ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ — ΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ ‒
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

ΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ

22 Δεκεμβρίου 2012 · 11 λεπτά

Δη­μο­σθέ­νη Δα­νι­η­λί­δη

 

Ἀ­φε­τη­ρί­α καὶ ἄ­με­σο κέν­τρο γιὰ τὴ δρά­ση τοῦ Νε­ο­ελ­λη­νι­σμοῦ, ἀ­λη­θι­νὴ αὐ­τοῦ κυ­ψέ­λη, ἦ­σαν οἱ Κοι­νό­τη­τες. Κα­μμιὰ ἔ­ρευ­να ἱ­στο­ρι­κο­κρι­τι­κὴ δὲν ἔ­χει ὡς τώ­ρα κα­θο­ρί­σει θε­τι­κὰ τὴν προ­έ­λευ­σή τους.

Εἶ­ναι μί­α δι­α­πί­στω­ση ἱ­στο­ρι­κή, πὼς στὴν Ἑλ­λη­νι­κὴ Με­σό­γει­ο, τοὐ­λά­χι­στον ἀ­πὸ τὴ Βυ­ζαν­τι­νὴ πε­ρί­ο­δο καὶ δῶθε, δὲν ἐ­ξέ­λει­πε πο­τὲς ὁ­λό­τε­λα ὁ θε­σμὸς τῆς κοι­νο­τι­κῆς αὐ­το­νο­μί­ας.

Πα­ράλ­λη­λα πρὸς τὴν προ­ϊ­οῦσα ἐ­νί­σχυ­ση τῶν φυ­γο­κέν­τρων τά­σε­ων, ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τοὺς τε­λευ­ταί­ους αἰ­ῶ­νες τῆς Ρω­μα­ϊ­κῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, βά­δι­ζε καὶ ἡ ἀ­νά­πτυ­ξη τῶν κοι­νο­τή­των, ἀ­κό­μα καὶ ὅ­ταν ἄρ­χι­σαν νὰ πα­ρακ­μά­ζουν οἱ πό­λεις καὶ ἡ ἀ­στι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α.

Ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη αὐ­τὴ δὲν ἐ­στα­μά­τη­σε οὔ­τε ἐ­πὶ τῶν Βυ­ζαν­τι­νῶν. Πα­ρὰ τὸ συγ­κεν­τρω­τι­κό της πνεῦ­μα, ἡ βυ­ζαν­τι­νὴ γρα­φει­ο­κρα­τί­α δὲν μπό­ρε­σε νὰ συγ­κρα­τή­σει μέ­σα στὸ πλαί­σιο τῆς κα­λο­ορ­γα­νω­μέ­νης ὑ­παλ­λη­λι­κῆς της ἱ­ε­ραρ­χί­ας τοὺς το­πι­κοὺς πα­ρά­γον­τες τῶν πε­ρι­φε­ρει­ῶν.

Ἔ­τσι βλέ­που­με τὸ Βυ­ζάν­τιο κα­τὰ τὸ δεύ­τε­ρο ἥ­μι­συ τοῦ Ε’ αἰ­ώνα νὰ πα­ρα­χω­ρεῖ αὐ­το­νο­μί­α καὶ σὲ ἀ­γρο­τι­κὲς κοι­νό­τη­τες καὶ νὰ τὴν ἀ­νέ­χε­ται ὅ­που ὑ­πῆρ­χε ἀ­πὸ πρίν.

Ἡ Φραγ­κο­κρα­τί­α ἀ­φῆ­κε σχε­δὸν ἄ­θι­χτο τὸ κα­θε­στὼς αὐ­τὸ τῶν κοι­νο­τή­των, καὶ κα­τ᾿ ἀρ­χὴν τὸ ἀ­να­γνώ­ρι­ζε, ὅ­που τὸ συ­ναν­τοῦ­σε.

Ἡ Τουρ­κο­κρα­τί­α ὄ­χι μό­νο τὸ ἀ­να­γνώ­ρι­σε μὰ καὶ τὸ δι­αι­ώ­νι­σε. Μπο­ροῦ­με νὰ ποῦ­με, πὼς ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ση­μαν­τι­κὸς συν­τε­λε­στὴς γιὰ τὴν πε­ραι­τέ­ρω ἀ­νά­πτυ­ξη καὶ και­νού­ργια δι­α­μόρ­φω­ση τοῦ κοι­νο­τι­σμοῦ.

Στὴν Κοι­νό­τη­τα δὲν ἀρ­γή­σα­νε ν᾿ ἀ­να­κα­λύ­ψουν οἱ Ὀ­θω­μα­νοὶ ἕ­να χρή­σι­μο δι­οι­κη­τι­κὸ πυ­ρήνα.

Οἱ ὑ­πό­δου­λοι Ἕλ­λη­νες ζού­σα­νε μέ­σα στὴν και­νού­ργια ἀ­πέ­ραν­τη αὐ­το­κρα­το­ρί­α ξε­χω­ρι­σμέ­νοι ἀ­πὸ τοὺς Ὀ­θω­μα­νούς, σὰν ξέ­νοι μέ­σα σὲ ξέ­νους. Εἶ­χαν βέ­βαι­α τὸ ἐ­ξί­σου ἀ­πέ­ραν­το Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό τους Κρά­τος, ποὺ τοὺς συγ­κρα­τοῦ­σε, τοὺς προ­στά­τευ­ε καὶ τοὺς δι­οι­κοῦ­σε, μὰ ἡ πραγ­μα­τι­κή, χε­ρο­πια­στὴ δι­κή τους Πο­λι­τεί­α ἦ­ταν ἄλ­λη, αὐ­τὴ ποὺ τὴ ζοῦ­σαν κά­θε μέ­ρα καὶ σὲ κά­θε πε­ρί­στα­ση, ἡ Κοι­νό­τη­τά τους. Αὐ­τὴ τοὺς κυ­βερ­νοῦ­σε, αὐ­τὴ κα­νό­νι­ζε τὶς δι­α­φο­ρές τους καὶ φρόν­τι­ζε γιὰ τὰ ἄ­με­σα συμ­φέ­ρον­τά τους, ποὺ ἦ­σαν φυ­σι­κὰ πρῶ­τ᾿ ἀπ᾿ ὅ­λα τὰ το­πι­κά.

Οἱ Ὀ­θω­μα­νοί, δί­χως σο­βα­ρὴ δι­οι­κη­τι­κὴ πα­ρά­δο­ση, καὶ ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νοι ἀ­πὸ τοὺς συ­νε­χεῖς πο­λέ­μους, δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ σκε­φθοῦν, ἢ δὲν πρό­φθα­ναν, νὰ ὀρ­γα­νώ­σουν τὴν ἀ­πα­ραί­τη­τη γιὰ μί­α τό­σο με­γά­λη αὐ­το­κρα­το­ρί­α δι­οι­κη­τι­κὴ μη­χα­νή. Εἶ­χαν λοι­πὸν κά­θε λό­γο ὄ­χι μό­νο νὰ μὴ θί­ξουν τὴν κοι­νο­τι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση, ποὺ βρῆ­καν, μὰ καὶ νὰ τὴν ἐ­νι­σχύ­σουν. Ἱκα­νό­τε­ρο καὶ πιὸ δο­κι­μα­σμέ­νο ὄρ­γα­νο γιὰ τὴ δι­α­χεί­ρι­ση τῶν το­πι­κῶν ὑ­πο­θέ­σε­ων τῶν ὑ­πο­τε­λῶν τους δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ φαν­τα­σθοῦν.

Ἡ κοι­νό­τη­τα ὡς φο­ρο­λο­γι­κὴ μο­νά­δα ἦ­ταν, θαρ­ρεῖς, φτι­α­σμέ­νη γι᾿ αὐ­τούς.

Μὲ τέ­τοι­ες συν­θῆ­κες ἦ­σαν ὅ­λα τὰ μέ­λη ἀλ­λη­λέγ­γυ­α ἀ­πέ­ναν­τι τῶν Ὀ­θω­μα­νῶν. Τὸ ἕ­νας γιὰ ὅ­λους, ὅ­λοι γιὰ ἕ­ναν ἤ­τα­νε μέ­σα στὴν Κοι­νό­τη­τα ὄ­χι μό­νο ἀ­ρε­τὴ καὶ ἰ­δα­νι­κὸ, ὅ­που ἔ­πρε­πε νὰ τεί­νει αὐ­θόρ­μη­τα ὁ κα­θέ­νας, μὰ προ­πάν­των μί­α σκλη­ρὴ ἀ­νάγ­κη, πού ἐ­πι­βαλ­λό­τα­νε ἀ­π᾿ ἔ­ξω. Ὁ ἀ­πο­λυ­ταρ­χι­σμὸς τῆς ὀ­θω­μα­νι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας, ἡ ἐ­λα­στι­κό­τη­τα τοῦ Δι­καί­ου της καὶ οἱ αὐ­θαι­ρε­σί­ες τῶν ὀρ­γά­νων της δί­να­νε στὶς σχέ­σεις αὐ­τὲς τὸ χα­ρα­κτή­ρα μί­ας κοι­νῆς κι αἰ­ώ­νιας τῶν ρα­γιά­δων ἐ­νο­χῆς καὶ ὀ­φει­λῆς.

Ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἔ­χει δι­α­πλά­σει τὴν κοι­νό­τη­τα ἤ­τα­νε κυ­ρί­ως ἡ δρά­ση της ἡ πο­λι­τι­κὴ στὴν εὐρύ­τε­ρη ἔν­νοι­α, πού ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ σκέ­ψη δί­νει ἀ­π᾿ τὰ πιὸ πα­λιὰ χρό­νια σὲ ὅ,τι ὀ­νο­μά­ζει πο­λι­τι­κό.

Οἱ κοι­νο­τι­κὲς λει­τουρ­γί­ες δὲν πε­ρι­ο­ρι­ζό­τα­νε στὴν εἴ­σπρα­ξη τῶν κρα­τι­κῶν φό­ρων καὶ τὴν ἐ­κτέ­λε­ση τῶν κρα­τι­κῶν δι­α­τα­γῶν, ἢ τὴν ἀν­τι­προ­σω­πεί­α τῆς κεν­τρι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας. Ἦσαν πο­λὺ εὐ­ρύ­τε­ρες.

Οἱ Προ­ε­στοί, Δη­μο­γέ­ρον­τες, Ἐ­πί­τρο­ποι, Κο­τζαμ­πά­ση­δες, ἢ ὅ­πως ἀλ­λοι­ῶς λε­γό­τα­νε οἱ κοι­νο­τι­κοὶ ἄρ­χον­τες, εἶ­χαν μέ­σα στὸ κοι­νο­τι­κὸ πλαί­σιο τὸ δι­καί­ω­μα νὰ νο­μο­θε­τοῦν, νὰ ἐ­πι­βάλ­λουν φό­ρους καὶ ἀγ­γα­ρί­ες, νὰ συ­νά­πτουν δά­νεια, νὰ συν­τάσ­σουν καὶ νὰ ἐ­κτε­λοῦν τὸν κοι­νο­τι­κὸ προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό. Εἶ­χαν δι­και­ο­δο­σί­α δι­οι­κη­τι­κὴ (δη­μο­σί­α ἀ­σφά­λεια, ἀ­γρο­φυ­λα­κὴ) καὶ δι­κα­στι­κὴ (ἀ­στι­κὴ καὶ ποι­νι­κή, ἐ­φό­σον ὁ δη­μό­της θε­ω­ροῦ­σε ἀρ­νη­σι­πα­τρί­α κά­θε ἀ­να­φο­ρὰ σὲ δι­κα­στή­ρια ἐ­ξω­κοι­νο­τι­κὰ ἢ ὀ­θω­μα­νι­κά). Φρόν­τι­ζαν γιὰ τὴ θρη­σκεί­α καὶ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ γιὰ τὴ δι­α­τή­ρη­ση τῶν σχε­τι­κῶν ἱ­δρυ­μά­των (ἐκ­κλη­σι­ές, κοι­νο­τι­κὰ σχο­λειά, δι­δα­σκα­λεῖ­α, βι­βλι­ο­θῆ­κες, ἐ­κτέ­λε­ση καὶ συν­τή­ρη­ση δη­μο­σί­ων ἔρ­γων, κοι­νο­τι­κὴ καὶ δι­α­κοι­νο­τι­κὴ ὁ­δο­ποι­ΐα, ἀρ­δευ­τι­κὰ ἔρ­γα, ξε­νῶ­νες κ.λπ., καὶ γιὰ τὴ Δη­μό­σια ὑ­γεί­α, για­τροὶ (κοι­νο­τι­κὰ φαρ­μα­κεῖα, κοι­νο­τι­κοὶ λου­τρῶ­νες κ.ἄ.). Δι­ευ­θύ­να­νε τό­σο τὴν κοι­νω­νι­κὴ πρό­νοι­α ὅ­σο καὶ τὶς δι­ά­φο­ρες κοι­νο­τι­κὲς ἐ­πι­χει­ρή­σεις, ὅ­που ὑ­πῆρ­χαν. Δι­ορ­γα­νώ­να­νε ἐμ­πο­ρι­κὲς πα­νη­γύ­ρεις, δι­α­χει­ρι­ζό­τα­νε τὴν κοι­νο­τι­κὴ πε­ρι­ου­σί­α κ.ἄ. Μ᾿ ἕ­να λό­γο εἶ­χαν ἀ­λη­θι­νὴ ἐ­ξου­σί­α καί, τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, παίρ­να­νε τὴν ἐ­ξου­σί­α τού­τη, τοὐ­λά­χι­στο σὲ με­ρι­κὲς κοι­νό­τη­τες, ὄ­χι ἀ­πὸ τὸ κρά­τος ἢ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α, μὰ κα­τ᾿ εὐ­θεῖ­αν ἀπ᾿ τῆς ἴ­διας τῆς Κοι­νό­τη­τας τὰ μέ­λη, ποὺ τοὺς ἐ­κλέ­γα­νε σὲ Γε­νι­κὴ συ­νέ­λευ­ση καὶ τοὺς ζη­τού­σα­νε στὸ τέ­λος κά­θε χρό­νου ἀ­πο­λο­γι­σμὸ τῆς θη­τεί­ας τους.

Ὑ­πῆρ­χαν κοι­νό­τη­τες, ὅ­που τὸ δι­καί­ω­μα τῆς ἐ­κλο­γῆς ἦ­ταν λί­γο ἢ πο­λὺ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο, ἄλ­λες πά­λι ὅ­που ἔ­λει­πε ὁ­λό­τε­λα καὶ οἱ προ­ε­στοὶ δι­ο­ρι­ζό­τα­νε ἄ­νω­θεν ἀ­πὸ τοὺς Ὀ­θω­μα­νοὺς ἢ ἐ­πι­βαλ­λό­τα­νε μό­νοι τους μὲ τὸν πλοῦ­το καὶ τὴ δύ­να­μή τους. Πάν­τως ὁ κοι­νο­τι­σμὸς ἤ­τα­νε ὑ­πό­θε­ση ὄ­χι τῶν ξέ­νων μὰ τῶν αὐ­το­χθό­νων, ποὺ εἴ­τε ὡς ἐ­κλέ­γον­τες καὶ ἐ­κλε­γό­με­νοι, εἴ­τε ὡς ἐ­πι­βαλ­λό­με­νοι, ἦ­σαν κα­τ᾿ ἀρ­χὴν οἱ ἀ­πο­κλει­στι­κοὶ φο­ρεῖς τῆς το­πι­κῆς ἐ­ξου­σί­ας καὶ τῆς πο­λι­τι­κῆς εὐ­θύ­νης, ἦ­σαν οἱ ἐ­λέγ­χον­τες καὶ ἐ­λεγ­χό­με­νοι, οἱ κυ­ρι­ό­τε­ροι ρυθ­μι­στὲς τῶν κοι­νο­τι­κῶν ὑ­πο­θέ­σε­ων.

Ὁ αὐ­το­χθο­νι­σμὸς αὐ­τός, ποὺ ἔ­χει τη­ρη­θεῖ σχε­δὸν πάν­τα καὶ ποὺ στέ­νευ­ε τὸν κοι­νο­τι­κὸν ὁ­ρί­ζον­τα ὑ­περ­βο­λι­κά, ἦ­ταν ἕ­νας λό­γος πα­ρα­πά­νω γιὰ νὰ μέ­νει ἡ κοι­νο­τι­κὴ αὐ­το­δι­οί­κη­ση ρι­ζω­μέ­νη βα­θιὰ μέ­σα στὸ ἔ­δα­φος τῆς μι­κρῆς πα­τρί­δας.

Ὁ κοι­νο­τι­σμὸς εἶ­ναι πα­ρά­δο­ση πα­λιά, μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι πα­λαι­ό­τε­ρος καὶ τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου. Μπο­ρεῖ ὁ­ρι­σμέ­να του στοι­χεῖ­α νὰ προ­έρ­χουν­ται ἀ­πὸ τὴν κλα­σσι­κὴ ἀρ­χαι­ό­τη­τα καὶ νὰ ἔ­χουν δι­α­σω­θεῖ ἐ­δῶ καὶ ἐ­κεῖ. Καὶ ὅ­μως θὰ φυ­το­ζω­οῦ­σε καὶ θὰ χα­νό­τα­νε σὰν ἰ­δέ­α γε­νι­κὴ ἔ­ξω τό­που καὶ χρό­νου, ἢ σὰν θε­σμὸς νε­κρός, ἂν δὲν ἔ­σμι­γε μὲ τὴν το­πι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δι­α­φο­ρο­ποι­ού­με­νος ἀ­πὸ τὴ μί­α γω­νιὰ στὴν ἄλ­λη, μί­α ποὺ βρι­σκό­τα­νε μέ­σα στὴ μι­κρὴ Ἑλ­λά­δα τῶν με­γά­λων γε­ω­οι­κο­νο­μι­κῶν ἀν­τι­θέ­σε­ων.

Ὑ­πῆρ­χαν κοι­νό­τη­τες σὲ ἐ­παρ­χί­ες Ἑλ­λη­νι­κὲς κι ἄλ­λες σκόρ­πι­ες σὰν νη­σί­δες μέ­σα σὲ πε­ρι­φέ­ρει­ες κα­τοι­κού­με­νες ἀ­πὸ πλη­θυ­σμοὺς ἀλ­λο­ε­θνεῖς κι ἀλ­λό­θρη­σκους. Κοι­νό­τη­τες τοῦ Ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ καὶ τοῦ Ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ, στὶς χῶ­ρες τῆς Με­σο­γεί­ου καὶ μα­κριὰ στὴ Δι­α­σπο­ρά, λ.χ. Ὀ­δησ­σό, στὴ Βι­έν­νη ἢ στὴν Τερ­γέ­στη. Κοι­νό­τη­τες ἠ­πει­ρω­τι­κὲς καὶ νη­σι­ώ­τι­κες, ὀ­ρει­νὲς καὶ πε­δι­νές, γε­ωρ­γι­κὲς καὶ κτη­νο­τρο­φι­κές, ὅ­πως καὶ βι­ο­μη­χα­νι­κὲς ἢ ἐμ­πο­ρο­ναυ­τι­κές, σὲ πό­λεις ἢ σὲ χω­ριά. Ἐ­πί­σης κοι­νό­τη­τες ξε­χω­ρι­στὲς καὶ κοι­νό­τη­τες ἑ­νω­μέ­νες σὲ ὁ­μά­δες ἢ καὶ πραγ­μα­τι­κὲς ὁ­μο­σπον­δί­ες, ὅ­πως λ.χ. τὰ Μα­δε­μο­χώ­ρια στὴ Χαλ­κι­δι­κὴ καὶ τὸ Σού­λι στὴν Ἤ­πει­ρο.  

Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση, ὑ­πῆρ­χαν κοι­νό­τη­τες μὲ ἀ­το­μι­κὴ ἐρ­γα­σί­α καὶ πα­ρα­γω­γὴ κι ἄλ­λες μὲ ὁ­μα­δι­κὴ καὶ συ­νε­ται­ρι­κή, ὅ­πως λ.χ. στὰ πε­ρί­φη­μα Ἀμ­πε­λά­κια τῆς Θεσ­σα­λί­ας ἢ στὶς  Κυ­δω­νί­ε­ς1, στὴν Ἀρ­γυ­ρού­πο­λη (Γκι­ου­μου­σχα­νὲ) καὶ Νι­κό­πο­λη (Κα­ρὰ-Χι­σὰρ) τῆς Μι­κρα­σί­ας.

Ξε­χώ­ρι­ζαν ἀ­κό­μα κοι­νό­τη­τες μό­νον ἀ­γρο­τι­κὲς ἢ ἀ­στι­κές, ὅ­πως καὶ μι­κτὲς σὰν τῆς Κέρ­κυ­ρας.

Μοι­ραί­α ἦ­ταν καὶ ἡ ποι­κι­λί­α ἀ­πὸ ἄ­πο­ψη πο­λι­τεια­κὴ καὶ κοι­νω­νι­κή. Συ­ναν­τοῦ­σε κα­νεὶς κοι­νό­τη­τες κα­θα­ρὰ δη­μο­κρα­τι­κές, ὅ­πως στὰ Ψα­ρά, ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὲς ἢ ὀ­λι­γαρ­χι­κὲς δη­μο­κρα­τι­κές, ὅ­πως σὲ με­ρι­κὲς ἀ­πὸ τὶς Κυ­κλά­δες ἢ τὰ Ἑ­πτά­νη­σα, καὶ φε­ου­δαρ­χι­κὲς στρα­τι­ω­τι­κές, ὅ­πως λ.χ. στὴ Μά­νη, στὸ Σού­λι, ἢ στὰ Σφα­κιά. Ἐ­πί­σης κοι­νό­τη­τες πλου­το­κρα­τι­κὲς ἢ πα­τρι­αρ­χι­κές.

Τέ­τοι­ες οἱ κοι­νό­τη­τές μας δὲν μπο­ροῦν νὰ ὑ­πά­γουν­ται στὴν κα­τη­γο­ρί­α τῶν με­σαι­ω­νι­κῶν πό­λε­ων ἢ communes τῆς δυ­τι­κῆς Εὐ­ρώ­πης. Δὲν ἦσαν πάν­τα, ὅ­πως ἐ­κεῖ­νες, ἀ­πόρ­ροι­α μί­ας ἐ­ξε­λιγ­μέ­νης ἀ­στι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, δὲν ἐ­γεν­νή­θη­καν ἀ­πο­κλει­στι­κὰ ὡς κέν­τρο τοῦ ἐμ­πο­ρί­ου καὶ τῆς βι­ο­μη­χα­νί­ας, ἢ ὡς ἕ­δρα τῶν δι­οι­κη­τι­κῶν ἀρ­χῶν. Μπο­ρού­σα­νε νὰ ἐ­ξε­λι­χθοῦν καὶ σὲ τοῦ­το καὶ σὲ κεῖ­νο, ἀλ­λὰ ὑ­στε­ρο­γε­νῶς. Ἀρ­χι­κὰ ὅ­μως εἶ­χαν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ πολ­λά, ποὺ θυ­μί­ζα­νε τὴν ἀρ­χαί­α πό­λη ἢ τὴν ἀρ­χαί­α ἀ­ποι­κί­α καὶ λί­γο τὸ ἑ­βραί­ικο γκέ­το. Ἀ­κό­μα κι ἕ­να χω­ριὸ μὲ πρω­τό­γο­νη γε­ωρ­γι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ μπο­ροῦ­σε ν᾿ ἀ­πο­τε­λεῖ μί­α κοι­νό­τη­τα.

Ἡ νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ κοι­νό­τη­τα ἦ­ταν μί­α ὀρ­γά­νω­ση ὁ­μο­ε­θνῶν καὶ ὁ­μό­δο­ξων, ἕ­νας σύν­δε­σμος προ­παν­τὸς πο­λι­τι­κὸς. Ὡς ἄ­με­ση νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ πο­λι­τεί­α ἀ­πο­τε­λοῦ­σε γιὰ τοὺς Νε­ο­έλ­λη­νες ἐ­πὶ ὁ­λό­κλη­ρους αἰ­ῶ­νες τὴ μό­νη πη­γαί­α, καὶ ἀ­νώ­τε­ρη μορ­φὴ πο­λι­τι­κῆς ζω­ῆς, τὸ μό­νο ἔ­δα­φος γιὰ τὴ φυ­σι­κὴ ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς πρώ­της ἱ­ε­ραρ­χί­ας προ­σώ­πων καὶ ἀ­ξι­ῶν.

Λευ­τε­ριὰ εἶ­χαν οἱ Ἕλ­λη­νες σχε­τι­κή, μέ­σα στὰ στε­νὰ σύ­νο­ρα τῆς κοι­νό­τη­τας. Κά­θε τους αὐ­θόρ­μη­το ξε­τύ­λιγ­μα οἰ­κο­νο­μι­κὸ ἢ κοι­νω­νι­κὸ ἦ­ταν κα­τα­δι­κα­σμέ­νο νὰ στα­μα­τή­σει μό­λις ἄγ­γι­ζε τὴν τα­φό­πε­τρα. Πλού­σιοι ἢ φτω­χοί, δυ­να­τοὶ ἢ ἀ­δύ­να­τοι, ὅ­λοι τους ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χουν πάν­τα στὸ νοῦ πὼς ἦσαν σκλά­βοι.

Σὲ πε­ρι­φέ­ρει­ες μι­χτές, τοὺς ἦ­ταν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο νὰ βά­φουν τὰ σπί­τια τους μὲ χρώ­μα­τα ποὺ τὰ προ­τι­μοῦ­σαν οἱ Ὀ­θω­μα­νοί, ἢ νὰ τὰ χτί­ζουν μὲ πέ­τρες λεῖ­ες. Δὲν τοὺς ἐ­πι­τρε­πό­τα­νε νὰ φο­ροῦν πα­ρὰ μό­νο ροῦ­χα καὶ πα­πού­τσια σκοῦ­ρα ἢ μαῦ­ρα, πο­τὲ κόκ­κι­να. Κα­βά­λα σὲ ἄ­λο­γο, ποὺ κό­στι­ζε πε­ρισ­σό­τε­ρα τῶν τεσ­σά­ρων δου­κά­των, ἦ­ταν ἀ­συγ­χώ­ρη­το σκάν­δα­λο καὶ ἐ­πι­τρε­πό­τα­νε σὰν ἐ­ξαί­ρε­ση μό­νο στὸ Δε­σπό­τη καὶ χα­ρι­στι­κὰ κα­τό­πιν ἄ­δειας στὸ για­τρό.

Ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν Ἐκ­κλη­σιά, τὸ σπί­τι καὶ τὶς ἀ­πρό­σι­τες στοὺς Ὀ­θω­μα­νοὺς Ἑλ­λη­νι­κὲς συ­νοι­κί­ες ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι πο­λὺ προ­σε­χτι­κοὶ καὶ νὰ πα­ρου­σι­ά­ζουν­ται πάν­τα σὰν φτω­χοί, ἄ­θλιοι κι ἀ­νε­πι­θύ­μη­τοι καὶ νὰ κρύ­βουν ἀ­πὸ τὰ ἐ­πί­βου­λα μά­τια τῶν τυ­ράν­νων τὸν πλοῦ­το τους, τὰ νειᾶτα τους, τὴν ὀ­μορ­φιά τους.

Οἱ κοι­νο­τι­κὲς Ἐκ­κλη­σί­ες, ἂν δὲν ἦσαν προ­νο­μι­οῦ­χες, δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ ἔ­χουν καμ­πά­νες, ποὺ μὲ τὸν ἦ­χο τους ἐ­ρε­θί­ζα­νε τὴν ἀ­κο­ὴ τῶν πι­στῶν τοῦ Ἀλ­λάχ. Και­νούρ­γι­ες Ἐκ­κλη­σι­ὲς δὲν ἐ­χτι­ζό­τα­νε στὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που δι­α­σταυ­ρω­νό­τα­νε οἱ ὀ­πτι­κὲς ἀ­κτῖνες, ποὺ ἑ­νώ­να­νε δύ­ο τζα­μιά. Ἀ­να­φέ­ρε­ται πώς, σὲ με­ρι­κὲς κοι­νό­τη­τες στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τῆς Μι­κρα­σί­ας, δὲν ἐ­πι­τρε­πό­τα­νε καμ­μιὰ κη­δεί­α καὶ κα­νέ­να Βά­φτι­σμα δί­χως ἄ­δεια τῆς Ὀ­θω­μα­νι­κῆς ἀρ­χῆς, ἄ­δεια πε­ρί­ερ­γη, συν­ταγ­μέ­νη σ᾿ ἕ­να ὕ­φος πο­λὺ ἐ­ξευ­τε­λι­στι­κὸ γιὰ τοὺς ὑ­πό­δου­λους. Ἔ­τσι ἦ­ταν φυ­σι­κὸ μέ­σα στὴν κοι­νό­τη­τα ν᾿ ἀ­να­πτύ­σε­ται πιὸ πη­γαί­α καὶ πιὸ ἔν­το­να, ὡς ἀ­ξί­ω­ση ἄ­με­ση τῆς ζω­ῆς, ἡ ἀ­νάγ­κη τῆς λευ­τε­ριᾶς καὶ ἡ θέ­λη­ση ποὺ μπό­ρε­σε ν᾿ ἀ­να­τι­νά­ξει τὴν τα­φό­πε­τρα.

Ἦ­ταν φυ­σι­κὸ ἐ­κεῖ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ν᾿ ἀ­κου­σθεῖ τὸ πα­ρά­πο­νο: «Μάν­να μ᾿ ἐ­γὼ δὲν κά­θο­μαι νὰ γί­νω νοι­κο­κύ­ρης καὶ νἄ ᾿μαι σκλά­βος τῶν Τουρ­κῶν, κο­πέ­λι στοὺς γε­ρόν­τους».

Ἡ κοι­νό­τη­τα ἦ­ταν καὶ ἀ­δελ­φό­τη­τα γιὰ ὅ­λα της τὰ μέ­λη, σύμ­βο­λο κοι­νῶν πε­πρω­μέ­νων.

Ἐ­ξὸν ἀ­πὸ τὴ Μά­νη καὶ με­ρι­κὲς ἄλ­λες, κα­μμιὰ κοι­νό­τη­τα δὲν εἶ­χε φρού­ρια. Μί­αν Ἀ­κρό­πο­λη δὲν μπο­ροῦ­σαν πιὰ οὔ­τε νὰ φαν­τά­ζουν­ται οἱ ὑ­πό­δου­λοι. Καὶ ὅ­μως καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α ἀ­πό­κεν­τρη Μι­κρα­σι­α­τι­κὴ κοι­νό­τη­τα, ποὺ χα­νό­τα­νε ἀ­νά­με­σα σὲ συμ­πα­γεῖς μου­σουλ­μα­νι­κοὺς πλη­θυ­σμούς, ἦ­ταν ἕ­να φρού­ριο. Που­θε­νὰ δὲν εἶ­χαν οἱ Ἕλ­λη­νες τό­σην ἀ­σφά­λεια ὅ­σην ἐ­κεῖ μέ­σα. Που­θε­νὰ δὲν μπο­ροῦ­σαν ν᾿ ἀ­μύ­νουν­ται μὲ τό­ση βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­σο στὴν κοι­νό­τη­τά τους. Τὰ κοι­νο­τι­κὰ σύ­νο­ρα ἦσαν ἀ­νοι­χτὰ καὶ μο­λα­ταῦ­τα ὄ­χι τό­σον εὐ­κο­λο­πρό­σι­τα στοὺς Ὀ­θω­μα­νούς. Σὲ ὄ­χι λί­γες κοι­νό­τη­τες ἦσαν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νοι οἱ Ὀ­θω­μα­νοὶ εἰ­σπρά­κτο­ρες νὰ μπαί­νουν ὁ­πλι­σμέ­νοι καὶ μὲ πολ­λὲς προ­φυ­λά­ξεις. Ἀ­να­φέ­ρον­ται κοι­νό­τη­τες, ὅ­που δὲν ἐ­πα­τοῦ­σε πο­δά­ρι Τούρ­κου. Ἡ ὁ­πλο­φο­ρί­α ἦ­ταν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νη, καὶ ὅ­μως δὲν ἔ­λει­παν ἀ­πὸ κα­μμιὰ κοι­νό­τη­τα τὰ κρυμ­μέ­να ὅ­πλα. Μί­α πα­λιὰ πα­ρά­δο­ση εἶ­χε κα­θι­ε­ρώ­σει τοὺς γι­ορ­τά­σι­μους του­φε­κι­σμοὺς σὰν μί­α δι­α­δή­λω­ση, ἢ σὰν ἕ­να πα­τρι­ω­τι­κὸ κα­θῆ­κον, καὶ δὲν ἦσαν λί­γοι οἱ νέ­οι καὶ οἱ γέ­ροι, ποὺ κά­θε Λαμ­πρή, πα­ρὰ τὶς ἐ­πί­ση­μες ἀ­πα­γο­ρεύ­σεις, φι­λο­τι­μούν­τα­νε νὰ μὴν κα­θυ­στε­ροῦν στὴν ἐκ­πλή­ρω­ση τοῦ κα­θή­κον­τος τού­του.

Ἡ κοι­νό­τη­τα ἦ­ταν, ὅ­πως εἴ­πα­με, ἕ­νας σύν­δε­σμος ὄ­χι μό­νο τῶν ὁ­μο­ε­θνῶν, ἀλ­λὰ καὶ τῶν ὁ­μό­δο­ξων. Ὅ­πως καὶ τὸ ἀρ­χαῖ­ο ἄ­στυ, ὄ­χι μό­νο κρά­τος ἐν κρά­τει, ἀλ­λὰ καὶ Ἐκ­κλη­σί­α, εἶ­χε τὸν ξε­χω­ρι­στό της προ­στά­τη Ἅ­γιο, τὸ δι­κό της το­πι­κὸ θε­ό, καὶ γύ­ρω ἀ­πὸ αὐ­τὸν συγ­κέν­τρω­νε τὰ μέ­λη της, ὅ­πως τοὺς πι­στοὺς μί­ας κοι­νῆς λα­τρεί­ας. Ἡ ὀρ­γα­νι­κὴ ἕ­νω­ση τῶν δύ­ο τού­των στοι­χεί­ων, τοῦ ἀ­στι­κοῦ-πο­λι­τι­κοῦ καὶ τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ-θρη­σκευ­τι­κοῦ, ποὺ ἔ­χει συν­τε­λε­σθεῖ μέ­σα στὸ πρω­το­κύτ­τα­ρο τῆς ἐ­θνι­κῆς ζω­ῆς, ἀ­πο­τε­λεῖ τὸν κυ­ρι­ό­τε­ρο πα­ρά­γον­τα στὴ ζύ­μω­ση, ποὺ ἔ­χει ἐ­θνι­κο­ποι­ή­σει τὴν Ἐκ­κλη­σί­α.

Ἐν­δει­κτι­κὴ καὶ ἡ φυ­σι­ο­γνω­μί­α τοῦ κοι­νο­τι­κοῦ πα­πᾶ. Ρι­ζω­μέ­νος μέ­σα στὸ κοι­νο­τι­κὸ ἔ­δα­φος ὁ πα­πᾶς, ἀ­χώ­ρι­στος ἀ­πὸ τὰ μέ­λη τῆς ἀ­δελ­φό­τη­τας, ζοῦ­σε μα­ζί τους τὴ χα­ρὰ καὶ τὴ λύ­πη.

Ἡ κοι­νό­τη­τα ἔ­δρα­σε καὶ ὡς ἑ­στί­α πο­λι­τι­σμοῦ. Ὄ­χι για­τί μπό­ρε­σε νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὶς μορ­φὲς μί­ας ἀρ­χαί­ας πνευ­μα­τι­κῆς κλη­ρο­νο­μιᾶς. Τί­πο­τε δὲν τῆς ἦ­ταν τό­σο ξέ­νο ὅ­σο ἡ λο­γί­α πα­ρά­δο­ση τῆς βυ­ζαν­τι­νῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Στοὺς μα­κρούς, ζο­φε­ροὺς αἰ­ῶ­νες τῆς δου­λεί­ας, εἶ­χε ξε­μά­θει πολ­λὲς φο­ρὲς κι αὐ­τὴν ἀ­κό­μη τὴ γρα­φὴ κι ἀ­νά­γνω­ση. Ὅ­ποι­ος ἤ­ξε­ρε τό­τε νὰ γρά­φει ἦ­ταν φαι­νό­με­νο καὶ κου­βα­λοῦ­σε μα­ζί του τὸ κα­λα­μά­ρι του, ση­μά­δι τρα­νό τῆς ἐ­ξαι­ρε­τι­κῆς του σο­φί­ας, ἀ­να­φέ­ρει ξέ­νος πα­ρα­τη­ρη­τής.

Ἐ­κεῖ­νο ποὺ δι­α­τη­ροῦ­σε ἡ κοι­νό­τη­τα, ἦ­ταν προ­πάν­των τὸ πνεῦ­μα ἑ­νὸς οἰ­κεί­ου πο­λι­τι­σμοῦ, ἡ φω­τει­νὴ αὐ­το­συ­νεί­δη­ση κι ὄ­χι τὰ λεί­ψα­να τῆς ἀ­ναι­μι­κῆς σο­φί­ας τῶν Βυ­ζαν­τι­νῶν. Ἦ­ταν ἡ ζων­τα­νὴ γλῶσ­σα ἑ­νὸς νε­α­ροῦ λα­οῦ, ποὺ ἀ­γω­νι­ζό­τα­νε νὰ τρα­βή­ξει μπρός, κι ὄ­χι ἡ τε­χνη­τὴ γρα­φο­μέ­νη θλι­βε­ρῶν λο­γί­ων, ἀρ­ρω­στη­μέ­νων ἢ γε­ρα­σμέ­νων πνευ­μα­τι­κά, ποὺ δυ­σκο­λευ­ό­τα­νε πιὰ νὰ ζή­σουν αὐ­θόρ­μη­τα. Τὸ ἀν­τί­θε­το ἑ­νὸς κου­ρα­σμέ­νου ἐγ­κε­φα­λι­σμοῦ, ἦ­ταν ἡ ἔμ­φυ­τη σὲ κά­θε ἄν­θρω­πο κι ὄ­χι μό­νο στὸν ἀ­πό­γο­νο ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ αἰ­σθά­νε­ται φυ­σι­κὰ καὶ νὰ σκέ­φτε­ται λεύ­θε­ρα.

Ἡ κοι­νό­τη­τα δὲν ὑ­πῆρ­ξε μου­σεῖ­ο πα­λι­ῶν ἀ­ξι­ῶν, μὰ ἔ­δα­φος ποὺ πα­ρά­γει και­νούρ­γι­ες. Τὰ Δη­μο­τι­κὰ τρα­γού­δια καὶ ἡ ἄλ­λη λα­ϊ­κὴ τέ­χνη, ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ ἑ­νὸς ἀρ­χον­τι­κοῦ σπι­τιοῦ, ἑ­νὸς φτω­χοῦ ἔ­πι­πλου δί­χως ἀ­ξι­ώ­σεις, εἶ­ναι ἐκ­δη­λώ­σεις ζω­ῆς κοι­νο­τι­κῆς ἢ δι­α­κοι­νο­τι­κῆς κι ἔ­χουν τὴ ση­μα­σί­α τους, ὄ­χι για­τί πε­ρι­έ­χουν στοι­χεῖ­α ἀρ­χα­ϊ­κά, μὰ για­τί ἀ­πο­τε­λοῦ­νε τὴν ἀ­νώ­τε­ρη αὐ­θόρ­μη­τη ἔκ­φρα­ση τῆς πραγ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς τῶν ἀν­θρώ­πων ὁ­ρι­σμέ­νου τό­που καὶ χρό­νου καὶ μπο­ροῦν, γι᾿ αὐ­τὸν ἴ­σα-ἴ­σα τὸ λό­γο, νὰ μι­λοῦν κι ἔ­ξω τό­που καὶ χρό­νου, παν­τοῦ ὅ­που ὑ­πάρ­χει πη­γαῖ­ο ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο γε­νι­κά.

Ὅ­σο γιὰ τ᾿ ἀρ­χα­ϊ­κὰ στοι­χεῖ­α, εἴ­τε Βυ­ζαν­τι­νὰ, εἴ­τε καὶ πα­λαι­ό­τε­ρα Ἑλ­λη­νι­κά, ποὺ φυ­σι­κὰ θὰ ὑ­πάρ­χουν μα­ζὶ μ᾿ ἄλ­λα στὴ λα­ϊ­κὴ τέ­χνη, δὲν ἔ­χουν σχέ­ση μὲ τὶς ἐ­πι­φα­νεια­κὲς ἀρ­χα­ϊ­στι­κὲς προ­σπά­θει­ες ἀ­π᾿ ἔ­ξω, εἶ­ναι ζων­τα­νά, δη­λα­δὴ με­του­σι­ω­μέ­να μέ­σα στὸ και­νού­ργιο ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια τὴ ζω­ή, ποὺ δὲν μπο­ροῦ­με νὰ τὴ συλ­λά­βου­με δί­χως τὸ νό­μο τῆς συ­νέ­χειας τοῦ χθε­σι­νοῦ μέ­σα στ᾿ αὐ­ρια­νό.

Ἔ­τσι καὶ ἡ πί­στη στὴν ἀρ­χαί­α κα­τα­γω­γὴ τῆς φυ­λῆς, ἦ­ταν μέ­σα στὴν Κοι­νό­τη­τα πη­γαί­α, ρι­ζω­μέ­νη στὸν κοι­νο­τι­κὸ αὐ­το­χθο­νι­σμὸ κι ὄ­χι συ­νέ­πεια τῆς ἀρ­χαι­ο­μα­νί­ας, ποὺ εἶ­χε κυ­ρι­έ­ψει σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες ἐ­πο­χὲς τὶς ἰ­θύ­νου­σες τά­ξεις. Ἦ­ταν ἡ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή, σὲ κά­θε νε­α­ρὸ λα­ό, αὐ­το­συ­νεί­δη­ση τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τάς του, μί­α ἠ­θι­κὴ δύ­να­μη, ζων­τα­νὴ καὶ  δη­μι­ουρ­γι­κή. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ἡ ἐκ­πο­λι­τι­στι­κὴ καὶ ἐ­ξελ­λη­νι­στι­κὴ της ἐ­πί­δρα­ση ἐ­πὶ τῶν ἀλ­λο­γλώσ­σων καὶ ἀλ­λο­φύ­λων, ποὺ ἡ ἱ­στο­ρι­κὴ ἐ­ξέ­λι­ξη τοὺς ἔ­φε­ρε καὶ τοὺς ἐγ­κα­τέ­στη­σε στὶς Ἑλ­λη­νι­κὲς χῶ­ρες.

Ἀλ­λὰ ὁ πο­λι­τι­κὸς αὐ­τὸς μι­κρό­κο­σμος ἦ­ταν το­πι­κὸς καὶ ζοῦ­σε ἀ­πο­μο­νω­μέ­να.

Οἱ κοι­νό­τη­τες, σκόρ­πι­ες καὶ δι­α­φο­ρο­ποι­η­μέ­νες ἀ­πὸ τὶς γε­ω­οι­κο­νο­μι­κὲς ἀν­τι­θέ­σεις τῶν Ἑλ­λη­νι­κῶν χω­ρῶν, ἦσαν ἀ­πὸ γε­νι­κό­τε­ρη ἄ­πο­ψη πυ­ρῆ­νες ζων­τα­νοί, μὰ κι ἀ­σύν­τα­χτοι. Κι ἔ­τσι εὐ­νο­ή­σα­νε ὑ­περ­βο­λι­κὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ καὶ πο­λι­τι­κοῦ ἀ­το­μι­κι­σμοῦ καὶ το­πι­κι­σμοῦ τῶν Νε­ο­ελ­λή­νων. Ἐ­ξαί­ρε­ση μπο­ροῦ­σαν νὰ κά­νουν με­ρι­κὲς κοι­νο­τι­κὲς ὁ­μο­σπον­δί­ες καὶ ξε­χω­ρι­στὰ ἡ Πε­λο­πόν­νη­σος, ποὺ ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἑ­νω­μέ­νη καὶ δι­α­τη­ροῦ­σε καὶ δι­κή της πρε­σβεί­α στὴν Πό­λη, μὰ καὶ τοῦ­τες εἶ­χαν χα­ρα­κτή­ρα προ­παν­τὸς το­πι­κό. Τὸ παρ­δα­λὸ πλῆ­θος τῶν μι­κρῶν, ἐ­φή­με­ρων ἢ κλη­ρο­νο­μι­κῶν ὀ­λι­γαρ­χι­ῶν, ποὺ εἶ­χαν ἀ­να­πτυ­χθεῖ κι ἐ­ξε­λι­χθεῖ μέ­σα στὰ κοι­νο­τι­κὰ σύ­νο­ρα, ἦ­ταν ὀρ­γα­νι­κὰ ἀ­κα­τάλ­λη­λο κι ἀ­νί­κα­νο ν᾿ ἀν­τι­με­τω­πί­σει καὶ νὰ ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σει συμ­φέ­ρον­τα δι­α­κοι­νο­τι­κὰ καὶ πο­λὺ λι­γό­τε­ρο πα­νελ­λή­νια. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἔ­λει­πε ἀ­πὸ τὶς κοι­νό­τη­τες ἦ­ταν ἡ ἀμ­φι­κτυ­ο­νί­α ἡ πα­νελ­λή­νια, ἢ τὸ με­γά­λο ἑ­νια­ῖο κρά­τος.

Καὶ τὴν ἀ­πο­στο­λὴ τού­τη ἀ­νά­λα­βε ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, ποὺ δι­α­τη­ροῦ­σε μα­ζὶ μὲ τὸ δε­σπο­τι­σμὸ τῆς Ἀ­να­το­λῆς καὶ κά­τι ἀ­πὸ τὴν κρα­τι­κὴ πα­ρά­δο­ση τῆς Ρώ­μης. Μὲ τὴν ὀρ­γά­νω­σή της, ποὺ σὰν ἕ­να δί­κτυ­ο τε­ρά­στιο πε­ρι­έ­σφιγ­γε ὁ­λό­κλη­ρη τὴν αὐ­το­κρα­το­ρί­α, ἕ­νω­νε τὶς κοι­νό­τη­τες ὅ­λες σ᾿ ἕ­να στέ­ρε­ο σύ­νο­λο καὶ γέ­νη­κε φο­ρέ­ας κι ἐν­σαρ­κω­τὴς τῆς ἰ­δέ­ας ἑ­νὸς ἑ­νια­ίου πα­νελ­λή­νιου κρά­τους.

 

Περιοδικό Ἄρ­δην

 

 

 

Σχετικά