ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ — ΕΡΩ — ΡαδιοΣυχνότητα
Ενωμένη ΡωμηοσύνηΕνωμένη ΡωμηοσύνηΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ ‒
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ
Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026Ο Άγιος Παΐσιος μας είχε προειδοποιήσει για την εγκληματικότητα των νέων!Μητροπολίτης Κισάμου και Σελίνου: «Ευθαρσώς δηλώνουμε την άρνηση αποδοχής ενός ηλεκτρονικού μέσου, το οποίο φαλκιδεύει την ελευθερία του προσώπου»Utopia: Το ζοφερό μας μέλλον! – Δείτε τη βραβευμένη μικρού μήκους ταινία του Ελληνοαυστραλού σκηνοθέτη Κώστα Νίκα με θέμα την κατάργηση των μετρητών και την ηλεκτρονική φυλακήH AI «μπορεί να μας σκοτώσει όλους έως το τέλος της δεκαετίας» – Οι προειδοποιήσεις ειδικών και τα σενάρια απώλειας ελέγχουΜετρητά, ζήτημα Προσωπικής Ελευθερίας – Ολοένα και περισσότερες χώρες ανακαλούν την κατάργησή τους!Κρατικό CREDIT SCORE : Μια δύσκολη οικονομική περίοδος δεν σε κάνει λιγότερο αξιόπιστο άνθρωπο15η ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΣΥΝΑΞΗ ΝΕΟΤΗΤΟΣ – 25/4/2026

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΟΡΘΟΠΡΑΞΙΑ

23 Φεβρουαρίου 2012 · 13 λεπτά
Κιζιρίδη Δημητρίου

Θεολόγου

Ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α μας δὲν εἶ­ναι ἰδε­ο­λο­γί­α, ἀλ­λὰ τρό­πος ζω­ῆς. Ἀ­σκη­τι­κός (ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὸ κα­θῆ­κον ἑ­κά­στου πρὸς τὸν ἑ­αυ­τό του). Ἀ­γα­πη­τι­κός (ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὰ κα­θή­κον­τα ἑ­κά­στου πρὸς τοὺς συ­ναν­θρώ­πους του) καὶ Εὐ­χα­ρι­στια­κός (ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὰ κα­θή­κον­τα ἑ­κά­στου πρὸς τὸν Θε­ὸ). Ὀρ­θο­δο­ξί­α ση­μαί­νει ὀρ­θὴ δό­ξα δη­λα­δὴ ὀρ­θὴ γνώ­μη, ὀρ­θὴ πί­στη.

Ἰ­δε­ο­λο­γί­α εἶ­ναι τὸ φι­λο­σο­φι­κὸ σύ­στη­μα ποὺ ἀ­πο­βλέ­πει στὴν με­ταρ­ρύθ­μι­ση τῆς ἐκ­παι­δεύ­σε­ως, τῆς ἠ­θι­κῆς καὶ τοῦ πο­λι­τι­κοῦ βί­ου, ἐ­πὶ τῇ βά­σει φυ­σι­ο­λο­γι­κῶν καὶ ψυ­χο­λο­γι­κῶν γνώ­σε­ων καὶ ἀ­πορ­ρί­πτει κά­θε με­τα­φυ­σι­κὴ καὶ θρη­σκευ­τι­κὴ ἐ­πί­δρα­ση.

Στόν 20ο αἰ­ῶ­να ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα βα­σα­νί­στη­κε ἀ­πὸ πολ­λὲς ἰ­δε­ο­λο­γί­ες, οἱ ὁ­ποῖ­ες ξε­κί­νη­σαν ὡς δι­α­νο­η­τι­κὲς συλ­λή­ψεις φι­λο­σό­φων καὶ φι­λο­σο­φι­κῶν συ­στη­μά­των. Πολ­λὲς ἀ­πὸ αὐ­τὲς ἐ­τέ­θη­σαν σὲ ἐ­φαρ­μο­γὴ μὲ οἰ­κτρὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα ὅ­πως ἡ φι­λο­σο­φί­α τοῦ Νί­τσε πε­ρὶ τοῦ «ὑ­πε­ραν­θρώ­που», ἡ ὁ­ποί­α δη­μι­ούρ­γη­σε τὸν Να­ζι­σμὸ καὶ τὸν Φα­σι­σμό. Ὁ­μοί­ως ἡ ὑ­λι­στι­κὴ ἰ­δε­ο­λο­γί­α τῶν Μὰρξ καὶ Ἔγ­κελς δη­μι­ούρ­γη­σε τὸν Κομ­μου­νι­σμὸ ἢ ἄλ­λως τὸν «Ὑ­παρ­κτὸ Σο­σι­α­λι­σμὸ» κ.λπ.

Κά­θε ἀν­θρώ­πι­νη ἰ­δε­ο­λο­γί­α, αὐ­το­νο­μη­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ δη­μι­ουρ­γεῖ ἕ­ναν τύ­πο ἀν­θρώ­που ποὺ κά­θε ἄλ­λο πα­ρὰ ἰ­δα­νι­κὸς μπο­ρεῖ νὰ χα­ρα­κτη­ρι­στεῖ. Ὅ­λες οἱ ἰ­δε­ο­λο­γί­ες ὡς ἀν­θρώ­πι­νες συλ­λή­ψεις, το­νί­ζουν ἕ­να μέ­ρος τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου ὄν­τος. Εἴ­τε τὸ ὑ­λι­κό, εἴ­τε τὸ πνευ­μα­τι­κό. Ὁ ἄν­θρω­πος ὅ­μως εἶ­ναι δι­φυ­ής, ὂν συγ­χρό­νως ὑ­λι­κὸ καὶ πνευ­μα­τι­κό. Ἐ­πι­πλέ­ον, εἶ­ναι ἐκ γε­νε­τῆς ἄρ­ρω­στος καὶ κα­λεῖ­ται ἐ­πί­σης νὰ ζή­σει σὲ κοι­νω­νί­α ἀρ­ρώ­στων. Στὴ θε­ο­λο­γι­κὴ γλῶσ­σα ἡ κα­τά­στα­σή του χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ὡς «πε­πτω­κυΐα», ποὺ ση­μαί­νει «πε­σμέ­νη». Δὲν πλά­στη­κε ἀρ­χι­κὰ ὅ­πως εἶ­ναι τώ­ρα, ἀλ­λὰ ἔ­χει ἐκ­πέ­σει ἀ­πὸ τὴν κα­τά­στα­ση ποὺ εἶ­χε ὅ­ταν δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται «προ­πτω­τι­κὴ κα­τά­στα­ση». Ἡ οὐ­σι­α­στι­κὴ ἀ­σθέ­νεια τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς αὐ­το­νο­μή­σε­ώς του ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, εἶ­ναι ἡ φι­λαυ­τί­α δηλ. ὁ «ἐ­γωισμὸς» μὲ ὅ­λα τὰ πα­ρα­κλά­δια του.

Αὐ­τὴ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὅ­μως ἀ­γνο­οῦν οἱ ἰ­δε­ο­λο­γί­ες. Βα­σί­ζον­ται μό­νο στὶς ἀν­θρώ­πι­νες δυ­νά­μεις καὶ προ­σπα­θοῦν νὰ φτιά­ξουν κοι­νω­νί­ες ἐ­πι­βάλ­λον­τας νό­μους εἴ­τε διὰ τῆς πει­θοῦς, εἴ­τε διὰ τῆς βί­ας. Ἔ­χον­τας ἄ­γνοι­α τῆς ψυ­χι­κῆς ἀ­σθέ­νειας τοῦ ἀν­θρώ­που (τῆς φι­λαυ­τί­ας), δὲν προ­σπα­θοῦν νὰ ἐ­ξυ­γιά­νουν τὸν κά­θε ἄν­θρω­πο χω­ρι­στά. Πολ­λά­κις, ἀ­πο­λυ­το­ποι­οῦν μί­α ἱ­κα­νό­τη­τα ἢ ἀ­ρε­τὴ (πχ. ἀν­δρεί­α, δύ­να­μη, φυ­λε­τι­κὴ κα­θα­ρό­τη­τα, δι­α­νο­η­τι­κὴ ἀ­νω­τε­ρό­τη­τα κ.λπ.) τὴν θε­ω­ροῦν σκο­πὸ τῆς ζω­ῆς καὶ κτί­ζουν ἐ­πά­νω σὲ αὐ­τὴν ἕ­ναν τρό­πο ζω­ῆς. Ὅ­πως εἶ­ναι φυ­σι­κό, ὁ τρό­πος αὐ­τὸς εἶ­ναι ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κός, αὐ­το­νο­μη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν Θεό­. Οἱ ἰ­δε­ο­λο­γί­ες στὴν ἐ­φαρ­μο­γὴ τους ἀ­πέ­τυ­χαν νὰ κά­νουν τοὺς ἀν­θρώ­πους εὐ­τυ­χι­σμέ­νους, δι­ό­τι στη­ρί­χτη­καν στὴν βί­α καὶ στὴν στέ­ρη­ση τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Οἱ ἄν­θρω­ποι στὴν «πε­πτω­κυΐα» κα­τά­στα­ση ποὺ βρί­σκον­ται ἀ­δυ­να­τοῦν νὰ φτιά­ξουν πα­ρα­δεί­σι­ες κοι­νω­νί­ες, δι­ό­τι εἶ­ναι γε­μᾶ­τοι ἐ­γωι­σμὸ καὶ πά­θη.

Ἀν­τί­θε­τα, ὁ σαρ­κω­θείς καὶ ἐ­ναν­θρω­πή­σας Λό­γος τοῦ Θε­οῦ, ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στὸς μὲ τὴ ζω­ή του, τὰ θαύ­μα­τά του, τὴ δι­δα­σκα­λί­α του, τὴν Ἐκ­κλη­σί­α ποὺ ἵ­δρυ­σε, μέ­σα στὴν ὁ­ποί­α ἔ­στει­λε τὸ Ἅ­γιο Πνεῦ­μα νὰ συ­νε­χί­σει καὶ νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὸ ἔρ­γο Του, προ­τεί­νει στὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα ἕ­ναν νέ­ο τύ­πο ἀν­θρώ­που καὶ ἕ­ναν νέ­ο τρό­πο ζω­ῆς, θε­ο­κεν­τρι­κό. Ὁ ἴ­διος ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ζων­τα­νὸ πρό­τυ­πο. Ὅ­σοι ἄν­θρω­ποι ἐ­μι­μή­θη­σαν τὸν Χρι­στὸ καὶ ἐ­φάρ­μο­σαν τὶς ἐν­το­λές Του, ἀ­πο­κα­λοῦν­ται «ἅ­γιοι» ἀ­πὸ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α καὶ ἀ­πο­τε­λοῦν τὴν ἔμ­πρα­κτη ἀ­πό­δει­ξη ὅ­τι οἱ ἐν­το­λὲς τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι «ἐ­φαρ­μό­σι­μες». Δυ­στυ­χῶς, ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα δὲν ἔ­χει πει­σθεῖ ἀ­κό­μα ὅ­τι μὲ τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Χρι­στοῦ μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει κα­λύ­τε­ρα. Βρί­σκε­ται σὲ πο­ρεί­α ὡ­ρι­μάν­σε­ως. Κά­πο­τε θὰ κα­τα­λά­βει τὸ πραγ­μα­τι­κὸ συμ­φέ­ρον της καὶ θὰ ἐ­φαρ­μό­σει τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Χρι­στοῦ.

Ἡ ὀρ­θο­δο­ξί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ὡς ἰ­δε­ο­λο­γί­α, οὔ­τε νὰ νο­η­θεῖ ὡς ἀ­φηρη­μέ­νη ἰ­δέ­α, ἀ­νε­ξάρ­τη­τη ἀ­πὸ τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α. Ὀρ­θο­δο­ξί­α εἶ­ναι συν­το­μο-γρα­φί­α ποὺ ση­μαί­νει τὴν ὀρ­θὴ πί­στη, τὴν ὀρ­θὴ πρά­ξη, τὸν ὀρ­θὸ τρό­πο ζω­ῆς. Εἶ­ναι ὁ τρό­πος ζω­ῆς τοῦ πι­στοῦ ὀρ­θό­δο­ξου Χρι­στια­νοῦ. Τοῦ Χρι­στια­νοῦ ποὺ εἶ­ναι πι­στὸς μα­θη­τὴς καὶ μι­μη­τὴς τοῦ Χρι­στοῦ. Ὁ τρό­πος ζω­ῆς αὐ­τός, μπο­ροῦ­με νὰ ποῦ­με ὅ­τι πρέ­πει νὰ εἶ­ναι :

 

α. Ἀσκη­τι­κός (ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του):

 

Ἡ πνευ­μα­τι­κὴ ἄ­σκη­ση στὸν Χρι­στια­νὸ εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­πα­ραί­τη­τη γιὰ νὰ κά­νει πνευ­μα­τι­κὴ πρό­ο­δο. Δι­ό­τι, ὅ­πως στὸν ἀ­θλη­τι­σμὸ εἶ­ναι ἀ­δι­α­νό­η­το νὰ φθά­σει κα­νεὶς σὲ ὑ­ψη­λὲς ἐ­πι­δό­σεις (γιὰ νὰ δι­εκ­δι­κή­σει ἕ­να ἔ­πα­θλο, ἕ­να με­τάλ­λιο) χω­ρὶς ἔν­το­νη καὶ πο­λυ­ε­τῆ ἄ­σκη­ση, ἔ­τσι καὶ ὁ Χρι­στια­νὸς χρει­ά­ζε­ται νὰ ἀ­σκεῖ­ται συ­νε­χῶς γιὰ νὰ ἐ­πι­τύ­χει στὸν πνευ­μα­τι­κὸ στί­βο. Ὁ­μοί­ως, ὅ­πως ὁ κα­λὸς ἀ­θλη­τὴς δὲν ἀ­σκεῖ­ται πο­τὲ μό­νος του, ἀλ­λὰ πάν­το­τε ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη ἑ­νὸς κα­λού προ­πο­νη­τή, ἔ­τσι καὶ ὁ χρι­στια­νὸς γιὰ νὰ προ­δεύ­σει πνευ­μα­τι­κά, χρει­ά­ζε­ται νὰ ἀ­κο­λου­θεῖ τὶς συμ­βου­λὲς ἑ­νὸς κα­λοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ ὁ­δη­γοῦ.

Ὁ Χρι­στια­νὸς μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ πνευ­μα­τι­κοῦ του ἀ­σκεῖ­ται γιὰ νὰ νι­κή­σει τὰ πά­θη του καὶ νὰ ἀ­πο­κτή­σει τὶς ἀν­τί­στοι­χες ἀ­ρε­τές. Ἡ κά­θαρ­ση ἀ­πὸ τὰ πά­θη καὶ ἡ ἀ­πό­κτη­ση τῶν ἀ­ρε­τῶν δὲν ἀ­πο­τε­λοῦν σκο­πό ἀλ­λὰ μέ­σον στὴν πο­ρεί­α πρὸς τὸ «καθ­᾿ ὁ­μοί­ω­σιν». Ἔ­τσι, θὰ λέ­γα­με ὅ­τι ἡ κά­θαρ­ση ἀ­πὸ τὰ πά­θη εἶ­ναι τὸ πρῶ­το στά­διο στὴν πο­ρεί­α τε­λει­ώ­σε­ως, ἡ ὁ­ποί­α δὲν ἔ­χει τέ­λος, ὡς πρὸς τὸ ἐ­πί­πε­δο τε­λει­ώ­σε­ως. Τὰ ἄλ­λα δύ­ο στά­δια, λέ­νε οἱ Πα­τέ­ρες, εἶ­ναι «ὁ φω­τι­σμός» καὶ ἡ «θε­ω­ρί­α». «Θε­ω­ρί­α» ὀ­νο­μὰζουν οἱ Ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες τὶς θε­ο­πτι­κές εμ­πει­ρί­ες, τὶς ὁ­ποῖ­ες μό­νο λί­γοι ἄν­θρω­ποι ἀ­ξι­ώ­νον­ται, ἐ­νό­σῳ ζοῦν νὰ γευ­θοῦν, ὅ­σον ὁ Θε­ὸς ἐ­πι­τρέ­ψει. Τὸ τέ­λος τῆς πο­ρεί­ας εἶ­ναι ἡ ἕ­νω­ση μὲ τὸν Θε­ό, ἡ με­το­χὴ στὴν δό­ξα τοῦ Θε­οῦ, ποὺ κα­λεῖ­ται «θέ­ω­ση».

Πρώ­τη κα­τὰ τοὺς ἁ­γί­ους Πα­τέ­ρες προ­ϋ­πό­θε­ση γιὰ τὴν θέ­ω­ση εἶ­ναι ἡ τα­πεί­νω­ση, ἡ ὁ­ποί­α δὲν εἶ­ναι ἄλ­λη ἀ­πὸ τὴν πραγ­μα­τι­κὴ κα­τὰ Θε­ὸν αὐ­το­γνω­σί­α. (Μέ­γας Βα­σί­λει­ος: «Τα­πεί­νω­ση εἶ­ναι ἡ ἐξ ὑ­ψη­λοῦ ἐ­πάρ­μα­τος καὶ οἰ­ή­μα­τος δι­α­κέ­νου καὶ φρο­νή­μα­τος ἀ­λα­ζο­νι­κοῦ πρὸς τὴν ἴ­διαν ἀ­ξί­αν ἐ­πά­νο­δος»). Ἡ τα­πεί­νω­ση κα­θι­στᾶ τὸν ἄν­θρω­πο δι­α­φα­νή στή χά­ρη τοῦ Θε­οῦ. Χρει­ά­ζε­ται τα­πεί­νω­ση στὸν ἄν­θρω­πο γιὰ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει ὅ­τι ὁ σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς του εἶ­ναι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ὁ σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς τοῦ ἀν­θρώ­που ἐ­τέ­θη ἀ­πὸ τὸν Δη­μι­ουρ­γό, τὴν στιγ­μὴ τῆς Δη­μι­ουρ­γί­ας. Ὁ Θε­ὸς προί­κι­σε τὸν ἄν­θρω­πο μὲ τὸ «κα­τ᾿ εἰ­κό­να»[1] καὶ τοῦ ζη­τᾶ νὰ νὰ φθά­σει στὸ «κα­θ᾿ ὁ­μοί­ω­σιν», δηλ. μὲ τὸν πνευ­μα­τι­κό του ἀ­γῶνα νὰ προ­σπα­θή­σει νὰ ὁ­μοιά­σει ἠ­θι­κὰ στὸν Θε­ό.

Ὅ­σο ὁ ἄν­θρω­πος ζεῖ ἐ­γω­κεν­τρι­κά, ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κά, αὐ­τό­νο­μα ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ καὶ το­πο­θε­τεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του, ὡς κέν­τρο τοῦ κό­σμου τῆς ζω­ῆς του, δὲν μπο­ρεῖ νὰ κά­νει πρό­ο­δο, νὰ ἐ­πι­τε­λέ­σει τὸν προ­ο­ρι­σμό του. Ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει τὸ λά­θος ποὺ ἔ­κα­νε ὁ Ἀ­δὰμ (τὸ προ­πα­το­ρι­κὸ ἁ­μάρ­τη­μα). Πί­στε­ψε πὼς μὲ τὶς δι­κές του μό­νο δυ­νά­μεις μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει Θε­ός, νὰ ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ. Μὲ τὴν αὐ­το­νό­μη­σή του ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, ἔ­χα­σε τὴ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ καὶ ἔ­γι­νε ὑ­πο­χεί­ριο τῶν δαι­μο­νι­κῶν δυ­νά­με­ων. Ἔ­τσι, ἀν­τὶ νὰ θε­ο­ποι­η­θεῖ, δαι­μο­νοποι­ή­θη­κε. Πρα­κτι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἦ­ταν ὁ θά­να­τος «ἵ­να μὴ τὸ κα­κὸν αἰ­ώ­νιον γέ­νη­ται».

Τὸ λά­θος ὅ­λων τῶν οὐ­μα­νι­στῶν ὅ­λων τῶν αἰ­ώ­νων καὶ ὅ­λων τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν εἶ­ναι ὅ­τι δὲν θε­ω­ροῦν ἀ­πα­ραί­τη­τη τὴν κοι­νω­νί­α μὲ τὸν Θε­ὸ γιὰ τὴν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἡ ἱ­στο­ρί­α ἔ­χει νὰ ἐ­πι­δεί­ξει πολ­λὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα πρὸς ἀ­πο­φυ­γήν.

Ἔ­τσι, χρει­ά­ζε­ται τα­πεί­νω­ση ὁ ἄν­θρω­πος γιὰ νὰ ἀν­τι­λη­φθεῖ πό­σο ἄρ­ρω­στος εἶ­ναι, πό­σο ἐμ­πα­θής, γε­μᾶ­τος ἀ­δυ­να­μί­ες, μι­κρό­τη­τες καὶ πά­θη. Ἂν ἐ­πι­τυγ­χά­νει κά­ποι­α πρό­ο­δο πρέ­πει νὰ πι­στεύ­ει ὅ­τι τὸ ὀ­φεί­λει στὴν χά­ρη τοῦ Θε­οῦ καὶ ὄ­χι στὶς δι­κές του δυ­νά­μεις. Ἂν πι­στέ­ψει στὶς δι­κές του δυ­νά­μεις θὰ πέ­σει σὲ ὑ­πε­ρη­φά­νεια καὶ θὰ χά­σει ὅ,τι κέρ­δι­σε μὲ πο­λὺ κό­πο καὶ ἀ­γῶνα. Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­τι ἅ­γιοι ἀ­κό­μα καὶ θαυ­μα­τουρ­γοί, εἶ­χαν γιὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ τους πο­λὺ μι­κρὴ ἰ­δέ­α. Πολ­λοὶ ἀ­πὸ τοὺς ἁ­γί­ους πι­στεύ­ουν καὶ ζοῦν ὡς οἱ χει­ρό­τε­ροι τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν. Αἰ­σθά­νον­ται ἔν­το­να τὴν ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τά τους, δι­ό­τι ἀν­τι­πα­ρα­βάλ­λουν τὴν ἀ­τέ­λειά τους, μὲ τὴν τε­λει­ό­­τη­τα τοῦ Θε­οῦ.

Ἔ­χον­τας τὴν τα­πεί­νω­ση, ἀρ­χί­ζει ὁ ἄν­θρω­πος μὲ συ­νε­χῆ με­τά­νοι­α καὶ ὑ­πο­μο­νὴ τὸν κα­θη­με­ρι­νὸ ἀ­γῶνα στὴν «ἐν Χρι­στῷ ζω­ή». Ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος λέ­ει χα­ρα­κτηρι­στι­κὰ «δι᾿ ὑ­πο­μο­νῆς τρε­χό­με­νον τὸν προ­κεί­με­νον ὑ­μῖν ἀ­γῶ­να, ἀ­φο­ρῶν­τες εἰς τὸν τῆς πί­στε­ως ἀρ­χη­γὸν καὶ τε­λει­ω­τὴν Ἰ­η­σοῦν». Ὅ­πως ὁ δρο­μέ­ας τοῦ Μα­ρα­θω­νί­ου ἔ­χει πάν­τα μπρο­στά του τὸ στά­διο καὶ τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ τερ­μα­τι­σμοῦ του, τὸ ἴ­διο καὶ ὁ Χρι­στια­νὸς ἀ­πο­βλέ­πει στὸν Χρι­στό, πού θὰ στε­φα­νώ­σει τὸν ἀ­γῶνα του…

Ἡ κα­θη­με­ρι­νὴ ἄ­σκη­ση τοῦ χρι­στια­νοῦ συ­νί­στα­ται πρῶ­τα στὴν ἐφαρ­μο­γή τῶν ἁ­γί­ων ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ. «Τή­ρη­σον τὰς ἐν­το­λάς» εἶ­πε πρῶ­τα στὸν πλού­σιο νέ­ο ὁ Χρι­στός. Μὲ τὴν τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν ὁ ἄν­θρω­πος μα­θαί­νει νὰ ὑ­πα­κού­ει στὸν Θε­ὸ καὶ κα­θα­ρὶζε­ται ἀ­πὸ τὰ πά­θη. Οἱ Πα­τέ­ρες λέ­γουν ὅ­τι, μέ­σα στίς ἐν­το­λές Του κρύ­βε­ται ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ός, κι ὅ­ταν ὁ χρι­στια­νὸς ἀ­πὸ ἀ­γά­πη καὶ πί­στη στὸν Χρι­στὸ τὶς τη­ρεῖ, τό­τε ἑ­νώ­νε­ται μα­ζί Του (πρβλ. «τί μὲ κα­λεῖ­τε Κύ­ρι­ε, Κύ­ρι­ε καὶ οὐ ποι­εῖ­τε ἃ λέ­γω»).

Ὁ ἀ­γῶνας γιὰ νὰ ξε­ρι­ζω­θοῦν τὰ πά­θη ἀ­πὸ μέ­σα μας δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου εὔ­κο­λος. Χρει­ά­ζε­ται ὑ­πο­μο­νὴ καὶ κό­πος πο­λὺς γιὰ νὰ κα­θα­ρι­σθεῖ ὁ ἀ­γρὸς τῆς ψυ­χῆς ἀ­πὸ τὶς πέ­τρες καὶ τὰ ἀγ­κά­θια τῶν πα­θῶν, νὰ ὀρ­γω­θεῖ ἀ­πὸ τὴν θεί­α χά­ρη, ὥ­στε νὰ μπο­ρεῖ νὰ πέ­φτει ὁ σπό­ρος τοῦ λό­γου τοῦ Θε­οῦ καὶ νὰ καρ­πο­φο­ρεῖ. Ἀ­παι­τεῖ­ται με­γά­λη καὶ συ­νε­χὴς βί­α στὸν ἑ­αυ­τό μας γιὰ νὰ γί­νει αὐ­τό. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ὁ Κύ­ριος εἶ­πε: «ἡ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ βι­ά­ζε­ται καὶ βια­σταὶ ἁρ­πά­ζου­σιν αὐ­τὴν» (Ματθ. ι­α΄ 12).

Οἱ Ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες μᾶς δι­δά­σκουν «Δῶ­σε αἷ­μα καὶ λά­βε πνεῦ­μα» δη­λα­δὴ γιὰ νὰ λά­βεις τὸ Ἅ­γιο Πνεῦ­μα πρέ­πει νὰ δώ­σεις τὸ αἷ­μα τῆς καρ­διᾶς σου, γιὰ νὰ κα­θα­ρι­σθεῖς ἀ­πὸ τὰ πά­θη, νὰ με­τα­νο­ή­σεις πραγ­μα­τι­κὰ καὶ σὲ βά­θος. Τὸ νὰ ἀ­πο­κτή­σεις τὸ Ἅ­γιο Πνεῦ­μα εἶ­ναι κατά τὸν Ἅ­γιο Σε­ρα­φεὶμ τοῦ Σά­ρωφ, ὁ σκο­πὸς τῆς ζω­ῆς τοῦ χρι­στια­νοῦ.

 

β. Ἀγα­πη­τι­κός (ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τοὺς συ­ναν­θρώ­πους του):

 

Ὅ­λες οἱ ἀ­ρε­τὲς εἶ­ναι ὄ­ψεις τῆς μί­ας καὶ με­γά­λης ἀ­ρε­τῆς, τῆς ἀ­γά­πης. Δι­καί­ως, ὁ Ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Σι­να­ΐ­της ἔ­βα­λε στὴν κο­ρυ­φὴ ὅ­λων τῶν ἀ­ρε­τῶν, τὴν ἀ­ρε­τὴ[2] τῆς ἀ­γά­πης.  Ἡ ἀ­γά­πη, εἶ­ναι ἡ δυ­σκο­λότε­ρη ἀ­ρε­τή. Εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ κά­νει τὸν ἄν­θρω­πο ὅ­μοι­ο μὲ τὸν Θε­ό. Δι­ό­τι, ἡ ἀ­γά­πη εἶ­ναι ἡ κα­τε­ξο­χὴν Θεί­α ἰ­δι­ό­τη­τα. Ὅ­ταν ὁ χρι­στια­νὸς ἀ­πο­κτή­σει τὴν ἀ­γά­πη, ἔ­χει ὅ­λες τὶς ἀ­ρε­τές. Ἡ ἀ­γά­πη εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ποὺ δι­ώ­χνει ἀ­πὸ τὴν ψυ­χὴ τοῦ ἀν­θρώ­που τὴν αἰ­τί­α ὅ­λων τῶν κα­κι­ῶν καὶ ὅ­λων τῶν πα­θῶν, ἡ ὁ­ποί­α κα­τὰ τοὺς Ἁ­γίους Πα­τέ­ρες εἶ­ναι ἡ φι­λαυ­τί­α ἤ ἀλ­λι­ῶς ὁ ἐγωισμός. Ἡ φι­λαυ­τί­α εἶ­ναι ἡ ἀρ­ρω­στη­μέ­νη ἀ­γά­πη τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας, ἡ ἀ­γά­πη ποὺ «ζη­τεῖ τὰ ἑ­αυ­τῆς». Ἀν­τί­θε­τα, ἡ ἀ­γά­πη ποὺ προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, ἡ γνή­σια χρι­στι­α­νι­κὴ ἀ­γά­πη «οὐ ζη­τεῖ τὰ ἑ­αυ­τῆς».

Ὅ­ταν ὅ­μως ὁ ἄν­θρω­πος ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τοὺς συ­ναν­θρώ­πους του «ἀ­γα­πη­τι­κά», τό­τε ἡ συμ­βί­ω­ση μα­ζί τους γί­νε­ται πο­λὺ εὐ­κο­λό­τε­ρη. Στή­νει γέ­φυ­ρες ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, ξε­περ­νᾶ δι­α­φο­ρὲς κοι­νω­νι­κῶν τά­ξε­ων, φυ­λῆς, χρώ­μα­τος, ἔ­θνους, θρη­σκεί­ας, μορ­φω­τικοῦ ἐ­πι­πέ­δου, νο­ο­τρο­πί­ας, πο­λι­τι­σμοῦ κ.λπ., δι­ό­τι ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τοὺς ἄλ­λους σὰν ἀ­δελφούς, παι­διὰ τοῦ ἴ­διου Πα­τέ­ρα τοῦ Θε­οῦ, παι­διὰ ἐ­ξί­σου ἀ­γα­πη­μέ­να, ψυ­χὲς «ὑ­πὲρ ὡς Χρι­στὸς ἀ­πέ­θα­νε». Ἔ­τσι, ὅ­που ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ ἐ­πι­κρα­τεῖ, οἱ ἄν­θρω­ποι συμ­φι­λι­ῶνον­ται, ὁ­μο­νο­οῦν, συ­νερ­γά­ζον­ται, ἀλ­λη­λο­συμ­πλη­ρώ­νον­ται. Τό­τε, οἱ κοι­νω­νί­ες τους προ­ο­δεύ­ουν καὶ οἱ ἴ­διοι αἰ­σθά­νον­ται ἀ­σφα­λεῖς καὶ εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι. Τέ­τοι­α πα­ρα­δείγ­μα­τα ὑ­πάρ­χουν πολ­λὰ σὲ κοι­νό­τη­τες πρω­τό­γο­νων ἀν­θρώ­πων ποὺ ἀ­σπά­στη­καν τὸν Χρι­στι­α­νι­σμό. Εἶ­ναι ἐμ­φα­νὴς ἡ πρό­ο­δος ποὺ ἐ­πι­τυγ­χά­νουν.

Ἡ ἀ­γα­πη­τι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ εὐ­νο­εῖ τὴν ἐπι­εί­κεια καί τήν συγ­χω­ρη­τι­κό­τη­τα σὲ αὐ­τοὺς ποὺ ἔ­χουν πα­ρα­βα­τι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά. Ἡ ἐκ­δί­κη­ση καὶ οἱ ἀν­τεκ­δι­κή­σεις με­τα­ξὺ ἀν­τι­μα­χό­με­νων πολ­λα­πλα­σιά­ζουν τὸ κα­κό. Ἀ­κό­μα καὶ ἡ ἀ­να­με­νό­με­νη ἢ θε­ω­ρού­με­νη νό­μι­μη τι­μω­ρί­α (οἱ ποι­νές), ἐκ μέ­ρους τῆς κοι­νω­νί­ας πρὸς ἄ­το­μα ποὺ πταί­ουν ἢ ἐγ­κλημα­τοῦν, δὲν ἔ­χει πάν­τα κα­λὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα. Ἡ ἐ­πι­εί­κια, συ­νο­δευ­ό­με­νη μὲ ἀ­γά­πη καὶ κα­τάλ­λη­λη νου­θε­σί­α ἔ­χει πάν­τα κα­λύ­τε­ρα καὶ πιὸ μό­νι­μα ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα. Ἡ ἀ­γά­πη ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ὡς ἡ κα­λύ­τε­ρη παι­δα­γω­γι­κὴ μέ­θο­δος. Εὔ­γλωτ­το πα­ρά­δειγ­μα, ἡ ἀν­τι­μετώ­πι­ση τῆς ἐ­π᾿ αὐ­το­φώ­ρῳ συλ­λη­φθεί­σης μοι­χευ­ο­μέ­νης γυ­ναι­κός, ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Μω­σα­ϊ­κὸ νό­μο, ἡ γυ­ναῖ­κα αὐ­τὴ ἔ­πρε­πε νὰ λι­θο­βο­λη­θεῖ. Ἦλ­θαν λοι­πὸν οἱ κα­τή­γο­ροί της, κρα­τών­τας πέ­τρες στὰ χέ­ρια τους, ἕ­τοι­μοι νὰ τὴν λι­θο­βο­λή­σουν. Ὁ Κύ­ριος τούς εἶ­πε: «Ὁ ἀ­να­μάρ­τη­τος πρῶ­τος τὸν λί­θον βαλ­λέ­τω» καὶ ἔ­σκυ­ψε στὴ γῆ γιὰ νὰ μὴν τοὺς βλέ­πει, κά­νον­τας σχή­μα­τα στὸ χῶ­μα. Ἕ­νας-ἕ­νας ἔ­φυ­γαν ὅ­λοι καὶ ἄ­φη­σαν μό­νη τὴν γυ­ναῖκα. Ὁ Κύ­ριος τῆς ἀ­πηύ­θυ­νε τὸν λό­γο λέ­γον­τας: «Οὐ­δεὶς σὲ κα­τέ­κρι­νε;» Αὐ­τὴ ἀ­πήν­τη­σε: «Οὐ­δεὶς Κύ­ρι­ε». Καὶ ὁ Ἰ­η­σοῦς ἀ­πήν­τη­σε: «Οὐ­δὲ ἐ­γὼ σὲ κα­τακρί­νω. Πο­ρεύ­ου καὶ μη­κέ­τι ἁ­μάρ­τα­νε». Ἂς το­νί­σου­με ἐ­δῶ, ὅ­τι ὁ Χρι­στός δέν ἀμνή­στευσε τήν μοι­χεί­α. Προ­σπά­θη­σε μὲ ἀ­γά­πη, ἐ­πι­εί­κεια καὶ προ­πάν­των φι­λό­τι­μο νὰ δι­ορ­θώ­σει τὴν μοι­χα­λί­δα. Καὶ τῆς ἔ­δω­σε ἕ­να μά­θη­μα ποὺ δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ τὸ ξέ­χα­σει πο­τέ.

Ἡ συγ­χω­ρη­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι τό­σο ση­μαν­τι­κὴ ἀ­ρε­τή, ὥ­στε ἐ­τέ­θη ἀ­πὸ τὸν Κύ­ριο ὡς προ­ϋ­πό­θε­ση τῆς συγ­χω­ρή­σε­ώς μας ἀ­πὸ τὸν Θε­ό: «Ἐ­­ὰν γὰρ ἀ­φῆ­τε τοῖς ἀν­θρώ­ποις τὰ πα­ρα­πτώ­μα­τα αὐ­τῶν, ἀ­φή­σει καὶ ὑ­μῖν ὁ πα­τὴρ ὑ­μῶν ὁ οὐ­ρά­νιος. Ἐ­ὰν δὲ μὴ ἀ­φῆ­τε τοῖς ἀν­θρώ­ποις τὰ πα­ρα­πτώ­μα­τα αὐ­τῶν, οὐ­δὲ ὁ πα­τὴρ ὑ­μῶν ἀ­φή­σει τὰ πα­ρα­πτώ­μα­τα ὑ­μῶν» (Ματθ στ΄ 14,15).

Ἡ ἀγά­πη εἶναι δι­δα­κτή. Αὐ­τὸ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται κα­θη­με­ρι­νὰ σὲ ὅ­λες τὶς ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις. Ἡ ἀ­γά­πη εἶ­ναι τὸ Με­γά­λο Κε­φά­λαι­ο τοῦ μέλ­λον­τος. Εἶ­ναι μί­α νέ­α πο­λι­τι­κή, τὴν ὁ­ποί­α ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα δὲν ἔ­χει ἀ­κό­μα δο­κι­μά­σει, δι­ό­τι εἶ­ναι ἀ­νώ­ρι­μη. Ὅ­ταν κα­τα­λά­βει τὴν ἀ­ξί­α της καὶ τὴν ἐ­φαρ­μό­σει θὰ δεῖ πό­σο ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πὸ κά­θε ἄλ­λη πο­λι­τι­κὴ εἶ­ναι. Ἔ­τσι, ἀν­τὶ τὴν παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας καὶ τοῦ χρή­μα­τος, μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­τύ­χει τὴν Παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση τῆς Ἀ­γά­πης διὰ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Τὴν Ἐκ­κλη­σι­ο­ποί­η­ση τοῦ κό­σμου.

«Καὶ γεν­νή­σε­ται μί­α ποί­μνη καὶ εἷς ποι­μὴν» ὁ Χρι­στός, προ­βλέ­πει ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ. Μό­νο μί­α τέ­τοι­α παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση τῆς Ἀ­γά­πης, ἐ­νερ­γού­με­νη δι᾿ Ἁ­γί­ου Πνεύ­ματος μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει μέλ­λον. Ὅ­λες οἱ ἄλ­λες Παγ­κο­σμι­ο­ποι­ή­σεις ποὺ θὰ πραγ­μα­το­ποι­ηθοῦν ἀ­πὸ ἐμ­πα­θεῖς ἀν­θρώ­πους θὰ εἶ­ναι θνη­σι­γε­νεῖς. Μό­νο ὁ  Χρι­στὸς μπο­ρεῖ νὰ ἑ­νώ­σει εἰ­ρη­νι­κὰ καὶ μό­νι­μα μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α Του ὅ­λη τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα.

 

γ. Εὐ­χα­ρι­στια­κός (ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ Θε­ὸ):

 

Ὁ πι­στὸς χρι­στια­νός, ἀ­φό­του ἀ­να­και­νι­σθεῖ μὲ τὸ Ἅ­γιο Βά­πτι­σμα, λαμ­βά­νει κα­τὰ χά­ριν με­ρι­κῶς καὶ τὰ ἀ­ξι­ώ­μα­τα «τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ» ὅ­πως λέ­γει ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στὴς Ἰ­ω­άν­νης: «Ἐκ τοῦ πλη­ρώ­μα­τος αὐ­τοῦ (δη­λα­δὴ τοῦ Χρι­στοῦ) ἡμεῖς πάν­τες ἐ­λά­βο­μεν καὶ χά­ριν ἀν­τὶ χά­ρι­τος» (Ἰ­ω­ὰν α΄ 16), δη­λα­δὴ ὅ­τι «ἀ­π᾿ τὸ δι­κό του πλοῦ­το (δη­λα­δὴ τὸν πλοῦ­το τοῦ Χρι­στοῦ) πή­ρα­με ὅ­λοι ἐ­μεῖς τὴν μί­α δω­ρε­ὰ πά­νω στὴν ἄλ­λη».

Ὁ Χρι­στὸς κα­τὰ τοὺς Πα­τέ­ρες, κα­τέ­χει τὸ τρι­πλὸ ἀ­ξί­ω­μα «Βα­σι­λεύς, Προ­φή­της, καί Ἱ­ε­ρεύς.[3] Ἔ­τσι ὁ χρι­στια­νὸς με­τὰ τό βά­πτι­σμά του κα­τέ­χει τὴν «γε­νι­κὴ ἱ­ε­ρωσύ­νη» ἀ­πο­τε­λεῖ ὅ­πως λέ­γει ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος «Βα­σί­λει­ον Ἱ­ε­ρά­τευ­μα» δη­λα­δὴ ἱ­ε­ρα­τεῖ­ον τοῦ Βα­σι­λέ­ως (Θε­οῦ).

Ὅ­λη ἡ ζω­ὴ τοῦ Χρι­στια­νοῦ, πρέ­πει νὰ ἔ­χει «εὐ­χα­ρι­στια­κὸ χα­ρα­κτή­ρα». Πρῶτον, βε­βαί­ως τὸ σῶ­μα του καὶ τὸ πνεῦ­μα του νὰ ἀ­πο­τε­λοῦν «θυ­σί­αν ζῶ­σαν» γιὰ τὸν Θεό­. Ἔ­πει­τα, νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει ὅ­λων τῶν ἀ­γα­θῶν ποὺ τοῦ χά­ρι­σε ὁ Θε­ός, ἀν­τα­πο­δί­δον­τας εὐ­χα­ρι­στί­α εἰς Αὐ­τόν.

Ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος προ­ει­δο­ποι­εῖ τοὺς χρι­στια­νοὺς ὅ­τι σὲ ὕ­στε­ρους και­ροὺς θὰ ἐμ­φα­νι­στοῦν ψευ­δο­προ­φῆ­τες πλα­νη­μέ­νοι, ποὺ θὰ ἐμ­πο­δί­ζουν τὸν γά­μο καὶ θὰ δι­δά­σκουν ἀ­πο­χὴ ἀ­πὸ κά­ποι­α φα­γη­τὰ: «Τὸ δὲ Πνεῦ­μα ρη­τῶς λέ­γει ὅ­τι ἐν ὑ­στέ­ροις και­ροῖς ἀ­πο­στὴσον­ται τι­νὲς τῆς πί­στε­ως, προ­σέ­χον­τες πνεύ­μα­σι πλά­νοις καὶ δι­δα­σκα­λί­αις δαι­μο­νί­ων, ἐν ὑ­πο­κρί­σει ψευ­δο­λό­γων, κε­καυ­τη­ρι­α­σμέ­νων τὴν ἰ­δί­αν συ­νή­δει­σιν, κω­λυ­όν­των γα­μεῖν, ἀ­πέ­χε­σθαι βρω­μά­των ἃ ὁ Θε­ὸς ἔ­κτι­σε εἰς με­τά­λη­ψιν με­τ᾿ εὐ­χα­ρι­στί­ας τοῖς πι­στοῖς καὶ ἐ­πε­γνω­κό­σι τὴν ἀ­λή­θειαν. Ὅ­τι πᾶν κτί­σμα Θε­οῦ κα­λὸν καὶ οὐ­δὲν ἀ­πό­βλη­τον. Με­τ᾿ εὐχα­ριστί­ας λαμ­βα­νό­με­νον. Ἁ­γι­ά­ζε­ται γὰρ διὰ λό­γου καὶ ἐν­τεύ­ξε­ως», δη­λα­δὴ, «Τὸ Ἅ­γιο Πνεῦ­μα μέ­σῳ τῶν προ­φη­τῶν λέ­γει ὅ­τι στοὺς ἔ­σχα­τους και­ροὺς θὰ ἀ­πο­στα­τή­σουν με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ τὴν πί­στη καὶ θὰ προ­σκολ­λη­θοῦν σὲ πνεύ­μα­τα πα­ρα­πλα­νη­τι­κὰ καὶ σὲ δι­δα­σκα­λί­ες δαι­μο­νί­ων. Θὰ πα­ρα­συρ­θοῦν ἀ­πὸ ἀ­πα­τε­ῶ­νες καὶ ὑ­πο­κρι­τὲς ποὺ ἔ­χουν πω­ρω­μέ­νη τὴν συ­νή­δει­σή τους. Αὐ­τοὶ ἀ­πα­γο­ρεύ­ουν τὸν γά­μο καὶ ἐ­πι­βάλ­λουν ἀ­πο­χὴ ἀ­πὸ φα­γη­τὰ ποὺ τὰ ἐ­δη­μι­ούρ­γη­σεν ὁ Θε­ὸς γιὰ νὰ τὰ τρῶ­νε καὶ νὰ τὸν εὐ­χα­ρι­στοῦν ὅ­σοι πί­στε­ψαν καὶ κα­τα­νό­η­σαν τὴν ἀ­λή­θεια τοῦ Χρι­στοῦ. Για­τί κάθε­ τί ποὺ δη­μι­ούρ­γη­σε ὁ Θε­ός, εἶ­ναι κα­λὸ καὶ τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι ἀ­πό­βλη­το καὶ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο, ὅ­ταν τὸ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με εὐ­χα-ρι­στών­τας τὸ Θε­ό. Ἐ­πει­δὴ ἐ­ξα­γι­ά­ζε­ται μὲ τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ καὶ μὲ τὴν προ­σευ­χὴ» (Α΄ Τιμ. δ΄ 1-6).

 



(1) Τὰ χα­ρί­σμα­τα τοῦ «κατ᾿ ει­κό­να» εἶ­ναι:

α. ὁ λο­γι­κός νοῦς δη­λα­δὴ οἱ δι­α­νο­η­τι­κὲς ἱ­κα­νό­τη­ες τοῦ ἀν­θρώ­που β. ἡ συ­νεί­δη­ση, πού εἶ­ναι ἡ φω­νὴ τοῦ Θε­οῦ ποὺ ἔ­χει μέ­σα του καὶ τὸν εἰ­δο­ποι­εῖ γιὰ τὴν ἠ­θι­κὴ ποι­ό­τη­τα κά­θε πρά­ξε­ώς του. γ. τό αὐ­τε­ξού­σιο, δη­λα­δὴ ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α νὰ πράτ­τει αὐ­τὸ ποὺ ἐ­πι­λέ­γει. δ. ἡ προ­σω­πι­κή αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α, δη­λα­δὴ ἡ ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ αὐ­το­προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὶς με­τα­βο­λὲς τοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος. ε. ἡ δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που, πού ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­φε­νὸς ἐκ­δή­λω­ση τῶν δι­α­νο­η­τι­κῶν ἱ­κα­νο­τή­των του, ἀ­φε­τέ­ρου ἀ­πό­κρι­ση στὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ: «ἐρ­γά­ζε­σθε αὐ­τὸν (ἐν­νο­εῖ τὸν Πα­ρά­δει­σο) καὶ φυ­λάτ­τειν» στ. ἡ τά­ση πρός τό θεῖ­ο «τὸ ἄ­νω θρώ­σκειν» τῶν ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λή­νων ποὺ δη­λώ­νει τὴν αὐ­θόρ­μη­τη τά­ση καὶ ἀ­νά­τα­ση τοῦ ἀν­θρώ­που πρὸς τὸ Θε­ό. Ἀ­πο­τέ­λε­σμα αὐ­τοῦ εἶ­ναι ἡ ἔμ­φυ­τη θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα ποὺ πα­ρα­τη­ρεῖ­ται σὲ ὅ­λους το­ύς λα­οὺς τῆς γῆς ὅ­λων τῶν ἐ­πο­χῶν καὶ ποὺ ἐκ­φρά­στη­κε ἀ­πὸ τὸν Ἕλ­λη­να Πλού­ταρ­χο μὲ τό: «εὕ­ροις δ᾿ ἂν ἐ­πι­ῶν πό­λεις ἀ­γραμ­μά­τους, ἀ­τει­χί­στους… κ.λπ.

 

2. Ἀ­ρε­τή κα­τά τόν Ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη τόν Χρυ­σό­στο­μο εἶ­ναι : ἡ ἀ­κρι­βής τῶν δογ­μά­των γνῶ­σις καί ἡ πε­ρί τοῦ βί­ου ὀρ­θό­της.

([3]) Προ­φή­της ἐ­δῶ ση­μαί­νει ὄ­χι μό­νο ὅ­τι προ­λέ­γει τά μέλ­λον­τα, ἀλ­λά καί με­τα­φέ­ρει τό λό­γο τοῦ Θε­οῦ.

Ἱ­ε­ρεύς, εἶ­ναι αὐ­τός πού προ­σφέ­ρει στό Θε­ό μέ­ρος ἀ­πό τά δῶ­ρα πού Ἐ­κεῖ­νος τοῦ χά­ρι­σε λέ­γον­τάς Του «εὐ­χα­ρι­στῶ» (πρβλ «τά σά ἐκ τῶν σῶν σοί προ­σφέ­ρο­μεν κα­τά πάν­τα καί διά πάν­τα»).

Σχετικά