου 2019 · 3 λεπτά

Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ο κα­τά κό­σμον Πα­ρα­σκευ­ᾶς Κο­τσου­μό­που­λος τοῦ Στα­ύ­ρου καί τῆς Μελ­πο­μέ­νης, κα­τα­γό­ταν ἀ­πό τήν Ἀ­να­το­λι­κή  Ρω­μυ­λί­α. Γεν­νή­θη­κε τό ἔ­τος 1902 στό χω­ριό Πύργος, πού σή­με­ρα ἀ­νή­κει στήν Βουλ­γα­ρί­α. Ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του ἦρ­θε στήν Ἑλ­λά­δα καί ὁ Πα­ρα­σκευ­ᾶς, ὅ­ταν ἐ­νη­λι­κι­ώ­θη­κε, ἔ­πια­σε ἐρ­γα­σί­α σέ Τρά­πε­ζα.

Ἐ­κεῖ κά­ποι­α ἡ­μέ­ρα ἦρ­θε ἕ­νας σε­βά­σμιος ἁ­γι­ο­ρε­ί­της Γέροντας, ὁ πα­πα–Εὐ­γέ­νιος ἀ­πό τό Λαυ­ρι­ώ­τι­κο Κελ­λί τῆς Ἁ­γί­ας Τρι­ά­δος, ἄ­νω­θεν τῶν Κα­ρυ­ῶν, τό ὀ­νο­μα­ζό­με­νο Προ­φούρ­νι. Ὁ Πα­ρα­σκευ­ᾶς τό­σον ἐν­τυ­πω­σι­ά­σθη­κε, ὅ­ταν τόν εἶ­δε, ὥ­στε ἔ­τρε­ξε ἀ­μέ­σως νά τόν ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­ση. Στό τέ­λος τόν πα­ρε­κά­λε­σε νά πε­ρι­μέ­νη δύο–τρεῖς μέ­ρες νά τα­κτο­ποι­ή­ση τίς ὑ­πο­θέ­σεις του καί νά τόν πά­ρη μα­ζί του στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Πράγ­μα­τι, ὁ Πα­ρα­σκευ­ᾶς ὑ­πέ­βα­λε τήν πα­ρα­ί­τη­σή του, τα­κτο­πο­ί­η­σε τίς ὑ­πο­θέ­σεις του, ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σε το­ύς συγ­γε­νεῖς του καί ἀ­κο­λο­ύ­θη­σε τόν πα­πα–Εὐ­γέ­νιο πού θά γί­νει στό ἑ­ξῆς καί Γέροντάς του. Ἦρ­θε στό  Ὄ­ρος τό ἔ­τος 1920 σέ ἡ­λι­κί­α 18 ἐ­τῶν.  Ἡ συ­νο­δ­ία τοῦ πα­πα–Εὐ­γε­νί­ου ἦ­ταν κα­λή. Εἶ­χαν μο­να­στη­ρια­κό τυ­πι­κό καί δι­ά­βα­ζαν ὅ­λες τίς ἀ­κο­λου­θί­ες στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Δέν πα­ρέ­λει­παν τί­πο­τε. Στίς Ὧ­ρες χτυ­ποῦ­σε καμ­πα­νά­κι. Ἄ­φη­ναν τίς ἐρ­γα­σί­ες τους, συγ­κεν­τρώ­νον­ταν στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί τίς δι­ά­βα­ζαν. Ἀ­σχο­λοῦν­ταν μέ ἀ­γρο­τι­κές ἐρ­γα­σί­ες, κυ­ρί­ως ἐ­λι­ές, λε­πτό­κα­ρα, κή­πους, ἀλ­λά εἶ­χαν καί ὡς ἐρ­γό­χει­ρο τά πά­νι­να σκου­φιά, γι᾿ αὐ­τό το­ύς ἔ­λε­γαν κα­λυμ­μαυ­χά­δες.

Ὁ Πα­ρα­σκευ­ᾶς μέ ὑ­περ­βάλ­λον­τα ζῆ­λο ἐ­πι­δό­θη­κε στο­ύς μο­να­χι­κο­ύς ἀ­γῶ­νες καί ἔ­κα­νε τε­λε­ί­α ὑ­πα­κοή. Ἔ­τσι τό ἑ­πό­με­νο ἔ­τος ἔ­γι­νε ἡ κου­ρά του καί ὠ­νο­μά­σθη­κε Κύριλλος. Φα­ί­νε­ται ὅ­τι καί ἀ­πό τόν κό­σμο ἀ­κό­μη ἀ­γω­νι­ζό­ταν καί ἦ­ταν πο­λύ εὐ­λα­βής. Ὁ Γέροντας ἦ­ταν πο­λύ ἀ­να­παυ­μέ­νος καί οἱ γε­ί­το­νές του, ὅ­σοι ζοῦν ἀ­κό­μη, τόν θε­ω­ροῦ­σαν χα­ρι­τω­μέ­νο μο­να­χό. Μι­λοῦν μέ σεβα­σμό γι᾿ αὐ­τόν: «Ὅ­λη τή  νύ­χτα προ­σευ­χό­ταν.  Κοι­μό­ταν μό­νο δύ­ο ὧ­ρες. Νήστευε πά­ρα πο­λύ. Ἦ­ταν πρός ὅ­λους εὐ­γε­νής καί κα­λο­συ­νάτος. Πο­τέ δέν τόν εἶ­δαν νά θυ­μώ­νη ὅ­ταν τόν ὕ­βρι­ζαν ἤ τόν κα­κο­λο­γοῦ­σαν. Ἦ­ταν πο­λύ τα­πει­νός καί, ὅ­ταν συ­νέ­βαι­ναν πα­ρε­ξη­γή­σεις, αὐ­τός πρῶ­τος ἔ­βα­ζε με­τά­νοι­α λέ­γον­τας ”εὐ­λό­γη­σον”».

Ἄ­κου­σε κά­πο­τε κο­σμι­κο­ύς ἐρ­γά­τες ξυ­λο­κό­πους πού βλα­σφή­μη­σαν τά θεῖ­α καί πῆ­γε, ἔ­πε­σε στά πό­δια τους καί ἔ­κλαι­γε. Ὅ­ταν εἶ­δαν αὐ­τή τήν ἀν­τι­με­τώ­πι­σή του, συγ­κλο­νί­στη­καν, τοῦ ζή­τη­σαν συγ­χώρη­ση  καί τοῦ ὑ­πο­σχέ­θη­καν ὅ­τι  ἄλ­λη φο­ρά  δέν θά ξα­να­βλα­σφη­μή­σουν.  

Ἄλ­λες φο­ρές, ὅ­ταν οἱ ἐρ­γά­τες ἔ­λε­γαν κα­νέ­να ἀ­στεῖ­ο ἀ­πρε­πές, αὐ­τός το­ύς πα­ρα­κα­λοῦ­σε τα­πει­νά νά προ­σε­ύ­χων­ται καί νά μή λέ­νε ἄ­σχη­μα λό­για· με­τά δι­α­κρι­τι­κά ἔ­φευ­γε. Δέν το­ύς μά­λλω­νε, ἀλ­λά προσπα­θοῦ­σε νά το­ύς φέ­ρη σέ συ­να­ί­σθη­ση μέ κα­λό τρό­πο δι­ε­γε­ί­ρον­τας τό φι­λό­τι­μό τους.

Ἐ­νῶ τήν ἡ­μέ­ρα κου­ρα­ζό­ταν στίς κο­πι­α­στι­κές ἐρ­γα­σί­ες τοῦ Κελ­λιοῦ, τή νύ­χτα ἄ­να­βε τήν γκα­ζό­λαμ­πα καί με­λε­τοῦ­σε. Ἀ­πό τήν κο­ύ­ρα­ση τόν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος καί ἡ μύ­τη του ἦ­ταν σχε­δόν πάν­τα κα­μέ­νη, για­τί μό­λις ἀ­πο­κοι­μό­ταν ἀ­κουμ­ποῦ­σε πά­νω στήν λάμ­πα, και­γό­ταν καί ἀ­μέ­σως ξυ­πνοῦ­σε. Εἶ­χε με­γά­λη δί­ψα γιά πνευματική μελέτη. Δι­ά­βα­ζε πολ­λά πα­τε­ρι­κά βι­βλί­α, ἔ­δι­νε τήν ἐν­τύ­πω­ση μορ­φω­μέ­νου καί, ὅ,τι καί ἄν τόν ρω­τοῦ­σαν, ἔ­δι­νε κα­τάλ­λη­λες ἀ­παν­τή­σεις.

Ἡ κα­θα­ρό­τη­τά του, ἡ ἀ­ρε­τή καί ἡ εὐ­λά­βειά του ἔ­κα­ναν τόν Γέροντά του νά τόν κά­νη δι­ά­κο­νο στίς 4–1–1953 πα­ρά τήν θέ­λη­σή του. Τήν ἑ­πο­μέ­νη ἡ­μέ­ρα ἔ­γι­νε ἡ χει­ρο­το­νί­α του εἰς πρε­σβύ­τε­ρον, σέ ἡ­λι­κί­α 51 ἐ­τῶν,

Ὡς Ἱ­ε­ρέ­ας ἦ­ταν ἄ­κα­κος καί ἀ­μί­αν­τος. Λει­τουρ­γοῦ­σε μέ εὐ­λά­βεια καί προ­σο­χή, καί διά­βα­ζε πο­λύ ὡ­ραῖ­α μέ κα­τά­νυ­ξη τό Εὐ­αγ­γέ­λιο. Λει­τουρ­γοῦ­σε καί στό Πρω­τᾶ­το, ἦ­ταν πρω­τοπαπᾶς στήν Λι­τα­νεία­ τοῦ Ἄ­ξι­όν Ἐ­στι καί πή­γαι­νε μέ προ­θυ­μί­α στίς πα­νη­γύ­ρεις τῶν γει­το­νι­κῶν κελ­λι­ῶν· ἦ­ταν πάν­το­τε σο­βα­ρός. Πε­ριτ­τός λό­γος δέν ἔ­βγαι­νε ἀ­πό τό στό­μα του, οὔ­τε κα­τέ­κρι­νε κα­νέ­ναν. Ἐ­νέ­πνε­ε σε­βα­σμό καί ἀ­πό τίς ἀ­ρε­τές του ἔ­λαμ­πε σάν ἀ­στέ­ρι ἑ­ω­θι­νό.

Γιά ὅ­λα αὐ­τά ἤ­θε­λαν νά τόν κά­νουν καί Πνευ­μα­τι­κό, ἀλ­λά ἀρ­νή­θη­κε λέ­γον­τας: «Ἑ­πτά Πνευ­μα­τι­κο­ύς εἶ­δα πού βγῆ­καν ἄ­λυ­ω­τοι».

Μέ­χρι τά γη­ρα­τειά του ὁ πα­πα–Κύριλλος βί­α­ζε τόν ἑ­αυ­τό του στή νη­στε­ί­α, στήν προ­σευ­χή καί στή νυ­χτε­ρι­νή ἀ­γρυ­πνί­α. Ἐ­νῶ ὁ ὑ­πο­τα­κτι­κός του π.  Παῦ­λος τόν μάλ­λω­νε για­τί ἀ­γρυ­πνοῦ­σε καί κου­ρα­ζό­ταν καί ἐ­κεῖ­νος ἀ­πό τα­πε­ί­νω­ση δέν ἔ­λε­γε τί­πο­τε. Μόνο προ­σπα­θοῦ­σε νά κά­νη κρυ­φά τόν ἀ­γῶ­να του, γιά νά μήν ἐ­ρε­θί­ζη τόν π. Παῦ­λο.

Ἐ­κοι­μή­θη στίς 12–6–1985 σέ ἡ­λι­κί­α 83 ἐ­τῶν. Ἀ­πέ­σπα­σε τόν θαυ­μα­σμό τῶν πα­τέ­ρων πού τόν γνώ­ρι­σαν. Ὅ­λοι ὁ­μο­λο­γοῦν ὅ­τι ἦ­ταν πο­λύ ἐ­νά­ρε­τος, ἕ­νας ἀ­πό το­ύς ἀ­νε­πα­νά­λη­πτους πα­τέ­ρες πού πέ­ρα­σαν τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­πό τήν πε­ρι­ο­χή  τῶν Κα­ρυ­ῶν.

Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με.  Ἀ­μήν.           

 

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

 

Σχετικά