ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΦΥΣΗ. ΑΛΛΑ ΠΩΣ

27 Ιουλίου 2013 · 9 λεπτά

EPISTROFH STHN FYSH

Νι­κο­λά­ου Κα­τσια­βριᾶ

Καθηγητοῦ­

 

Κα­λο­καί­ρι 2002. Μὲ τὰ τρί­α πρῶ­τα μας παι­διὰ ἐ­πι­σκε­φθή­κα­με τοὺς γο­νεῖς τῆς συ­ζύ­γου μου στὸ χω­ριό, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πέ­χει πε­ρὶ τὰ 20 χι­λι­ό­με­τρα ἀ­πὸ τὸν Βό­λο. Ἐ­κεῖ οἱ γο­νεῖς εἶ­χαν, καὶ ἔ­χουν ἀ­κό­μα, κό­τες, κο­τό­που­λα, χῆ­νες, πά­πι­ες, πε­ρι­στέ­ρια καὶ λοι­πά. Ἡ για­γιὰ πῆ­ρε τὰ δύ­ο με­γα­λύ­τε­ρα παι­διά, τὰ ὁ­ποῖα ἦ­ταν γύ­ρω στὰ 5 χρό­νια τους καὶ πῆ­γαν στὸν κῆ­πο. Τὰ μι­κρά, βλέ­πον­τας τὶς ντο­μά­τες, τὶς πι­πε­ρι­ὲς καὶ τὰ κο­λο­κυ­θά­κια στὰ φυ­τά, ἀ­να­φώ­νη­σαν: Πώ, Πώ, Ψώ­νια!!!

50 χρό­νια πρίν, τὸ 1952, οἱ δι­κοί μου γο­νεῖς, νο­μά­δες Σα­ρα­κα­τσα­ναῖ­οι, ἐγ­κα­τέ­λει­ψαν τὴ νο­μα­δι­κὴ ζω­ὴ καὶ ἐγ­κα­τα­στά­θη­καν σὲ χω­ριὰ στὸν κάμ­πο. Ἕ­ως τό­τε ζοῦ­σαν σὲ κα­λύ­βες, τὸν χει­μῶ­να στὰ χει­μα­διὰ καὶ τὰ κα­λο­καί­ρια στὰ ψη­λὰ βου­νά. Σὰν τὰ πε­τει­νὰ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ σὰν τὰ ἀ­γρί­μια τοῦ δά­σους. Μὲ ἐ­λά­χι­στες ἀ­νάγ­κες, κα­λὴ παι­δεί­α καὶ μόρ­φω­ση καὶ με­γά­λη ἀ­γά­πη στὰ γράμ­μα­τα.

Ἐ­γὼ γεν­νή­θη­κα τὴν πρώ­τη δε­κα­ε­τί­α τῆς μό­νι­μης ἐγ­κα­τά­στα­σης. Με­γά­λω­σα σὲ χω­ριό. Οἱ γο­νεῖς μου ἦ­ταν γε­ωρ­γοὶ καὶ κτη­νο­τρό­φοι. Χαί­ρον­ταν τὴ δου­λειὰ τους ἀλ­λὰ ἐ­μᾶς μᾶς προ­ω­θοῦ­σαν, ὅ­πως ὅ­λοι οἱ Σα­ρα­κα­τσα­ναῖ­οι, στὰ γράμ­μα­τα. Ἔ­τσι ἀ­πὸ 10 ἐ­τῶν βρέ­θη­κα στὴν πό­λη …

Θαύ­μα­ζα τοὺς παπ­ποῦ­δες μου καὶ τὸν πα­τέ­ρα μου, ποὺ ἔ­στρω­ναν μί­α κά­πα καὶ ξά­πλω­ναν καὶ κοι­μό­ταν ὅ­που νἆ ᾿ναι. Ἐ­γὼ φο­βᾶ­μαι τὰ φί­δια, τοὺς σκορ­πιοὺς τὰ πάν­τα. Ἄ­μα­θος βλέ­πεις. Ἐ­κεῖ­νοι ὡς βο­σκοὶ γνώ­ρι­ζαν νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σουν τὸν λύ­κο, τὴν ἀ­λε­ποῦ, τὸ κου­νά­βι …

Τὰ ἕρ­μα τὰ παι­διά μου δὲν εἶ­ναι οὔ­τε ὅ­πως ἐ­γώ. Εὐ­τυ­χῶς εἶ­χαν τοὺς παπ­ποῦ­δες ἀ­πὸ τὴ μά­ννα τους καὶ εἶ­δαν τὸ ἀ­γρο­τι­κὸ σπί­τι καὶ τὴν οἰ­κια­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α ποὺ τὸ χα­ρα­κτη­ρί­ζει.

Κά­θε φο­ρά ποὺ βρί­σκο­μαι στὴν ὕ­παι­θρο καὶ βλέ­πω τὰ δέν­τρα καὶ τὰ φυ­τά, τὰ βου­νὰ καὶ τὶς θά­λασ­σες ἀ­νοί­γει ἡ καρ­διά μου καὶ χαί­ρε­ται ἡ ψυ­χή μου. Θε­ω­ρῶ αὐ­το­νό­η­το ὅ­τι ὁ Θε­ὸς μὲ ἔ­πλα­σε νὰ ζή­σω σὲ αὐ­τὸ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Νὰ χαί­ρο­μαι τὸν ἀ­έ­ρα, τὴ θά­λασ­σα, τὸν ἥ­λιο, τὰ ἀ­στέ­ρια. Δυ­στυ­χῶς ὅ­μως ἐ­γὼ σὲ αὐ­τὸ τὸ πε­ρι­βάλ­λον δὲν εἶ­μαι μό­νι­μος κά­τοι­κος. Εἶ­μαι πάν­τα ἐ­πι­σκέ­πτης. Δὲν εἶ­μαι μέ­ρος του ἁ­πλὰ καὶ φυ­σι­κὰ ὅ­πως οἱ γο­νεῖς μου. Τὰ παι­διά μου μά­λι­στα δὲν γνω­ρί­ζουν κἄν, ὅ­τι αὐ­τὸ εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ γί­νει.

Πῶς κλει­στή­κα­με στὰ κα­βού­κια μας καὶ ἀλ­λά­ξα­με τρό­πο ζω­ῆς σὲ 50 χρό­νια; Πῶς ἀ­πο­ξε­νω­θή­κα­με ἀ­πὸ τὴ φύ­ση καὶ τὴ ζω­ὴ στὴ φύ­ση καὶ τώ­ρα κά­νου­με λό­γο γιὰ «ἐ­πι­στρο­φὴ στὴ φύ­ση;».

Καὶ τί θὰ πεῖ ἐ­πι­στρο­φὴ στὴ φύ­ση;

Ἕ­νας γεί­το­νάς μας, Γυ­ναι­κο­λό­γος, ἔ­κτι­σε σὲ μί­α πλα­γιὰ ἕ­να πα­λά­τι. Ἔ­χει θέ­α στὴ θά­λασ­σα καὶ γύ­ρω πε­ρι­βό­λι. Στὸ σπί­τι ἔ­χει ὅ­λες τὶς ἀ­νέ­σεις τοῦ σπι­τιοῦ στὴν πό­λη: Πλυν­τή­ρια, ζε­στὸ–κρύ­ο νε­ρό, τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ὑ­πο­λο­γι­στὴ καὶ δι­α­δί­κτυ­ο. Στὸ σπί­τι μέ­σα δὲν ὑ­πάρ­χει κόκ­κος σκό­νης. Τὸ πε­ρι­βό­λι τὸ φρον­τί­ζουν δύ­ο Ἀλ­βα­νοί. Τὸ ὅ­λο πε­ρι­βό­λι εἶ­ναι φραγ­μέ­νο μὲ ψη­λὸ πέ­τρι­νο τοῖ­χο, πά­νω σὲ αὐ­τὸν ὑ­πάρ­χει συρ­μά­τι­νος φρά­χτης καὶ μέ­σα πε­ρι­φέ­ρον­ται με­γα­λό­σω­μα σκυ­λιά. Ὅ­λα αὐ­τὰ εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τα γιὰ τὴν ἀ­σφά­λεια τοῦ για­τροῦ καὶ τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς του ἀλ­λὰ καὶ γιὰ νὰ εἶ­ναι ἀ­σφα­λή τὰ ὑ­πάρ­χον­τά του. Ἐν­νο­εῖ­ται ὅ­τι γιὰ νὰ κι­νη­θοῦν ὅ­λοι ἔ­χουν αὐ­το­κί­νη­τα!

Πολ­λὲς φο­ρὲς δι­ε­ρω­τῶ­μαι: Ὅ­ταν αὐ­τοὶ οἱ ἄν­θρω­ποι πᾶ­νε στὸ ἐ­ξο­χι­κό τους χαί­ρον­ται τὴ φύ­ση; Ἐ­πι­στρέ­φουν στὴ φύ­ση ἔ­στω καὶ λί­γο;

Ἕ­νας φί­λος μου φι­λό­λο­γος Κα­θη­γη­τής εἶ­ναι καὶ ἐ­πί­μο­να κυ­νη­γός. Τὰ Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα βγαί­νει μὲ πα­ρέ­ες στὰ βου­νὰ καὶ κυ­νη­γοῦν. Τὶς νύ­χτες μέ­νουν σὲ εἰ­δι­κὰ δι­α­μορ­φω­μέ­να βα­νά­κια στὰ ὁ­ποῖ­α ἔ­χουν ὅ­λα τὰ κα­λά. Πο­τὲ ἔ­ξω. Χαί­ρον­ται αὐ­τοὶ οἱ ἄν­θρω­ποι τὴ φύ­ση; Ἢ τὴ φο­βοῦν­ται;

Ἕ­νας ξά­δελ­φός μου, ποὺ βγά­ζει ἀ­κό­μα τὰ πρό­βα­τα στὰ βου­νά, λέ­ει ὅ­τι αὐ­τοὶ οἱ ἄν­θρω­ποι συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται σὰ χα­ζοὶ καὶ γε­λά­ει ὅ­ταν τοὺς θυ­μᾶ­ται: Δε­κά­δες τζὶπ σταθ­μεύ­ουν σὲ κά­ποι­ο χω­μα­τό­δρο­μο τοῦ βου­νοῦ καὶ οἱ «κυ­νη­γοὶ» ξα­μο­λι­οῦν­ται πρὸς δι­ά­φο­ρες κα­τευ­θύν­σεις μὲ τό­σο βάρ­βα­ρο τρό­πο, ποὺ φαί­νον­ται σὰν ξέ­νο σῶ­μα στὸ βου­νό. Ἐν­νο­εῖ­ται ὅ­τι δὲν βγαί­νει οὔ­τε που­λὶ πε­τού­με­νο μπρο­στά τους.

Κά­τι μᾶς λεί­πει, λοι­πόν, καὶ ὅ­ταν βγαί­νου­με στὴ φύ­ση εἴ­μα­στε ἄν­θρω­ποι τῶν πό­λε­ων; Μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι ἐ­κεῖ εἶ­ναι ὁ φυ­σι­κὸς τό­πος τῆς ζω­ῆς μας, νὰ χαι­ρό­μα­στε κά­πως τὴ φύ­ση ὅ­ταν βρι­σκό­μα­στε ἐ­κεῖ ἀλ­λὰ κά­που χά­νου­με τὸ παι­χνί­δι καὶ πα­ρα­μέ­νου­με ξέ­νοι στὴ φύ­ση.

Στὴν παγ­κό­σμια λο­γο­τε­χνί­α ὑ­πάρ­χουν τρί­α χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἔρ­γα, τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­να­φέ­ρον­ται στὴ ζω­ὴ τοῦ ἀν­θρώ­που στὴ φύ­ση καὶ στὴ σχέ­ση του μὲ αὐ­τή.

Α΄. Τὸ γνω­στό­τε­ρο ἀ­π᾿ ὅ­λα εἶ­ναι ὁ Ρο­βιν­σών Κροῦσ­σος τοῦ Δα­νι­ὴλ Ντε­φό­ε. Εἶ­ναι ἐμ­πνευ­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­ρί­α κά­ποι­ου Εὐ­ρω­παί­ου ναυα­γοῦ ὁ ὁ­ποῖ­ος σώ­ζε­ται σὲ ἕ­να νη­σὶ στὸν ὠ­κε­α­νὸ μὲ ἕ­να ὅ­πλο, φυ­σίγ­για καὶ κά­ποι­α ἐ­φό­δια καὶ ὀρ­γα­νώ­νει ἐ­κεῖ τὴ ζω­ὴ του … Χαί­ρε­ται τὴ φύ­ση ἀλ­λὰ δὲν τὴν ἀ­γα­πά­ει. Ζεῖ μὲ τὴν προ­σμο­νὴ τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στὴν «πό­λη» πρᾶγ­μα ποὺ κά­νει μό­λις βρεῖ τὴν πρώ­τη εὐ­και­ρί­α νὰ φύ­γει ἀ­πὸ τὸν φυ­σι­κὸ πα­ρά­δει­σο στὸν ὁ­ποῖ­ο ζοῦ­σε.

Β΄. Ἕ­να ἄλ­λο λι­γό­τε­ρο γνω­στὸ εἶ­ναι τὸ Οὐῶνλ­ντεν τοῦ Χέν­ρι Ντέ­ϊ­βιντ Θό­ρο­ου (1817-1862). Σὲ αὐ­τὸ ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐγ­κα­τα­λεί­πει τὴν «πό­λη» καὶ ἐγ­κα­τα­βι­ώ­νει σὲ μί­α κα­λύ­βα, στὴν ὄ­χθη τῆς λί­μνης Οὐ­ῶν­λντεν στὶς Ἡ­νω­μέ­νες πο­λι­τεῖ­ες, ὅ­που ζεῖ ἐ­ρη­μη­τι­κὸ βί­ο γιὰ δύ­ο χρό­νια καὶ δύ­ο μῆ­νες. Καὶ αὐ­τὸς ἐ­πι­στρέ­φει στὸν πο­λι­τι­σμὸ καὶ κα­τα­γρά­φει τὴν ἐμ­πει­ρί­α του.

Αὐ­τὸς εἶ­ναι σὲ κα­λύ­τε­ρο δρό­μο καὶ ζεῖ φυ­σι­κό­τε­ρη ζω­ή.

Ὁ Θό­ρο­ου (Thoreau) ξε­κί­νη­σε μὲ τὴν ἀ­πό­λυ­τη θέ­ση «ἐ­πι­στρο­φὴ στὴ φύ­ση», ἀλ­λὰ κα­τέ­λη­ξε σὲ μί­α ἰ­σορ­ρο­πί­α με­τα­ξὺ φύ­σε­ως καὶ πο­λι­τι­σμοῦ. Ἡ στά­ση του καὶ τὰ γρα­πτά του ἐ­νέ­πνευ­σαν τὸ κί­νη­μα τῶν χί­πυς καὶ τῆς οἰ­κο­λο­γί­ας.

Δι­κό του ἦ­ταν καὶ τὸ ἀ­πό­φθεγ­μα «μεῖ­νε στὸν τό­πο σου σὰν τα­ξι­δι­ώ­της».

Γ΄. Ἕ­να ἄλ­λο πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον ἔρ­γο εἶ­ναι τὸ Πα­πα­λάγ­κι. Σὲ αὐ­τὸ εἶ­ναι γραμ­μέ­νες οἱ ἐν­τυ­πώ­σεις ἑ­νὸς σο­φοῦ φυ­λάρ­χου τῶν νη­σι­ῶν Σα­μό­α τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ Ὠ­κε­α­νοῦ ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­σκε­ψή του στὴν Εὐ­ρώ­πη στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20ου αἰ­ῶ­να. Ὁ σο­φὸς φύ­λαρ­χος γρά­φει γιὰ νὰ προ­στα­τέ­ψει τοὺς «ἀ­δελ­φούς του» τῶν νη­σι­ῶν ἀ­πὸ τὴν ἀρ­ρώ­στια τοῦ Πα­πα­λάγ­κι. Πα­πα­λάγ­κι εἶ­ναι ὁ Εὐ­ρω­παῖ­ος καὶ τὸ ὅ­λο ἔρ­γο εἶ­ναι μί­α θαυ­μά­σια κρι­τι­κὴ στὸν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ πο­λι­τι­σμό.

Ἀ­ξί­ζει αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο νὰ τὸ δι­α­βά­σει κα­νείς. Δί­νω ἐ­δῶ ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ δεῖγ­μα. Ὁ φύ­λαρ­χος προ­σπα­θεῖ νὰ ἐ­ξη­γή­σει στοὺς συμ­πα­τρι­ῶ­τες του, τί εἶ­ναι τὸ «ἐ­πάγ­γελ­μα», ἡ ἐρ­γα­σί­α ποὺ κά­θε κα­θὼς πρέ­πει Εὐ­ρω­παῖ­ος πρέ­πει νὰ ἀ­σκεῖ διὰ βί­ου. Λέ­ει: Ἐ­μεῖς θὰ ξυ­πνή­σου­με τὸ πρω­ΐ, θὰ πᾶ­με γιὰ κυ­νή­γι, θὰ κό­ψου­με λί­γα φροῦ­τα, θὰ ἑ­τοι­μά­σου­με τὸ φα­γη­τό μας … «Δου­λειὰ» εἶ­ναι νὰ κά­νεις κά­τι ἀ­πὸ αὐ­τὰ (πα­ρά­δειγ­μα: νὰ μα­γει­ρεύ­ει) ὅ­λη τὴν ἡ­μέ­ρα σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ή!

Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό­τε­ρη ἐ­πι­σή­μαν­ση τοῦ φυ­λάρ­χου εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Εὐ­ρω­παῖ­ος εἶ­ναι ἄ­σπλα­χνος καὶ ἄ­καρ­δος καὶ κα­τα­κτη­τι­κὸς πρὸς τὴ φύ­ση τὴν ὁ­ποί­α δὲν ἀ­γα­πά­ει, ἀλ­λὰ κοι­τά­ει νὰ τὴν ἐκ­με­ταλ­λευ­τεῖ, νὰ τὴν «ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σει», θὰ λέ­γα­με σή­με­ρα.

Φαί­νε­ται ὅ­τι καὶ ἐ­μεῖς ἔ­χου­με υἱ­ο­θε­τή­σει τὶς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὲς ἀ­ξί­ες καὶ τρό­πο ζω­ῆς καὶ γι᾿ αὐ­τὸ ἔ­χου­με ἀ­πο­ξε­νω­θεῖ ἀ­πὸ τὴ φύ­ση. Γι᾿ αὐ­τὸ δὲν κα­τα­νο­οῦ­με τὴ ζω­ή μας ὡς μέ­ρος τῆς φύ­σης, ἀλ­λὰ σὰν κά­τι ξε­χω­ρι­στό, κά­τι ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ναν­τι στὴ φύ­ση καὶ ἔρ­γο του εἶ­ναι νὰ τὴν κα­τα­κτή­σει. Γι᾿ αὐ­τὸ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μί­α βόλ­τα στὴ φύ­ση σπεύ­δου­με στὰ σπί­τια ἢ στὰ ξε­νο­δο­χεῖ­α –καὶ ξε­νο­δο­χεῖ­α μέ­σα στὰ ἔ­λα­τα!!!– σὲ «ἀ­σφα­λὲς» πε­ρι­βάλ­λον!!!

Γί­νε­ται λό­γος γιὰ ἐ­πι­στρο­φὴ στὴ φύ­ση, ἐ­πει­δή, ὑ­πο­τί­θε­ται, μᾶς ἔ­χει ἀλ­λο­τρι­ώ­σει καὶ μᾶς ἔ­χει κά­νει ἀ­φύ­σι­κους ἀν­θρώ­πους ὁ πο­λι­τι­σμός. Αὐ­τὸ ὡς ἕ­να ση­μεῖ­ο εἶ­ναι σω­στό.

Στὴν Ἁ­γί­α Γρα­φὴ ὁ πο­λι­τι­σμὸς ἀ­να­φέ­ρε­ται ὡς ἔρ­γο τῶν ἀ­πο­γό­νων τοῦ Κά­ϊν. Ὁ Θε­ὸς με­τὰ τὴν πτώ­ση τῶν πρω­το­πλά­στων ἔ­βα­λε τὸν Ἀ­δὰμ «ἀ­πέ­ναν­τι τοῦ Πα­ρα­δεί­σου» καί, ἐν­νο­εῖ­ται, ἐ­κεῖ ἔ­ζη­σε καὶ ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του. Ὁ Ἄ­βελ ἀ­σχο­λοῦν­ταν μὲ τὴν ποι­με­νι­κὴ ζω­ὴ, ἐ­νῶ ὁ Κά­ϊν μὲ τὴ γε­ωρ­γι­κή. Καὶ οἱ δύ­ο προ­σέ­φε­ραν θυ­σί­α στὸν Θε­ὸ (κα­λῶς), ἀλ­λὰ μό­νο ὁ Ἄ­βελ δι­αί­ρε­σε κα­λῶς, καὶ πρό­σφε­ρε τὰ κα­λύ­τε­ρα. Ἡ θυ­σί­α του ἔ­γι­νε δε­κτὴ, ἐ­νῶ τοῦ Κά­ϊν ὄ­χι. Αὐ­τὸ εἶ­χε σὰν ἀ­πο­τέ­λε­σμα ὁ Κά­ϊν νὰ τὸν φθο­νή­σει καὶ νὰ τὸν σκο­τώ­σει. Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸ πῆ­ρε τὴν «κα­τά­ρα» τοῦ Θε­οῦ καὶ τὸ «ση­μά­δι» καὶ «ἧν οἰ­κο­δο­μῶν πό­λιν» … (Γέ­νε­ση 4, 17 καὶ ἑ­ξῆς).

Θε­ο­λο­γι­κῶς, λοι­πόν, τὸ ζή­τη­μα δὲν εἶ­ναι αὐ­τὴ κα­θ᾿ αὐ­τὴ ἡ «πό­λις» καὶ ὁ πο­λι­τι­σμὸς ἀλ­λὰ ἡ στά­ση τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πέ­ναν­τι σὲ αὐ­τά: Ἂν χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸν πο­λι­τι­σμὸ γιὰ νὰ αὐ­το­νο­μη­θεῖ ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ καὶ νὰ λύ­σει τὰ προ­βλή­μα­τά του μό­νος του καὶ νὰ αὐ­το­θε­ω­θεῖ, τό­τε σα­φῶς ἔ­χει λα­θε­μέ­νη στά­ση καὶ ὁ­δη­γεῖ­ται στὴ δι­α­φθο­ρὰ καὶ τὸν κα­τα­κλυ­σμό, ὅ­πως ἔ­γι­νε τό­τε, ἢ στὴ σύγ­χυ­ση τῆς Βα­βέλ, ὅ­πως ἔ­γι­νε λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα. Πα­ρό­μοι­α σύγ­χυ­ση σὲ με­γα­λει­ώ­δη ἔ­κτα­ση βλέ­που­με καὶ σή­με­ρα: Ὑ­περ­βο­λι­κὴ τε­χνο­λο­γί­α, ἀ­πί­στευ­τη γνώ­ση, ἄ­με­τρος πλοῦ­τος καὶ χλι­δὴ καί, ταυ­τό­χρο­να, ἄ­θλια φτώ­χεια, ψυ­χα­σθέ­νει­ες, ναρ­κω­τι­κὰ καὶ πα­ροι­μι­ώ­δης ἐκ­με­τάλ­λευ­ση ἀν­θρώ­που ἀ­πὸ ἄν­θρω­πο.

Αὐ­τὰ εἶ­ναι τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς ἀ­πο­μά­κρυν­σης τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ καὶ τῆς συ­νει­δη­τῆς αὐ­το­νό­μη­σής του.

Ἂν ὁ πο­λι­τι­σμὸς ἦ­ταν κά­τι κα­κὸ δὲν θὰ ἔ­με­νε τό­σα χρό­νια ὁ π. Πορ­φύ­ριος στὸ πα­ρεκ­κλή­σιο τῆς Πο­λυ­κλι­νι­κῆς στὴν Ὁ­μό­νοι­α. Πα­ράλ­λη­λα, κά­θε ἀ­γροῖ­κος καὶ ἀ­μόρ­φω­τος, θὰ ἦ­ταν ἅ­γιος.

Ἐ­νῶ ἡ πό­λις τοῦ Κάϊν χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν ἄρ­νη­ση τοῦ Θε­οῦ, ἡ πό­λις τῶν Ἑλ­λή­νων εἶ­ναι ὁ χῶ­ρος συ­νάν­τη­σης, ὁ­λο­κλή­ρω­σης καὶ κα­τα­ξί­ω­σης τῶν πο­λι­τῶν. Μὲ τὸν ἐρ­χο­μὸ μά­λι­στα τῆς Ρω­μη­ο­σύ­νης ἡ ζω­ή, ἡ ἐν Χρι­στῷ ζω­ὴ «πο­λι­τεύ­ε­ται» καὶ πο­λί­ζε­ται ἀ­κό­μα καὶ ἡ ἔ­ρη­μος ἀ­πὸ ἁ­γί­ους ἀ­σκη­τές, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­γω­νί­ζον­ται νὰ εἶ­ναι εὐ­ά­ρε­στοι στὸν Θε­ὸ καὶ κά­ποι­οι εἶ­ναι καὶ προ­φα­νῶς θε­ο­φό­ροι ὁ­δη­γοὶ τοῦ πο­λι­τεύ­μα­τος – ἔ­τσι ὀ­νό­μα­ζαν τὸ κρά­τος τους. Ἡ με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὴν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κὴ πό­λη στὸ πο­λί­τευ­μα τῆς Ρω­μη­ο­σύ­νης ἔ­γι­νε διὰ τῶν ἀ­γώ­νων τῶν μαρ­τύ­ρων καὶ τῶν ἀ­σκη­τῶν.

Ὅ­ταν ἡ πλα­νε­μέ­νη Δύ­ση κυ­ρι­άρ­χη­σε ὡς πο­λι­τι­σμὸς στὸν κό­σμο δη­μι­ουρ­γή­θη­καν οἱ πό­λεις, ὅ­πως τὶς γνω­ρί­ζου­με. Ὁ δυ­τι­κὸς ἄν­θρω­πος κα­τα­νο­εῖ ὅ­τι κά­τι πά­ει στρα­βὰ ἀλ­λὰ δὲν ἔ­χει βο­η­θη­θεῖ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς νὰ κα­τα­νο­ή­σει τὴν αἰ­τί­α τῆς ἀλ­λοί­ω­σής του.

Ὅ­πως εἶ­χε κα­τα­λή­ξει καὶ ὁ Θό­ρο­ου ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἀ­παι­τεῖ­ται εἶ­ναι ἡ ἰ­σορ­ρο­πί­α με­τα­ξύ τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ καὶ τῆς φύ­σης. Ἐν­νο­εῖ­ται ὅ­τι αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ ἐ­πι­τευ­χθεῖ χω­ρὶς τὴ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, χω­ρὶς πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ή, χω­ρὶς τὴν τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ. Ἡ ἄρ­νη­ση στὴ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ ἔλ­λει­πε ἀ­πὸ τὸν Κά­ϊν καὶ ὁ­δη­γή­θη­κε σὲ ἀ­δι­έ­ξο­δο. Κα­τά­φα­ση στὴ χά­ρη εἶ­χε ὁ Ἄ­βελ καὶ ἦ­ταν εὐ­λο­γη­μέ­νος. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὸν κά­θε Κά­ϊν καὶ Ἄ­βελ στὴν ἱ­στο­ρί­α.

Ἔ­τσι, λοι­πόν, τὸ ζή­τη­μα ἐ­πι­στρο­φῆς στὴ φύ­ση εἶ­ναι πρῶ­τα ἀ­π᾿ ὅ­λα καὶ ζή­τη­μα ἐ­πι­στρο­φῆς μας στὸν Θε­ὸ καὶ στὸν ἴ­διο τὸν ἑ­αυ­τό μας. Ὁ δαι­μο­νι­σμέ­νος τῶν Γερ­γε­ση­νῶν ὅ­σο εἶ­χε μέ­σα του τὴν λε­γε­ώ­να τῶν δαι­μο­νί­ων ἦ­ταν ἐ­κτὸς ἑ­αυ­τοῦ ἔ­τρε­χε στὰ μνή­μα­τα καὶ ξέ­σχι­ζε τὸν ἑ­αυ­τό του μὲ πέ­τρες. Ὅ­ταν ὅ­μως ὁ Χρι­στὸς ἐ­ξέ­βα­λε τὰ δαι­μό­νια, λέ­ει τὸ Εὐ­αγ­γέ­λιο, «εἰς ἑ­αυ­τὸν δὲ ἐλ­θῶν» κά­θον­ταν κον­τὰ στὸ Χρι­στὸ «ἱμα­τι­σμέ­νος καὶ σω­φρω­νῶν» – εἶ­χε σώ­ας τὰς φρέ­νας καὶ ἦ­ταν ντυ­μέ­νος (Μτ. 8, 28-34, Μρκ. 5, 1-20, Λκ. 8, 26-39).

Ἀ­π᾿ ὅ­σα γνω­ρί­ζω αὐ­τὴ ἡ ἰ­σορ­ρο­πί­α με­τα­ξὺ φύ­σε­ως καὶ πο­λι­τι­σμοῦ, ὅ­που ὁ­δη­γὸς καὶ κρι­τή­ριο εἶ­ναι ἡ χά­ρις τοῦ Θε­οῦ καὶ προ­ϋ­πό­θε­ση εἶ­ναι ἡ ἐν Χρι­στῷ ζω­ή, εἶ­ναι ὁ­ρα­τὴ σα­φέ­στα­τα στὰ Ὀρ­θό­δο­ξα Μο­να­στή­ρια στὰ ὁ­ποῖα­ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται ἡ ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση ἀ­σκη­τι­κῆς καὶ ἁ­γι­ό­τη­τας.

Σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μὲς στὸ «πῶς» τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς στὴ φύ­ση ἔ­χου­με νὰ προ­τεί­νου­με τὰ ἀ­κό­λου­θα:

* Νὰ βροῦ­με τὴν ἁ­πλὴ καὶ λι­τὴ ζω­ή, ὥ­στε νὰ ὑ­πη­ρε­τοῦ­με τὶς βα­σι­κὲς ἀ­νάγ­κες μας. Τὰ πα­ρα­πά­νω δη­μι­ουρ­γοῦν κιν­δύ­νους ἐ­ξαρ­τή­σε­ων.

* Νὰ πε­ρι­ο­ρί­σου­με τὶς «εἰ­κό­νες» καὶ τὶς «πλη­ρο­φο­ρί­ες» μὲ τὶς ὁ­ποῖ­ες μᾶς βομ­βαρ­δί­ζουν σή­με­ρα. Αὐ­τὰ μᾶς ζα­λί­ζουν καὶ χά­νου­με τὴ ζω­ή, τὸν χρό­νο καὶ τὶς συ­ναν­τή­σεις μὲ τοὺς συ­ναν­θρώ­πους μας.

* Νὰ εἴ­μα­στε πάν­το­τε σὲ συμ­φω­νί­α μὲ τὴ φύ­ση. Σὲ αὐ­τὴ τὴ συμ­φω­νί­α θὰ μᾶς ὁ­δη­γή­σουν οἱ πα­ρα­δο­μέ­νες νη­στεῖ­ες καὶ ἡ τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ γε­νι­κῶς.

   Εἶ­ναι πρά­ξη ἐ­λευ­θε­ρί­ας νὰ φᾶ­με λί­γο κρεμ­μυ­δά­κι, με­ρι­κὲς ἐ­λί­τσες καὶ λί­γα φροῦ­τα. Ἂν ἀ­νέ­βω στὸ βου­νὸ καὶ κου­βα­λή­σω ἐ­κεῖ τὸν «κό­σμο» καὶ φά­ω κα­λα­μά­ρια τη­γα­νη­τὰ, ποι­ὸ τὸ ὄ­φε­λος;

* Νὰ μα­θη­τεύ­σου­με σὲ ἀν­θρώ­πους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ζοῦν ἁ­πλὰ στὴ φύ­ση καὶ εἶ­ναι μέ­ρος της λει­τουρ­γι­κό. Ἂν εἶ­ναι καὶ εὐ­σε­βεῖς ἀ­κό­μα κα­λύ­τε­ρα.

* Νὰ μά­θου­με πῶς φυ­τεύ­ον­ται τὰ μα­ρού­λια καὶ οἱ ντο­μά­τες, πῶς ἀ­να­πτύσ­σον­ται καὶ μα­γει­ρεύ­ον­ται τὰ κο­τό­που­λα καὶ ἄλ­λα πρα­κτι­κά.

* Νὰ συν­δυ­ά­ζου­με τὴν ἔ­ξο­δο στὴ φύ­ση μὲ στρο­φὴ τοῦ νοῦ μας στὸν πλά­στη μας, μὲ Δο­ξο­λο­γί­α καὶ Εὐ­χα­ρι­στί­α γιὰ ὅ­σα γνω­ρί­ζου­με καὶ ὅ­σα δὲν γνω­ρί­ζου­με, φα­νε­ρὰ καὶ ἀ­φα­νῆ εὐ­ερ­γε­τή­μα­τά Του.

*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Ι΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΑΠΡ.-ΙΟΥΝ. 2012

 

 

 

 

Σχετικά