ΣΤΟΝ ΑΕΡΑΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Πανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτεςΠανελλήνια Σύναξη στην ΙερισσόΣημαντική Ανακοίνωση προς τα Μέλη και Φίλους της «ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ» (Ε.ΡΩ.)Πρόγραμμα των Εκδηλώσεων Ετήσιας Σύναξης της Ε.Ρω στην Ιερισσό – 29/9/22 – 2/10/22Ανάγκες σε συνεργάτες

κθ΄. Ἀ­ό­ρα­τοι–Γυ­μνοί Ἀ­σκη­τές[1]

8 Μαΐου 2020 · 8 λεπτά

Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση 

Ο ἱερομόναχος Χρι­στο­φό­ρος γεν­νή­θη­κε τό 1789 στήν Ἑλ­λά­δα ἀ­πό γο­νεῖς εὐ­λα­βεῖς. Ἦρ­θε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος σέ ἡ­λι­κί­α 48 ἐ­τῶν ἀ­να­ζη­τών­τας πνευ­μα­τι­κό ὁ­δη­γό. Ἐ­πι­σκέ­φθη­κε πολ­λά Μο­να­στή­ρια καί Κελ­λιά καί τέ­λος ὑ­πο­τά­χθη­κε στόν γε­ρω–Ζα­χα­ρί­α στά Καυ­σο­κα­λύ­βια. Γιά τήν τε­λε­ί­α ὑ­πα­κοή του ἀ­πέ­κτη­σε γρή­γο­ρα τό χά­ρι­σμα τῆς νο­ε­ρᾶς προ­σευ­χῆς. Εἶ­χε ἀ­γά­πη γιά ὅ­λους το­ύς πα­τέ­ρες τῆς Σκή­της. Χει­ρο­το­νή­θη­κε ἱ­ε­ρο­μό­να­χος καί Πνευ­μα­τι­κός   καί ἀ­νέ­λα­βε Δι­καῖ­ος τῆς Σκή­της με­τά τήν κο­ί­μη­ση τοῦ Γέροντός του. Λόγῳ τῆς μέ­ρι­μνας ἄ­φη­σε τά  Καυ­σο­κα­λύ­βια καί πῆ­γε γιά πε­ρισ­σό­τε­ρη ἡ­συ­χί­α καί ἀ­πε­ρί­σπα­στη προ­σευ­χή στό ἡ­συ­χα­στι­κό Κελ­λί Γι­αν­να­κό­που­λα πέ­ρα ἀ­πό τήν σπη­λιά τοῦ ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου. Ἀ­πέ­κτη­σε τρεῖς Ρου­μά­νους ὑ­πο­τα­κτι­κο­ύς τόν Γρη­γό­ριο, τόν Νε­ό­φυ­το καί τόν Χρυ­σό­στο­μο.

Εἶ­χαν ἡ­συ­χα­στι­κό τυ­πι­κό. Ὅ­λη τή νύ­χτα ἀ­γρυ­πνοῦ­σαν καί κα­θη­με­ρι­νά τε­λοῦ­σαν τήν θε­ί­α Λει­τουρ­γί­α. Στόν πα­πα–Χρι­στο­φό­ρο ἔρ­χον­ταν καί κοι­νω­νοῦ­σαν κρυ­φά οἱ γυ­μνοί–ἀ­ό­ρα­τοι ἀ­σκη­τές καί μά­λι­στα ἦ­ταν καί ὁ Πνευ­μα­τι­κός τους.

Κάποτε πού πῆ­γε νά το­ύς κοι­νω­νή­ση, πέ­ρα­σε μπρο­στά ἀ­πό Το­ύρ­κους καί δέν τόν εἶ­δαν, ἔ­γι­νε ἀ­ό­ρα­τος.

Πολ­λές φο­ρές ὁ πα­πα–Ἰ­ω­ά­σαφ ὁ Λαυ­ρι­ώ­της, ὁ βι­ο­γρά­φος του, ὅ­ταν εἶ­χε με­γά­λους πει­ρα­σμο­ύς ἐ­πι­σκε­πτό­ταν τόν πα­πα–Χρι­στο­φό­ρο καί χω­ρίς νά τοῦ πῆ τί­πο­τε, ὁ Γέροντας κα­τα­νο­οῦ­σε τήν κα­τά­στα­σή του καί μέ μί­α συμ­βου­λή του κα­τάλ­λη­λη τόν ἀ­νέ­παυ­ε καί τόν ἀλ­λο­ί­ω­νε. Τό­νι­ζε ὁ Γέ­ρον­τας: «Ὁ ἀρ­χά­ριος μο­να­χός πρέ­πει νά ἀρ­χί­ζη μέ πο­λύ ζῆ­λο τή νο­ε­ρά προ­σευ­χή. Νά ἐρ­γά­ζε­ται λί­γο καί νά προ­σε­ύ­χε­ται πο­λύ».

Μία ἑ­βδο­μά­δα πρίν κοι­μη­θῆ εἰ­δο­πο­ί­η­σε το­ύς πα­τέ­ρες τῆς Λα­ύ­ρας για­τί κα­τά­λα­βε ὅ­τι θά φύ­γη. Τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­καν, το­ύς ζή­τη­σε συγ­χώ­ρη­ση καί τούς­ πα­ρε­κά­λε­σε νά τοῦ κά­νουν κομ­πο­σχο­ί­νι. Σέ μία­ στιγμή τό πρό­σω­πό του ἔ­λαμ­ψε μέ φῶς ἄ­κτι­στο καί οἱ πα­τέ­ρες ἔκ­θαμ­βοι ἔ­πε­σαν πρη­νεῖς λέ­γον­τας τό «Κύριε ἐ­λέ­η­σο­ν».

Ἐ­κοι­μή­θη στίς 22 Δε­κεμ­βρί­ου 1862 σέ ἡ­λι­κί­α 73 ἐ­τῶν, ἐκ τῶν ὁ­πο­ί­ων τά 25 ἔ­ζη­σε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Με­τά τήν ἀ­να­κο­μι­δή τῶν ὀ­στῶν του ἡ κά­ρα του εὐ­ω­δί­α­ζε καί ἔ­κα­νε θα­ύ­μα­τα.

*

Ὁ γε­ρω–Δα­νι­ήλ τῶν Δα­νι­η­λαί­ων δι­η­γή­θη­κε: «Πρίν ἀ­πό τριά­ντα χρό­νια πε­ρί­που ἕ­νας λα­ϊ­κός πή­γαι­νε ἀ­πό τήν Λα­ύ­ρα πρός τήν Ἁ­γί­α Ἄν­να ἀ­πό τό σύν­το­μο μο­νο­πά­τι κα­τευ­θεῖ­αν, ὄ­χι ἀ­πό Κα­του­νά­κια καί Μι­κρά Ἁ­γί­α Ἄν­να. Σ᾽ αὐ­τήν τήν δι­α­δρο­μή κάπου χά­θη­κε. Κα­θώς προ­χω­ροῦ­σε ἐ­κτός τοῦ κα­νο­νι­κοῦ δρό­μου, συ­νάν­τη­σε ἕ­ναν κα­λό­γη­ρο μι­σό­γυ­μνο μέ σχι­σμέ­να ρά­σα νά κά­θε­ται. Τόν ρώ­τη­σε: “Πά­τερ, πά­ω γιά τήν Ἁ­γί­α Ἄν­να καί ἔ­χα­σα τόν δρό­μο. Μπο­ρεῖς νά μοῦ τόν δεί­ξης;”. Αὐ­τός ση­κώ­θη­κε καί τοῦ ἔ­δει­ξε. Ὁ λα­ϊ­κός ἦ­ταν δι­ψα­σμέ­νος καί ζή­τη­σε λί­γο νε­ρό. Ὁ ἀ­σκη­τής τοῦ εἶ­πε: “Ἔ­λα, θά σοῦ δώ­σω”. Ἀ­κο­λού­θη­σε ὁ λα­ϊ­κός καί τόν ὡ­δή­γη­σε σέ μία σπη­λιά. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν ἄλ­λοι ἕ­ξι πα­τέ­ρες μέ τήν ἴ­δια ἐν­δυ­μα­σί­α καί προ­σεύ­χον­ταν. Μό­λις μπῆ­καν μέ­σα, κα­νείς δέν τοῦ μί­λη­σε. Ὁ ὁ­δη­γός του ἀ­σκη­τής τόν ὡ­δή­γη­σε σέ μία στερ­νού­λα, κού­νη­σε τήν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ νε­ροῦ, γιά νά κα­θα­ρί­ση καί νά πά­ρη ἀ­πό κά­τω καί τοῦ ἔ­δω­σε καί ἤ­πι­ε.

»Κα­τό­πιν ἔ­φυ­γε ὁ λα­ϊ­κός καί πῆ­γε στό  Κυ­ρια­κό  τῆς Ἁ­γί­ας Ἄν­νης. Ρώ­τη­σε τόν Δι­καῖ­ο: “Πά­τερ, για­τί δέν δί­νε­τε λί­γο φα­γη­τό σ᾽ ἐ­κεί­νους τούς ἀ­σκη­τές πά­νω στήν σπη­λιά; Δέν ἔ­χουν τί­πο­τα”. Μό­λις ἄ­κου­σε αὐ­τά ὁ Δι­καῖ­ος, ρώ­τη­σε· “ποι­ά σπη­λιά καί ποι­οί ἀ­σκη­τές;”. Καί ἀ­φοῦ τοῦ δι­η­γή­θη­κε ὅ­σα εἶ­δε, τόν ρώ­τη­σε ὁ Δι­καῖ­ος, ἄν μπο­ρῆ νά τόν ὁ­δη­γή­ση ἐ­κεῖ. “Βέ­βαι­α”, ἀ­πάν­τη­σε, “ἀ­φοῦ πρίν ἀπό μία ὥ­ρα ἤ­μουν ἐ­κεῖ”. Τό­τε ξε­κί­νη­σε μπρο­στά ὁ λα­ϊ­κός καί πί­σω ὁ Δι­καῖ­ος μέ τό σακ­κί­διο γε­μᾶ­το ἀ­σκη­τι­κές τρο­φές. Ἔ­φθα­σαν στό ση­μεῖ­ο πού ὑ­πῆρ­χε ἡ σπη­λιά, ἀλ­λά στά­θη­κε ἀ­δύ­να­το νά τήν βροῦν. Ἔ­λε­γε ὁ λα­ϊ­κός: “Μά ἀ­φοῦ ἐ­δῶ ἤ­μουν πρίν ἀπό λί­γο καί ἐ­δῶ ἦ­ταν ἡ σπη­λιά, τώ­ρα ποῦ εἶ­ναι;”. Τούς ­κά­λυ­ψε ἔ­τσι ὁ Θε­ός  καί ἔ­μει­ναν στήν ἀ­φά­νεια».

*

Ὁ γε­ρω–Παῦ­λος ὁ Γο­βδε­λᾶς, ὅ­ταν ἦ­ταν νε­ώ­τε­ρος, συ­νάν­τη­σε πά­νω στό βου­νό ἕ­ναν μι­σό­γυ­μνο Ἀ­σκη­τή (ἴ­σως ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πό τούς ἑ­πτά) καί ἐν­τυ­πω­σι­ά­σθη­κε ἀ­πό τήν ἐμ­φά­νι­σή του. Ἄρ­χι­σε μέ ἐν­δι­α­φέ­ρον νά τόν ρω­τᾶ πῶς λέ­γε­ται, ποῦ μέ­νει κ.ἄ. Ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἔ­κα­νε νεῦ­μα νά μή μι­λᾶ, προ­χώ­ρη­σε καί χά­θη­κε μέ­σα στό δά­σος. Ἦ­ταν στήν πε­ρι­ο­χή τοῦ Δι­ο­νυ­σί­ου, πά­νω στό βου­νό.

Αὐ­τό τό γε­γο­νός τό ἀ­νέ­φε­ρε σέ κά­ποι­ον γέ­ρον­τα Ρου­μᾶ­νο καί ἐ­κεῖ­νος τοῦ εἶ­πε ὅ­τι κά­θε Πά­σχα πη­γαί­νει καί ἀ­φή­νει σ᾽ ἐ­κεῖ­νο τό ση­μεῖ­ο ἕ­ξι αὐ­γά κόκ­κι­να καί με­τά πη­γαί­νει καί δέν τά βρί­σκει.

Κά­ποι­οι Δι­ο­νυ­σιά­τες ἀ­νέ­φε­ραν στόν γε­ρω–Παῦ­-

λο ὅ­τι κά­θε χρό­νο τή νύ­χτα τῶν Ἁ­γι­ο­ρει­τῶν Πα­τέ­ρων ἔ­βλε­παν σ᾽ ἐ­κεῖ­νο ἀ­κρι­βῶς τό ση­μεῖ­ο νά λάμ­πη φῶς. Ἀλ­λά τε­λευ­ταῖ­α εἶ­ναι ἀρ­κε­τά χρό­νια πού αὐ­τό τό φῶς χά­θη­κε.

*

Στά Καυ­σο­κα­λύ­βια πο­λύ πα­λαιά γι­νό­ταν συ­ζή­τη­ση γιά τό ἄν ὑ­πάρ­χουν οἱ ἀ­ό­ρα­τοι–γυ­μνοί Ἀ­σκη­τές. Ἄλ­λοι ἔ­λε­γαν ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν, ἄλ­λοι ὅ­τι δέν ὑ­πάρ­χουν. Πῆ­ρε τόν λό­γο ἕ­νας πα­πᾶς καί εἶ­πε:

–Ὑ­πάρ­χουν, ἐ­γώ πά­ω καί τούς ἐ­ξυ­πη­ρε­τῶ.

–Ὄ­χι, λό­για λές, εἶ­παν οἱ ἄλ­λοι.

–Ση­κω­θῆ­τε νά πᾶ­με νά τούς βροῦ­με. Πῆ­γαν καί δέν κα­τώρ­θω­σαν νά βροῦν οὔ­τε τό στό­μιο τῆς σπη­λιᾶς πού μέ­νουν, ἀλ­λά οὔ­τε ὅ­ταν ξα­να­πῆ­γε μό­νος του, γιά νά τούς ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­ση, τούς ξα­να­βρῆ­κε.

*

Πα­λαι­ό­τε­ρα στή Νέ­α Σκή­τη ἦ­ταν ἕ­νας Γέ­ρον­τας μέ τόν ὑ­πο­τα­κτι­κό του. Κάποια ἡ­μέ­ρα ὁ Γέ­ρον­τας πῆ­γε στό Κυ­ρια­κό γιά τήν ἀ­γρυ­πνί­α καί ἄ­φη­σε τό κα­λο­γέ­ρι στό Κελ­λί. Τή νύ­χτα χτύ­πη­σε κά­ποι­ος τήν πόρ­τα. Ἄ­νοι­ξε τό κα­λο­γέ­ρι καί εἶ­δε ἕ­ναν κα­λό­γε­ρο ἀ­δύ­να­το μέ τριμ­μέ­νο ζω­στι­κό πού τοῦ εἶ­πε: «Ἐ­γώ ἔρ­χο­μαι γιά σέ­να. Ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε 12 κα­λό­γε­ροι καί μέ­νου­με πά­νω στό βου­νό. Ἕ­νας ἀ­πό μᾶς κοι­μή­θη­κε καί τώ­ρα ψά­χνου­με γιά ἄλ­λον νά πά­ρη τήν θέ­ση του. Θέ­λεις νά ἔρ­θης μα­ζί μας;». Ἀ­φοῦ σκέ­φθη­κε γιά λί­γο εἶ­πε δι­στα­κτι­κά: «Δέν ἔ­χω πά­ρει εὐ­λο­γί­α ἀ­πό τόν Γέ­ρον­τα». Ὁ ἀ­σκη­τής ἔ­φυ­γε. Καί ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ Γέ­ρον­τας καί τό ἀ­νέ­φε­ρε, τοῦ εἶ­πε «ἔ­χα­σες τήν εὐ­και­ρί­α».

*

Δι­η­γή­θη­κε Γέροντας Ἁ­γι­αν­να­νί­της: «Πρίν 40 πε­ρί­που χρό­νια ἤ­μουν Δι­καῖ­ος, καί ἕ­να βρά­δυ, μό­λις σου­ρού­πω­νε, πη­γαί­νω καί κλεί­νω τήν ἐ­ξώ­θυ­ρα.  Μό­λις ἔ­κλει­σα, ἄ­κου­σα ἀπ᾿ ἔ­ξω μία φω­νή σο­βα­ρή καί συ­νά­μα εἰ­ρη­νι­κή νά μοῦ λέ­η: “Μήν ἀ­νοί­γης. Μέ­σα στόν φοῦρ­νο σου ἔ­χεις πα­ξι­μά­δια. Βά­λε σ᾿ ἕ­να τσου­βά­λι πα­ξι­μά­δια, φέρ­τα καί ἄ­φη­σέ τα στό τά­δε μέ­ρος. Ἔ­χου­με ἀ­νάγ­κη. Εἴ­μα­στε ἀρ­κε­τοί καί προ­σευ­χό­μα­στε γιά σᾶς. Μήν ἔ­χης πε­ρι­έρ­γεια νά μέ δῆς”. Ἔ­κα­να ὅ­πως μοῦ εἶ­πε τό ἄ­γνω­στο αὐ­τό πρό­σω­πο. Εἶ­χα ὅ­μως τήν πε­ρι­έρ­γεια νά δῶ ποι­ός εἶ­ναι.

»Κά­θε μῆ­να ἐρ­χό­ταν αὐ­τός ὁ μο­να­χός, ἀλ­λά δέν τόν ἔ­βλε­πα. Ἄλ­λο­τε ἄ­κου­γα τήν φω­νή του, ἐ­νῶ ἤ­μουν μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α ἤ στό ὑ­πό­γει­ο. Κά­θε φο­ρά ἄ­φη­να τό τσου­βά­λι μέ τά πα­ξι­μά­δια νύ­χτα σέ ὁ­ρι­σμέ­νο μέ­ρος καί ἔ­φευ­γα. Τήν ἑ­πο­μέ­νη ἔ­λει­πε.

»Μία φο­ρά ὅ­μως ἡ πε­ρι­έρ­γειά μου κο­ρυ­φώ­θη­κε καί θέ­λη­σα νά δῶ ποι­ός ἦ­ταν. Ἔ­κα­να ὅ­πως μοῦ εἶ­πε, ἀλ­λά κρύ­φθη­κα μέ­σα στό δά­σος καί πε­ρί­με­να νά δῶ ποι­ός θά πλη­σιά­σει νά τά πά­ρη. Ἐ­νῶ πε­ρί­με­να, ἀ­κού­ω φω­νή πί­σω μου (ἦ­ταν σκο­τά­δι καί δέν ἔ­βλε­πα) νά μοῦ λέ­η: “Παρ᾿ ὅ­λο πού σοῦ εἶ­πα ὅ­τι δέν πρέ­πει νά μέ δῆς καί νά μήν ἔ­χης πε­ρι­έρ­γεια, ἀλ­λά νά κά­νης τό κα­λό αὐ­τό ἔρ­γο δί­νον­τάς μας τά πα­ξι­μά­δια, ἐ­σύ δέν ὑ­πή­κου­σες. Ἄ­φη­σες τήν πε­ρι­έρ­γειά σου νά σέ νι­κή­ση. Για­τί εἶ­σαι πε­ρί­ερ­γος; Ἐ­σύ ἔ­χεις τόν μι­σθό σου ἀ­πό τόν Θε­όν γιά τήν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη πού κά­νεις. Προ­σέξ­τε. Για­τί οἱ μο­να­χοί σή­με­ρα δέν προ­σέ­χουν νά ἐ­ξυ­γιά­νουν καί νά θε­ρα­πεύ­σουν τόν ἐ­σω­τε­ρι­κό ἄν­θρω­πο, ἀλ­λά μό­νο τό ἐ­ξω­τε­ρι­κό σχῆ­μα φέ­ρουν. Ἐ­πει­δή ἄ­φη­σες τήν πε­ρι­έρ­γειά σου νά σέ νι­κή­ση, νά τό πά­ρης πί­σω τό πα­ξι­μά­δι καί ἄλ­λη φο­ρά δέν θά φέ­ρεις”.

»Ἔ­φυ­γα καί γύ­ρι­σα στό κελ­λί μου. Τό πρωΐ βρῆ­κα τά πα­ξι­μά­δια, ὅ­πως τά ἄ­φη­σα. Ἔ­κτο­τε δέν ἄ­κου­σα ἄλ­λη φο­ρά τήν φω­νή ἐ­κεί­νη νά μοῦ ζη­τᾶ πα­ξι­μά­δια καί νά μοῦ ὁ­ρί­ζη τό μέ­ρος ὅπου νά τ᾿ ἀ­φή­σω».

*

Δι­ή­γη­ση γέ­ρον­τος Παρ­θε­νί­ου Ἁ­γι­ο­παυ­λί­του: «Μία φο­ρά πού πή­γα­με πά­νω στό βου­νό μέ τόν μα­κα­ρι­στό πα­πα–Ἀν­δρέ­α, εὑ­ρή­κα­με δύο κα­λύ­βες, μέ ξυ­λα­ρά­κια, μέ μία εἰ­κό­να καί ἕ­να καν­τη­λά­κι, καί μία γω­νο­ύ­λα, ἀλ­λά δέν βρή­κα­με κα­νέ­ναν. Ψάξαμε ἀ­πό δῶ, ἀ­πό κεῖ, ἀλ­λά δέν τόν βρή­κα­με, ἐνῶ ἦ­ταν ἐ­κεῖ ὁ ἄν­θρω­πος, για­τί καί τό καν­τη­λά­κι καί ἕ­να φα­να­ρά­κι μέ λα­δά­κι ἦ­ταν ἀ­ναμ­μέ­νο καί ἕ­να βι­βλί­ο πού δι­ά­βα­ζε ἐ­κεῖ πέ­ρα, ἀλ­λά δέν τόν βρή­κα­με.

»Ἄλ­λη φο­ρά ξα­να­πή­γα­με καί βρή­κα­με ἄλ­λη κα­λυ­βο­ύ­λα ἐ­κεῖ πά­νω. Ἐ­κεῖ πού τε­λει­ώ­νουν τά ἀπό­το­μα βρά­χια καί ἀρ­χί­ζουν τά δέν­δρα, βρή­κα­με τό Κα­λυ­βά­κι καί ἕ­να ντορ­βα­δά­κι μέ λί­γο πα­ξι­μά­δι κρε­μα­σμέ­νο, ἐ­κεῖ ὅ­λα τά πραγ­μα­τά­κια του, ἀλ­λά αὐ­τόν δέν τόν βρή­κα­με ἐ­κεῖ. Ποῦ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε; Καί δέν μᾶς ἄ­κου­σε, ὅ­ταν πή­γα­με. Ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Ψά- ξαμε ἐ­δῶ, ψά­ξα­με ἐ­κεῖ, δέν τόν βρή­κα­με, καί μπο­ρεῖ νά ἦ­ταν ἐ­κεῖ μπρο­στά μας καί νά μήν τόν βλέ­πα­με. Τό Κα­λυ­βά­κι ὅ­μως τό βρή­κα­με.

»Καί ἄλ­λη φο­ρά πή­γα­με καί βρή­κα­με ἄλ­λο Κα­λυ­βά­κι σέ ἄλ­λη με­ριά, ἀλ­λά δέν βρή­κα­με κα­νέ­ναν. Αὐ­τοί τί­θεν­ται σέ ἀ­ο­ρα­σί­α νά ποῦ­με· τώ­ρα πῶς; Εἶ­ναι θε­ϊ­κά μυ­στή­ρια».

*

Δι­η­γή­θη­κε ὁ γε­ρω–Δα­μα­σκη­νός Ἁ­γι­ο­βα­σι­λει­ά­της ὅ­τι ὁ πα­πα–Σάββας ὁ Πνευ­μα­τι­κός κοι­νω­νοῦ­σε το­ύς γυ­μνο­ύς Ἀ­σκη­τές κά­θε Μ. Πέμπτη. Τοῦ εἶ­χαν πεῖ νά μήν τό φα­νε­ρώ­ση σέ κα­νέ­ναν. Καί τό τή­ρη­σε. Κάποτε ὅ­μως γι­νό­ταν συ­ζή­τη­ση στήν Ἁγί­α Ἄν­να καί με­ρι­κοί ἀμ­φι­σβη­τοῦ­σαν τήν ὕ­παρ­ξη τῶν γυ­μνῶν Ἀ­σκη­τῶν. Ὁ πα­πα–Σάββας τό­τε ἀναγ­κά­στη­κε νά μι­λή­ση καί το­ύς εἶ­πε ὅ­τι καί ὑ­πάρ­χουν καί το­ύς κοι­νω­νεῖ κά­θε Μ. Πέμπτη. Εἶ­πε μά­λι­στα ὅ­τι, ὅ­ταν θἄρ­θουν νά κοι­νω­νή­σουν, θά βά­λει ση­μά­δια, θά το­ύς ἀ­κο­λου­θή­σει, γιά νά δῆ ποῦ μέ­νουν καί νά πᾶ­νε με­τά μα­ζί μέ το­ύς πα­τέ­ρες νά το­ύς δε­ί­ξη τήν σπη­λιά τους.

»Ὅ­ταν ὅ­μως ἦρ­θαν τήν Μ. Πέμπτη τοῦ εἶ­παν: ”Παπα–Σάββα, δέν θά ξα­ναρ­θοῦ­με, για­τί πα­ρέ­βης τήν συμ­φω­νί­α μα­ς”. Ἐ­λέγ­χθη­κε βέ­βαι­α καί εἶ­πε ”εὐ- λόγησον”, ἀλ­λά δέν ἤ­θε­λε νά το­ύς χά­ση καί νά μήν το­ύς ξα­να­δῆ. Ὅ­ταν ἔ­φευ­γαν, το­ύς ἀ­κο­λο­ύ­θη­σε βά­ζον­τας ση­μά­δια μέ­χρι τήν σπη­λιά τους. Ὕ­στε­ρα  ξα­να­πῆ­γε μέ ἄλ­λους πα­τέ­ρες καί δέν εὕ­ρι­σκαν τόν δρό­μο, καί τά ση­μά­δια πού εἶ­χε βά­λει δέν ὑ­πῆρ­χαν».

*

Κάποτε ὁ πα­πα–Ξε­νο­φῶν ὁ Ρου­μᾶ­νος, ὁ Κα­ψα­λι­ώ­της μα­ζί μέ τόν ὑ­πο­τα­κτι­κό του π. Δα­νι­ήλ πή­γαι­ναν ἀ­πό τήν Λα­ύ­ρα γιά τόν Σταυ­ρό. Κοντά  στοῦ κυρ–Ἡ­σα­ΐ­α εἶ­δαν δύο γυ­μνο­ύς Ἀσκη­τές, οἱ ὁ­ποῖ­οι δέν το­ύς μί­λη­σαν καί ἀ­πο­μα­κρύν­θη­καν βι­α­στι­κά. Τό δι­η­γή­θη­καν στόν γε­ρω–Δα­μα­σκη­νό τόν Ἁ­γι­ο­βα­σι­λει­ά­τη καί το­ύς εἶ­πε ὅ­τι μᾶλ­λον θά ἦ­ταν ἀ­πό το­ύς ἀ­ό­ρα­τους. «Μά το­ύς εἴ­δα­με καί ἦ­ταν γυ­μνοί». «Ἔ, αὐ­τοί ἦ­ταν», εἶ­πε.

*

Ὁ γε­ρω–Βαρ­λα­άμ ὁ Ξε­νο­φων­τι­νός δι­η­γή­θη­κε ὅτι πολ­λές φο­ρές συ­ναν­τή­θη­κε μέ το­ύς γυ­μνο­ύς Ἀ­σκη­τές. Τόν χει­μῶ­να κα­τέ­βαι­ναν ἀ­πό τόν Ἄ­θω­να γιά νά ξε­χει­μω­νι­ά­σουν στά μέ­ρη τοῦ Ξε­νο­φῶν­τος πού ἔ­χει ἠ­πι­ώ­τε­ρο κλῖ­μα. Ὁ γε­ρω–Βαρ­λα­άμ γύ­ρι­ζε στά δά­ση καί ὅ,τι χρει­ά­ζον­ταν το­ύς τό πή­γαι­νε. Ἔ­λε­γε ὅ­τι ἦ­ταν ρα­κεν­δύ­τες. Φο­ροῦ­σαν ρά­σα, ἀλ­λά ἦ­ταν πα­λαιά καί σχι­σμέ­να.

 

  1. 1. Γιά το­ύς Ἀ­ο­ρά­τους καί Γυ­μνο­ύς Ἀ­σκη­τές βλέ­πε τήν ὑπο­ση­με­ί­ω­ση τῆς σελ. 44.

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα

Σχετικά