ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

Εὐ­λά­βεια καί πό­θος Θε­ο­μη­το­ρι­κός

12 Ιουνίου 2020 · 3 λεπτά

Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

Ρώ­τη­σε κά­ποι­ος μο­να­χός τόν γε­ρω–Νι­κή­τα ἀ­πό τήν Σταυ­ρο­νι­κη­τια­νή Κα­λύ­βη τῆς Πα­να­γί­ας Κα­ζάν­σκας, χά­ριν ὠ­φε­λεί­ας καί οἰ­κο­δο­μῆς, τί κα­νό­να κά­νει. Ἀ­πήν­τη­σε: «Ὁ Γέ­ρον­τάς μου στό κοι­νό­βιο μοῦ εἶ­πε νά κά­νω 6 κομ­πο­σχο­ί­νια τοῦ Κυ­ρί­ου καί 6 τῆς Πα­να­γί­ας. Ἐ­γώ τά κά­νω ὅ­λα στήν Πα­να­γί­α. Ἡ τι­μή στήν Πα­να­γί­α σώ­ζει. Ὁ Κύ­ριος χαί­ρε­ται, ὅ­ταν τι­μᾶ­με τήν μη­τέ­ρα Του. Ὅ­ποι­ος τι­μᾶ τήν Πα­να­γί­α πού θή­λα­σε τόν Κύ­ριο τοῦ σύμ­παν­τος, πε­ρισ­σό­τε­ρο θά τι­μᾶ τόν ἴ­διο τόν Κύ­ριο. Ἡ Πα­να­γί­α εἶ­ναι μάν­να· ξέ­ρεις τί θά πεῖ μάν­να;». Ἐ­δῶ ὁ λό­γος δι­α­κό­πη­κε ἀ­πό τούς λυγ­μούς τοῦ Γέ­ρον­τα πού φαι­νό­ταν σάν ἕ­να μι­κρό παι­δά­κι μέ ἀ­γά­πη ἀ­νυ­πέρ­βλη­τη πρός τήν Πα­να­γί­α–μη­τέ­ρα του. Αὐ­τή ἡ εὐ­λά­βεια καί ὁ παρ­θε­νι­κός πό­θος πού ἀ­νά­βει τό πῦρ τό ἐγ­κάρ­διο στίς καρ­δι­ές τῶν ἁ­γι­ο­ρει­τῶν μο­να­χῶν, ὀ­μορ­φαί­νει καί ἀ­ρω­μα­τί­ζει τήν μο­να­χι­κή τους ζω­ή.

Ὁ γε­ρω–Νι­κή­τας, τε­τρω­μέ­νος καί αὐ­τός ἀ­πό Θε­ο­μη­το­ρι­κό πό­θο κα­τά­καρ­δα, ἦ­ταν λά­τρης καί δοῦ­λος τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Κα­ζάν­σκας. Εἶ­χε στό κελ­λί του θαυ­μα­τουρ­γή εἰ­κό­να, ἀν­τί­γρα­φο τῆς Πα­να­γί­ας τοῦ Κα­ζάν. Μπρο­στά στήν εἰ­κό­να ἔ­και­γε ἀ­κοί­μη­το πάν­τα ἕ­να καν­τή­λι μέ με­γά­λη φλό­γα καί σχε­δόν πάν­τα ἕ­να με­γά­λο κε­ρί. Τήν εἶ­χε το­πο­θε­τή­σει στήν μέ­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Γέ­μι­ζε ὅ­λο τόν χῶ­ρο. Ὅταν ἐρ­γα­ζό­ταν στόν Παν­το­κρά­το­ρα καί ἔ­με­νε τή νύ­χτα ἐ­κεῖ, ἐρ­χό­ταν δύο ὧ­ρες πε­ζο­πο­ρί­α καί ἄ­να­βε τό καν­τή­λι καί ξα­να­γύ­ρι­ζε. Ὅ­λες τίς πτω­χές οἰ­κο­νο­μί­ες του τίς πρό­σφε­ρε θυ­σί­α στήν Πα­να­γί­α γιά λά­δι, κε­ρί καί θυ­μί­α­μα.

Ὅ­ταν ἔ­λει­πε, πο­τέ δέν κλε­ί­δω­νε τό Κα­λύ­βι του. Κά­πο­τε πού εἶ­χαν γί­νει κλο­πές σέ Κελ­λιά τῆς πε­ρι­ο­χῆς, τόν ρώ­τη­σαν   πῶς δέν φο­βᾶ­ται νά μήν τόν κλέ­ψουν∙ ἀ­πήν­τη­σε: «Ἐ­γώ ἦρ­θα νά φυ­λά­ξω τήν Πα­να­γί­α ἤ ἡ Πα­να­γί­α ἐ­μέ­να;» καί πράγ­μα­τι, παρ᾿ ὅ­τι ἦ­ταν νύ­χτα–μέ­ρα ἀ­νοι­χτό τό Κελ­λί του, δέν χά­θη­κε τί­πο­τε.

Εἶ­χε ἀ­γά­πη καί ἐμ­πι­στο­σύ­νη στήν Πα­να­γί­α καί ἐ­κε­ί­νη τόν βο­η­θοῦ­σε σάν παι­δί της. «Κάποτε», δι­η­γή­θη­κε, «ἀρ­ρώ­στη­σα ἄ­γνω­στο ἀ­πό τί καί ἔ­μει­να ἀκί­νη­τος στό κρεβ­βά­τι γιά τέσ­σε­ρα με­ρό­νυ­χτα, χω­ρίς νά φά­ω καί νά πι­ῶ τί­πο­τε. Με­τά σύρ­θη­κα καί πῆ­γα μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας καί μέ κλά­μα­τα καί πολ­λά δά­κρυ­α τήν πα­ρα­κά­λε­σα νά μέ κά­νη κα­λά γιά νά με­τα­νο­ή­σω, δι­ό­τι αἰ­σθα­νό­μουν ὅ­τι δέν εἶ­μαι ἕ­τοι­μος. Ἡ Πα­να­γί­α δέν μέ ἄ­φη­σε. Ἄρ­χι­σα νά ἀ­να­λαμ­βά­νω δυ­νά­μεις, καί μπό­ρε­σα καί ἔ­φα­γα καί ἤ­πια μέ­χρι πού συ­νῆλ­θα τε­λε­ί­ως».    

Καί ὅ­ταν με­τά ἀ­πό χρό­νια ἀρ­ρώ­στη­σε ἀ­πό ἡ­μι­πλη­γί­α καί τόν πῆ­ραν στοῦ Σταυ­ρο­νι­κή­τα νά τόν γη­ρο­κο­μή­σουν, ἔ­δει­ξε βα­θειά με­τά­νοι­α πού ἐ­ξέ­πλη­ξε το­ύς πα­τέ­ρες. Πα­ρα­κα­λοῦ­σε, ὅ­ταν πε­θά­νη, νά τοῦ φο­ρέ­σουν τά πα­λαιά ρά­σα καί νά τόν πε­τά­ξουν στήν αὐ­λή γιά νά πε­ρά­σουν ὅ­λοι οἱ πα­τέ­ρες ἀ­πό πά­νω του νά τόν τσα­λα­πα­τή­σουν.  Εἶ­χε στό κελ­λί του τήν θαυ­μα­τουρ­γή εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας. Ἐ­νώ­πιόν της ἄ­φη­σε τήν τε­λευ­ταί­α πνο­ή του  ἔ­χον­τας σ᾿ αὐ­τήν τήν ἐλ­πί­δα του. Ἐλ­πί­ζου­με καί εὐ­χό­μα­στε ἡ εὐ­λά­βεια καί ἡ τι­μή στήν Πα­να­γί­α νά ἔ­χουν σώ­σει τόν γε­ρω–Νι­κή­τα.

Στή νε­κρώ­σι­μη ἀ­κο­λου­θί­α ἕ­να Θε­ο­το­κί­ο πού γρά­φτη­κε γιά ὅ­λους τούς μο­να­χούς πού εὐ­λα­βοῦν­ται τήν Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κο, ὅ­πως καί ὁ γε­ρω–Νι­κή­τας, ἀ­να­φέ­ρει: «Χρι­στόν ἐκ­δυ­σώ­πη­σον τόν σόν τό­κον, Μη­τρο­πάρ­θε­νε, τήν τῶν πται­σμά­των συγ­χώ­ρη­σιν, δοῦ­ναι τῷ δού­λῳ σου, τῷ σέ Θε­ο­τό­κον, εὐ­σε­βῶς κη­ρύ­ξαν­τι»[1]. Τήν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε συ­χνά ὁ γε­ρω–Νι­κή­τας τήν Πα­να­γί­α «Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κο» καί πάν­τα ἀ­δο­λε­σχοῦ­σε μέ τό ὄ­νο­μά Της καί τήν χά­ρι Της.

Τώ­ρα τίς νύ­χτες δέν φαί­νε­ται νά φω­τί­ζη τό καν­τη­λά­κι πού ἄ­να­βε ὁ γε­ρω–Νι­κή­τας μπρο­στά στήν θαυ­μα­τουρ­γή εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας Κα­ζάν­σκας. Ἴ­σως συ­νε­χί­ζει νά λάμ­πη  στόν οὐ­ρα­νό μπρο­στά στόν θρό­νο τῆς Κυ­ρί­ας τῶν Ἀγ­γέ­λων ἕ­να ἄλ­λο ἀ­κοί­μη­το καν­τή­λι πού τό δι­α­τη­ρεῖ ἀ­ναμ­μέ­νο ἡ ἀ­γά­πη, ὁ πό­θος καί ἡ εὐ­λά­βεια τοῦ γε­ρω–Νι­κή­τα πρός τήν Πα­να­γία­ Μη­τέ­ρα τοῦ Θε­οῦ.

  1. 1. Θε­ο­το­κίον εἰς τά προ­σό­μοι­α τοῦ Α΄ ἤ­χου, με­τά τό Α΄ Ἀν­τί­φω­νο.

Σχετικά

Εὐ­λά­βεια καί πό­θος Θε­ο­μη­το­ρι­κός · Ε.Ρω.